Η πατρίδα ως σχολείο

0
713

Βασίλης Κωνσταντούδης

Αφιερωμένο στο Άγγελο

 Πιθανολογώ ότι μπορεί να οφείλεται και στις σπουδές μου στη φυσική,  όπου σίγουρα η σκέψη και μεθοδολογία  έχουν μία διάσταση ανιστορική και αφαιρετική. Αλλά το βλέπω και σε άλλους φίλους και γνωστούς από διαφορετικά πεδία και σκέφτομαι μήπως είναι κάτι γενικότερο. Ποιό πράγμα; Το γεγονός ότι όταν καθόμαστε να σκεφτούμε και να γράψουμε ειδικά για θέματα που κατατάσσονται στην κατηγορία των κοινωνικών/πολιτικών ζητημάτων, όπως αυτό της πατρίδας, συχνά έχουμε μία αίσθηση αιωνιότητας της τωρινής κατάστασης μας: ότι δηλαδή πάντα είμασταν στο γραφείο μας διαβάζοντας, γράφοντας και σκεφτόμενοι με τις συγκεκριμένες διανοητικές μας ικανότητες που αυτονόητα τις θεωρούμε αυτόνομα δικές μας. Εννοώ ότι ξεχνάμε μία βασική παράμετρο (ίσως την σημαντικότερη) της ανθρώπινης συνθήκης. Την ιστορικότητα μας. Το ότι κάποτε είμασταν αδύναμα μωράκια που εκλιπαρούσαμε για λίγο γάλα και ένα χάδι, έφηβοι διψασμένοι για γνώση και εμπειρίες, νέοι με οράματα και τις πρώτες διαψεύσεις και ότι θα γίνουμε γέροι με μία διαφορετική σοφία αλλά και ανασφάλεια και φόβο.  Γεννιόμαστε σε συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο, σε μιά αγκαλιά από γλώσσα, συναισθήματα, σύμβολα, γνώσεις, αξίες, πίστη, σε μία αγκαλιά που φτιάχνουν οι άνθρωποι γύρω μας, πρώτα η οικογένειά μας και μετά οι άνθρωποι του τώρα και του χθές του τόπου που μεγαλώνουμε, της πατρίδας μας.

Είμαστε αυτό που έχουμε γίνει μεγαλώνοντας μέσα στην οικογένειά μας και την πατρίδα μας. Και τα δύο τα κουβαλάμε μέσα μας. Είναι εμείς και είμαστε αυτά. Αλλά είμαστε και κάτι περισσότερο. Αυτό φαίνεται από το ότι δεν μπορούμε να εγκλωβιστούμε, να περιοριστούμε σε αυτά. Και αυτό είναι εύκολα παραδεκτό για την οικογένεια. Μία οικογένεια λειτουργεί υγειώς και ισορροπημένα όταν δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά που μεγαλώνουν σε αυτή να ανοιχτούν πέρα από αυτή και να συνδιαλλαχθούν με δημιουργικότητα, τόλμη και φαντασία με τον έξω κόσμο. Με δεξιότητες και ικανότητες που απέκτησαν μέσα στην οικογένεια και ανανεώνουν κάθε φορά που αισθάνονται ότι το χρειάζονται. Το πέρασμα από την ισορροπημένη οικογένεια είναι απαραίτητο  για το άνοιγμα στον κόσμο, όπως απαραίτητο είναι και αυτό το ίδιο το άνοιγμα. 

