Η Μεγάλη Παρασκευή της Ιστορίας

3
103

Χάρης Φεραίος

 

Αφιερωμένο στη μνήμη Σπύρου Κυριαζόπουλου, που πρώτος, πριν πενήντα χρόνια, το δίδαξε

Το γεγονός ότι η σύγχρονη εποχή-μας μαστίζεται από σύγχυση πνευματική και αγωνία, είναι σήμερα κάτι που και το ακούμε και το ζούμε καθημερινά. Είναι το σύνηθες κάθε τόσο να ακούγεται η φωνή κάποιας από τις πνευματικές προσωπικότητες του καιρού-μας, που εναγώνια θέτει το πρόβλημα. Παράλληλες όμως είναι και οι φωνές, από τους νέους κυρίως, που κάθε τόσο ακούγονται, ζητώντας από παντού βοήθεια για να ανασυνθέσουν μέσα-τους τη δομή του κόσμου, που τόσο βίαια εξάρθρωσε αυτή η εποχή-μας. Και βέβαια όλ’ αυτά τα φαινόμενα δεν είναι άλλο παρά σημάδια του καιρού, που θα έπρεπε ο άνθρωπος ν’ αναμένει, αφ’ ότου ήδη από τον 19o αιώνα είχε πέσει (ως «Διαφωτισμός») στο ιστορικό «αμάρτημα» να διαρρήξει τον σύνδεσμο-του με την πνευματική ουσία-του, με την μεταφυσική δηλ. διάστασή-του.

Ενώ όμως η φύση του ιστορικού «αμαρτήματος» που διέπραξε ο άνθρωπος, έμενε για χρόνια άγνωστη, το αποτέλεσμά-του εν τούτοις γινόταν ολοένα και πιο φανερό, ώσπου στις μέρες-μας πήρε τις διαστάσεις οικουμενικής αγωνίας. Και μ’ όσα υποκατάστατα κι αν προσπάθησε (και πολύ αλήθεια προσπάθησε) ο άνθρωπος να γεμίσει το κενό που ο ίδιος δημιούργησε στο πνεύμα-του, αποστερώντας-το από το μεταφυσικό βίωμα, τίποτε άλλο δεν κατόρθωσε, παρά ν’ αποδείξει, μ’ επώδυνο όμως τρόπο, πόσο μεγάλο ήταν το κενό: Το πλήθος οι ιδεολογίες που εκείνος ο 19ος αιώνας δημιούργησε, φαινόμενο μοναδικό στην Ιστορία του Πολιτισμού, δεν ήσαν τίποτ’ άλλο, παρά προσπάθεια απεγνωσμένη να υποκαταστήσουν, αν ήταν δυνατό(!), το μεταφυσικό βίωμα, λέγοντας μάλιστα ότι το βίωμα αυτό που συνόδευε τον άνθρωπο σ’ όλη την ιστορική πορεία του πνεύματός-του, ήταν δημιούργημα απλώς μιας πλάνης…. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο, που σταδιοδρόμησαν όλες αυτές οι ιδεολογίες, δοκιμάστηκαν, προδόθηκαν κι απόδειξαν τελικά την τραγική ανεπάρκειά-τους.

Τι ήταν όμως εκείνο που απόσπασε τον άνθρωπο από την μεταφυσική διάστασή-του; Αιτία εύρισκαν παλιότερα την Επιστήμη, που όπως έλεγαν φώτισε με τις γνώσεις-της την ανθρώπινη διάνοια, κάνοντας έτσι άχρηστη τη θρησκεία! Ήρθε φυσικά η ίδια η επιστήμη με τους σημαντικότερους εκπροσώπους-της, που προειδοποίησαν ότι από την επιστήμη κανείς να μην αναμένει τίποτε  άλλο παρά γνώσεις, και ότι η εμπλοκή-της, είτε στην καταπολέμηση της θρησκείας, είτε στην υπεράσπισή-της, μόνο άγονη περιπλάνηση του ανθρώπου θα δημιουργήσει. Κι ήσαν προφητικά τα λόγια-τους.

