Καύση νεκρών. Με αφορμή τον Μηνά Χατζησάββα

2
68

Το μοναδικό φως ήταν υποτυπώδες τώρα, το φως εκείνου που ακολουθεί, μεταφερόμενο από τα απομεινάρια της θρυμματισμένης ύλης, στα ερείπια στάχτης αυτών που ήταν τόσο διαφορετικά και ανθρώπινα και αιωρούνταν ψηλά στον αέρα [Ντον Ντελίλλο, Άνθρωπος σε Πτώση, Εστία, 312]

Η γαλλική λέξη για την αποτέφρωση των νεκρών είναι Crémation, αυτός είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματος του Ισπανού Rafael Chirbes. Ένα μυθιστόρημα που φαινομενικά δεν έχει να κάνει με τους νεκρούς, αφού αυτό που θέλει να αποτεφρώσει ή αυτό που εξαερώνεται είναι οι ουτοπίες, τα όνειρα και το αριστερό παρελθόν του ήρωα (δηλαδή του ίδιου του συγγραφέα) [1]. Ο όρος έχει αποκαλυπτική διάσταση τέλους και συνάμα δηλώνει κάτι το απόλυτα προσωπικό που απότυχε να γίνει κοινωνικό.

Έκφραση του εαυτού, προσωπικό θέμα, πειραματισμός. Υπάρχει από καιρό αίτημα να κατοχυρωθεί ένα δικαίωμα στην αποτέφρωση που κάποτε ήταν σημείο εναλλακτικής ζωής- άρα και θανάτου: «Πέθανε με το που έπεσε η νύχτα. Είχε ζητήσει ν’ αναφτεί μια νεκρική πυρά στην κορυφή του λόφου. Μαζέψαμε όλοι μας κλαδιά, κατόπιν άρχισε η τελετή. Ο Νταβίντ άναψε τη νεκρική φωτιά του πατέρα του, τα μάτια του έλαμπαν παράξενα. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτόν, εκτός του ότι ήταν ροκάς,. Μαζί του ήταν κάτι παράξενοι τύποι, Αμερικανοί μοτοσυκλετιστές με τατουάζ και δερμάτινα […] Ο κόσμος άρχισε να χορεύει, η φωτιά έκαιγε και ζέσταινε πολύ, και όπως συνήθως έπιασαν να γδύνονται. Για την πραγματοποίηση μιας αποτέφρωσης, χρειάζονται βασικά λιβάνι και σανταλόξυλο» [2]

Κάποτε. Και σήμερα όμως το δικαίωμα στην έκφραση αυτή του θανάτου απασχολεί τα media (πρόσφατα μάλιστα με αφορμή την περίπτωση του θανάτου του Μηνά Χατζησάββα). Είναι φυσικό, καθώς για τον σύγχρονο άνθρωπο ο θάνατος είναι απόλυτα εξατομικευμένος, δεν σημαίνει τίποτε το ιδιαίτερο πέρα από την οικογένεια του νεκρού (και αν..). Όπως η ατομική ζωή, άρα και η έκφρασή της, έχουν αναγορευθεί σε υπέρτατα κριτήρια αλήθειας και νοήματος- ελλείψει κάθε άλλης μεταφυσικής νοηματοδότησης-, ο θάνατος μεταβάλλεται σε ανυπέρβλητη απειλή, αφού μόνο αυτός ακυρώνει το υπέρτατο αγαθό μας [3]. Κατά συνέπεια πρέπει να εξορισθεί από κάθε δημόσιο χώρο ή δημόσια τελετή. Η απελπισία πρέπει να είναι μόνο δικιά μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι επιτάφιες πέτρες, πλάκες, επικήδειοι, νεκρικές πομπές, ατονούν και σπανίζουν. Στα στερεότυπα της καθημερινής γλώσσας το «δεν καταλάβαμε πως έφυγε», δηλαδή  ο γρήγορος και απρόσμενος θάνατος, θεωρείται επιθυμητός, σχεδόν μία ευχή. Μία ευχή που αντικαθιστά τον προγονικό πανικό του βίαιου θανάτου [4]. Όλοι θέλουν το γρήγορο πέρασμα. Ο νεκρός είναι ενοχλητικός. Η θύμησή του επίσης.

