Η Θεολογία της ιδεατής εικόνας

0
167

Αρσένιος Μέσκος


Στό κείμενό μου, Περί τής εικονικής εκκλησιαστικής πραγματικότητας, πού δημοσιεύθηκε στό περιοδικό  Διάβαση” τεύχος 29, περιέγραψα μιά θεολογική τάση τήν οποία καί χαρακτήρισα ως θεολογία τής ιδεατής εικόνας.

Παρατήρησα δέ ότι αυτή η τάση είναι κυρίαρχη σήμερα στόν τόπο μας καί είναι άμεσα συνδεδεμένη μέ τό φαινόμενο πού περιέγραψα ως εικονική εκκλησιαστική πραγματικότητα. Τά φαινόμενα στά οποία αναφέρομαι μπορούν νά περιγραφούν καί μέ άλλους τρόπους. Σέ άλλη περίπτωση αναφερόμενος στό ίδιο θέμα μίλησα γιά γραμμική θεολογία. Αλλά επίσης δέν είμαι καί ο μόνος πού παρατηρεί αυτό πού συμβαίνει. Προσπάθησα νά περιγράψω τά φαινόμενα αυτά μέ ένα συνεκτικό καί κάπως έντονο τρόπο γιά ευαισθητοποιήσω, όσο μπορώ, όλους όσους αισθάνονται ότι η Εκκλησία είναι ο χώρος στόν οποίο αναπνέουν καί ζούν.

Όλοι μας αισθανόμαστε ότι κάτι δέν πάει καλά καί ο καθένας δίνει τίς δικές του ερμηνείες. Μέσα τόν ελληνικό εκκλησιαστικό χώρο υπάρχει μιά σχεδόν απόλυτη έλλειψη κοινωνίας καί επικοινωνίας. Αυτό συμβαίνει γιατί δέν μάς ενώνει η κοινή εν Χριστώ ζωή, αλλά μάς χωρίζουν οι διαφορετικές ιδεατές εικόνες πού έχει ο καθένας μας γιά τήν ζωή. Άν θέλουμε νά μήν παγιωθεί η κατάληξη τής Εκκλησίας σέ ένα απλό φολκλορικό στοιχείο τής ελληνικής κοινωνίας, τότε θά πρέπει νά αφήσουμε τήν φαντασίωση καί επικεντρωθούμε στήν ζωή. Νά μήν μάς ενδιαφέρει τό πόσοι υπογράψαν γιά τίς ταυτότητες, αλλά τό γιά πόσους η διδασκαλία τού Χριστού είναι η πέτρα πάνω στήν οποία θεμελιώνουν τόν οίκο τής υπάρξεώς τους.

Νά μήν μάς ενδιαφέρει τό πόσοι μάς ακολουθούν, τό πόσοι μάς παραδέχονται, αλλά νά μάς ενδιαφέρει η διακονία τής σάρκωσης τών λόγων τού Χριστού στούς συγκεκριμμένους συνανθρώπους μας. Η εργασία αυτή είναι δύσκολη καί ελάχιστα ένδοξη καί αυτοί πού θά τήν θελήσουν δέν μπορεί νά είναι πολλοί. Γι’ αυτό άλλωστε ο δοκητισμός είναι πάντα ένας ευχάριστος πειρασμός! Επειδή θεωρώ ότι τό θέμα είναι πολύ σημαντικό, γι’ αυτό καί θά ασχοληθώ μέ τά τεύχη 65 καί 66 τής εφημερίδας «Εκκλησιαστική Παρέμβαση», μηνιαία έκδοση τής Ι.Μ. Ναυπάκτου, γιά νά συζητήσω μέ τόν σχολιασμό πού κάνει εκεί ο π. Θωμάς Βαμβίνης, πάνω στό προαναφερθέν κείμενό μου.

