Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί ἐγκατελίπομέν Σε;

1
537

Σήμερα κάθισα σε ένα από τα προσφιλή μου σημεία, στα μισά της διαδρομής γύρω από το Κoύπερ Κρίκ. Eίναι ένα πέτρινο τραπέζι για πικ νικ κάτω απ’ τη σκιά πανύψηλων πεύκων με θέα τη λίμνη. Ψηλά το γαλάζιο του ουρανού μ’ έναν ψίθυρο από σύννεφα πάνω απ’ την καταπράσινη γη και τα κυματιστά καφετιά νερά της λίμνης. Το φως ξεχειλίζει από παντού και καθώς συγκεντρώνω την προσοχή μου εντός, έχω την ενσώματη επίγνωση ότι είμαι μέρος όλων αυτών. Δεν είμαι χωρισμένος από τη ζωή αυτή που αναβλύζει από το τίποτε, κεκλημένη στο είναι από τον αόρατο Λόγο.

Κάθομαι εν ησυχία, συγκεντρωμένος στο σώμα, τον νου και την καρδιά, ακίνητος, η αντίληψή μου αλλάζει διαστάσεις. Μου έρχεται στον νου η φράση του αγίου Μάρκου του Ασκητή, «Η (εκούσια) διανοητική θλίψη συνεργεί στη σαρκική και η σαρκική στη διανοητική, γιατί η σύνθεσή τους γίνεται πιο κοπιαστικά»[1]. Μας διδάσκει να ησυχάζουμε εκούσια ως προς κάθε μέλος του σώματος διότι «Δεν μπορεί να ησυχάσει ο νους, αν δεν ησυχάσει το σώμα»[2]. Το ίδιο τονίζει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Δεν μπορείς να εισέλθεις στην κατανόηση παρά μόνον αν ασκηθείς στην ησυχία»[3]. Όπως η Βασιλεία του Θεού είναι αιωνίως παρούσα, έτσι και η ησυχία είναι πάντοτε εδώ, «εύκαιρη», και μας περιμένει να εισέλθουμε, να την επιθυμήσουμε πάνω από κάθε τι άλλο, υποτάσσοντας όλες τις εγκόσμιες επιθυμίες και φιλοδοξίες μας.

Οι περισσότεροι από μας έχουμε, πολλές φορές στη ζωή μας, γευθεί και βεβαιωθεί για την τεράστια αξία των στιγμών της αυθόρμητης ησυχίας, ωστόσο «η απροσεξία, η αμέλεια και η άγνοια» καλά κρατούν. Αποφεύγω να διατηρώ την εκούσια προσπάθεια να ησυχάζω και να συγκεντρώνομαι χάριν πολύ κατώτερων επάθλων που δεν κάνουν άλλο παρά να με διασπούν και να με διαλύουν. Παράξενο πράγμα να ξοδεύεις τη ζωή σου ψαρεύοντας σε ποτάμι που δεν έχει τα ψάρια που θέλεις να πιάσεις όταν αυτά βρίσκονται σ’ ένα άλλο ποτάμι ακριβώς μέσα στην καρδιά σου.

Από την άποψη αυτή, το Ψαλτήριο του αγίου Εφραίμ του Σύρου έχει γίνει ο αγαπημένος μου σύντροφος. Τα λόγια του αναπαύουν και ενθαρρύνουν γιατί αναγνωρίζουν ότι η ανθρώπινη αυτή αδυναμία παραμένει μέχρι το τέλος, η δε πάλη μας μαζί της εμφανίζεται ως ουσιώδης δοκιμή προκειμένου να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ανάγκη από τη Θεία Χάρη και να σφυρηλατήσουμε αληθινή διάθεση να την αποκτήσουμε. Η «συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία» που προκύπτει από τις ήττες μας μάς ετοιμάζει να δεχθούμε τον εναγκαλισμό του Κυρίου. Στους ψαλμούς του, ο άγιος Εφραίμ μιλά συχνά για την αντίφαση και την αστάθεια της ανθρώπινης καρδιάς που δεν προτιμά να γευθεί στιγμές νήψης και χάριτος.

