Η συνειδητή θηλυκότητα στο έργο του Σολζενίτσυν

0
226

Η συνάντηση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, όπως μας την περιγράφει ο Σολζενίτσυν, πραγματοποιείται μέσα σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα, νομικά και επαγγελματικά χειραφετημένη, συχνά επιφορτισμένη με πολύ βαρειές δουλειές, έχει αναγκασθή να πάρη τη μοίρα της στα χέρια της. Όλες οι ηρωίδες του Σολζενίτσυν εργάζονται, ακόμη κι οι θυγατέρες –αν όχι και οι σύζυγοι, που έχουν προβλήματα «υπηρετριών» πολύ μπουρζουάδικα– των μελών της ολιγαρχίας του καθεστώτος. Όλες αντιμετωπίζουν επαγγελματικά καθήκοντα και βαρειές οικιακές εργασίες. Στο νοσοκομείο όπου βρίσκεται η «Πτέρυγα Καρκινοπαθών» το ιατρικό ποσωπικό αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από γυναίκες και βλέπομε τη Λουντμίλα Ντόντσοβα να κάνη ουρά για να πάρη προμήθειες για το νοικοκυριό της αφού τελειώση την υπηρεσία της σαν διευθύντρια τμήματος. Η Ζωή, κοπέλα 23 χρονών, εργάζεται σαν νοσοκόμος, σπουδάζει ιατρική, και ασχολείται με μερικές φροντίδες του σπιτιού, όσες ξεπερνούν τις δυνάμεις της πολύ ηλικιωμένης γιαγιάς της. Οι γονείς της Ζωής είναι χωρισμένοι. Ο πατέρας της την έχει εγκαταλείψει και δεν της έχει προσφέρει ποτέ τίποτα.. Σε μια κοινωνία όπου υπάρχει καθώς φαίνεται μεγάλη οικογενειακή αστάθεια, τα παιδιά αναγκάζονται πολύ νωρίς να αντιμετωπίζουν τη σκληρή βιοπάλη. […]

Με τη σκληρή μαθητεία των στρατοπέδων, του πολέμου – όπου μερικές επιστρατεύθηκαν σε μάχιμες μονάδες – της κάποτε στυγνής επαγγελματικής ζωής, οι γυναίκες της Σοβιετικής Ρωσίας σκλήρυναν κι απέκτησαν μια αυτοπεποίθηση που τις σπρώχνει στην ανατροπή πολλών παραδοσιακών στάσεων. Τυπικό παράδειγμα τέτοιας ανατροπής είναι το ερωτικό δράμα που οδήγησε στη φυλακή τη Γκράνια. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο άνδρας της, αιγυπτιολόγος και καθηγητής του πανεπιστημίου, δεν επιστρατεύθηκε. Επιστρατεύθηκε όμως αυτή, που είχε πρωταγωνιστήσει στις οργανώσεις της Κομμουνιστικής Νεολαίας κι ύστερα είχε καταταγή εθελοντικά στην Παθητική Άμυνα. Εκείνος, από τη Μόσχα, της γράφει ερωτικά γράμματα. Εκείνη, επίλεκτη σκοπεύτρια, προοδεύει γρήγορα, γίνεται λοχίας, υστέρα ανθυπολοχαγός. Ώς την ήμερα που μαθαίνει πως ο άνδρας της έχει ένα δεσμό με μια τραγουδίστρια της οπερέττας. Η Γκράνια ζητάει άδεια, παίρνει το αεροπλάνο για τη Μόσχα, σπάει την πόρτα, βρίσκει τους εραστές στο κρεβάτι, και αδειάζει το αυτόματο της εξ επαφής πάνω στον άνδρα της (“Κόρη της αγάπης”, σ. 71).