Τώρα, λένε η Τεχνική ανάλαβε αυτό το ρόλο, που με τα εκπληκτικά δημιουργήματά-της, στένεψε ασφυκτικά στο πνεύμα του ανθρώπου το χώρο του θρησκευτικού βιώματος. Βέβαια, από πρώτη ματιά, για τον τεχνικό επιστήμονα που ιδίως διαπιστώνει το μεγάλο πλήθος των τεχνικών δυνατοτήτων, και κατ’ επέκταση των τεχνικών πιθανοτήτων, μέσα στις οποίες κινείται η ύλη, είναι μια πρόκληση να υιοθετήσει την ιδέα ότι, από σύμπτωση μιας από τις άπειρες αυτές πιθανότητες, προήλθε με τρόπο τυχαίο αυτόματα ο Κόσμος. Αυτό φυσικά κι αν ακόμη θεωρηθεί σωστό, δεν καταργεί το μεταφυσικό πρόβλημα. Το τοποθετεί μόνο σε άλλο επίπεδο. Κι ας φανεί παράδοξο, όμως η τεχνική καθ’ εαυτή – και πιο κάτω θα φανεί γιατί λέω καθ’ εαυτή – όχι μόνο δεν περιορίζει τις δυνατότητες για την δημιουργία του μεταφυσικού βιώματος, αλλά αντίθετα με τα επιτεύγματά-της, τις αυξάνει για τον σύγχρονο άνθρωπο. Διότι αν προϋπόθεση, ή μια από τις προϋποθέσεις, του θρησκευτικού βιώματος είναι αυτό που έλεγε και ο Ε. Π. Παπανούτσος, «ρίγος του μυστηρίου», χάρη στην τεχνική υπάρχει νομίζω έντονο σήμερα αυτό το ρίγος.

Και εξηγούμαι: Το ρίγος του μυστηρίου, εκείνο που γεννά το θρησκευτικό συναίσθημα, το προκαλούν τα τρία μεγάλα προβλήματα της Ζωής: Ο ουρανός που ενσαρκώνει την απειρότητα του κόσμου, ο πόνος ως η πεπερασμένη διάσταση του ανθρώπου, και ο θάνατος ως η απειρότητα του αγνώστου.  Αυτά τα τρία προβλήματα βρίσκονταν πάντα μπροστά στο νου του ανθρώπου, σ’ όλη τη πορεία της ιστορικής-του ζωής, ξυπνώντας μέσα-του το μυστηριακό ρίγος που τον οδηγούσε να αναζητήσει την μεταφυσική-του διάσταση. Ούτε όμως ο θάνατος έχει σήμερα χαθεί ούτε φυσικά ο πόνος, παρ’ όλες τις προόδους της τεχνικής. Από την άλλη μεριά, με τις κατακτήσεις αυτές της τεχνικής, η απειρότητα του κόσμου φαντάζει σήμερα όχι μόνο πιο μεγάλη αλλά και πιο τρομακτική. 

Και είναι γεγονός: Ούτε ο θάνατος έχει σήμερα χαθεί, ούτε φυσικά ο πόνος, παρ’ όλες τις προόδους της τεχνικής. Από την άλλη μεριά, με τις κατακτήσεις αυτές της τεχνικής, η απειρότητα του κόσμου φαντάζει τώρα όχι μόνο πιο μεγάλη αλλά και πιο τρομακτική. Ο προστατευτικός γαλάζιος θόλος του ουρανού των προγόνων-μας έχει σήμερα διαρραγεί, κι έχουν τα όριά-του εκτοξευθεί σε ασύλληπτα βάθη του αχανούς σύμπαντος. Και έγιναν πιο αχανή αυτά τα όρια του σύμπαντος, όταν η τεχνική έστειλε εκεί το πρώτο-της διαστημόπλοιο. Διότι το διαστημόπλοιο αυτό, που φάνηκε σε όλους-μας σαν ένα τεράστιο άλμα των ανθρώπινων δυνάμεων στη γη, όταν βγήκε στο διάστημα και μπήκε μέσα στην κλίμακα του ίδιου του σύμπαντος, τότε ριγήσαμε για το μέγεθος το μυστηριακό του τελευταίου. Ήταν ένα συγκριτικό μέτρο, που όταν μ’ αυτό μετρήσαμε το σύμπαν, το βρήκαμε άπειρο. Έτσι ενώ το ρίγος στον πρωτόγονο άνθρωπο το προκαλούσε το άγνωστο του γαλάζιου θόλου, στον σύγχρονο, ιδίως στον σκεπτόμενο άνθρωπο, το ρίγος το προκαλεί το ασύλληπτο μέγεθος του απέραντου σύμπαντος. Του σύμπαντος δε και στις δύο-του διαστάσεις, τόσο του μακρόκοσμου όσο και του μικρόκοσμου.

