Η βούληση ως ερμηνεία

1
291

Ο άνθρωπος μοιάζει να κινείται στη μεθόριο μεταξύ δύο αντιδιαμετρικών στάσεων απέναντι στο μη ανθρώπινο κόσμο, που το περιβάλλει. Οι στάσεις αυτές παραδοσιακά νοούνται ως νους και σώμα ή, κατά το Σοπενάουερ, ως βούληση και παράσταση ή, όπως η σύγχρονη νευρολογία τις έχει προσεγγίσει, ως δράστης εαυτός και παρατηρητής/ερμηνευτής εαυτός. Ας παρατηρήσουμε ότι η ταλάντωση αυτή αφορά τον άνθρωπο στην ατομική του υπόσταση και όχι ως φαινόμενο, επεκτείνεται δε και προς τον ίδιο τον εαυτό του. Το σώμα μας βιώνει το σώμα και το νου μας, ο νους μας σκέφτεται το σώμα και το νου μας.

Σε μια προσπάθεια να κρατήσουμε στο παρόν σημείωμα τις έννοιες και τα αξιώματα στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο, ώστε κατά το δυνατόν να αποφύγουμε παρανομώντας να μετατρέψουμε τη νοητική οπτική μας σε πλήρη βιωματική και νοητική εποπτεία, μπορούμε καταρχήν να σκεφτούμε ότι η βούληση, οριζόμενη ως η δυνατότητα εμπρόθετης παρέμβασης του ατόμου στη μοίρα του ατόμου αλλά και της εκτός του ατόμου ανθρωπότητας, υπάρχει στην ανώτερη εκτός ανθρώπου έμβια φύση μόνο με τη μορφή ψηγμάτων και καθόλου στην κατώτερη.

Η φύση πραγματώνει τους σκοπούς της άμεσα και αυτοματικά, οπότε δεν γνωρίζει επιμέρους πραγματωμένες βουλήσεις, αλλά μάλλον πεπρωμένα. Η διανοητική ανάλυση σε πραγματωμένη βούληση και πεπρωμένο προϋποθέτει τη ρητή αντίληψη παρελθόντος και μέλλοντος κι έτσι είναι μόνο ανθρώπινη και προϋποθέτει τη βίωση του χρόνου με την απαράμιλλη ανθρώπινη οπτική. Η βούληση απευθύνεται στο μέλλον, η παράσταση στο παρόν και το παρελθόν. Κάπου στη μέση, το νεαρό γατάκι ορμά με ενθουσιασμό σε κάθε κινούμενο ερέθισμα, ενώ η μητέρα του κρύβει την αναστάτωσή της μέσα στη φαινομενική ακινησία της και αναμένει την κατάλληλη στιγμή.

Ας επισημανθεί επίσης ότι απουσιαζόντων των διανοητικών προϋποθέσεων της βούλησης στην κατώτερη έμβια φύση, απουσιάζει και η διάσταση μεταξύ μέσων και σκοπών ή καλύτερα, μέσα και σκοποί είναι πάντα συνυφασμένα και αδιαίρετα σε ένα ενιαίο φαινόμενο. Προφανώς και η υπόλοιπη έμβια φύση έχει σκοπούς, όμως, στο κατώτερο ζωικό επίπεδο, για παράδειγμα στο επίπεδο ενός μονοκυττάρου οργανισμού, τα μέσα είναι και σκοποί· η επίτευξη ενός σκοπού είναι η ίδια και μέσο για την επίτευξη ενός επόμενου. Ακόμη όμως και αν θα υπήρχε μία τέτοια διάσταση, ο οργανισμός αυτός δεν θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί αυτή τη διάσταση και βέβαια ούτε και σε θέση να μετατρέψει την ίδια τη διάσταση είτε σε μέσο είτε σε σκοπό του.