«Με τα μάτια της καρδιάς μου είδα τον Κύριο καθήμενο εν δόξη και μου φάνηκε ότι Τον άκουσα να λέει στην ψυχή μου:

“Πώς γίνεται, ω ψυχή, να βρίσκεις το ένδοξο νυφικό δωμάτιο αποκρουστικό;

Πώς γίνεται να σε απωθούν τα αγαθά που ετοίμασα για σένα στην χώρα της ζωής;

Πώς γίνεται να έχεις αποξενωθεί από Μένα μέ τις αισχρές σου πράξεις και τους λογισμούς;

Πώς γίνεται να μην προετοιμάζεσαι να σταθείς αξίως ενώπιόν μου κατά τη Παρουσία μου;

Πώς γίνεται να μην ευτρεπίζεις τη λυχνία σου αναμένοντας το κάλεσμα: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», ώστε να βγείς να με προϋπαντήσεις με χαρά;

Πώς γίνεται και δεν καταβάλλεις κανέναν κόπο να προετοιμάσεις το κατάλληλο ένδυμα γάμου;

Πώς γίνεται να μην προετοιμάζεσαι να εισέλθεις με χαρά στην ουράνια νυμφική παστάδα;

Πώς γίνεται να μην ενώνεσαι μαζί με εμένα ο οποίος σε λύτρωσα από τον θάνατο;”»[4]

 

Εστιάζοντας προς τα έξω και προς τα μέσα, η γη, ο ουρανός, το νερό και το φως είναι ζωντανά και σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς και το σώμα, η ψυχή, η καρδιά και ο νους, αλλά υπάρχει και μια ησυχία από την οποία όλη αυτή η κίνηση πηγάζει. Διατηρώντας ησυχία στο σώμα και συγκεντρωμένη προσοχή στον εσωτερικό κόσμο, τα πράγματα απλοποιούνται και διαυγάζονται. Μετά από λίγο αναδύονται νέα νοήματα που δεν είναι ορατά στις αισθήσεις και δεν γίνονται αντιληπτά όταν και η παραμικρή κίνηση μας διασπά. Κάτι μέσα, κάτι που πάρα πολύ συχνά αγνοούμε, αρχίζει να ξυπνά και να δίνει σημεία ζωής.

Όταν στρέφουμε την προσοχή μας στην κυκλική κατεύθυνση της επίγνωσης ότι έχουμε επίγνωση του ενοποιημένου εσωτερικού και εξωτερικού τοπίου, γινόμαστε ευάλωτοι στην επήρεια μιας λεπταίσθητης παρουσίας που μας κάνει γνωστό τον εαυτό της –αποφατική, μη βλεπόμενη και πέραν των αισθήσεων- κάτι που κι εγώ σπάνια γεύομαι επειδή η ποιότητα της προσοχής μου είναι φτωχή και η εσωτερική μου επίγνωση συχνά σε έκλειψη, λόγω συνεχούς δραστηριότητος, αιχμάλωτη σε αχαλίνωτη ταύτιση με ποικίλους λογισμούς, μπλεγμένη σε θεάματα, ήχους και αντικείμενα επιθυμίας ή άγχη που συνεχώς ρουφούν όλο και περισσότερη ενέργεια. Kαθώς ο χρόνος αυτού του είδους κυλά αυτόματα και εν συνεχεία νωθρά ανακρούει πρύμνα, απουσιάζει η αυθόρμητη ανάδυση δοξολογίας, επειδή δεν είμαστε αρκετά ευάλωτοι στην επίγνωση ότι είμαστε όντως παρόντες, ότι είμαστε προικισμένοι με το δώρο της ζωής, ως ζωή.

Ο άγιος Ησύχιος υποδεικνύει ότι «Ο νους που δεν αμελεί την κρυφή εργασία του, μαζί με τα άλλα καλά που θα βρει από την αδιάκοπη φύλαξή του, θα βρει και τις πέντε αισθήσεις του σώματος να είναι αργές από τα εξωτερικά κακά»[5]. Στην στιγμιαία αυτή κατάσταση ησυχίας, ενώ κάθομαι σιωπηλός και ακίνητος στο πέτρινο τραπέζι, με τις αισθήσεις συνεσταλμένες προς τα μέσα, δεν υπάρχει τίποτε να «κάνω» ή να επιτελέσω. Δεν υπάρχουν έργα-καθήκοντα. Ούτε επιθυμίες προς εκπλήρωση∙ μόνο προσοχή σ’αυτό που υπάρχει. Επικρατεί ένα είδος θάμβους. Κάποια στιγμή επέρχεται μια μετατόπιση: δεν ελκύομαι πια ψυχαναγκαστικά και αυτόματα προς τα έξω «διά» των αισθήσεων. Εγείρεται μια διαφορετική όρεξη, από μια εκούσια συγκεντρωμένη, ενσώματη κατάσταση. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει, «Κάθε φορά που ο νους σύρεται προς τα έξω υπό των αισθήσεων, τρώει και αυτός την τροφή των θηρίων μαζί τους. Αλλά όταν οι αισθήσεις επισυνάγονται από τον νου, μετέχουν μαζί με αυτόν του άρτου των αγγέλων»[6].

Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάτι που ίσως μοιάζει με oξύμωρο σχήμα. Ο άγιος Ισαάκ συμβουλεύει ότι η είσοδος για την εσωτερική ζωή της προσευχητικής συνάντησης αρχίζει όταν «βιάζουμε εαυτούς να σιωπούμε και τότε από την σιωπή αυτή γεννιέται κάτι που μας οδηγεί στην ίδια τη σιωπή»[7]. Η βία αυτή είναι ασκητικός αγώνας που διεξάγουμε για να είμαστε συγκεντρωμένοι και να ησυχάζουμε ως προς το σώμα. Και πάλι όμως, δεν είναι αυτή η προσπάθεια εν εαυτή και καθ’ εαυτήν που φέρνει το δώρο της προσευχής. Διότι λέει και το εξής: «ενόσω ο άνθρωπος προσπαθεί, αγωνιζόμενος να βιάσει τα πνευματικά και να τα αποκτήσει, αυτά αντιστέκονται»[8]. Μπορεί και πρέπει κάποιος να μείνει εντελώς ακίνητος στο δάσος, κάποτε για πολλή ώρα, προτού το ελάφι της Χάριτος πλησιάσει. Καμία ενέργεια οποιουδήποτε είδους δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ταπεινοφροσύνη του να περιμένουμε εν σιωπή για τον Ένα που αγαπούμε. Κάθε εξαναγκασμός πρέπει να κάνει πίσω. Στην αγάπη υπάρχει μόνον απόλυτη προσφορά του εαυτού και κανενός είδους ικανότητα να προβλέψουμε ή να απαιτήσουμε ανταπόκριση. Όπως σοφά παρατηρεί ο Μartin Laird, «Εισέρχεσαι στη χώρα της σιωπής δια της σιωπής της αυτοπαράδοσης, και δεν υπάρχει χάρτης για τη σιωπή που είναι αυτοπαράδοση»[9].

Στην επαναλαμβανόμενη αυτή περι-συλλογή του εαυτού, οι αισθήσεις είναι ενεργές, αλλά παρασκηνιακά, έχουν συρθεί ένδον, καθώς ο εσωτερικός κόσμος γίνεται πιο ψηλαφητός. Κάποια στιγμή έρχομαι αντιμέτωπος με ένα νέο είδος παρουσίας, που έρχεται πέρα απ’ όσα επιγιγνώσκω. Είναι απαλή, αλλά αδιαμφισβήτητη, σαν το πρώτο φως που ξεμυτίζει στα βάθη του ορίζοντα μέσα απ’ τα σκότη, τις πρώτες στιγμές πριν την αυγή. Αμέσως αναβλύζει ευγνωμοσύνη που υπερβαίνει τα λόγια, συνοδευόμενη από δάκρυα-ανταπόκριση προς αυτόν τον Επισκέπτη. Τώρα, για μια στιγμή, η ίδια η ανάσα καί όλα όσα αυτή διαποτίζει, προσφέρονται στον Χριστό.

Δοξολογία. Αναφορά. Το Ιερό Θυσιαστήριο όπου συναντώνται γη και ουρανός είναι αοράτως «πανταχοῦ παρὸν καὶ τὰ πάντα πληροῦν» και περιμένει να τελέσει η καρδιά την Λειτουργία ένδον, να εναποθέσει τον εαυτό και τους άλλους και ολόκληρη τη ζωή στον Χριστό και Θεό μας κατά το «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα» ως άρτο και οίνο την κάθε στιγμή. Η μεγαλύτερη θλίψη μας, ο απαρηγόρητος θρήνος του Αδάμ είναι για την αποτυχία μας να εκπληρώνουμε τον σκοπό μας ως βασίλειον ιεράτευμα.

Μια στιγμή προτού ο Χριστός αφήσει την τελευταία του πνοή προφέροντας τη λέξη «Τετέλεσται»[10]. «Εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμα μου»[11] πέρασε από αυτό που βίωσε ως εγκατάλειψη εκ μέρους του Πατρός[12]. Ακριβώς πριν από την ολική, με άκρα ταπείνωση, αυτοπαράδοση και αυτοπροσφορά, κάτι εξαιρετικό αποκρύπτεται από την κοινή θέα. Ο Σταυρός είναι η παρουσία του Θεού την ώρα που η ανθρωπότητα βιώνει την απουσία Του.