Αν η τεχνική λοιπόν, και οι θετικές επιστήμες γενικότερα, έχουν απαλλάξει τον κόσμο από το άγνωστο, που έκανε για τον άνθρωπο μυστηριακή τη φύση-του, δεν κατάργησαν μ’ αυτό τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του μεταφυσικού ερωτήματος στη ψυχή-του. Αντικατάστησαν μόνο τα φαινόμενα που προκαλούν το ρίγος του μυστηρίου, αποκαλύπτοντας στον άνθρωπο τη δομή της ύλης, και τις υπερκόσμιες δυνάμεις που την κυβερνούν, και ιδίως που ταυτόχρονα την κρατούν σε συνοχή, δυναμικής, ειρήσθω, (και άρα εναγώνιας) «ισορροπίας».

Τι είναι όμως εκείνο που προκάλεσε την τόση ταραχή στην μεταφυσική διάσταση του σύγχρονου ανθρώπου; Και ποιο είναι το ιστορικό «αμάρτημα» του σύγχρονου ανθρώπου που στην αρχή υπαινιχθήκαμε; Στο κάδρο μπαίνει η Τεχνική φυσικά! Η τεχνική, όχι όμως καθ’ εαυτή, όχι δηλαδή με τις γνώσεις που πρόσφερε στον άνθρωπο, αλλά η τεχνική, με τον «άλλο» κόσμο που προκάλεσε γύρω από τον σύγχρονο άνθρωπο. Αν το «προπατορικό αμάρτημα» δημιούργησε για τον άνθρωπο ένα νέο κόσμο, εκείνον του πόνου και του θανάτου, τον κόσμο δηλ. της φθοράς, τώρα το «ιστορικό αμάρτημα» του σύγχρονου ανθρώπου, δημιούργησε σήμερα ένα εντελώς διαφορετικό κόσμο: Τον κόσμο της Τεχνικής. Τον κόσμο άλλως των «τεχνικών πραγμάτων» όπως τα ονόμαζε ο Σπύρος Κυριαζόπουλος.

Πρέπει συνεπώς στη συνέχεια να εξετάσομε ποια είναι και πώς διαμορφώνεται η φύση του νέου αυτού προβλήματος, του «νέου κόσμου». Καθοδηγητικός φυσικά σ’ αυτό, θα είναι ο τρόπος που γεννήθηκε στην ψυχή του ανθρώπου μεταφυσικό βίωμα, στην αρχή της Δημιουργίας, και η σύγκρισή-του με τον σημερινό. 

Ο άνθρωπος δημιούργησε (μέσα στο πνεύμα-του φυσικά) τον κόσμο, με τον αντίθετο τρόπο που τον είχε δημιουργήσει στην πραγματικότητα ο Θεός: Πρώτα («εν αρχή») «δημιούργησε» ο άνθρωπος τον «άνθρωπο»! (Τον ίδιο τον εαυτό-του.) Απόκτησε δηλαδή συνείδηση της ύπαρξής-του. Αφ’ ότου τον γνώρισε έτσι ξέχωρο τον εαυτό-του, διαπίστωσε αυτόματα, απέναντί-του τώρα, την παρουσία του κόσμου. Στην συνείδησή-του εμφανίστηκε έτσι ένα δεύτερο αντι-κείμενο στοιχείο, ο κόσμος, ξέχωρο από το πρώτο, το υπο-κείμενο, που ήταν ο ίδιος. Ένα νέο στοιχείο άγνωστο, με φαινόμενα παράδοξα που δεν μπορούσε ο άνθρωπος να ερμηνεύσει προτού τον κατακτήσει. Ένας κόσμος δηλ. του οποίου φάνταζε δαιμονικός ο χαρακτήρας-του.

 Έτσι άρχισε για τον άνθρωπο και ένα νέο στάδιο δημιουργίας. Της «δημιουργίας του κόσμου», φυσικά μέσα στο πνεύμα-του. Τον προσέγγισε λοιπόν αυτό τον κόσμο, τον παρατήρησε, τον κύκλωσε («κύκλωθεν κύκλω») με το πνεύμα-του, τον γνώρισε «εκ των έσω», και τελικά του έδωσε «όνομα»! Τον έβαλε δηλ. στον χώρο της γλώσσας. Έκτοτε, τοποθετώντας-τον στον χώρο της γλώσσας, τον κατάκτησε. Με άλλα λόγια τον «ξαναδημιούργησε». Έτσι ο κόσμος έχασε πια και το δαιμονικό-του χαρακτήρα. Και αυτή η γλώσσα υπήρξε, ο μεταφυσικός  τρόπος  κ υ ρ ι α ρ χ ί α ς  του ανθρώπου επάνω στον κόσμο.

