Η Αγιότητα και ο Πολιτισμός της Πληροφορίας το Μέλλον της Επιστήμης

0
59

του Αρσένιου Μέσκου

1. Εισαγωγή – Ιστορικό

2. Επιστήμη – Θεολογία

3. Η συμβολή του Αγίου Μαξίμου

4. Περί γνωσιολογικής συμμετρίας

5. Η ρήξη της συμμετρίας

6. Η αποκατάσταση του τρίτου σκέλους της συμμετρίας

7. Τα προβλήματα που προκύπτουν

8. Η συμπλήρωση της εικόνας

1. Εισαγωγή – Ιστορικό
Στην διατύπωση του τίτλου, το θέμα είναι εξαιρετικά ευρύ. Για τον λόγο αυτόν η αρχική μου σκέψη ήταν να αναπτύξω σήμερα ένα μέρος του, όπως έκανα και άλλη φορά στο παρελθόν. Όμως οι εξελίξεις τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα, το υλικό προστίθεται διαρκώς και με αφθονία, έτσι ώστε να είναι πια καλύτερα να μιλήσω για το θέμα αυτό συνολικά, όπως το έχω συλλάβει εξ αρχής και όπως το κατανοώ σήμερα και μάλιστα να κάνω μια σύντομη αναφορά και στο ιστορικό του. Θα προσπαθήσω λοιπόν να περιγράψω όλη την σειρά των σκέψεών μου κατά ένα συνοπτικό τρόπο. Προφανώς δεν μπορώ να είμαι αρκετά αναλυτικός ώστε και να παρουσιάσω εδώ όλο το υλικό που έχω. Βέβαια μετά το τέλος της ομιλίας θα μπορούσα να απαντήσω σε τυχόν απορίες που θα προκύψουν. Πάντως αισθάνομαι ότι δεν μπορώ μόνος μου να χειρισθώ και να εξαντλήσω πλήρως το θέμα αυτό. Έτσι σήμερα δεν θέλω να πείσω, αλλά να προβληματίσω, να κινήσω το ενδιαφέρον σας προς κατευθύνσεις που νομίζω ότι η μελέτη τους είναι θέμα ζωτικής σημασίας για όλους μας.

Όλα άρχισαν πριν δέκα ακριβώς χρόνια, τέτοιες μέρες. Μελετώντας δύο εντελώς άσχετα μεταξύ τους βιβλία, σχημάτισα στον νου μου μια ψηφιδωτή εικόνα στην οποία μπορούσα, αρκετά ασαφώς βέβαια, να διακρίνω την σχέση της αγιότητας με τον σύγχρονο πολιτισμό. Και αυτό γιατί εκείνη την στιγμή, τον Μάιο του 1988, υπήρχαν μεν αρκετές ψηφίδες από την εικόνα αυτή, αλλά έλλειπαν πολύ περισσότερες. Εν τούτοις το θέμα μου εκίνησε το ενδιαφέρον και άρχισα πλέον να παρακολουθώ τα πράγματα από κοντά, όσο μου το επιτρέπαν οι δυνατότητές μου.

