Η ιδιοφυία του Ελύτη

0
182

Νίκος Τολιόπουλος

Τα δοκίμια του Ελύτη

Αν και αρχικά θα φαινόταν παράδοξη μια εργασία* που θα προσπαθούσε να συνδυάσει μια ποίηση όπως αυτή του Ελύτη με μια γραφειοκρατική φιλοσοφία όπως αυτή του Κάντ, ωστόσο πιστεύω ότι οι αισθητικές Ιδέες, όπως μας τις παρουσιάζει ο Κάντ, μπορούν να δικαιολογήσουν αυτήν την επιλογή. Στο δεύτερο μέρος, θα ξεκινήσουμε με εκείνο το κείμενο του Ελύτη, που ορθά μπορεί να χαρακτηριστεί, ως εκ διαμέτρου αντίθετο σε μια ορθολογική φιλοσοφία: τη μέθοδο του «άρα».

Πριν δούμε το κείμενο, ας δώσουμε κάποιες εκ των προτέρων κατευθύνσεις. Τι είναι η μέθοδος του άρα; Το άρα είναι πάντα το τρίτο και τελευταίο μέρος ενός λογικού συλλογισμού. Είναι εκείνη η πρώτη λέξη της τρίτης πρότασης που συνδέει τις δύο παραπάνω προτάσεις και τα στοιχεία αυτών. Ένα, όχι πάντα εύκολο ξεμπέρδεμα, άλλα σίγουρα ένα ξεμπέρδεμα.

Μπορούμε να διακρίνουμε σε τρία είδη λογικών συλλογισμών. Πρώτον, τον κατηγορικό συλλογισμό:

Α είναι  Β    

Β είναι  Γ  

Άρα,  Α είναι Γ

Αναζητώντας, πάντα ένα πρώτο υποκείμενο στο οποίο θα αναχθούν όλα τα υπόλοιπα, μια πρώτη ουσία, θα μπορούσαμε να πούμε. Για να είμαστε δίκαιοι με τον Κάντ, ο παραπάνω συλλογισμό είναι αριστοτελικός κι ο Κάντ προσπαθεί να τον υποβιβάσει ως απλώς μια αδυναμία του Λόγου μας.

Δεύτερον, τον υποθετικό συλλογισμό:

Αν Α, τότε Β

Στην περίπτωση αυτή έχουμε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος  κι όπου αν ποτέ μπορούσαμε να καταλήξουμε στον πρώτο όρο Α, ολόκληρος ο κόσμος θα ήταν δυνατόν να καταστεί απολύτως διανοήσιμος, καθώς θα γνωρίζαμε για κάθε Α, το Β του. Τούτος ο συλλογισμός οδηγεί σε μια βούληση, που στους προγόνους του Κάντ ήταν ανώτερη και θεία, ενώ στον Κάντ, το όριο της δικής μας.

Και τέλος, τον διαζευκτικό συλλογισμό ή αλλιώς την αρχή της μη αντίφασης:

Ή Α ή Β

Ένα ανώτερο ον θα είχε όλες τις δυνατότητες, θα είχε όλους τους δυνατούς ορισμούς και έννοιες. 

Στον Κάντ, στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με το Εγώ μου, στην δεύτερη με τη βούληση αυτού του Εγώ, ενώ στην τρίτη ίσως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι’ αυτό που στην πρώτη κριτική ονομάζει ψυχή. Αυτό που σε κάθε περίπτωση έχει σημασία, που είναι πάντα καθοριστικό, (αυτό που είναι αντικειμενικό, με την ορολογία του Κάντ) δεν είναι το πράγμα καθ’ εαυτό, αλλά μονάχα ότι είναι αναγκαίο και καθολικό (συμπαντικό). Δηλαδή, κάποιοι απαράβατοι κανόνες που ισχύουν, μεταξύ εμού και των φαινομένων (των πραγμάτων για εμένα).