Η Λύντια   Γεωργίεβνα  παρατηρεί   με  κάποια   ανησυχία, πως τα αγόρια ασχολούνται όλο και περισσότερο με την τουαλέτα τους, ντύνονται με πιο ζωηρά χρώματα παρά τα κορίτσια, «σαν να μην ήταν αυτοί που θα έκαναν κόρτε στις συνομήλικες τους αλλά το αντίστροφο. Όλο και πιο συχνά δεν έπιαναν αυτοί τα κορίτσια από το μπράτσο αλλά τους έπιαναν τα κορίτσια» (“Υπόθεση”, σ. 174). Στο “Περίπτερο Καρκινοπαθών”, αλήθεια, η μικρή κι αρχαγγελική Άσσια είναι εκείνη που παίρνει την πρωτοβουλία απέναντι στον ντροπαλό Ντιόμκα. Αυτός την κοίταζε από μακριά, σιωπηλά μαγεμένος. «Τι κουτός που είσαι! Δύο μέρες τώρα με τριγυρίζεις χωρίς να πλησιάζης!» (“Περίπτερο”, 204). Η Ζωή διεξάγει κι αυτή μεθοδικά τα ερωτικά της παιχνίδια: «Από τη δευτέρα τάξη, είχε ξεφύγει οριστικά από την κατηγορία των γεροντοκορών» (σ. 250). «Παρασυρμένη από τον γενικό ξεσηκωμό» του μεταπολέμου (σ. 249), ανησυχώντας που υπήρχαν είκοσι εκατομμύρια περισσότερες γυναίκες από άνδρες μετά τις τόσες εκατόμβες, πάει και διαλέγει τους ερωτικούς της συντρόφους στη Μορφωτική Εστία, της οποίας η κυριώτερη δραστηριότης συνίσταται στην οργάνωση χορών μέσα σε μια μάλλον βαρετή ατμόσφαιρα. Η Άσσια πάλι ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τον Ντιόμκα για την πείρα της: «…Εγώ, απ’ την πρώτη τάξη». Μια από τις συμμαθήτριες της έμεινε έγκυος στη δευτέρα, μια άλλη «το ’κανε για λεφτά». «Τώρα στο σχολείο μας, τουλάχιστον τα μισά κορίτσια! Όσο πιο νωρίς αρχίσεις, τόσο πιο ενδιαφέρον είναι! Κι άλλωστε γιατί να καθυστέρησης; Στον αιώνα του ατόμου δεν ζούμε;» (“Περίπτερο”, σ. 214).
* * *
Η νοοτροπία της αμοιβαιότητας των σχέσεων, η μάλλον άχαρη ελευθερία των ηθών, τα βαρειά επαγγελματικά και οικιακά καθήκοντα μπορούν να φθείρουν τη γυναίκα. Μπορούν όμως να την οδηγήσουν και σε μια βαθύτερη συνείδηση της θηλυκότητας. Ίσως και να ασχολήθηκε το καθεστώς λιγότερο επίμονα να βάλη στα καλούπια του τις γυναίκες παρά τους άνδρες, αφού και τα θέματα της προπαγάνδας του όπως άλλωστε και η μαρξιστική σκέψη γενικά, με τον τεχνολογικό της τιτανισμό, έχουν χαρακτήρα ουσιαστικά αρσενικό. Ίσως ακόμη το αίσθημα του συγκεκριμένου στη γυναίκα, η προσοχή που δίνει στα όντα και στα πράγματα, στα πρόσωπα μάλλον παρά στις ιδέες, να της εξασφάλισαν ένα βαθμό ανοσίας κατά της ιδεολογίας. Το γεγονός είναι πως στο απόγειο του σταλινισμού, οι ελεύθερες υπάλληλοι που εργάζονται στη «σαράσκα», δεν αργούν ν’ ανακαλύψουν την ανθρώπινη αλήθεια των κρατουμένων, ανθρώπων που τους είχαν παραστήσει σαν «εχθρούς του λαού», σαν τέρατα. Οι γυναίκες αυτές έχουν εκπαιδευθή για να χρησιμέψουν σαν βοηθητικά στελέχη της πολιτικής αστυνομίας. Αλλά η νεανική ορμή που σπρώχνει την Κλάρα προς τον Ντορονίν, το ταπεινό, αδέξιο, κατακτητικό αίσθημα που τρέφει η ξεπεσμένη Σιμόσκα για τον Γκλεμπ Νερζέν, ξεπερνούν απόλυτα κάθε πολιτική και κάθε αστυνομία· «Έτσι η επιδέξια σφυρηλατημένη χαλύβδινη αλυσίδα είχε σπάσει στον κρίκο που ήταν φτιαγμένος απ’ την καρδιά μιας γυναίκας» (“Πρώτος Κύκλος”, σ. 34).