Δύο λοιπόν στοιχεία ήσαν αυτά που συνέθεταν, ως το στάδιο αυτό, τη δημιουργία.  Δύο αντίθετα στοιχεία: Ο Άνθρωπος και ο Κόσμος. Μετά από αυτή την πνευματική κατάκτηση του ανθρώπου, προήλθε με διαλεκτικό τρόπο, ως σύνθεση των αντιθέσεων, Ανθρώπου – Κόσμου, αυτομάτως ο Θεός.  Άρχισε δηλ. για τον άνθρωπο η πνευματική-του ιστορία. 

Τώρα λοιπόν, στη σύγχρονη δηλ. εποχή, ο κόσμος που περιβάλλει τον άνθρωπο, παύει συνεχώς να είναι ο φυσικός. Τον αντικαθιστούν με τρόπο θεαματικά ραγδαίο τα «πράγματα» της τεχνικής, που ήδη δημιουργούν εκείνα ένα νέο κόσμο. Από το ανθρώπινο μυαλό ξεπήδησε μια νέα δημιουργία, η Τεχνική, την έκταση και το μέγεθος της οποίας όμως, και τη φύση-της, δεν μπόρεσε ούτε να προβλέψει, ούτε και να διαβλέψει ο δημιουργός-της. Μ’ αυτήν είναι τώρα αναγκασμένος, αυτός ο «δημιουργός», να αρχίσει το διάλογό-του. Άρχισε να ανατέλλει ένας νέος αιώνας τον οποίο πια δεν χαρακτηρίζει η σχέση άνθρωπος – φυσικός κόσμος, αλλά άνθρωπος – τεχνική. Άλλως ένας νέος διάλογος!

Στο διάλογο εντούτοις αυτόν του ανθρώπου με το νέο κόσμο συμβαίνει ένα παράδοξο.  Ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος γνώριζε πρώτα το πράγμα και μετά του έδινε το όνομα, σήμερα γνωρίζει πρώτα το όνομα και ύστερα βλέπει το πράγμα, που «επενδύθηκε» με αυτό το όνομα. Έτσι δεν μπορεί να συλλάβει την  ο υ σ ί α  του πράγματος, αλλά διαπιστώνει μόνο τη  χ ρ ή σ η-του. Χρησιμοποιεί το πράγμα, προτού το «δημιουργήσει» στο χώρο της γλώσσας ο ίδιος, κι έτσι δεν είναι υπεύθυνος ούτε για αυτό, ούτε για την ουσία-του. Ο μυστικός διάλογός-του με τα πράγματα δεν λέγεται σήμερα γλώσσα, αλλά χρήση! Αφού τα πράγματα δεν περικλείονται μέσα στο όνομά-τους, βρίσκονται δηλ. έξω από τη γλώσσα. Και ιδού παράδειγμα:

Προτού ο προϊστορικός άνθρωπος δώσει στο δέντρο όνομα, είδε το φαινόμενο αυτού του δέντρου σ’ όλες-του τις φάσεις: Μικρό φυτό, μεγάλο δέντρο, με κορμό, φύλλα και ανθούς, το είδε ήρεμο κάτω από το φως του ήλιου, ή να τραντάζονται οι κλώνοι-του μέσα στην καταιγίδα, έκοψε τους καρπούς-του, φύτεψε τους σπόρους-του, κι όλα αυτά τα φαινόμενα μαζί τα συγκέντρωσε μέσα στη λέξη «δέντρο». Η λέξη αυτή έκλεινε εντός-της την «έννοια» του δέντρου, περιόριζε δηλ. μέσα-της όλα όσα το συνόδευαν, και το χαρακτήριζαν ως φαινόμενο. Ο σύγχρονος όμως άνθρωπος πληροφορείται πρώτα τη λέξη «αυτοκίνητο» και μετά βλέπει το πράγμα, το οποίο «ντύθηκε» μ’ αυτή τη λέξη, χωρίς ο ίδιος να το ελέγχει, χωρίς να έχει δηλ. ευθύνη αυτός για το όνομα. Γι’ αυτό και το όνομα αυτό, η λέξη, δεν ορίζει, ούτε δεσμεύει το πράγμα, γιατί «αυτοκίνητο» (ως ον) είναι και ο άνθρωπος, όπως και ο κάθε ζωντανός οργανισμός. Συνεπώς, ούτε και τον ίδιο τον άνθρωπο «δεσμεύει» η λέξη.

Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος σήμερα γνωρίζει την επιφάνεια του νέου κόσμου, αγνοεί όμως το βάθος-του. Νομίζει ότι συλλαμβάνει τα πράγματα του κόσμου, στην ουσία όμως συλλαμβάνεται εκείνος και γίνεται δέσμιός-τους. Νομίζει ότι οδηγεί το αυτοκίνητο, ενώ την επιφάνειά-του μόνο οδηγεί, και στην ουσία το «βάθος» του αυτοκινήτου οδηγεί τον άνθρωπο! Θα έλεγα, άγει και φέρει τον άνθρωπο… Αποκτά λοιπόν, για τον σύγχρονο άνθρωπο, ο κόσμος ξανά τον  δαιμονικό-του χαρακτήρα.

Απ’ αυτή την επί τροχάδην ανάλυση συμπεραίνεται, ότι ο άνθρωπος στέκεται σήμερα μπροστά  στον νέο κόσμο, αυτόν που δημιούργησε η τεχνική, όπως ο προϊστορικός άνθρωπος στεκόταν, με δέος, μπροστά στη φύση, προτού την κατακτήσει. (Με όμοιο δέος, για παράδειγμα, δεν στεκόταν αμήχανος ο άνθρωπος μπροστά – στο «τεχνικό», και βεβαίως απρόσιτο από τον ίδιο, γεγονός – στη Φουκουσίμα;) Και όπως ο προϊστορικός άνθρωπος δημιούργησε τη γλώσσα, και έγινε μέσω-της ο εσωτερικός χώρος του κόσμου εκείνου, έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται τώρα, να τοποθετήσει την τεχνική μέσα στον λόγο, για να υπερνικηθεί ο δαιμονικός-της χαρακτήρας. Να γίνει δηλ. αυτός ο κύριος-της.

Σ’ αυτή λοιπόν την κοσμογονική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας βρίσκεται ο άνθρωπος σήμερα. Βλέποντας τους απόηχους αυτής της κοσμογονίας νομίζει ότι δεν υπάρχει σήμερα μεταφυσικό βίωμα. Στην ουσία όμως υπάρχει και μάλιστα εντονότατο. Εκείνο που δεν υπάρχει είναι η συγκεκριμένη μορφή του βιώματος αυτού, αφού ο νέος κόσμος, η Τεχνική, το δεύτερο δηλ. μέρος της διαλεκτικής διαδικασίας που αναφέραμε στην αρχή, Άνθρωπος – Κόσμος – Θεός, που σήμερα είναι Άνθρωπος – Τεχνική – Θεός, ακόμη δεν κατακτήθηκε από τον σύγχρονο άνθρωπο.

 

Το χρονικό αυτό διάστημα ως να κατακτήσει ο άνθρωπος την τεχνική στο πνεύμα-του, για να αναγεννηθεί στη νέα φάση της ζωής-του, είναι η  Μ ε γ ά λ η   Π α ρ α σ κ ε υ ή  της  Ιστορίας. Κατά το ότι βεβαίως η προηγούμενη υπήρξε η Μεγάλη Παρασκευή της προϊστορίας.

 

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο της Κύπρου «Φ» 28/11/15, και  4, 12/12/15

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Κωστή Μουδάτσου.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

3 Σχόλια

  1. Ενδιαφέρον και σημαντικό το άρθρο του κ Φεραίου. Ενδιαφέρον, γιατί αναφέρεται στον αξιόλογο και οξυδερκή, πλην ξεχασμένο, φιλόσοφο Σπύρο Κυριαζόπουλο, που ατυχώς έφυγε νεότατος το 1977. Σημαντικό, γιατί αναλύει σύντομα αλλά εύστοχα το μεταφυσικό πρόβλημα της αποτυχίας της Μεγάλης Αφήγησης του Διαφωτισμού, θέτοντας το πρόβλημα της τεχνικής ως πρόβλημα μεταφυσικό.

