Η πίστη κατά τη θρησκεία και την επιστήμη

0
435

Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, η πίστη «πολύσημός ἐστι λέξις· καί νῦν μέν τοῦτο, νῦν δέ ἐκεῖνο σημαίνει»[1]. Η πίστη μπορεί να σημαί­νει: την έμ­φυτη θρη­σκευτική ορμή, μία αμοιβαία εμπιστοσύνη (faith), ένα ορισμένο (ιδεολογικο-πολιτικό ή θρησκευτικό και φιλοσοφικό) <Πιστεύω> (belief), τη συνειδητή ή ασυνείδητη (προτασιακό αίσθημα, ενορατική κρίση, το αί­σθημα της «διανοη­τικής πίστης» κ.λπ.) παραδοχή ύπαρξης γεγονότων ή πραγμάτων μη παρό­ντων, αναγνώριση (πεποίθηση) για το αληθές μιας διδασκαλίας, ελπίδα, α-κλόνητη βεβαιότητα και γνη­σιότητα του περιεχο­μένου τής χριστιανικής δι­δασκαλίας[2].

Οι φιλοσοφικές θεωρίες για την πί­στη μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: α) συναισθηματικές, β) βουλητικές και γ) διανοητικές (βλ. λογική πίστη). Ο Άγγλος κοινωνικός ανθρωπολόγος Robin Horton κάνει διά­κριση μεταξύ «ανοικτών» και «κλειστών» συστημάτων πίστης. Σε ένα κλει­στό σύστημα πίστης, η μαρτυρία που δεν συνηγορεί για την πίστη, αγνοείται και οδηγεί στην απόρριψη της πίστης[3]. Κατά τον Hume, η πί­στη προσδίδει στις ιδέες μας μία πρόσθετη δύναμη και ζωηρότητα. Όταν κανείς πείθεται για μία Αρχή, τούτο συμβαίνει, επειδή μία ιδέα εντυπώ­νεται εντονότερα πάνω του[4].

Η έννοια τής πίστης βρίσκει τη θέση της και σε αυτήν τη βάση τής επι­στημονικής έρευνας. Κατ’ αρχήν, «δίχα πίστεως οὐδέ ὁ νοῦς ὁρᾶν δύνα­ται τά νοούμενα», αφού «ὥσπερ ὁ ὀφθαλμός δεῖται φωτός ἐπιδεικνύντος τά ὁρατά, οὕτω δή καί ὁ νοῦς δεῖται πίστεως, ἐπιδεικνυούσης τά θεῖα καί τήν περί τούτων δόξαν φυλαττούσης βεβαίαν»[5]. Έπειτα, απαιτείται πίστη στην αξία αυτών των ίδιων των επιστημονικών δεδομένων. Κατά τον Ουγγρο-Βρετανό χημικό και φιλόσοφο της Επιστήμης Michael Polanyi (1891-1976), πάντα θα υπάρχει ένα στοιχείο πίστης στις φυσικές επιστήμες, ακριβώς διότι είναι πάρα πολλά αυτά που δεν μπορούν να αποδειχθούν[6]. Στην πί­στη στηρί­ζονται οι μεγάλοι στοχασμοί, τα δύσκολα και πολύπλοκα πει­ράματα, όπως και τα καθολικού κύρους πορίσματα[7].