Βέβαια, τόσες δοκιμασίες, η ανάγκη να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, ακόμη και η επιθυμία να πλησιάσουν τον ανέκαθεν επικρατέστερο ανθρώπινο τύπο, τον ανδρικό, έχουν δώσει σε πολλές γυναίκες κάτι το αρρενωπό. Η «μεσόκοπη» γυναίκα της δεκαετίας τοϋ 40 φαίνεται έτσι στον Σολζενίτσυν «στενοκέφαλη, αυταρχική, αρρενωπή, όπως πολλές Ρωσίδες συνηθισμένες να κυβερνούν μοναχές τα καράβια τους, τόσο στη δουλειά, όσο και στο σπίτι» (“Ο άγνωστος”, 79). Η Ντόντσοβα είναι «απότομη σαν άνδρας» (“Θάλαμος”, σ. 95). Στην άσκηση του επαγγέλματός της, όμως, φανερώνει δύο ιδιότητες που φαίνονται βαθιά γυναικείες: Η πρώτη είναι η συνθετική ικανότητα, όχι στα λόγια μα στην εξυπηρέτηση του ασθενούς που νοείται σαν πρόσωπο.  Η Ντάντσοβα έχει καταφέρει να συνδυάσει – πράγμα σχεδόν αδύνατο με τις εξειδικεύσεις της εποχής μας – ίση γνώση της ακτινολογίας και της ραδιοθεραπείας. Η δεύτερη αρετή της που ανάγεται στην ίδια την πηγή της θηλυκότητας είναι η γνήσια πνευματική «μητρότητα» που ασκεί απέναντι στις βοηθούς της, και στην οποία αυτές ανταποκρίνονται μ’ εμπιστοσύνη, μ’ ευγνωμοσύνη, και με το χαϊδευτικό παρανόμι «η μαμά». Η Ντόντσοβα θέλει να τους μεταδώση την πείρα της μ’ απόλυτη ανιδιοτέλεια. Χαίρεται χωρίς οπισθοβουλία όταν μια απ’ αυτές δείχνη οξύτερη κρίση απ’ τη δική της. Η Βέρα Γκάνγκαρτ που δουλεύει μαζί της από τον καιρό που πήρε το δίπλωμα της πριν οκτώ χρόνια, ξέρει πως «όλη η δύναμη που αισθάνεται ότι έχει σήμερα, αυτή η δύναμη να αποσπά απ’ την παγίδα του θανάτου πλάσματα που την ικετεύουν, όλη αυτή η δύναμη προέρχεται απ’ την Λουντμίλα Αφανάσκεβνα»  (“Περίπτερο”, 99).
Αν παρ’ όλα αυτά οι μεγαλύτερες στην ηλικία γυναίκες έχουν υποστή μια κάποια αρρενοποίηση, οι πιο νέες τείνουν να ξαναβρούν μέσα στα πλαίσια, θα μπορούσε κανείς να πη, της προσωπικής τους αξιοπρέπειας κι ελευθερίας, τη θηλυκότητα τους σ’ όλη της την έκταση. Διαπλασμένη απ’ την Ντόντσοβα, η Βέρα Γκάγκαρτ είναι ένα ωραίο παράδειγμα γυναικείας επιτυχίας σε μια θέση εξ ίσου υπεύθυνη με οποιουδήποτε ανδρός. Όταν ήταν ακόμη μαθήτρια του γυμνασίου ήθελε να γίνη μηχανικός, αλλά η τραγωδία ενός φίλου που προσεβλήθη από μια ανίατη αρρώστια και υπέφερε χρόνια χωρίς κανείς να μπορή να τον ανακούφιση, την έστρεψε προς την ιατρική: να θεραπεύη ανθρώπους αντί να επιβάλλεται σε πράγματα – η εκλογή δεν είναι χωρίς σημασία. Η ιστορία δεν της χαρίστηκε: ο αρραβωνιαστικός της πέθανε στον πόλεμο, η ίδια θεωρήθηκε για καιρό ύποπτη ύστερα από μια ανόητη καταγγελία εξαιτίας του γερμανικού της ονόματος. Στο επάγγελμά της όμως βρήκε ισορροπία κι ακτινοβολία. Αφού εργάστηκε για ένα διάστημα στο ακτινολογικό, ασχολείται τώρα, εκτελώντας το διπλό πειραματικό πρόγραμμα που ήθελε «η μαμά», στο τμήμα ραδιοθεραπείας. Αυτό σημαίνει πως έχει τώρα δικούς της αρρώστους, ζωντανούς άνδρες και γυναίκες που τους γνωρίζει, που της έχουν εμπιστοσύνη και περιμένουν απ’ αυτήν ένα ενθαρρυντικό λόγο, μια ματιά που θα τους δώση ελπίδα (“Περίπτερο”, σ. 77). Πραγματικά, η σοβαρή και γλυκειά ομορφιά της, μια εσωτερικευμένη θηλυκότητα, την βοηθούν να «ενθαρρύνη με το βλέμμα και να δίνη δύναμη με το χαμόγελο της στους αρρώστους που έχουν πέσει στον κολασμένο κύκλο του καρκίνου» (“Περίπτερο”, σ. 100). Τα προσεκτικά της μάτια, ανοιχτά καστανά, μοιάζουν στους αρρώστους «μάτια γιατρού», βέβαια, αλλά και «σαν μάτια παλιού φίλου» (“Περίπτερο”, σ. 493 – 494). Ο αρσενικός τύπος του «παλιού φίλου» δεν δηλώνει εδώ καμιά αρσενικότητα, αλλά μια σχέση προσωπική πέρα από κάθε διαφοροποίηση φύλου. Η «αυστηρότητά της» είναι «ζυμωμένη με γλυκύτητα», μια γλυκύτητα όμως «χωρίς αφροντισιά, κατά κάποιο τρόπο μεθοδική κι αρμονικά φτιαγμένη» (“Περίπτερο”, 343), διατήρηση της θηλυκότητας και «μεθοδική» ένταξη της σ’ ένα προσωπικό λειτούργημα και προσωπική υπηρεσία.