Με έναν παρόμοιο τρόπο σκέφτομαι και τη σχέση μου με την πατρίδα μου. Είναι το μεγάλο σχολείο που μαθαίνουμε τα πρώτα γράμματα της ζωής, η μεγάλη οικογένεια που μέσα της ζούμε τις πρώτες συγκινήσεις. Είναι εκεί που διαμορφώνεται το πώς μαθαίνουμε και το πώς συγκινούμαστε και επομένως είναι εκεί που αποκτούμε τη δυνατότητα να μαθαίνουμε και να συγκινούμαστε  όταν έλθει η ώρα να συναντήσουμε τον έξω κόσμο και να συνδιαλλαχθούμε μαζί του. Και όσο πιό πολύ εμβαθύνουμε στα γράμματα και τις συγκινήσεις της πατρίδας και στα δικά της πώς, τόσο καλύτερα και δημιουργικότερα θα μιλήσουμε και θα ακούσουμε τον έξω κόσμο. Καλύτερα και για εμάς και για αυτόν. Όσο περισσότερο μαθητεύσουμε στα επιγράμματα και τη δημοτική ποίηση, τη Βυζαντινή ζωγραφική και τον Θεόφιλο, τον Αριστοτέλη και τον Μάξιμο Ομολογητή, τον Επιτάφιο του Περικλή και του Μεγάλου Βασιλείου τόσο καλύτερα μπορούμε να αισθανθούμε τα χάικου των Γιαπωνέζων  και τον Μπουκόφσκι, τους ιμπρεσιονιστές και τον κυβισμό, τον Βιντγκεστάιν, τις προκλήσεις της σύγχρονης φυσικής και τον Τωκβίλ.  Και όσο περισσότερο γνωρίσουμε και βιώσουμε τις ακροθαλασσιές της Λέσβου, τα βουνά των Πιερίων, τα κάστρα της Πελοποννήσου, τις πεδιάδες της Λάρισας και τους δρόμους της Αθήνας και τις πλατείες των επαρχιακών πόλεων μας , τόσο πιό πολύ θα αγαπήσουμε τα νερά στα νησιά της Καραβαϊκής, τα δάση και τα κάστρα της νότιας Γερμανίας, τα βουνά των Άλπεων, τις λεωφόρους του Σαν Φρανζίσκο και τις πλατείες της Σεβίλλης.   

Αλλά η μαθητεία στην πατρίδα δεν είναι χρονικά περιορισμένη. Η πατρίδα είναι και επιστροφή. Επιστρέφουμε στην πατρίδα για να να ανανεώσουμε τη σχέση μας με τον κόσμο πέρα από αυτή, και κάθε φορά αποκαλύπτονται νέες πτυχές της κρυμμένες στα πρώτα μάτια μας. Και με αυτές τις αποκαλύψεις, προχωράμε πιό πέρα τη σχέση μας με τον άλλο και τον έξω κόσμο για να επιστρέψουμε πάλι στην πατρίδα και να ξαναφύγουμε, μέχρι κάποια στιγμή (αν συμβεί αυτό) πατρίδα και έξω κόσμος να έλθουν κοντά, να γινουν ένα, το σώμα μας, ο κόσμος μας, η φίλια εξορία μας, ο δρόμος μας. 

Δύο άκρα προσπαθώ αποφύγω, όχι επειδή είναι άκρα αλλά επειδή είναι ψεύτικα. Το ένα να πω ότι η πατρίδα είναι ο τελικός προορισμός μου, το τέλους του δρόμου, το τέλειο και αψεγάδιαστο κομμάτι του κόσμου. Και εγώ ο τυχερός που έτυχε να γεννηθώ σε αυτό αφού τα έχω όλα έτοιμα και δεν έχω να κάνω κάτι, να προχωρήσω προς τα κάπου. Το μόνο που μου μένει είναι να αμύνομαι κάθε φορά που θίγεται η τελειότητα της και να αγωνίζομαι να πείσω κάθε διαφωνούντα για αυτήν.   

Το άλλο είναι να πω ότι δεν υπάρχει πατρίδα ή ότι δεν τη χρειάζομαι. Δε χρειάζομαι να μαθητεύσω σε αυτήν για να ανοιχτώ στον κόσμο, μου αρκεί μόνο η διάθεσή μου και ο ίδιος ο κόσμος. Αλλά με τι φωνή και τη γλώσσα θα μιλήσω με τον έξω κόσμο, με τι πώς θα τον καταλάβω;

Η αλήθεια που αισθάνομαι ότι κρύβει η σχέση μου με την πατρίδα είναι πιό σύνθετη από τις δύο παραπάνω ακραίες απλοποίησεις. Όπως κάθε αλήθεια της ζωής είναι πιό πέρα από τις απλοποιήσεις του μυαλού μας. Και όπως κάθε αλήθεια της ζωής μπορεί να κρύβει μία δύναμη καταξίωσης της ύπαρξής μας ανοίγοντάς την στα πέρα από αυτή μέσα από τους περιορισμούς της.  

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here