Ο Ελύτης με τη σειρά του στο δοκίμιο για τη μέθοδο του ʺ άρα ʺ ασχολείται κυρίως με τον πρώτο αλλά και με τον δεύτερο. Και για τον Ελύτη αυτό το πρώτο υποκείμενο, είναι το ψυχολογικό Εγώ, ωστόσο αυτό που τον διαφοροποιεί ριζικά από μια ορθολογική σκέψη, είναι η καταφανής αντίρρηση του τόσο για την αντικειμενικότητα των κανόνων όσο και για την μονομερή αλήθεια τους. Δηλαδή, η σχέση του Α με το Β δεν είναι μόνο μια τυπικά μαθηματική, φυσική, χημική κτλ σχέση (τις οποίες δεν τις αρνείται ως ψευδείς ή άνευ σημασίας), αλλά είναι συγχρόνως και μια σχέση βάθους, η οποία φωτίζεται από εμένα. Αν, λέει, παραμείνουμε μονομερώς προσκολλημένοι στην ορθολογική διαπραγμάτευση του κόσμου μας κι ημών των ιδίων, οδηγούμαστε (και ήδη οδηγηθήκαμε) σε έναν ακρωτηριασμό, τα συμπτώματα του οποίου εύκολα παρατηρούνται, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με συμβάντα όπως ο θάνατος.

Η μέθοδος του ʺ άρα ʺ είναι, λοιπόν, μια κριτική πάνω σ’ αυτή την τυπική λογική είτε αυτή εφαρμόζεται στις φυσικές επιστήμες είτε-ακόμη χειρότερα, όπως είδαμε παραπάνω-στην μεταφυσική. Ο Ελύτης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, ενώ ο άνθρωπος του 20ου αιώνα έμαθε καλά, πώς να λύνει εξισώσεις, δυσκολεύεται αφάνταστα στη συνειδητοποίηση του είναι. Και πράγματι, η ποίηση, τα λόγια του ποιητή είναι που φέρνουν τούτη τη λογική στα όριά της. Τα ʺ άρα ʺ εκεί οδηγούν σε μια αμήχανη σιωπή και σε έντρομα μειδιάματα, γεμάτα αφέλεια και φόβο, όταν βέβαια το ποίημα γλιτώνει από τις βαθυστόχαστες φιλολογικές πανεπιστημιακές αναλύσεις, που το καθιστούν ταξινομημένη γνώση. Κοινώς, όταν έχει καθησυχαστεί η κοινή γνώμη από το σκάνδαλο του ιδιαιτέρου. Μπροστά στον στίχο βρισκόμαστε σ’ ένα κενό κι η φύση ως γνωστόν εχθρεύεται τα κενά. Πώς συνεπώς πληρώνεται το κενό; ή καλύτερα ποια σχέση αποκαλύπτεται εδώ; ποια κίνηση; η απάντηση του Ελύτη είναι σαφής: «είναι η μυστική κίνηση των πραγμάτων, (που αποκαλύπτεται,) κάτι που διπλασιάζει την ικανότητά σου να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και που αποτελεί μια πρόσβαση στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας. Επειδή-να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει  δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι.» 10

«Ποιητικά μόνον οικεί στ’ αλήθεια ο άνθρωπος της γης ετούτης…» Η διάσημη αυτή φράση του Μartin Heidegger, μας παρατίθεται αυτούσια, μαζί με άλλα δύο κείμενα του ιδίου, στο δοκίμιο του Ελύτη. Είναι η φράση που διατρέχει όλο το δοκίμιο, αυτή κι άγγελος που προσφέρει την σωτηρία. Ποιος άνθρωπος κατοικεί ποιητικά; Μα, βέβαια το dasein. Δεν είναι η ποίηση, το παιχνίδι των γνωστικών μας ικανοτήτων, που μας διασκεδάζει, όταν εμείς πλήττουμε στην εμπειρία μας, όπως μας προτείνει ο Κάντ, αλλά η συγκέντρωση στο βάθος του dasein. Με την ποίηση μας αποκαλύπτεται μια πραγματικότητα, παράλληλη αυτής, που δεν είναι ονειρική, ωθώντας την σκέψη μας-και σ’ αυτό ο Heidegger συμφωνεί με τον Κάντ- σε μια διεύρυνση πέραν του αισθητικού, σε μια εμφάνιση του εξωπραγματικού.