Είναι προφανές ότι κανείς δέν θά υποστηρίξει μιά θεολογία τής ιδεατής εικόνας. Θά υποστηρίξει όμως τήν ιδεατή εικόνα τής θεολογίας εν ονόματι τής αυθεντικής, τής γνήσιας, τής ορθόδοξης πατερικής θεολογίας. Βεβαίως δέν διανοούμαι ότι η επιχειρηματολογία μου είναι ακαταμάχητη ή ότι δέν έχει κενά. Γιά νά διαλεχθεί κανείς όμως μέ τίς θέσεις πού αναπτύσσω απαιτείται όχι ευκαταφρόνητη προσπάθεια. Μοιάζει νά ισχύει στήν περίπτωσή μας η παροιμία, ο Μανώλης μέ τά λόγια, κτίζει ανώγια καί κατώγια. Στήν πράξη όμως… Καί εγώ αναφέρομαι σέ αυτήν!

Ο π. Θωμάς, φαίνεται λοιπόν νά επιλέγει τήν εύκολη οδό καί δέν αγγίζει πουθενά τήν ουσία τών απόψεών μου, όμως διαστρέφει ριζικά περιφερειακά σημεία τους, έτσι ώστε εύκολα νά μέ αναδείξει αναξιόπιστο. Π.χ. ισχυρίζεται ότι λέω ότι περιγραφή τού γάμου πού παραθέτω είναι ο απόλυτος καί χωρίς εξαιρέσεις κανόνας! Στήν πραγματικότητα απλά κάνω αυτήν τήν περιγραφή γιά θά θίξω τό γεγονός ότι άν καί όλοι αντιλαμβανώμαστε τί συμβαίνει σέ αυτές τίς περιπτώσεις τής εικονικής καί κατά συνθήκην τέλεσης τών μυστηρίων, εντούτοις αποσιωπούμε εντελώς τό πρόβλημα. Φυσικά δέν λέω πουθενά, ούτε κάν τό διανοούμαι ότι τά μυστήρια τελούνται πάντα μέ αυτόν τόν τρόπο!! Ο στοιχειωδώς νοήμων αναγνώστης καταλαβαίνει τήν χαώδη διαφορά πού υπάρχει ανάμεσα σέ αυτό πού λέω καί σέ αυτό πού μέ χρεώνει ο π. Θωμάς. Ή μέ χρεώνει μέ ανύπαρκτες απόψεις, π.χ. ότι είναι εναντίον τής λειτουργικής αναγέννησης! Αυτό πραγματικά δέν καταλαβαίνω πώς τό σκέφτηκε! Ή αντιστρέφει ολοκληρωτικά τίς απόψεις μου, δηλαδή μέ χρεώνει άποψη εντελώς αντίθετη από αυτήν πιστεύω, π.χ. όταν λέει ότι ισχυρίζομαι ότι πραγματική έκφραση τής Εκκλησίας είναι «η κρατούσα νοοτροπία στό σύνολο τών ανθρώπων πού έχουν βαπτισθεί, ανεξάρτητα από τήν σχέση πού έχει η ζωή τους μέ τήν διδασκαλία τού Χριστού καί τά μυστήρια πού μάς παρέδωσε».! Πουθενά δέν λέω ποιά είναι η πραγματική έκφραση τής Εκκλησίας καί πραγματικά πρέπει νά έχει κανείς έντονα παραμορφωτικά γυαλιά γιά νά συνάγει από τά όσα λέω, έστω εμμέσως, τήν παραπάνω άποψη!!