  2. Παραθέτω απόσπασμα, ως σχόλιο, από το “Thoughts after Lambeth” του T. S. Eliot (Selected Essays 1917-1932, Harcourt 1932, σ. 332):
    «Νομίζω ότι σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά από την εποχή της ειδωλολατρικής Ρώμης, η Εκκλησία στέκει σε αντιπαράθεση με τον Κόσμο. Δεν εννοώ ότι η εποχή μας είναι ιδιαίτερα διεφθαρμένη· όλες οι εποχές είναι διεφθαρμένες. Εννοώ ότι ο Χριστιανισμός, παρά τις κάποιες κατά τόπους όψεις του, δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει – μέσα στο προβλέψιμο μέλλον – ‘επίσημος’. Ο Κόσμος δοκιμάζει, στην εποχή μας, να δει κατά πόσο μπορεί να παραμείνει πολιτισμένος χωρίς τον Χριστιανισμό. Το πείραμα αυτό θα αποτύχει· εμείς, όμως, πρέπει να παραμείνουμε υπομονετικοί ως την κατάρρευσή του και ν’ αξιοποιούμε τον χρόνο: πρέπει να διατηρούμε την Πίστη ζωντανή μέσα στους σκοτεινούς αιώνες που έρχονται, να προσβλέπουμε στην ανανέωση και την ανοικοδόμηση του πολιτισμού, και στη σωτηρία του από την αυτοκτονία».

    Και επίσης από το The Rock, Part II, του Έλιοτ: “Men have left God not for other gods, they say, but for no god; and this has / never happened before / That men both deny gods and worship gods, professing first Reason, / And then Money, and Power, and what they call Life, or Race, or Dialectic”. «Οι άνθρωποι άφησαν τον Θεό όχι γι’ άλλους θεούς, λένε, αλλά για να μείνουν χωρίς Θεό· κι αυτό / δεν ξανάγινε ως τώρα / οι άνθρωποι ν’ αρνούνται τους θεούς αλλά θεούς να λατρεύουν, διδάσκοντας πρώτο τη Λογική, / Και μετά το Χρήμα, και την Ισχύ, κι αυτό που λένε Ζωή, ή Φυλή, ή Διαλεκτική».