Αλλά τι αντιπαρατίθεται στα ʺ άρα ʺ του Λόγου; τα ω των ποιητών μας λέει ο Ελύτης. Μια σχέση βάθους με τα πράγματα, απαλλαγμένη από του σκοπούς μιας βούλησης, που κατασκευάζει, έχοντας την παράσταση του αποτελέσματος ως αιτίας της δημιουργίας, εξάλλου οι προθέσεις έχουν εγκαταλείψει τον ποιητή, χωρίς να το έχει καταλάβει11. Στις προθέσεις και τους σκοπούς θα επιστρέψουμε στο τελευταίο μέρος αυτής της εργασίας. Για την στιγμή, ας προχωρήσουμε στο επόμενο κείμενο του Ελύτη, την Ιδιωτική Οδό 

Κατ’ αρχήν, τι είναι το ιδιωτικό; είναι αυτό που προέρχεται από και εκφράζει το ίδιον, δηλαδή, αυτό το οποίο είναι απολύτως προσωπικό. Είναι αυτό με το οποίο συνάπτουμε σχέσεις τόσο με τα πράγματα όσο και με τις ζωντανές υπάρξεις. Το ιδιωτικό δεν πρέπει να αντιδιαστέλλεται στο δημόσιο, αλλά πρέπει να θεωρείται ως αυτό που είναι έτοιμο να ανοιχτεί προς το(ν) άλλο(ν). Δεύτερον, τόσο στο συγκεκριμένο δοκίμιο όσο και στο σύνολο της ποίησής του, ο Ελύτης επιχειρεί έναν πολύ συγκεκριμένο χειρισμό της αισθητής πραγματικότητας. Ποιος είναι αυτός ο χειρισμός; όταν η αισθητή πραγματικότητα δέχεται την ανθρώπινη επίδραση κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, όταν στο εσωτερικό της σχέση του ανθρώπου-της αίσθησης, της νόησης και του συναισθήματός του- και της εξωτερικής πραγματικότητας επιτυγχάνεται μια απόσπαση του πράγματος από τη χρηστικότητά του. Τον απασχολεί, λοιπόν, ένα αντικείμενο δίχως χρηστικότητα.

Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται ευθύς αμέσως είναι με ποιον τρόπο  μπορεί να επιτευχτεί κάτι τέτοιο. Οφείλουμε να δώσουμε σ’ αυτό το σημείο μια απάντηση : με το φως. Το φως είναι αυτό που επιτρέπει να ατενίσουμε τις μορφές με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο. Τι κάνει το φως; διαλύει τις μορφές αφήνοντας το βάθος του Είναι να δειχτεί, φανερώνει αυτό που βρίσκεται επιμελώς κρυμμένο και που δεν μπορεί να εμφανιστεί όταν το πράγμα ʺ βλέπεται ʺ υπό το πρίσμα της χρηστικότητας και των αιτίων και των αποτελεσμάτων, υπό το πρίσμα μιας διαρκούς φθοράς μέσα στο χρόνο και το χώρο. Η γνώση που παράγεται εκεί(στη χρηστικότητα) είναι η γνώση των κανόνων, ως αν η αλήθεια των αιτιών να ήταν η αλήθεια της ίδιας της ζωή1.

Ας προτρέξουμε λίγο, το φως του Ελύτη, δεν είναι το φως που αντικρίζει ο διαφωτισμένος φιλόσοφος, ο οποίος έχει καταφέρει να αποδεσμευτεί από τις αλυσίδες, που τον κρατούσαν, και να εξέλθει από το σπήλαιο. Δεν είναι το φως που έρχεται από τα πράγματα προς αυτόν, κατά την έξοδο του από το σπήλαιο. Αλλά είναι το φως που κατευθύνεται από αυτόν προς αυτά τα πράγματα ως έχουν(για να θυμηθούμε και την προσταγή ενός παλιού φαινομενολόγου). Αυτό το εσωτερικό φως διαλύει τις μορφές, επιτρέποντας την ανάδυση του Είναι, την ανάδυση του Είναι του dasein, γι’ αυτό ο Heidegger μιλάει για ξέφωτο άλλωστε. Οφείλουμε έναν απέραντο σεβασμό, σ’ αυτόν που πρώτος διέλυσε τις μορφές, απελευθερώνοντας τα αντικείμενα, τον Cezanne και τα αιωρούμενα μήλα του 13 .