Τα βιβλία που μου έδωσαν το έναυσμα για να κάνω τις παραπάνω σκέψεις ήταν η διδακτορική διατριβή του π. Νικολάου Λουδοβίκου, πάνω στην διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και το περίφημο πιά Χρονικό του Χρόνου, του Στήβ Χώκινς. Το πρώτο με έφερε σε επαφή με την διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και πολύ γρήγορα, ξεφεύγοντας βέβαια από την θεματική του βιβλίου, διαπίστωσα τα μεγάλα φιλοσοφικά και θεολογικά ανοίγματα που προσφέρει η μοναδική σκέψη του Αγίου. Ανοίγματα που μπορούσαν να χωρέσουν όλη την σύγχρονη επιστημονική και φιλοσοφική γνώση, την οποία είχα ήδη προσεγγίσει τα προηγούμενα χρόνια. Τα δεύτερο έθετε με γλαφυρότητα ερωτήματα στην σχέση Θεός, Κόσμος και σύγχρονη επιστήμη, προσπαθώντας να επαναφέρει στην επικαιρότητα αντιλήψεις του 19ου αιώνα, που για αρκετές δεκαετίες θεωρούνταν ξεπερασμένες. Αυτές τις αντιλήψεις για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω ήμουν βέβαιος από μικρός ότι θα ξαναεμφανισθούν, γι’ αυτό και αμέσως έδωσα σημασία σε αυτά πού διάβαζα. Τελικά, όπως απέδειξε η συνέχεια, αυτό το βιβλίο ήταν η απαρχή ενός κατακλυσμιαίου κύμματος παρομοίων βιβλίων που προβάλαν την ίδια άποψη. Και εννοώ την άποψη ότι όλα κάποια στιγμή θα τα εξηγήσει η επιστήμη, άποψη που μέσα μου ήταν και βέβαια παραμένει συνδεδεμένη με τις ασαφείς προφητείες της Αποκάλυψης του Αποστόλου Ιωάννου. Διαβάζοντας λοιπόν το βιβλίο του Χώκινς κατάλαβα ότι στιγμή για να πάρει η επιστήμη την ρεβάνς της από την θεολογία, είχε έρθει. Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι στην πραγματικότητα η στιγμή αντιστοιχεί σε κάποια χρονική περίοδο αρκετών ετών. Επομένως μάλλον πρέπει να πω, ότι αισθάνθηκα, συνδυάζοντας και άλλα, κοινωνικής υφής γεγονότα, ότι η περίοδος αυτή άρχισε ήδη στα μέσα της περασμένης δεκαετίας.

Τα χρόνια που πέρασαν ήταν πράγματι απρόβλεπτα και εκπληκτικά. Κατάρρευση του κομμουνισμού, πολιτισμός της πληροφορίας, κοινωνία της πληροφορίας, επανάσταση της βιοτεχνολογίας, είσοδος της επιστήμης στο πρόβλημα νους σώμα, ανακάλυψη νερού στην σελήνη και σε άλλα σώματα του πλανητικού μας συστήματος, μόλις πρίν λίγες μέρες παρατήρηση δημιουργίας πλανητικού συστήματος, και τόσα άλλα. Όλα πνιγμένα σε πολέμους και “ακοάς πολέμων, σεισμών, λοιμών και καταποντισμών”. Όλα αυτά δημιουργούν μια δυναμική και μια αίσθηση ότι κάτι συγκλονιστικό και μοναδικό συμβαίνει στις μέρες μας. Η εικόνα όμως που είχα στα μάτια μου μου επέτρεπε να βλέπω τα γεγονότα πιο ψύχραιμα. Και αυτό γιατί η εικόνα έχει ένα ιστορικό βάθος. Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι σημερινό, γι’ αυτό και δεν είναι εφήμερο. Είναι ένα ακόμα σημείο καμπής μιας μεγάλης ιστορικής πορείας, που βέβαια δεν πρόκειται να σταματήσει σήμερα ή αύριο.

Ποια όμως είναι η εικόνα για την οποία μιλώ. Θα μπορούσε να έχει τίτλο, “Η αντικατάσταση του Θεού από την επιστήμη”, η “Ο άνθρωπος γίνεται θεός”. Ο τίτλος βέβαια είναι πολύ τετριμμένος, εν τούτοις το περιεχόμενο της εικόνας είναι εντελώς νέο. Το νέο αυτό περιεχόμενο περιέγραψα στο βιβλίο μου, “Η Αγιότητα και ο πολιτισμός της Πληροφορίας” γι’ αυτό και του έδωσα τον υπότιτλο, “Το Νέο και το Καινό”. Το καινούργιο του “νέου” προκύπτει από την αντικατάσταση των πάσης φύσεως μηχανιστικών μοντέλων που κυριαρχούσαν στην κοσμολογία και την ανθρωπολογία, κατά τις προηγούμενες προσπάθειες για τον εξοβελισμό του Θεού από την δημιουργία Του, με νέα μη μηχανιστικά μοντέλα, που σε κάποιες προωθημένες τους μορφές συνυπάρχουν με τον Θεό. Σήμερα θα προσθέσω και νέο υπότιτλο, “Το πώς μας προλέγει και μας περιγράφει η Θεολογία την υποκατάσταση του Θεού από την σύγχρονη επιστήμη”. Η τετριμμένη αυτή ιστορία έχει σήμερα νέα δυναμική, αυτό όμως το ξέρουμε. Αυτό που δεν είναι επαρκώς γνωστό είναι, ότι η Θεολογία, με βάση την διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου, ερμηνεύει αυτή την προσπάθεια και μας προετοιμάζει για το γεγονός, της, σε μεγάλο βαθμό, επιτυχίας της.