Η πί­στη, κυρίως ως εμπιστοσύνη, δια­τρέ­χει κάθε φά­ση και στιγ­μή τής ζω­ής μας: «Ἁπάντων πραγ­μά­των ἡ πί­στις προ­η­γεῖ­ται. Τίς γάρ δύ­να­ται θε­ρί­σαι γε­ωρ­γός, ἐ­άν μή πρῶ­τον πι­στεύ­σῃ τό σπέρ­μα τῇ γῇ· ἤ τίς δύναται δια­πε­ρά­σαι θά­λατ­ταν, ἐ­άν μή πρῶ­τον ἑ­αυ­τόν πι­στεύ­σῃ τῷ πλοί­ῳ καί τῷ κυ­βερ­νή­τῃ; Τίς δέ κά­μνων δύ­να­ται θερα­πευ­θῆ­ναι, ἐ­άν μή πρῶ­τον ἑ­αυ­τόν πι­στεύ­σῃ τῷ ἰα­τρῷ; Ποί­αν δέ τέ­χνην ἤ ἐπι­στή­μην δύ­να­ταί τις μα­θεῖν, ἐ­άν μή πρῶ­τον ἐπιδῶ ἑ­αυ­τόν καί πι­στεύ­σῃ τῷ δι­δα­σκά­λῳ;»[8]. Η πίστη, λοιπόν, παίζει σημαίνοντα ρόλο στην αν­θρώπινη ζωή. Αν περιοριζόμασταν στις αναλυτικές προτάσεις (μαθηματι­κές και λογικές) από το ένα μέρος, και στα άμεσα εμπειρικά δεδομένα, τα οποία αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, από το άλλο μέρος, η αν­θρώπινη ζωή θα ήταν αδύνατη[9]. Πώς είσαι βέβαιος ότι το γκαρσόν που σε σερ­βίρει στη καφετέ­ρια, δεν έχει ρίξει μέσα στο φλυτζάνι σου δηλητήριο; Έχεις εμπιστο­σύνη στην καλή φήμη τού καταστήματος ή του ιδιοκτήτη. Πώς είσαι σίγουρος ότι ο κυβερνήτης τού αεροπλάνου, που σε μεταφέρει στον προορισμό σου, δεν είναι μεθυσμένος, άπειρος ή ψυχοπαθής; Απλά τον εμπιστεύεσαι. Πώς ένα δημόσιο υψηλά ιστάμενο πρόσωπο προσ­λαμβάνει κάποιον ως στενό συνεργάτη του, εμπιστευόμενος απόρρη­τες υποθέσεις του; Απλά τον εμπιστεύεται.

Αλλά και στην ίδια την Επι­στή­μη (βλ. α­ξιώ­μα­τα, paradigm κ.λπ) η πίστη είναι αναγκαία[10]: «Κυ­ριώτερον οὖν τῆς ἐπιστήμης ἡ πί­στις καί ἔστιν αὐτῆς κριτή­ριον»[11], παρα­τηρεί Κλήμης ο Αλεξανδρέας. Πράγ­ματι, α­κό­μα και τις επι­στη­μο­νι­κές θε­ω­ρί­ες κα­λούμα­στε να πι­στέ­ψου­με για την α­λή­θεια τους: «Ο­μι­λού­με με τους ό­ρους τής α­πο­δο­χής, ε­μπι­στο­σύ­νης και πι­θα­νό­τη­τας, ό­χι της α­πό­δει­ξης»[12]. Έ­τσι, η bona fide χρειά­ζε­ται α­πό τις κα­θη­με­ρι­νές μας επα­φές και συ­ναλ­λα­γές (κοινωνικές, οικονομικές κ.λπ.) μέ­χρι και τις πιο σοβαρές και σύν­θε­τες, ό­πως εί­ναι η ε­πι­στη­μο­νι­κή έ­ρευ­να, ε­ξή­γη­ση και δι­δα­σκα­λί­α.

Η ορ­θή («λο­γι­κή») θρη­σκευ­τι­κή πί­στη θα πρέ­πει να μην εκ­φυ­λί­ζε­ται ού­τε σε ευ­πι­στί­α, δηλ. τυ­φλή πί­στη (βλ. M. Shermer[13], D. Phillips[14] κ.ά.), ού­τε σε δυ­σπι­στί­α (πί­στη τής πι­θα­νό­τη­τας ή υ­πο­θε­τική πί­στη), ή α­πι­στί­α. Η πί­στη δεν αναιρεί τη «λογι­κή λα­τρεί­α»[15], ού­τε η έ­ρευ­να και η λο­γι­κή κα­ταρ­γού­νται στα «λο­γι­κά πρό­βα­τα» (τους πιστούς)[16]. Συ­νε­πώς, η πί­στη ού­τε ακυρώ­νει, ού­τε α­ντι­τάσ­σε­ται στην αν­θρώ­πι­νη λογι­κή· α­πλά, κα­τά έ­ναν «θε­ο­πρε­πή» (με­ταλο­γι­κό) τρόπο[17], την ε­ξα­γιά­ζει και υ­περ­βαί­νει (βλ. υ­πέρ­λο­γο ή πα­ρά­δο­ξο)· δηλ. η λογική πλέον δεν λειτουργεί απλά ως μία νοη­σιαρχική ή μηχανική «τεχνολογία»[18], όπως των αιρετικών. Η ψυχο-πνευμα­τική δύναμη της πί­στης[19], πέρα από τη θεολογική σημασία της, έχει αποδειχθεί ιστορικά, κοινωνι­ολογικά και ψυχολογικά. Η δύ­να­μη όμως αυτή, όταν πρόκειται για ώριμη πνευματικά πίστη, δεν έ­γκειται στην ι­σχυ­ρή θέληση, την ευ­πι­στί­α ή την (αυθ)υ­πο­βο­λή, όπως κάποιοι πιστεύουν, αλ­λά στη Θεί­α Χά­ρη, που συ­νερ­γεί με την αν­θρώ­πι­νη βού­λη­ση.