Ποιες τροποποιήσεις επιφέρει, λοιπόν, το φως στα αντικείμενα; πρώτον, η παράσταση της μορφής του αντικειμένου, όταν το αντικείμενο έχει αποσπαστεί της χρηστικότητάς του, απεγκλωβίζεται του a priori καθορισμού του από τις έννοιες της διανοίας. Δεν το καθορίζουν οι συμπαντικοί και αναγκαίοι νόμοι της φύσης. Δεν είναι πλέον σκοπός και οι έννοιες, η αιτία του.  Απεγκλωβίζεται του σχήματος των αιτιών (υπό την αναγκαία συνθήκη, ότι ο ποιητής έχει εγκαταλείψει τις προθέσεις). Δεύτερον, συντελείται μια τροποποίηση των δύο  μορφών, που δίνονται  στην εποπτεία: του χώρου και του χρόνου, η παράσταση του αντικειμένου έχει διαφύγει του χώρου και του χρόνου ή τουλάχιστον προσπαθεί να διαφύγει και κατά την προσπάθεια να του φωτός να το ανασύρει από ένα Είναι δίχως χώρο και χρόνο, αυτό το αντικείμενο τροποποιείται. Ο στόχος κι εδώ είναι πάντα ο ίδιος, η  υπέρβαση της λογικής της εξάλειψης. Η δυνατότητα που ανοίγουν οι δύο παραπάνω επενέργειες του φωτός δεν είναι παρά η απελευθέρωση του αντικειμένου. Το αντικείμενο ελευθερώνεται τόσο από την αναγκαιότητα των κανόνων όσο κι από τη φθορά.

Ο Ελύτης δεν είναι ένας ποιητής, που δοξάζει την καταστροφή. Υπάρχει, κατά συνέπεια, και μια κίνηση προς συγκρότηση. Το φως έχει καταφέρει να αποκαθάρει το αντικείμενο από τις εξαρτήσεις του, ωστόσο αυτό που επιθυμεί ο Ελύτης δεν είναι να το αφήσει να καταστραφεί, μέσα στην πλήρη αταξία, στο πλήρες χάος. Αντίθετα, θέλει να το επανασυγκροτήσει με διαφορετικό τρόπο. Αυτό που έχει επιτύχει, είναι ο έλεγχος του υλικού, το υλικό έχει πλέον καταστεί εύπλαστο, κατάλληλο για δημιουργία. Για να καταλάβουμε, πως επανασυγκροτείται, πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθούμε στην έννοια των σκοπών.

Εγκατάλειψη προθέσεων 

Όπως αναφέρθηκε και στο πρώτο** μέρος, η βούληση είναι η ικανότητα να αυτοπροσδιορίζεται, αναπαριστώντας σκοπούς. Το αντικείμενο είναι, για μας ένας σκοπός κατά δύο τρόπους : πρώτον, εφόσον η παράστασή του αποτελέσματος θεωρείται συγχρόνως η αιτία της κατασκευής του και δεύτερον, διότι αυτό καθορίζεται a priori από της έννοιες της διανοίας. Η παράσταση του τραπεζιού είναι η αιτία της κατασκευής του, ενώ η μορφή ενός δέντρου είναι, όπως είναι εξαιτίας του προσδιορισμού του από τη διάνοιά μας. Φυσικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με την τεχνική χρήση του Λόγου μας, που από τον Κάντ και μετά ενοποιήθηκε με τον πρακτικό, προκειμένου να φτάσουμε στην ελευθερία.