* * *
Έτσι οι γυναίκες – μερικές γυναίκες, πολλές κατά τα φαινόμενα – μεταδίδουν στη σοβιετική κοινωνία μια καλοσύνη, μια ενεργητική αγάπη, που την έχει μεγάλη ανάγκη. Που ο πολιτισμός της τεχνικής, της ιδεολογίας και των ναρκωτικών την έχει μεγάλη ανάγκη σ’ Ανατολή και Δύση. Στη Ρωσία όμως οι γυναίκες έχουν αναλάβει κι ενα ρόλο πιο συγκεκριμένο: Έχουν μεταδώσει την πίστη.
Στις πιο ηλικιωμένες, η πίστη είναι διαποτισμένη με τους τύπους της λατρείας, αλλά στριμωγμένη από τους διωγμούς και την κατάρρευση του αγροτικού πολιτισμού σ’ ένα είδος συνειδήσεως. Την ημέρα του Άι-Γιαννιού, η Ματριόνα δεν πάει στον κήπο γιατί θα χαλάση η σοδειά του ερχόμενου χρόνου. Όταν ο ανατολικός άνεμος κάνη ανεμοστρόβιλους, πιστεύει πως κάποιος έχει κρεμαστή (κι ίσως προσεύχεται μυστικά γι’ αυτόν). Δεν χάνει ποτέ το σταυρό της λες και στην κληρονομιά των παλιών κινήσεων η εκλογή ανάμεσα σ’ αυτό που μένει και σ’ αυτό που χάνεται γινόταν στην τύχη, κι η δεισιδαιμονία άντεχε περισσότερο από το σύμβολο… Ωστόσο ο αφηγητής έχει την εντύπωση πως η Ματριόνα προσεύχεται στα κρυφά, την βλέπει να επικαλήται την ευλογία του Θεού πάνω στη δουλειά, τη δική της και των άλλων. Παρ’ όλους τους διωγμούς και το κάψιμο τόσων εικόνων, έχει διατηρήσει μερικές στο σπίτι της κι ανάβει μπροστά τους το καντήλι τις Κυριακές και τις γιορτινές μέρες. Προπάντων – και θα ξανάρθουμε σ’ αυτό – τηρεί την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, την ευαγγελική εντολή της αγάπης προς τους εχθρούς. Ύστερα έχομε τη «γρια Στεφανία», μια από τις άρρωστες στο νοσοκομείο της “Πτέρυγας Καρκινοπαθών”: «Είχε τα χαρακτηριστικά όλων των γιαγιάδων – ρυτίδες, κι ένα χαμόγελο επιεικείας για όλες τις αδυναμίες…» (“Περίπτερο”, σ. 198). Εμπνέει την εμπιστοσύνη ξέρει να δέχεται, ν’ ακούη. Ο Ντιόμκα, ο κλειστός, σιωπηλός έφηβος με την τραγικά νοθευμένη αίσθηση της μητέρας, της γυναίκας – η μητέρα του εκδιδόταν μπροστά του – αποκαλύπτει στη Στεφανία «για τον εαυτό του και για τη μάνα του, πράματα που δεν είχε ποτέ εμπιστευθή σε κανέναν άλλο» (id). Η Στεφανία μένει πιστή στις παραδοσιακές μορφές της θρησκείας και ξέρει καταλεπτώς όλες τις πασχαλινές και τις νηστίσιμες ημέρες. Ξέρει ωστόσο να εξηγήση το νόημα της νηστείας, αν και με μια προοπτική γενικά θρησκευτική μάλλον παρά ειδικά χριστιανική: «Είναι που άμα παραγεμίσης την κοιλάρα σου δεν μπορείς να ξεκολλήσης απ’ τη γη. Πού και πού πρέπει ν’ αλαφρώνη κανείς» (σ. 202). Και στην έκπληκτη ερώτηση του Ντιόμκα – «Μα γιατί ν’ αλαφρώνη; – βρίσκει την αποφασιστική απάντηση: «… Για να ’χη πιότερο  φως»   (id.). Είναι η αλήθεια πως δεν λέει ποιος είναι η πηγή του φωτός, πως δεν αναφέρει τον Αναστάντα, μαρτυρεί όμως ταπεινά την παρουσία του, όχι με λόγια αλλά με πράξεις, με μια κάποια διαφάνεα, μοιράζοντας στις γειτόνισσές της και στις γυναίκες του θαλάμου τα τρόφιμα που της φέρνουν τα παιδιά της, θυμίζοντας πως «όλα εξαρτώνται απ’ το Θεό», πως «ο Θεός βλέπει» και πως στις χειρότερες στιγμές πρέπει να του έχη κανείς εμπιστοσύνη (σ. 200). Και «το φωτεινό χαμόγελο της δεν την εγκαταλείπει ποτέ» (σ. 202).