Ομολογώ ότι αν δέν υπήρχαν αυτούσια κομάτια από τό κείμενό μου θά έλεγα ότι αναφέρεται σέ κάποιον άλλο. Είναι ζήτημα νά υπάρχει μιά κρινόμενη άποψη πού νά είναι όντως δική μου! Τί νά πεί κανείς όταν υφίσταται τέτοια παραποίηση από έναν άλλο κληρικό! Επιπλέον ο π. Θωμάς σχολιάζει ένα άρθρο, αλλά δέν αναφέρει ούτε τόν συγγραφέα του, ούτε τό έντυπο στό οποίο δημοσιεύθηκε! Νά υποθέσω ότι αποκρύπτει τό όνομά μου καί τό περιοδικό πού έγραψα γιά νά μπορεί νά κάνει τήν παραποίηση πού κάνει; Νά υποθέσω ότι έχουμε μιά αναβίωση τής Ιεράς Εξέτασης; Δέν τό νομίζω νά συμβαίνει κάτι από αυτά, δέν αποκομίζω τέτοια αίσθηση. Τήν Ιερά Εξέταση άλλωστε τήν αναβιώνουν κάποιες άλλες ομάδες πού βρίσκονται γεωγραφικά εγγύτερα στήν περιοχή πού μένω. Γι’ αυτό λοιπόν θά αποφύγω νά δώσω ερμηνείες γιά τούς λόγους τής όποιας διαστρέβλωσης τών απόψεών μου καί θά προχωρήσω στήν συζήτηση κάποιων σημείων επί τής ουσίας.

Ένα καίριο σημείο είναι η άποψη ότι «η ζωή τής Εκκλησίας είναι ένα «υπόγειο ρεύμα» πού κρύβεται «σύν τώ Χριστώ εν τώ Θεώ». Μάς δίνει κάποια εξωτερικά αποτελέσματα, τά οποία δέν εξαντλούν τό περιεχόμενό της». Καί εφόσον είναι έτσι δέν έχει καμμιά θέση μιά «στατιστική καί κοινωνιολογική προσέγγιση τής Εκκλησίας». Αυτήν τήν άποψη διατυπώνει ο π. Θωμάς ως απάντηση σέ υποτιθέμενες δικές μου απόψεις. Αφήνοντας καταμέρος τήν όποια υπεράσπιση τών απόψεών μου, πού άλλωστε δέν θίγονται, θά ήθελα νά θέσω τό ερώτημα, αυτό τό υπόγειο ρεύμα είναι άσαρκο ή σαρκούται σέ συγκεκριμμένους ανθρώπους; Πιστεύω ότι η απάντηση θά είναι ότι σαρκούται σέ συγκεκριμμένους ανθρώπους, γιατί κανείς δέν θά τολμούσε νά υποστηρίξει σήμερα μιά δοκητική άποψη.

Τότε γιατί δέν μάς επιτρέπεται η στατιστική καί κοινωνιολογική καί θά προσθέσω ψυχολογική προσέγγιση αυτών τών συγκεκριμμένων ανθρώπων; Μήπως τό γεγονός ότι κρύβονται σύν τώ Χριστώ στόν Θεώ είναι γεγονός πού τούς αφήνει ανέγγιχτους; Δέν τούς διαφοροποιεί από τούς άλλους ανθρώπους καί έτσι χάνονται στό πλήθος; Ή μήπως η στατιστική η κοινωνιολογία καί η ψυχολογία είναι μιαρές ή αιρετικές επιστήμες; Έχω λοιπόν τήν άποψη ότι η θέση τού π. Θωμά δέν υπονοεί τίποτα από αυτά, αλλά φανερώνει μιά κρυφή, ενδεχομένως ασυνείδητη, πόλωση ανάμεσα στό πνευματικό καί τό σωματικό, ανάμεσα στό φυσικό καί τό μεταφυσικό. Δηλαδή η πραγματικότητα τής Εκκλησίας δέν αφήνει ούτε τά ελάχιστα ίχνη πού νά είναι προσπελάσιμα από τήν στατιστική, τήν κοινωνιολογία ή τήν φυσιολογία καί εν γένει τήν (δυτική) επιστήμη. Γιατί η Εκκλησία είναι πνευματική καί η επιστήμη υλική.