Η εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου για τον θάνατο δεν σημαίνει αδιαφορία και λήθη. Οι συγγενείς εκείνων που έχουν καεί δείχνουν απώθηση για το νεκροταφείο, όμως συνεχίζουν τη λατρεία του νεκρού στο σπίτι, στον ιδιωτικό τους χώρο. Τα αισθήματα είναι απολύτως προσωπικά και ιδιωτικά. Μία τέτοια λατρεία φτάνει, πολλές φορές, στη μουμιοποίηση, καθώς το σπίτι ή το δωμάτιο του νεκρού αφήνονται ανέπαφα. Ο συγγενής προτιμά να θυμάται τον νεκρό όπως ήταν όσο αυτός ζούσε. Η θλίψη μετατρέπεται σε απώθηση προς το νεκροταφείο, τον τόπο εκείνο που φιλοξενεί σώματα σε αποσύνθεση [5]. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να αντικρύσει τη σταδιακή διαδικασία της φθοράς και της αποσύνθεσης, διότι σε όλη του τη ζωή αρνείται να δεχθεί ότι είναι ένα «είναι προς θάνατο», αρνείται να υπερβεί την καταστατική του συνθήκη, εγκαταλείποντας τον εαυτό του στον Άλλο.

Η λογοτεχνία μας προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα. Ο Ροβινσώνας Κρούσος φοβάται μήπως θαφτεί ζωντανός από έναν σεισμό ή τον καταβροχθίσουν κανίβαλοι και άγρια θηρία· πρόκειται για κάτι περισσότερο από φόβο, είναι ο φόβος του να πεθαίνεις τον δικό σου θάνατο. Η αποτέφρωση, η πυρά, καταστρέφει άμεσα το σώμα, και έτσι το «ακινητοποιεί» στη μνήμη. Το εγωκεντρικό σώμα δεν μπορεί να περιμένει την αθανασία που του προσφέρει η θρησκεία. Αντικαθιστά λοιπόν το έλλειμμα της πίστης με αυτό το «τελετουργικό» που το διεκδικεί μάλιστα ως «κυρίαρχο» της απόφασης υποκείμενο, ανεξάρτητο από δεσμεύσεις παράδοσης και ιστορικής μνήμης [6]

Οι ιδεολογικές κατά βάση επικλήσεις της αρχαίας ελληνικής πρακτικής ή των πρακτικών άλλων, ανατολικών θρησκειών, εξυπηρετούν τη δικαιολόγηση, με ωραία λόγια, του βασικού προβλήματος. Όπως διατύπωνε και ο Γερμανός Heidegger, με αφορμή τη βιομηχανία πτωμάτων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, «το να πεθαίνεις σημαίνει να υφίστασαι τον θάνατο της ύπαρξης σου. Το να μπορείς να πεθάνεις σημαίνει να είσαι ικανός γι’ αυτή την αποφασιστική ανοχή. Και είμαστε ικανοί για κάτι τέτοιο μόνο αν το Είναι μας μπορεί να είναι Είναι του θανάτου [..]» [7].

 Ένας νέος κόσμος ανατέλλει, που διεκδικεί τα δικαιώματα της ευτυχίας, «Πίσω τους, κατά τη δύση, το πορτοκαλί και πορφυρό του ουρανού έσβηναν. Έπεφτε η μαύρη κουρτίνα της νύχτας. Καθώς περνούσαν πάνω από τα Κρεματόρια, το ελικόπτερο εκτινάχθηκε ψηλά από μια ζεστή στήλη αέρος που έβγαλε μια από τις καμινάδες κι έπεσε απότομα μόλις πέρασαν σε πιο κρύα στρώματα αέρος ‘Α, τι όμορφα!’ έκανε γελώντας η Λένινα. Ο Χένρυ πήρε προς στιγμή μελαγχολικό ύφος. ‘Ξέρεις τι ήταν αυτό;» ρώτησε. ‘Κάποιος άνθρωπος που εξαερώθηκε. Να ήταν άνδρας ή γυναίκα, Άλφα ή Έψιλον;’ Αναστέναξε. ‘Τέλος πάντων, όποιος και να ήταν, έζησε ευτυχισμένος. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Σήμερα όλοι είναι ευτυχισμένοι’» [8]