Ο άνθρωπος έχει στο μέγιστο βαθμό την ικανότητα να εισάγει στην πραγμάτωση ενός σκοπού του τους παράγοντες του χρόνου και μαζί και του τρόπου (ο τρόπος απαιτεί το χρόνο ή ίσως και να είναι χρόνος ο ίδιος). Ο άνθρωπος μπορεί να αναστέλλει εμπρόθετα, να καθυστερεί, δηλαδή, μια πραγμάτωση με δική του εμπρόθετη δράση, με άλλα λόγια να ανάγει και την ίδια την αναβολή της πραγμάτωσης ενός σκοπού του σε σκοπό του. Η νευρολογική απόδειξη (;) περί της ύπαρξης αυτής της ικανότητας είναι η ύπαρξη ανασταλτικών νευρώνων, κέντρων και νευρικών δράσεων, εξίσου ευρεία με την ύπαρξη των διεγερτικών αντίστοιχων. Ο μισός εγκέφαλος φαίνεται πως αναστέλλει τον άλλο μισό! Η ψυχική βίωση και γνωστική ανάλυση αυτής μας της ικανότητας «παραγωγής του αντιθέτου» μπορεί και να αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε, πάλι διανοητικά, την έννοια της βούλησης και κατόπιν της ελευθερίας της και έτσι τελικά την έννοια της υποκειμενικότητας του ανθρώπινου ατόμου. Κατά συνέπεια αυτών, ο διαχωρισμός μεταξύ νου και σώματος ενδέχεται να αποτελεί αμιγώς ανθρώπινη ερμηνεία (παράσταση!) του κόσμου, λόγω αυτής της μοναδικότητας του ανθρώπινου βιώματος, όπως περιγράφτηκε εδώ.

Αν επεκτείνουμε περαιτέρω τώρα την έννοια της βούλησης, το αρνητικό πρόσημο αυτής είναι η υστεροβουλία για την οποία όλοι οι άνθρωποι είμαστε ικανοί και ορισμένοι πολύ ικανοί, στο βαθμό που μπορεί να μηχανευόμαστε παρεμβάσεις με ενδεχόμενα, αποδεκτά ή και επιθυμητά κακό αποτέλεσμα πάνω σε άλλα ανθρώπινα υποκείμενα. Βεβαίως, το εάν και κατά πόσον θα επιδιώξουμε να είμαστε Οδυσσείς ή Ζητιάνοι (βλ. εποικοδομητικά σχόλια αξιότιμων κ. Ιακώβου και κ. Κοροβίνη στην πρόσφατη δημοσίευση εδώ του δεύτερου με τίτλο «Προσεγγίσεις στα αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας») λαμβάνει το περιεχόμενο του από τις δεοντολογικές προσεγγίσεις μας περί του κόσμου και ίσως αυτό να αποτελεί το κεντρικό θέμα που όντως είμαστε σε θέση να διαπραγματευτούμε μέσω της διανόησης, τόσο της ατομικής μας, όσο και της συλλογικής μέσω της διαβούλευσής μας.

Ενώ, στην άλλη πλευρά της παράστασης, η έκφραση της βούλησης που βρίσκεται διαμετρικά απέναντι από την υστεροβουλία θα μπορούσε να είναι η ίδια η κατάργηση της βούλησης. Ως έμφυτη ιδιότητα που είναι, η βούληση είναι δυνατόν να καταργηθεί μόνο εφόσον μετατραπεί σε αντικείμενο βούλησης. Η κατάργηση αυτή, όπως μπορώ να φανταστώ, συμβαίνει όταν κανείς υιοθετεί αναχωρητική στάση προς τον ανθρώπινο κόσμο. Η ελευθερία που γεννάει αυτή η δυνατότητα μπορεί βεβαίως να πραγματωθεί με τη μορφή της αυτοκτονίας, όπως μπορεί να εννοήθηκε από το Σαρτρ ή με τη μορφή της αγιοσύνης, όπως νοείται από την Ορθοδοξία. Ή, πιο ξεκούραστα μα και πιο βαρετά, με την καθημερινή ζωή μας, κάπου ανάμεσα και ελπίζω πιο κοντά στο δεύτερο, μιας και η αυτοκτονία (όχι το ψυχιατρικό φαινόμενο αλλά η ιδεολογική πρόταση) ταυτίζεται με μια βούληση κατάργησης του ανθρώπινου παράγοντα από τον κόσμο, κάτι το οποίο, ως άνθρωποι, δεν δικαιούμαστε να προτείνουμε, πόσω μάλλον να υπερασπιστούμε.

Η βούληση ως ερμηνεία

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here