Στό σημείο αυτό πρέπει νά κάνω μιά πολύ σημαντική παρατήρη τήν οποία ο αναγνώστης πρέπει νά έχει διαρκώς στόν νού του. Η πόλωση στήν οποία αναφέρομαι δέν είναι ίδιον τού π. Θωμά. Εδεχομένως νά μήν υπάρχει καθόλου στόν ίδιο. Τό τί συμβαίνει στόν κάθε συγκεκριμμένο άνθρωπο δέν μπορώ νά τό γνωρίζω καί δέν έχω κανένα λόγο νά θέλω νά κρίνω τόν οποιοδήποτε. Τήν διακρίνω όμως στά κείμενά του στά οποία αναφέρομαι. Απόψεις καί δράσεις προσπαθώ νά (δια)κρίνω καί όχι ανθρώπους. Έχω λοιπόν τήν αίσθηση ότι η ίδια πόλωση μέ διαφορετικές μορφές καί σέ ποικίλες αναλογίες υπάρχει στά κείμενα πολλών θεολόγων, θά έλεγα τών περισσοτέρων, μηδέ εμού εξαιρουμένου. Είναι τόσο δύσκολο νά αποφύγει κανείς τόν γλυκό πειρασμό τής δοκητικής ωραιοποίησης! Κατανοώ επίσης ότι αυτή η πόλωση βρίσκεται πίσω από πολλές εκκλησιαστικές αστοχίες, γι’ αυτό καί κάνω τόν κόπο νά δημοσιοποιήσω ένα προβληματισμό μέ τήν πίστη καί τήν ελπίδα ότι η συζήτηση ίσως βοηθήσει στήν πληρέστερη κατανόηση καί ορθότερη αντιμετώπιση τού προβλήματος. Τό πρόβλημα γιά κάποιους είναι ανύπαρκτο, αλλά γιά κάποιους είναι άκρως σημαντικό. Η όποια συζήτηση ελπίζω νά βοηθά όλους.

Ο ορθόδοξος θεολόγος συνήθως αισθάνεται σχεδόν υπερήφανος γιατί θεωρεί ότι τό ανθρώπινο σώμα έχει μιά σημαντική θέση στήν θεολογία του καί δέν υπάρχει η έντονη υποτίμησή του, κάτι πού χρεώνεται εξολοκλήρου στήν δυτική θεολογία. Αυτό όμως πού συνήθως διαφεύγει τής προσοχής είναι τό ερώτημα, γιά ποιό ανθρώπινο σώμα μιλούμε. Τό ανθρώπινο σώμα πού όλοι γνωρίζουμε έχει κύτταρα, σάρκες, οστά, υγρά, αλλά καί γονίδια, νευρώνες, συνάψεις, ένστικτα, ορμές καί ορμόνες, συνειδητό καί ασυνείδητο καί ένα πλήθος δραστηριοτήτων καί εκφράσεων πού συνδέονται μέ όλα αυτά. Κατά τήν πλέον όμως διαδεδομένη θεολογική εκδοχή, όλα αυτά ή έστω τά περισσότερα, δέν ανήκουν στήν ουσία τού σώματος, αλλά συνιστούν τούς περίφημους δερμάτινους χιτώνες. Στήν πραγματικότητα λοιπόν στήν ορθόδοξη θεολογία δέν αναφερώμαστε σέ ένα σώμα σάν τό δικό μας, αλλά ένα άλλο πού δέν έχει κανένα από τά παραπάνω χαρακτηριστικά στοιχεία, λειτουργίες καί εκφράσεις ένα δηλαδή εξαϋλωμένο σώμα. Πάνω λοιπόν σέ αυτό τό έδαφος αναπτύσσεται η πόλωση γιά τήν οποία μιλώ.