Ευτυχία και εκκοσμίκευση. Στην εποχή μας δεν αρέσουν οι τόποι. Ζούμε την υποτίμηση του «χώρου». Είμαστε όλοι δυνητικοί πρόσφυγες, μετακινούμενοι αενάως. Η συνεχής μετακίνηση είναι μία από τις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού. «Κοιτάζω τον ακροτελεύτιο χώρο μου: τον τάφο μου· τον βλέπω να διαλύεται· η πατρίδα μου, ο ποταμός, τα πάντα καταστρέφονται, μα εγώ κρατιέμαι γερά από δαύτα. Συνθλίβομαι μαζί τους, κι αυτά συνθλίβονται μαζί μου. Το Arcanum της ζωής μου. Αυτό είναι η ιδιοκτησία μου. Το παίρνω μαζί στον τάφο. Ιδιοκτησία είναι μόνο ό,τι μπορείς να πάρεις μαζί στον τάφο. Άρα, σήμερα τίποτα πια· μόνον το νεκρό κορμί που καλύτερα τότε να αφήνει κανείς να το καίνε. Λοιπόν, θριαμβεύουν οι ειρηνιστές, κι όσοι κάνουν εκτρώσεις και καίνε πτώματα» [9]. Το έδαφος και οι μνήμες του γίνονται στάχτες. Δεν το πρόλαβαν οι άλλοι πρόσφυγες, αυτοί της Μ. Ασίας και της Καππαδοκίας το ’22, να μην κουβαλάν τα οστά και τις εικόνες ή χώμα από τους τάφους.

Η αξιοπρέπεια του θανάτου δεν είναι ένα ζήτημα ταφικής πρακτικής. Η αξιοπρέπεια του θανάτου δεν «υποβαστάζεται» με θεολογικά επιχειρήματα. Κατακτιέται όταν ο άνθρωπος της εποχής μας καταλάβει ότι η εγωιστική αυταρέσκεια της ζωής του δεν σημαίνει τίποτε. Ο θάνατος είναι καταστατική συνθήκη της ζωής. Ο εξορκισμός του, η απόκρυψή του, ο φόβος για αυτόν, είναι σημάδια της ίδιας της αρρώστιας του θανάτου. 

«Το σώμα που το τρώνε τα σκουλήκια» δεν σημαίνει τίποτε παρά μόνο τη λαϊκή, μαζική έκφραση- συγκάλυψη  αυτού του προβλήματος. Αλλά όπως λέει και ο ποιητής Nick Cave

 O yes, Death favours those that favor Death! (A Box for Black Paul)

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

 [1]  http://www.telerama.fr/livre/rafael-chirbes-si-je-n-ecris-pas-je-ne-vois-rien-je-suis-vide,41777.php 

 [2] Μισέλ Ουελμπέκ, Τα στοιχειώδη σωματίδια, μετ. Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 2002, 272.

 [3] Βλ. Δημ. Μπεκριδάκη, «Αντιλήψεις για το θάνατο στο New Age», περ. Θρησκειολογία/ 3, Απρίλιος- Ιούνιος 2002, 153-170.

 [4] Μισέλ Βοβέλ, Ο θάνατος και η Δύση. Από το 1300 ως τις μέρες μας,  τόμος Β΄ , εκδόσεις Νεφέλη, μετ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, 392.

 [5] Φιλίπ Αριές, Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου. Ο εξαγριωμένος θάνατος ΙΙ, μετ. Θ. Νικολαϊδης, εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 1999, 420-421.

 [6] Michael Naas, «To die a living death: Phantasms of burial and cremation in Derrida’s Final Seminar», Societies, 2/2012, 317-331, file:///C:/Users/My%20PC/Downloads/societies-02-00317.pdf 

 [7] Giorgio Agamben, Αυτό που μένει από το Άουσβιτς. Το αρχείο και ο μάρτυρας, μετ. Παν. Καλαμαράς, εκδόσεις Εξάρχεια, 2015, 87.

 [8] Άλντους Χάξλεϋ, Θαυμαστός καινούργιος κόσμος, μετ. Α. Αποστολίδη, εκδόσεις Μέδουσα, 2013 Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 126-127.

 [9] Νικήτα Σινιόσογλου, «Οι μαύρες διαθήκες της φιλοσοφίας 1. Καρλ Σμιτ», The Athens Review of Books, 7/68 (Δεκέμβριος 2015), 57.

Δείτε το προσωπικό ιστολόγιο του Μ. Βαρδή.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Έντβαρντ Μουνχ.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Tα πολλά λόγια είναι φτώχεια.

    Από την στιγμή που αξιωματικά πλέον δεχόμαστε ότι ζούμε σε αυτή την συγκεκριμένων ηθών κοινωνία, η κύρια ανησυχία μας και ατομικός στόχος είναι να είμαστε “ανοιχτόμυαλοι” δηλαδή “προοδευτικοί”, “δημοκράτες”, “ανεκτικοί”, “πολυπολιτισμικοί”, “πολιτικώς ορθοί” και (γιατί όχι) και …ολίγον έως πολύ, “αριστεροί” (ο καθένας συμπληρώνει κατά το δοκούν).

