Η σάρκα του κόσμου

0
289

Εύηχο κανονάκι ας ηχήσω την άγνοια. Με τον στίχο αυτό, επίκληση προς τη μούσα, από το πρώτο κιόλας ποίημα του βιβλίου, ο Στάθης Κομνηνός μας κάνει γνωστό τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι γράφεται η ποίηση. Εύηχα, δηλαδή αρμονικά, αλλά και με κίνδυνο – τον κίνδυνο που γεννά η απομάκρυνση  από κάθε  ασφαλή γνώση του κόσμου.   Η είσοδος στα σύνορά της ποίησης, μας βεβαιώνει ο Κομνηνός, δεν χρωστά χάρη σε κανένα είδος γνώσης που έχουμε θησαυρίσει, γίνεται μόνο αφού αποφασίσουμε να βαδίσουμε  προς το άγνωστο, χωρίς τη βοήθεια του πολιτισμού που εκλογικεύει  τα βήματά μας προς αυτό. Η πορεία αυτή προς το άγνωστο ούτε μας μυεί βέβαια σε κάτι το εξωπραγματικό, αντίθετα, μας ανοίγει στο  πιο προφανές μυστήριο: στην ίδια την πραγματικότητα, στη χώρα τού «εδώ». Το «εδώ», όσο κι αν νομίζουμε ότι το κατέχουμε, είναι μάλλον μια  ήπειρος άγνωστη – η μόνη ωστόσο υπαρκτή, την οποία και πρέπει να κατοικήσουμε: Αλλού δεν έχω. Εδώ, εδώ. Η κατοίκησή μας  στον πραγματικό κόσμο και η συνείδηση της παρουσίας μας σ’ αυτόν γίνεται με το σώμα.

Το σώμα είναι το αντίθετο του κενού, αναδύεται από την απουσία και, λόγω των αισθήσεων που το σφυρηλατούν, μας φέρνει αντιμέτωπους με το έξω. Το σώμα, δηλαδή, εφόσον  αληθινά το ενοικούμε, μας ανοίγει στη διάσταση του βάθους, στη χοάνη του κόσμου,  όπου λιώνουν όλα τα μέταλλα – ωστόσο, στο «Τριάς εξαπατήσεων», γίνεται προσπάθεια να μην  ομολογηθεί αυτή η αρχικά χαοτική για τον κόσμο αίσθηση βιαστικά ως η μόνη αλήθεια. Ας μη ξεφύγει από τα δόντια μας ο φόβος / Ας μη βλαστημήσουμε ακόμη το χρυσοχόο. Αυτό το σύμπαν μπορεί να είναι κι ένας κήπος. Τι όμως μας κάνει να τον αντικρίσουμε ως τέτοιον; Μα η αγάπη. Η αγάπη Εκείνου που κάνει τον κόσμο να μυρίζει αγκαλιά, κάλλος και συμφωνία, …Αίσθηση φούχτας και προστασία ανοιχτής παλάμης.

Βέβαια ο άνθρωπος ηττάται από τη μοίρα. Όλοι χάνουν. /  Εύστοχη μοίρα. Με τον φυσικό θάνατο δεν μπορείς να τα βάλεις. Είναι ο αέρας που φυσά προς μια κατεύθυνση, την κατεύθυνση της φθοράς. Όμως το αεράκι της αιωνιότητας κι αυτό υπάρχει και μας χαϊδεύει. Έρχεται ως η ήττα του εγωισμού μας, ως άνοιγμα στην απειρία της ελευθερίας μας: Είμαι κανείς στο όλον που μου δίνεις.

Το βιβλίο του Στάθη Κομνηνού είναι μια προσευχή, μέρος του τυπικού μιας προσωπικής λατρείας. Ξεκινά από το άλγος της απουσίας για να φτάσει στην ευγνωμοσύνη. Να είσαι πλασμένος από σάρκα, να το αντικείμενο της ευχαριστίας. Από το μηδέν διατρέχει την απόσταση μέχρι το σώμα, κι από κει μέσω του μυστηρίου της εγγύτητας ως τη σάρκα του κόσμου που γίνεται πατρίδα, όλο φλέβες, αίμα σάρκα, μαρτυρώντας συγχρόνως την ανάδυση ενός άλλου φωτός, μαρμαροθραυστικού, που διαλύει τα σκότη. Η πόρπη ενός ηλίου δεύτερου / Σπαργανωμένου στην αόρατη πλευρά / Της φυλλωσιάς του κόσμου / Μεσ’ από κάθε κάλυμμα φιλόστοργα ηγεμονεύει / Θεέ μου, Θεέ μου / Ειν’ όλα τόσο ζωντανά που δεν αντέχονται!.

Με μια γλώσσα πυκνή, όπου συχνά ένας στίχος θα μπορούσε να αποτελεί κι ένα ολοκληρωμένο ποίημα, θυμίζοντας τον τρόπο του Καρούζου, αλλά και με χωνεμένες καλά μουσικές από την στιχοποιία  του όψιμου Ελύτη, μας παραδίδει ένα βιβλίο μεστό, καταγραφή μιας πορείας  προς το αυθεντικό, απότοκο της θερμής ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας.

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here