Αν ανοίξουμε τα μάτια μας και δούμε τον κόσμο, και αν είμαστε ειλικρινείς, θα διαπιστώσουμε ότι ο κόσμος μας, το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον μας, με τις τάσεις που διαμορφώνονται, δεν χωρά στην τυπική θεολογική θεώρηση. Χρειαζόμαστε νεα προσέγγιση, εντελώς διαφορετική και δόξα τω Θεώ, τις βάσεις γι’ αυτήν τις έχουμε, μας τις προσφέρουν οι πατέρες, αρκεί να τολμήσουμε να δούμε την αλήθεια κατάματα και κυττώντας την να προσπαθήσουμε να επανακατανοήσουμε την διδασκαλία τους. Βέβαια το συνηθισμένο είναι να κινούμαστε αλλιώς. Πρώτα ερμηνεύουμε τους πατέρες, όσο βέβαια μπορούμε, και στην συνέχεια προσπαθούμε να προσαρμόσουμε την αλήθεια σε αυτή μας την κατανόηση. Κατά την γνώμη μου αυτό είναι λανθασμένο και οδηγεί σε αποτελμάτωση. Εν πάσει περιπτώσει, θα τολμήσω να ξεφύγω από κάποιες απόψεις που είναι παραδοσιακά θρησκευτικά ταμπού, για να λυθούν τα χέρια μας και να μπορέσουμε να κολυμπήσουμε, όσο θα μας το επιτρέπουν οι συνθήκες, στον σύγχρονο ωκεανό.

2. Επιστήμη – Θεολογία
Τί θέλω να πω με όλα αυτά; Στα χρόνια που ζούμε, λαμβάνει χώρα μια σύγκλιση της φυσικής με την μεταφυσική. Οι φυσικές επιστήμες, η κάθε μια ξεχωριστά και όλες μαζύ ταυτόχρονα καταπιάνονται με θέματα τα οποία ήταν προπύργια της μεταφυσικής. Θέματα όπως η ζωή, η ψυχή, το πνεύμα, η αρχή και το τέλος του ανθρώπου αλλά και του κόσμου, η λειτουργία του ανθρωπίνου σώματος αλλά και του ψυχισμού, είναι τομείς που γίνεται εντατική επιστημονική έρευνα. Η πάγια θρησκευτική άποψη είναι ότι η έρευνα αυτή δεν είναι στην πραγματικότητα δυνατή, ότι γίνεται υπέρβαση ορίων και ότι θα πρέπει με κάθε τρόπο να υπερασπίσουμε την μεταφυσική από την βέβηλη προσέγγιση της φυσικής. Η δική μου άποψη είναι ότι μέσα σε ένα ενοποιημένο περιβάλλον, εννοώ αυτό της φυσικής και της μεταφυσικής, ένας Ορθόδοξος πρέπει να αισθάνεται πιο άνετα απ’ ότι σε ένα τόσο έντονα διαφοροποιημένο, όσο αυτό που μας κληροδότησε η δυτική Αναγέννηση.

Στην πραγματικότητα όμως τα πράγματα όχι μόνο δεν είναι ρόδινα, αλλά και πολύ ανησυχητικά γιατί αυτή η ενοποποίηση παρουσιάζει τέτοιες δυσκολίες σε επιστημονικό επίπεδο που ο κίνδυνος αυτές να υπερπηδηθούν εικονικά και αντικανονικά είναι εξαιρετικά άμεσος. Από αυτήν την υπέρβαση μάλιστα πρέπει να περιμένουμε να μας προκύψουν μερικά από τά τρομερά που μας περιγράφει με τόσο σκοτεινό, αλλά και χαρακτηριστικό τρόπο η Αποκάλυψη του Ιωάννου.