  3. Τρεῖς παρατηρήσεις :
    Ποῦ βρίσκεται ἡ κοινωνία σὲ ὅλον αὐτὸν τὸν προβληματισμό. Τὸ κείμενο δέχεται, χωρὶς νὰ τὸ ἀμφισβητεῖ, τὸ δόγμα τῶν φωταδιστῶν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος, ἐλεύθερος πάσης γαιώδους ἐξαρτήσεως, μόνος ἀπέναντι στὸν κόσμο καὶ ἀπέναντι στὸν Θεό. Κάπως διαφορετικά, ὅμως, τὰ θέτει ἤδη ὁ Ἀριστοτέλης καὶ τὸ Τριαδικὸ Δόγμα. Ὑπάρχει αὐτὸ πού λέμε «κοινωνία» (κι ἂς θαυμάζουμε μερικοὶ τὴν Μάργκαρετ Θάτσερ) καὶ ἀκόμη περισσότερο ὑπάρχει Ἐκκλησία. Μπορεῖ ὁ σκεπτόμενος ἄνθρωπος νὰ θέλει νὰ ἀπομονωθεῖ ἀπὸ τὴν τραχειὰ πλέμπα (καὶ καλὰ κάνει), ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι φιλοσοφικὴ ἄσκηση. Ζωὴ δὲν εἶναι. Καὶ τὴν γλῶσσα ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀνέπτυξε γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν συνάνθρωπο καὶ μόνον ἀργότερα γιὰ νὰ συλλάβει τὸν κόσμο ἀντιθετικῶς καὶ διαλεκτικῶς ὡς κάτι ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον. Εἶναι σημαντικὸ ἐρώτημα καὶ τὸ πότε ὁ ἄνθρωπος (καὶ σήμερα ὅσο εἶναι βρέφος) ἀντιλαμβάνεται ἑαυτὸν ὡς ὂν κεχωρισμένο ἀπὸ τὴν μητέρα του, τὴν οἰκογένεια, τὴν πατριά του, τὴν πόλη καταγωγῆς του στὰ χρόνια τοῦ Ἀριστοτέλους. Ξέρουμε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀρχέγονο συναίσθημα, ἐνσωματωμένο στὰ γονίδια τοῦ ἀνθρώπου, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ παραβλέπουμε ὡς ἀνύπαρκτο
    Δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸ κείμενο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν μελέτη τῆς Ἱστορίας, καμμία συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδος στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνθηκε ἄνετα μὲ τὸν Κόσμο. Ἡ ἰδέα τοῦ Γίβωννος (καὶ τῶν φωταδιστῶν) ὅτι ὁ κόσμος ἤκμασε (ἀρχαιότης), παρήκμασε (μεσαίων) καὶ ἀνεγενήθη (νεωτερικότης) εἶναι παρωδία καὶ τῶν ἀρχαίων μύθων ποὺ διηγοῦνται τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ἐποχῶν τοῦ χρόνου. Ἡ Χριστιανικὴ διήγησις τῶν Παθῶν διαφέρει σὲ δύο κρίσιμα σημεῖα, διότι ἡ Θυσία συνδέεται ὀργανικῶς μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ εἶναι ἐκουσία. Οὔτε ὁ ἀνήσυχος, οὔτε τὸ πολύ πλῆθος τῶν μεριμνούντων καὶ τυρβαζόντων περὶ πολλά, ποτὲ ἔφθασαν στὴν «ἱερότητα», στὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ σὲ καμμία ἱστορικὴ στιγμή, ὥστε νὰ ζοῦμε εἰδικῶς σήμερα τὴν Μεγάλη Παρασκευή τῆς Ἱστορίας. Ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ τοῦ Ἀχρόνου Θεοῦ εἶναι ἡ κάθε ἡμέρα. Ὅπως καὶ κάθε ἡμέρα εἶναι καὶ Κυριακὴ τοῦ Πάσχα καὶ Χριστούγεννα καὶ Ἀποκάλυψις ἀκόμη. Ἄλλωστε ἡ Χριστιανικὴ Πίστις ἐπὶ τῆς γῆς δὲν νοεῖται ὡς ἐφικτὸν τέρμα, ἀλλὰ ὡς ἐπιθυμητὸς στόχος τῶν πιστευόντων.
    Τέλος, οἱ φιλοσοφοῦντες πάντοτε ἐγνώριζαν τὴν ἐσωτερικὴ λογικὴ ἀσυνέπεια τοῦ Διαφωτισμοῦ. Οἱ ἀμφιβολίες αὐτὲς εἶναι διάχυτες μέχρι καὶ στὸ ἔργο τῶν ἐξοχωτέρων ἀποστόλων του. Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα εἶναι ἐάν τὸ φωταδιστικὸ δόγμα ἐπηρέασε τὴν ζωὴ τοῦ μέσου ἀνθρώπου. Οἱ φωταδιστὲς κατόρθωσαν, ἄρα γε, νὰ μεταλαμπαδεύσουν, ὅπως πίστευαν, τὶς φιλοσοφικὲς ἀνησυχίες στὰ πλήθη ; Ἐδῶ δὲν κατάφεραν αἰῶνες ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ μάθουν τοὺς ἀνεπιδέκτους στοιχειώδη γράμματα. Νομίζω ὁ μέσος ἄνθρωπος ἐπιφανειακῶς ἐπίστευε παλαιότερα στὸν Χριστό, ὅπως ἐπιφανειακῶς συμβουλεύεται σήμερα τὸ ὡροσκόπιο ἢ καὶ τὸν ψυχαναλυτή του. Καὶ ὅ,ποτε ἐκφράζεται ὡς ἄπιστος θυμίζει τὸν λαγὸ τοῦ γνωστοῦ ἀνεκδότου μὲ τὸ λεοντάρι, πού λέει (βλάσφημες) ἀνοησίες «γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα». Ναί, ὑπῆρχε λαϊκὴ εὐσέβεια, ὅπως ὑπάρχει καὶ (ἂς τὴν ποῦμε) καθωσπρέπει εὐσέβεια. Βοηθοῦν καὶ οἱ δύο, δὲν σώζουν. Ὁ Θεός καλεῖ σὲ διαφορετικὸ χρόνο καὶ μὲ διαφορετικὸ τρόπο (πάντοτε μὲ τὸ στοιχεῖον τῆς συντριβῆς, ὅμως) τὸν κάθε ἕνα στὴν Χάρι Του. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀξιώνουμε μία καὶ μόνη, τὴν ἰδία, Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, μία Θεοφάνεια ταυτόχρονα γιὰ ὅλους μας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here