Στην πρακτική χρήση του Λόγου, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα, ειδικά όσον αφορά τη βούληση. Δεν ισχύει το ίδιο όμως, όταν έχουμε να κάνουμε με τη μορφή ενός ζωντανού οργανισμού. Ο Κάντ για να διαπραγματευθεί το ζήτημα, αναγκάζεται να προχωρήσει σε μια τριμερή διάκριση των σκοπών σε φυσικούς, έσχατους και τελικούς. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με τη δυνατότητα της μορφής ενός ζωντανού όντος, στη δεύτερη με το λόγο ύπαρξής του και στην τρίτη με το ον που έχει τη δυνατότητα να θέτει σκοπούς. Για παράδειγμα, η ενότητα της μορφής ενός δέντρου, εξαιτίας της αυτό-οργάνωσής του(όντας κάθε μέρος του αιτία και αποτέλεσμα της μορφής και της ύπαρξης των υπολοίπων μερών και του όλου), προϋποθέτει ως αν μια βούληση να το είχε δημιουργήσει. Από την άλλη, ο σκοπός της ύπαρξής του πρέπει να αναζητηθεί έξω από αυτό, ενώ ο τελικός σκοπός είναι ο άνθρωπος ως αυτοσκοπός.

Όπως σωστά παρατηρεί ο Jaspers, στην περίπτωση των ζωντανών οργανισμών οι προθέσεις φτάνουν στα όριά τους, δεν μπορούμε να καταλάβουμε, ούτε να επιλύσουμε μέσω του Λόγου μας το ζήτημα της ζωής. Τη διαμορφωτική δύναμη, που οργανώνει τα όντα δίνοντάς τους ύπαρξη. Η ζωή πάντα φέρει τη φιγούρα του θαύματος, εως τη πιο απλή της μορφή. Μην ξεχνάμε ότι κι ο Ελύτης, συνεχώς αναφέρεται σ’ αυτό το θαύμα, που δείχνει να έχει ξεχαστεί από τη μαθηματικοποίηση των σχέσεων.

Για ποιο λόγο, όμως, αυτή η αναφορά στην έννοια των σκοπών. Ο Ελύτης, καλός γνώστης του φιλοσοφικού ρεύματος του υπαρξισμού, ανακαλύπτει εκεί μια δυνατότητα υπέρβασης, απελευθέρωσης του αντικειμένου. Δίνει στο αντικείμενο, μια συνοχή, όχι πλέον λογική, αλλά ιδιωτική, ιδιαίτερη, η οποία το συνέχει από τον ιδιαίτερο θυμικό τόνο που του δίνει(δίνω). Προσπαθώντας, όχι πλέον να εξηγήσει το αντικείμενο, αλλά να το κατανοήσει, μας δίνει την πολλαπλότητα των οπτικών του. Μας το παρουσιάζει καλειδοσκοπικά, η μορφή του είναι πάντα μια χειρονομία του βάθους του και του βάθους μου. Η μορφή του δέντρου κάτι μου λέει, δεν βιάζεται από τη χρήση του Λόγου  μου. Είναι όπως είπαμε μια κίνηση προς αυτό κι όχι μια παραμόρφωση από έμενα.

Βέβαια, η σπουδαιότητα αυτής της εκδοχής δεν εξαντλείται στη μορφή του δέντρου, η πιο σημαντική παράσταση είναι, η δική μου παράσταση. Στον Descartes, η αναπαράστασή μου, είναι η αυτοσυνείδηση, το cogito ως αντίκρυ, αν τούτη την αναπαράσταση επιτύχουμε να την αποσπάσουμε από την χρηστική της φύσης, από την λογική της αναγκαιότητα, θα την απελευθερώσουμε. Τότε η φαντασία θα δράσει ελεύθερα και το dasein θα πάρει το Είναι στα χέρια του. Αυτή νομίζω ότι είναι η πρόταση του Ελύτη.

 

Σημειώσεις

10. Οδυσσέας Ελύτης, Εν Λευκώ, εκδ. Ίκαρος, 2006, σελ. 169

11. ο.π. σελ. 166

12. Karl Jaspers, Les Grands Philosophes. 3. Kant, Librairie Plon, Paris, σελ, 104

13. Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, Η αμφιβολία του Σεζάν, εκδ. Νεφέλη 1991, σελ. 36

 

Εργασία στα πλαίσια του μεταπτυχιακού μαθήματος : ο Ελύτης
και η ανατολική μεταφυσική

*Εργασία στα πλαίσια του μεταπτυχιακού μαθήματος : ο Ελύτηςκαι η ανατολική μεταφυσική

** το πρώτο μέρος της εργασίας είναι μια απλή παράθεση της καντιανής φιλοσοφίας


πηγή: Aντίφωνο

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here