Το να μιλήσω αναλυτικά για όλα αυτά τα θέματα μέσα σε μια ομιλία είναι φύσει αδύνατον, γι’ αυτό λοιπόν σκέφτηκα να σκιαγραφήσω τήν όλη εικόνα με αδρές γραμμές. Έτσι ίσως θα κινήσω το ενδιαφέρον και άλλων από τον χώρο της θεολογίας και της Εκκλησίας, ώστε να στρέψουν την προσοχή τους προς τα θέματα αυτά, που είναι όντως καυτά και δεν επιδέχονται αμφιλεγόμενες ψευδολύσεις.

Η τυπική θρησκευτική αντίληψη για τόν κόσμο, την ζωή και τον άνθρωπο είναι ότι πρόκειται περί σειράς θαυμάτων, που αντικατοπτρίζουν το μεγαλείο του Θεού. Έτσι κάθε φορά που η επιστήμη προχωρούσε ερμηνεύοντας τα φαινόμενα και διατυπώνοντας τους φυσικούς νόμους που τα διέπουν, ο μέσος θρησκευόμενος αισθανώταν ότι περιοριζόταν ο ζωτικός χώρος του Θεού. Και αντίστοιχα πολλά ιδεολογικά, φιλοσοφικά ή πολιτικά ρεύματα, χρησιμοποίησαν τις επιστημονικές προόδους για να βγάλουν την Εκκλησία έξω από το παιχνίδι της κυριαρχίας επί της κοινωνίας. Όσο πιο σφιχτό ήταν το σύστημα των νόμων που εξηγούσαν τα φαινόμενα, τόσο πιο ασφυκτικά, θα έλεγε κανείς, έννοιωθε η υπόθεση Θεός. Έτσι οι θρησκευόμενοι όλου του κόσμου αναθάρρησαν όταν οι θεωρίες της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής εκλαϊκεύτηκαν και έγιναν προσιτές στο ευρύ κοινό. Και αυτό γιατί φαινόταν ότι, οι επιστημονικές αυτές θεωρίες, η μεν πρώτη αποδείκνυε το γεγονός της δημιουργίας καθώς μιλούσε για την περίφημη Μεγάλη Έκρηξη, η δε δεύτερη αμφισβητούσε τον ντετερμινισμό με την εξίσου περίφημη αρχή της απροσδιοριστίας του Χαϊζενμπεργκ. Έτσι λοιπόν για αρκετές δεκαετίες του αιώνας μας, υπήρχε ξανά ζωτικός χώρος για τον Θεό.

Αυτό χωρίς αμφιβολία δεν άρεζε στους περισσότερους επιστήμονες και γι’ αυτό όταν άρχισαν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, τα τελευταία 15 χρόνια, η επιστημονική έρευνα έκανε τεράστια βήματα προς την κατεύθυνση του περιορισμού αυτού του χώρου. Αξιοποιώντας τίς νέες γνώσεις, την τεχνολογική εξέλιξη και την ισχύ των ηλεκτρονικών υπολογιστών, με εκπληκτική ορμή προσπαθεί να κλείσει τις τρύπες, απ’ όπου θα μπορούσε να εισέλθει ο Θεός στον κόσμο. Η προσπάθεια αυτή παρουσίασε τόσες επιτυχίες, ώστε άρχισε να εκλαϊκεύεται, νομίζω ότι το προαναφερθέν βιβλίο το Χρονικό του Χρόνου, απ’ όσο εγώ γνωρίζω, ήταν η απαρχή αυτής της γενικευμένης τάσης. Τα νέα επιχειρήματα έρχονται από τοσες διαφορετικές κατευθύνσεις και είναι τόσο πολλά, που εμένα προσωπικά με έχουν πείσει.

Τι ακριβώς εννοώ. Σύμφωνα με την αντίληψη που κληρονομήσαμε από την δυτική θεολογία, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, έξω από τον εαυτό του, και ο κόσμος υπάρχει ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόϊ και κατά καιρούς επεμβαίνει ο Θεός σε αυτόν και ας πούμε δημιουργεί την ζωή, ή αργότερα τον άνθρωπο. Η ζωή, η ο άνθρωπος είναι κάτι το εντελώς νέο σε σχέση με τον ανόργανο ή ζωϊκό κόσμο αντίστοιχα. Η αν το πούμε αλλιώς, αν δεν επενέβαινε ο Θεός δεν θα υπήρχε ζωή ούτε αννθρωπος, αντίστοιχα.