Αυτή λοιπόν η πόλωση πού φθάνει ενίοτε στόν πλήρη χωρισμό υλικού καί πνευματικού, είναι ο πυρήνας αυτού πού ονόμασα θεολογία τής ιδεατής εικόνας ή γραμμική θεολογία πού εκφράζονται ως ασκητική καί ποιμαντική τής ιδεατής εικόνας. Όταν λοιπόν στήν σκέψη τού θεολόγου ή τού κληρικού η σύνδεση μεταξύ τού πνευματικού καί τού σωματικού χαλαρώσει τότε εισέρχεται στόν ιδεατό κόσμο, όπου όλα λειτουργούν σύμφωνα μέ τίς αναπλάσεις-αναπαλαιώσεις τής ευλαβούς φαντασίας. Φυσικά κανείς δέν θά τολμήσει νά πεί ότι θεολογεί ή ποιμαίνει διά τής φαντασίας. Θά κατοχυρωθεί πίσω από κείμενα καί απόψεις άλλων αυθεντιών. Όμως όσα κείμενα καί απόψεις νά φέρει κανείς εάν δέν είναι σαρκωμένα πρωτίστως στόν ίδιο ή έστω σέ άλλους συγκεκριμμένους ανθρώπους μέ όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο, Α.Φ.Μ. κλπ, καί όχι κάποιος κάπου κάποτε, δέν είναι παρά η συσκευασία τής φαντασίας του καί σέ καμμιά περίπτωση δέν βεβαιώνουν τού λόγου τό αληθές. Γιατί δέν υπάρχει πιό εύκολο πράγμα από τό να βρεί κανείς άλλα κείμενα καί άλλες απόψεις ακόμα καί τών ίδιων αυθεντιών, πού νά λέν διαφορετικά ή τά ακριβώς αντίθετα.

Ο θεολόγος τής ιδεατής εικόνας μπορεί νά ανεβάζει στόν ουρανό τόν άνθρωπο, αλλά κατεβάζει τήν κόλαση τόν συνάνθρωπο. Δέν μπορεί νά κάνει διαφορετικά. Κατά τήν γνώμη του, η υψηλή του θεολογία δέν σαρκούται γιατί ο συνάνθρωπος, ο συγκεκριμμένος άνθρωπος, δηλαδή όλοι εμείς, είναι ανάξιος αδιάφορος καί ράθυμος. Είναι απερίγραπτη η υποτίμηση τού ανθρώπου πού κρύβεται πίσω από τίς εκκλησιαστικές καί θεολογικές μεγαλοστομίες περί τού ανθρώπου καί περί τής Εκκλησίας. Η υποτίμηση αυτή δέν είναι θεωρητική αλλά εντελώς πρακτική καί καταλήγει νά είναι καταστροφκή γιατί αφήνει τόν άνθρωπο ως έχει. Εμείς λέμε όμορφα καί ωραία λόγια. Οι ακροατές μας λέν τί καλά λόγια ακούσαμε ή διαβάσαμε, συμφωνούμε αλλά εμείς δέν μπορούμε νά τά πραγματοποιήσουμε. Καί εμείς τότε απαντάμε, δέν είναι ότι δέν μπορείτε, αλλά δέν θέλετε! Καί τούς αφήνουμε στήν τύχη τους μέ ήσυχη συνείδηδη ότι ορθοτομήσαμε τόν λόγο τής αληθείας. Καί είναι όλοι ευχαριστημένοι.

Όχι βέβαια όλοι. Άλλοι στρέφονται σέ άλλες παραδόσεις πού είναι λιγότερο φαντασιακές, άλλοι συγκροτούν τήν δική τους θρησκευτική εκδοχή καί οι περισσότεροι θεωρούν τήν ορθόδοξη ιδιότητα ως τό συστατικό στοιχείο τής πολιτιστικής τους ταυτότητας. Θά ήταν λειψοί ηθοποιοί, τραγουδιστές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και… ποδοσφαιριστές χωρίς αυτήν! Είναι αυτή η κατάσταση ευαγγελική; Εδώ καταλήγει ο Σταυρός τού Χριστού; Άν είχα μιά εύκολη απάντηση τού τύπου χριστιανοί είναι μόνο όσοι έχουν τό πνευματικό επίπεδο πού είχαν οι μακαριστοί γέροντες Παΐσιος, Ιάκωβος, Πορφύριος καί ο π. Σωφρόνιος ή είναι όλοι όσοι δηλώνουν χριστιανοί καί έχουν υπογράψει γιά τίς ταυτότητες, δέν θά δημοσιοποιούσα προβληματισμούς γιά τούς οποίους δέν αποκλείεται νά χαρακτηρισθώ από τούς καραδοκούντες ιεροεξεταστές ως αιρετικός.