Η συνέπεια μιας θηλυκότητας που παίρνει πάντα το μέρος των κατατρεγμένων φαίνεται ακόμη πιο χτυπητή, εξαιτίας της φαινομενικής εκτροπής της, στην περίπτωση της Αγκνίγια. Η νέα αυτή κοπέλα έχει μεγαλώσει, τις παραμονές της επαναστάσεως, μέσα σε μια οικογένεια της ιντελλιγκέντσιας με έντονα εχθρική στάση απέναντι στην κατεστημένη Εκκλησία «που είχε παραδεχτή τόσο εύκολα την δουλοπαροικία» (“Πρώτος Κύκλος”, σ. 132). Η μητέρα και η γιαγιά της Αγκνίγια – μ’ αυτές ζούσε η μικρή – δεν πατούσαν ποτέ στην εκκλησία, δεν τηρούσαν τις νηστείες, περιφρονούσαν τους παπάδες και περιγελούσαν την πίστη. Είχαν όμως μια δική τους πίστη: Να είναι πάντα με το μέρος των καταπιεσμένων, των συλλαμβανομένων, των ταλαιπωρουμένων των καταδιωκομένων από την εξουσία (id.). Να όμως που μετά την επανάσταση, η εκκλησία βρίσκεται στο στρατόπεδο των καταδιωγμένων. Η Αγκνίγια στρέφεται προς την εκκλησία, αρχίζει να πηγαίνη στη λειτουργία, της κινείται το ενδιαφέρον, γίνεται συνειδητά πιστή.
Να πώς όχι μόνο διαδίδεται αλλά κι ανανεώνεται η πίστη σε μια Εκκλησία «κάτω απ’ το σταυρό». Στην πασχαλινή πομπή που περιγράφει ο Σολζενίτσυν, και που προχωρεί, αντικείμενο περιέργειας και χλευασμού, ανάμεσα από ένα όχλο νεαρών βαρβάρων, υπάρχουν βέβαια ηλικιωμένες γυναίκες αλλά και νέες κοπέλες. «Πρόσωπα με τη σφραγίδα της σταθερότητας και της αποδεσμεύσεως» που αντανακλούν την ετοιμότητα να δεχτούν το χειρότερο. Κι όσο για τις πιο νέες, σ’ αντίθεση με το πλήθος που τις περιβάλλει και τις προσβάλλει, «πόσο εξαγνισμένα είναι τα πρόσωπα τους, πώς λάμπουν από φως. . .» (“Ερνα”, σ. 49).

ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
«Έρνα» = Cahiers de l’ Herhe
«Ματριόνα» = Το σπίτι της Ματριόνας
«Ο άγνωστος» = Ο άγνωστος της Κρετσέτοβκα
«Υπόθεση» = Για το καλό της υποθέσεως
«Πρώτος Κύκλος» = Ο Πρώτος Κύκλος
«Περίπτερο» = Πτέρυγα καρκινοπαθών
«Κόρη της αγάπης» = Η κόρη της αγάπης και ο αθώος.

(Όλα σε γαλλικές μεταφράσεις. Οι εκδόσεις αναφέρονται στο βιβλίο. Σ’ αυτές αντιστοιχούν οι αριθμοί σελίδων των παραπομπών τοϋ κειμένου).

Πρώτη διαδικτυακή ανάρτηση: Αντίφωνο, Από το κεφάλαιο «Ο έρωτας και η αγάπη, I» του βιβλίου «Το πνεύμα του Σολζενίτσυν», εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας σε μετάφραση Ελένης Δαλαμπίρα (σελ. 90-99)

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here