Η σύγχρονη επιστημονική θεώρηση, θεωρεί ότι ο κόσμος, η ζωή, η νόηση είναι εκφράσεις και δυνατότητες του σύμπαντος και δεν χρειάζεται κανένας Θεός για να υπάρξουν. Μάλιστα δε μερικοί επιστήμονες προσπαθούν να μας εξηγήσουν ότι ούτε για να ξεκινήσει αυτό το σύμπαν χρειάζεται ο Θεός. Και διατυπώνουν αυτήν την άποψη γιατί όλα εξηγούνται με βάση τους φυσικούς νόμους χωρίς να υπάρχει καμμιά έξωθεν θεϊκή επέμβαση. Μια εκδοχή από αυτήν την τελευταία άποψη, το λέω προκαταβολικά, σχεδόν την έχω δεχθεί και μάλιστα την θεωρώ πιο κοντά στην Ορθόδοξη θεολογία από την πρώτη.

Και εξηγούμαι. Ως άνθρωπος με θεολογική αλλά και επιστημονική κατάρτηση, απέναντι στον κατακλυσμό τον νέων δεδομένων, έχω περιορισμένες επιλογές. Μια πρώτη είναι να πώ ότι και πάλι θα συμβεί ότι συνέβη πρίν 100 χρόνια. Ότι δηλαδή σύντομα θα ξεπηδήσουν αδιέξοδα στην επιστημονική προσπάθεια και θα αποδειχθεί το μάταιον της προσπαθείας να ερμηνευθεί ο κόσμος και ο άνθρωπος χωρίς τον Θεό και έτσι η υπόθεση Θεός θα θριαμβεύσει και πάλι. Αυτήν την άποψη την ενστερνίζονται και την υποστηρίζουν και αρκετοί επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Εν τούτοις τα επιχειρήματά της μου φαίνονται ασθενικά. Ή ακόμα μπορώ να ισχυρισθώ ότι όλα τα επιστημονικά δεδομένα είναι απάτη και οι θεωρίες ψεύτικες ή ακόμα να κλείσω τα μάτια μου και να πω τι με ενδιαφέρουν όλα αυτά. Να ακολουθήσω δηλαδή μια πεπατημένη που είναι δεν είναι άγνωστη στον Ελλαδικό εκκλησιαστικό και θεολογικό χώρο.

3. Η συμβολή του Αγίου Μαξίμου
Όμως, δόξα τω Θεώ πρίν 10 χρόνια ήρθα σε επαφή με την διδασκαλία του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού και κατάλαβα ότι υπάρχει και άλλη λύση. Να προσεγγίσουμε την διδασκαλια της Εκκλησίας με ένα διαφορετικό τρόπο, από τον συνηθισμένο στα θρησκευτικά περιβάλλοντα. Και μάλιστα γρήγορα κατάλαβα ότι ο διαφορετικός αυτός τρόπος είναι πιο συνεπής προς την εν γένει Ορθόδοξη Θεολογία, απ’ ότι αυτός που μας οδηγεί σε αδιέξοδο. Αυτός είναι ο λόγος που, αν και δεν είχα την ευκαιρία να μελετήσω ολόκληρο το έργο του, αγάπησα ιδιαίτερα τον Άγιο Μάξιμο και του αφιέρωσα το μικρό μοναστηράκι που με αξίωσε ο Θεός να κτίσω κοντά στον Σοχό.

Ο τρόπος με τον οποίο θα προσεγγίσει κάποιος την διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου δεν είναι καθόλου αυτονόητος. Κάτι δε ανάλογο συμβαίνει και με όλα τα έργα των Αγίων μας. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Άγιος δεν ασχολείται με τα προβλήματα που μας απασχολούν. Γενικά ούτε ο Χριστός ούτε οι Απόστολοι ούτε οι Άγιοι προέβλεψαν ή μίλησαν για τα προβλήματα του μέλλοντος. Ασχολήθηκαν αποκλειστικά με το παρόν της εποχής τους. Έτσι έτοιμες λύσεις δεν υπάρχουν για κανένα από τα προβλήματα που έθεσε και θέτει η νεωτερικότητα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να εμπνευσθούμε από το πνεύμα του Ευαγγελίου και των Αγίων και εμπνευόμενοι από αυτό να προσπαθήσουμε να δώσουμε τις απαντήσεις μας.