Η πόλωση γιά τήν οποία μιλώ συνοδεύεται σχεδόν πάντα, καί στόν π. Θωμά, μέ μιά ειδωλοποίηση τού ενδόξου πατερικού παρελθόντος. Αυτή η ειδωλοποίηση, τήν οποία θά συζητήσω εκτενέστερα σέ άλλη ευκαιρία, συνοδεύεται πάντοτε μέ μιά θεμελιώδη σύγχυση. (Πάντως όταν αρνούμαι τήν ειδωλοποίηση τού πατερικού παρελθόντος δέν σημαίνει ότι τό διαγράφω έτσι απλά, όπως εντελως άδικά μέ κατηγορεί ο π. Θωμάς!) Τήν κλασσική σύγχυση ανάμεσα στήν μορφή καί τό περιεχόμενο καί όταν μιλούμε γιά τήν ασκητική διδασκαλία ανάμεσα στόν σκοπό καί τά μέσα καί τίς τεχνικές πού χρησιμοπούμε γιά νά πετύχουμε τόν σκοπό. Η ειδωλοποίηση λοιπόν τού παρελθόντος πάντοτε αναφέρεται στήν μορφή, δηλαδή στά μέσα τής ασκητικής ζωής. Τά ασκητικά λοιπόν μέσα τού παρελθόντος αποσυνδέονται από τόν σκοπό τους, τήν εν Χριστώ άνωθεν γέννηση τού συγκεκριμμένου εν χώρω καί χρόνω ανθρώπου, καί αποκτούν αυτόνομη καί αιώνια αξία. Κάτω από τό βάρος αυτής τής αιωνιότητας ισοπεδώνεται η ψυχοσωματική ιδιαιτερότητα τού ανθρώπου πού είναι άμεσα συναρτημένη μέ τίς συνθήκες τού περιβάλοντος στό οποίο ζεί. Η στρατικοποίηση τής χριστιανικής ζωής είναι ιδιαίτερα εμφανής σέ αρκετά εκκλησιαστικά περιβάλοντα.

Η σύγχυση αυτή επιτείνει τόν φαύλο κύκλο τής υποβάθμισης τού ανθρώπου μέσα στήν εκκλησία. Όλοι οι άνθρωποι, ή έστω οι συντριπτικά περισσότεροι, πρέπει νά είναι φοβερά κακοί καί συνειδητά προσηλωμένοι στό κακό αφού παρ’ όλα τά σοφά καί αιωνίου αξίας τά οποία ακούν καί διαβάζουν, εν τούτοις δέν κατορθώνουν τίποτα! Προφανώς γιατί είναι τόσο κακοί πού ενώ λένε ότι θέλουν, στήν πραγματικότητα δέν θέλουν!

Σέ πολλές ευκαιρίες έχω αναφερθεί στήν ανάγκη εκσυγχρονισμού τού εκκλησιαστικού λόγου. Καί έχω τονίσει νομίζω επαρκώς, δέν ξέρω γιατί δεν το πρόσεξε ο π. Θωμάς, ότι δέν αναφέρομαι στόν σκοπό αλλά στόν τρόπο καί τήν τεχνική πού πρέπει νά χρησιμοποιήσει ένας σημερινός άνθρωπος γιά νά πετύχει τόν ίδιο στόχο, τήν τήρηση τών εντολών τού Χριστού, καθώς καί τά λεκτικά σχήματα μέ τά οποία θά πρέπει νά αναλυθούν αυτά τά μέσα καί οι τεχνικές, ώστε νά είναι πληρέστερα κατανοητά από τούς σύγχρονους ανθρώπους.