Όλοι όσοι αναζητούσαν την σωτηρία από έναν Μεσία που περίμεναν να έρθει θεαματικά και να σώσει τον εαυτό του και καθέναν από μας από την θλίψη, την οδύνη, την ανημποριά και την απόγνωση της ανθρώπινης συνθήκης, χρησιμοποιώντας τις υπερδυνάμεις του, έστεκαν τυφλοί μπροστά στην Αιώνια Αγάπη που αποκαλύπτονταν ενώπιόν τους. Κοιτούσαν αλλού.

Προσπερνώντας την αγωνία Του πάνω στον ρωμαϊκό σταυρό της ντροπής και της υπέρτατης ήττας, «ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ λέγοντες· ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν! σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ»[13]. Όταν κάποιοι Του πρόσφεραν κάτι να πιεί, άλλοι έλεγαν, «ἄφες ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν»[14].

Τι σημαίνει να περιμένεις τον Ηλία να κατέβει από τον ουρανό μέσα σε απαστράπτον άρμα γεμάτο αντίδοτα για κάθε ανθρώπινο πόνο; Το να αποφύγουμε την ανακάλυψη της πίστης εν μέσω απελπισίας, πόνου, και μιζέριας, τα οποία είναι μέρος της ανωριμότητάς μας και σημάδι της υπομονής και μακροθυμίας του Δημιουργού, θα μας στερούσε εκείνη ακριβώς τη δοκιμασία που αρχίζει να σφυρηλατεί μέσα μας μια πραγματική πείνα και δίψα για όσα ο κόσμος δεν μπορεί να μας δώσει. Σημαίνει ότι ακόμη προσπαθούμε να αποκτήσουμε εξουσία και έλεγχο πάνω στη ζωή αντί να μπούμε σ’ αυτήν ως εις ένα δώρο που καθόλου δεν το αξίζουμε. Σημαίνει ότι προτιμάμε την ασφάλεια και την αυτάρκεια αντί της ευαλωτότητας, αντί να αφεθούμε σαν παιδιά στο δημιουργικό παιχνίδι του να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε. Σημαίνει ότι βάζουμε μπρος να κατακτήσουμε την ησυχία αντί να επιτρέψουμε στην ησυχία να γίνει πηγή των πιο δυνατών δράσεων, εκείνων που ελεύθερα ενώνονται με το Άγιο Πνεύμα.

Λέω καμιά φορά ότι, όπως ο Ιησούς ρωτά γιατί ο Θεός τον εγκατέλειψε, κάθε ανθρώπινη καρδιά που έχει έστω και για μια φορά γευθεί τον καρπό της Χάριτος και έχει δει το κάλλος του Κυρίου, πρέπει να σκεφτεί, μαζί με τον άγιο Εφραίμ, «Πώς λοιπόν, ψυχή μου, μπόρεσες να ξαναμαρτήσεις;» Η κραυγή από τα χείλη μας, κραυγή-απάντηση στην αιώνια αγάπη που μας προσφέρθηκε με την άκρα ταπείνωση του Χριστού, θα ‘πρεπε να ‘ναι, «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τὶ ἐγκατελίπομέν Σε;» Η δύναμη του ελέους του Θεού αποκαλύπτεται με τον πιο καθαρό τρόπο στην προθυμία Του να υπομείνει ως δική Του την εγκατάλειψη που εμείς επιφυλάσσουμε στον Πατέρα.

Mετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη

 

[1] Μάρκος Ασκητής, Περὶ τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, 46, Φιλοκαλία, Τόμ. 1.

[2] Μάρκος Ασκητής, αυτόθι, 31.

[3] Από την Συριακή Επιστολή, Παράρτημα Β, Ασκητικές Ομιλίες του αγίου Ισαάκ του Σύρου, Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Βοστώνη, Μασσαχουσέτη 2011, σ. 160.

[4] St. Ephraim the Syrian, A Spiritual Psalter, Lincoln, TN: St. John Kronstadt Press P. 101.

[5] Ησύχιος ο Πρεσβύτερος, Περί νήψεως και αρετής, 53, Φιλοκαλία, τόμ. 1.

[6] Ισαάκ Σύρος, Ασκητικές Ομιλίες

[7] Αυτόθι, έκδ. Ι. Μ. Μεταμορφώσεως, Βοστώνη, Μασσαχουσέτη.

[8] Directions on Spiritual Training,” Early Fathers form the Philokalia, 150., p. 228.

[9] Martin Laird, Into the Silent Land: A Guide to the Christian Practice of Contemplation Oxford University Press: England, 2006, p. 3.

[10] Ιω. 19, 30.

[11] Λουκ. 23,46.

[12] Ματθ. 27,46

[13] Ματθ. 27, 39-40.

[14] Ματθ. 27, 49.

 

*Διακόνου π. Stephen Muse, ψυχολόγου-ψυχοθεραπευτή 

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here