    Συνεπώς, ο καθένας μας μπορεί να λέει, να πιστεύει και να κάνει “ό,τι του γουστάρει” εφ’ όσον ο ίδιος το θεωρεί σωστό. Τόσο “σωστό” ώστε -ενίοτε- μπορεί και να παραβιάζει γραπτούς αλλά και άγραφους νόμους της ίδιας της κοινωνίας που εμείς δημιουργήσαμε.

    Δηλαδή, ξεκινώντας από τον θεσμό του Πολίτη, φτάσαμε, διαμέσου της “ενορίας”, στην “κοινωνία των ατόμων” και των “ατομικών δικαιωμάτων”. Ή αν θέλετε από την εκκλησία του Δήμου της αρχαίας Αθήνας και την παράδοση της εκκλησιαστικής ενορίας της Ελληνικής-Ορθόδοξης Χριστιανικής πρακτικής, στην κοινωνία του “Εγώ”.

    Φυσικά, το γεγονός ότι ο ατομικισμός που βιώνουμε σήμερα ως η επικρατούσα κοινωνικο-πολιτική αντίληψη, ουσιαστικά έρχεται σε αντίθεση με τον πυρήνα της μεταμοντέρνας έννοιας της “ανοικτής κοινωνίας” που ευαγγελίζονται όλοι οι “πεφωτισμένοι” και “μη-συντηρικοί” δεν απασχολεί -φυσικά- κανέναν.

    Ζούμε την αρχή του τέλους μιας εποχής. Για καλό ή για κακό, κανείς δεν γνωρίζει. Συνήθως χρειάζεται μία, ίσως και δύο-τρείς γενιές προτού εδραιωθεί κάτι το “νέο”. Το σίγουρο είναι ότι αν κάτι δεν είναι χαλασμένο, σίγουρα, δεν προσπαθείς να το φτιάξεις, ούτε το πετάς. Και επειδή μερικοί (ως συνήθως) φωνασκούν ότι “ο γιαλός είναι στραβός” μήπως “παίζει” (?) και κάτι άλλο: Εμείς να αρμενίζουμε στραβά …”.

  2. [i]”..Η αξιοπρέπεια του θανάτου δεν είναι ένα ζήτημα ταφικής πρακτικής. Η αξιοπρέπεια του θανάτου δεν «υποβαστάζεται» με θεολογικά επιχειρήματα…”[/i]

    Δεν υπάρχει τίποτε αξιοπρεπέστερο από μία ελληνορθόδοξη κηδεία όπου δίπλα σε ένα ανοιχτό φέρετρο οι συγγενείς και φίλοι του νεκρού λένε το τελευταίο “αντίο”, “στο καλό”(;), “στο επανιδείν”, δίνοντας το κατευόδιο πριν το μεγάλο (ή μπορεί και όχι) τελευταίο ταξίδι. Και από δίπλα ο ιερέας που διαβάζει την νεκρώσιμη ακολουθία. Λόγια σοφά, δοκιμασμένα, λίγα και λιτά αλλά μεστά νοήματος. Για τον Έλληνα και τον Ορθόδοξο Χριστιανό ΑΥΤΟΣ είναι ο αξιοπρεπέστερος τρόπος να αποχαιρετίσεις τα εγκόσμια. Γιατί να προτιμήσω την φωτιά και να καταστρέψω το σώμα μου; Έτσι κι αλλιώς ΔΕΝ έχω αυτό το δικαίωμα. Δεν είναι δικό μου το σώμα αυτό· ανήκε, ανήκει και θα ανήκει στον Δημιουργό μου. Είναι καθαρά θέμα πίστης δηλαδή, όπου δεν είναι πρέπον να υπεισέρχονται οι προσωπικές ιδεοληψίες των άλλων. Πού ξέρετε; Ίσως αυτοί οι …”αχώνευτοι” οι παπάδες να έχουν δίκιο, τελικά. Ποιός θα ήθελε να χάσει το …τρένο και όταν έρθει η 2α παρουσία να μην έχει σώμα να αναστηθεί; Δεν λέω, οι πιθανότητες είναι ελαχιστότατες, αλλά από την άλλη και στο Λόττο τα ίδια ισχύουν αλλά παίζετε! Σωστά;

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here