Γιά νά μπορέσει κάποιος νά πετύχει ένα τέτοιο έργο χρειάζεται πέραν από τήν προσωπική πείρα, νά έχει καί τήν ικανότητα μιάς θεωρητικοποίησης αυτής τής πείρας, κάτι πού είναι η ουσιαστική θεολογία, έτσι ώστε αυτή νά έχει μεταφερσιμότητα καί προσαρμοστικότητα στήν μεγάλη ποικιλία τών καταστάσεων τής σύγχρονης ζωής. Αυτό τό έργο είναι εξαιρετικά δύσκολο καί είναι υποκριτικό καί άκρως επικίνδυνο νά θεωρούμε ότι ο καθένας μπορεί, αφού διαβάσει τά πατερικά μέ τά οποία θά τόν προμηθεύσουμε, νά τό φέρει εις πέρας γιά λογαριασμό του, έστω καί άν τά πατερικά αυτά κείμενα εμπεριέχουν τό απαύγασμα τής σοφίας τής Εκκλησίας. Όλοι μπορούν νά γίνουν άγιοι, δέν μπορούν όμως όλοι νά γίνουν θεολόγοι! Όταν λοιπόν οι άνθρωποι τής Εκκλησίας θεωρούν τόν εαυτό τους ως απλό μεταφορέα, πού μεταφέρει αυτούσια τήν αυθεντική πατερική διδασκαλία, χωρίς νά τό καταλαβαίνουν υπονοούν ότι ο άνθρωπος είναι ένας υπολογιστής. Γιατί μόνο στόν κόσμο τών υπολογιστών περιμένουμε ένα πρόγραμμα νά τρέχει τό ίδιο καλά σέ όλα τά μηχανήματα. Καί οι πεπειραμένοι χρήστες θά έλεγαν, μακάρι νά συνέβαινε αυτό, αλλά ούτε στούς υπολογιστές συμβαίνει πάντοτε! Πόσο μάλλον στούς ανθρώπους!

Στόν όμορφο κόσμο τής φαντασίας τής θεολογίας τής ιδεατής εικόνας, σέ αυτόν λοιπόν τόν κόσμο: «Ζούμε σέ μιά εποχή πού μεγιστοποιούνται τά ψευδοπροβλήματα καί σμικρύνεται η σημασία τών πραγματικών προβλημάτων. Τό θέμα είναι νά φθάσουμε στήν ερώτηση-κραυγή «ειπέ ρήμα πώς σωθώ». Από εκεί καί πέρα είναι εύκολο νά μυηθούμε σέ «απηρχαιωμένες» ή άγνωστες πρός τό παρόν ορολογίες, οι οποίες θά μάς γίνουν οικείες καί άς προέρχονται από «μοντέλα ζωής» άσχετα μέ τό δικό μας».

Στόν πραγματικό όμως κόσμο υπάρχουν χιλιάδες καί μυριάδες άνθρωποι πού ζούν έντονα αυτήν τήν κραυγή, αλλά οι άνθρωποι τής Εκκλησίας, συνήθως, τούς προωθούν συνειδητά ή ασυνείδητα στόν κόσμο τής εικονικής εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Κάποιοι τούς ακούνε καί εισέρχονται. Σύντομα όμως τά αποτελέσματα είναι τέτοια, ώστε ο κάθε π. Θωμάς, νά μήν έχει άλλη επιλογή από τό νά τούς ψέγει διαρκώς ότι δέν είναι ειλικρινείς, δέν θέλουν πραγματικά ή ότι δέν κάνουν υπακοή είναι ράθυμοι καί τά λοιπά γνωστά ή όπως τό έθεσε κάποιος «μέγας γέρων», δέν ξέρουν τί τούς γίνεται!

Αυτά γράφονται εις μνημόσυνο τών εκατοντάδων (αισιόδοξη εκτίμηση) θυμάτων τής θεολογίας καί ποιμαντικής τής ιδεατής εικόνας, μέσα στίς τάξεις τών κληρικών, μοναχών καί μοναζουσών.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here