Σημειώσεις

[1] Ιω. Χρυσ., Εις Εβρ. 26, 1, MPG 63, 179.

[2] K. Barth, The Humanity of God. Richmond, John Knox Press 1960, p. 59, του ιδίου, Dogmat­ics in Outline (1947 lectures), Harper Perennial, 1959, pp. 15-34, Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Η ψυχή τού ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομο, Αθήνα 2000, σ. 210, του ιδίου, Θέματα Ψυ­χολογίας τής Θρησκείας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 309.

[3] Κ. Νιάρ­χου, Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία μετά των θεμελιωδών αυτής εννοιών, Αθή­ναι 2008, τ. Β΄, σ. 116-117.

[4] D. Hume, A Treatise of Human Nature 1, 3, 7, 96.

[5] Θεοδώρητου Κύρου, Λόγος Α’ περί πίστεως, MPG 83, 809. 812.

[6] Α. McGrath, The Twilight of Atheism, σ. 140.

[7] Μ. Α. Σιώτου, Χριστιανική Πίστις και σύγχρονος επιστημονική έρευνα, σ. 42-43. Πρβλ. J. Orr, “Science and Christian Faith”, in: Fundamentals: A testimony to the truth, Los Angeles: The Bible Institute of Los Angeles 1917, E. Herrmann, Scientific Theory and Religious Belief. An Essay on the Rationality of Views of Life, Kampen: Pharos 1995, J. Polkinghorne, Searching for truth: Lenten meditations on science and faith, New York: Crossroad, 1996, J. M. van der Meer (Ed.), Facets of Faith and Science, vol. 2: The role of beliefs in Mathematics and the natural sciences, Lanham, MD: University Press of America 1996, C. J. Collins, Science and Faith: Friends of foes?, Wheaton, IL. Crossway Books, 2003.

[8] Θε­ό­φι­λου Αντιοχείας, Προς Αυτόλυκον, βιβλ. Α’, MPG 6, 1036-1037 A. Πρβλ. Κυ­ρίλ­λου Ιε­ρο­σο­λύ­μων, Κατήχησις φωτιζομένων, Ε’, MPG 33, 508 Β.

[9] Λ. Κ. Μπαρτζελιώτη, Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, σ. 133.

[10] Πρβλ. Ch. C. Everett, The Faith of Science and the Science of Faith,  Kessinger Pub Co, 2005.

[11] Στρωματείς, λόγ. Β’, MPG 8, 948 A.

[12] G. G. Simpson – W. S. Beck, Life. An Introduction to Biology, Harcourt, Brace and World, N. York 1069, p. 10.

[13] The Power of Belief , ABC News, 1998, του ιδίου, How We Believe: The Search for God in an Age of Science, W. H. Freeman, 2000.

[14] Religion Without Explanation, Basil Blackwell and St Martin’s Press, 1976.

[15] Ρωμ. 12, 1.

[16] T. Toth, Χρι­στια­νι­κή Πί­στις και Ε­πι­στή­μη, μτφρ. Ι. Πα­να­γιω­τί­δου, Αθή­ναι 1955, σ. 11. Πρβλ. M. C. Banner, The Justification of Science and the Rationality of Religious Belief, Oxford: Clarendon Press 1990, p. 116 εξ.

[17] Βλ. Χ. Γ. Σωτηρόπουλου, Νηπτικοί και Πατέρες των Μέσων Χρόνων, σ. 131.

[18] Βλ. Γρηγορίου τού Θεολόγου, Λόγος ΜΑ’, Εις την Πεντηκοστήν, C. Moreschini, SC 358, Les editions du cerf, Paris 1990, σ. 336, 1 εξ.

[19] Πρβλ. J. R. Debray, Dieu, un itinéraire, 2001, Prix Combourg 2003.

Από το βιβλίο:  Θρησκεία και επιστήμη, εκδ. Tremendum (2010).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here