Η δική μου λοιπόν προσέγγιση έχει σαν θεμέλιο την αντίληψη ότι ο Άγιος δεν φιλοσοφεί. Δεν γράφει για να αναπτύξει ένα θεολογικό σύστημα. Μάλλον προσπαθεί να εκφράσει ένα νοερό όραμα που έχει βιώσει στα πλαίσια της εν Χριστώ ασκητικής και μοναχικής ζωής του. Ένα τέτοιο νοερό όραμα δεν έχει σχέση με ότιδήποτε από αυτά τα οποία συναντούμε στην ζωή και το έργο άλλων στοχαστών. Γιατί το όραμα αυτό δεν είναι στοχασμός, δεν περιλαμβάνει καμμία έννοια ή σχήμα ή ούτε είναι λογική ενόραση. Είναι η μυστική θεωρία που χαρίζεται σε όσους ζούν όντως εν Χριστώ. Αυτή την μυστική όραση είναι που προσπαθεί να εκφράσει με ένα τεράστιο πλούτο εννοιών και εικόνων, σε διάφορες στιγμές και με διαφορετικές αφορμές και αποδέκτες.

Ένα από τα θέματα που ασφαλώς τον απασχολούν είναι η σχέση του Θεού με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Το σύνολο των διατυπώσεών του, επειδή βασίζονται στην έννοια του λόγου, την λέμε θεωρία των λόγων των όντων. Η δική μου αντίληψη είναι ότι δεν πρόκειται για μια θεωρία με την σημερινή έννοια του όρου, δηλαδή μια συστηματική και λογικά συνεκτική διατύπωση του πώς σχετίζεται ο Θεός με τον κόσμο. Βέβαια εδώ δεν θα επεκταθώ σε μεγαλύτερη ανάπτυξη του θέματος, θα πώ κατ’ ευθείαν το συμπέρασμα, το οποίο δεν είναι δική μου πρωτοτυπία, νομίζω ότι σε αυτό, σε γενικές γραμμές, καταλήγουν όλοι οι μελετητές του Αγίου. Σύμφωνα με την θέαση του Αγίου, κάθε όν υπάρχει, σε κάθε στιγμή της ζωής του, σύμφωνα με ένα σύνολο προδιαγραφών, τις οποίες ονομάζει λόγους του όντος αυτού. Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν τίς προαιώνιες θελήσεις του Θεού για το όν αυτό.

Επειδή εδώ μας ενδιαφέρουν κυρίως οι λόγοι των φυσικών αντικειμένων, νομίζω ότι ένα πολύ διαφωτιστικό χωρίο για την έννοια του λόγου είναι το εξής:

“(Είναι να θαυμάζει κανείς) τους λόγους εκείνους που εμφυτεύθηκαν στο καθένα από τα όντα από πρώτης αρχής της υπάρξεώς τους! Σύμφωνα με τους λόγους αυτούς το καθένα από τα όντα και υπάρχει και έχει την διαφοροποίησή του και το σχήμα του και την σύνθεσή του και μπορεί να ενεργεί και να πάσχει, για να μην αναφέρω και την διαφοράν και την ιδιαιτερότητα του καθενός ως προς το ποσόν και το ποιόν και την σχέση και τον τόπο και τον χρόνο και την έξη… PG 91, 1228 AB.” Το χωρίο αυτό είναι χαρακτηριστικό. Μας φανερώνει με σαφήνεια ότι ο Άγιος δεν συγκροτεί φιλοσοφικό σύστημα ούτε δίδει ορισμό των λόγων. Θεωρεί την φύση, τα όντα και μας λέει το τί αυτός βλέπει. Και βλέπει το κάθε όν να υπάρχει σύμφωνα με κάποιους λόγους, αν θέλετε κανονισμούς, εγώ λέω προδιαγραφές, που υπάρχουν εξ αρχής από την δημιουργία τους.

Αυτό που καθιστά την “θεωρία” των λόγων άκρως ενδιαφέρουσα είναι ότι οι λόγοι δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους ούτε τρόπον τινά αυτόνομοι. Προκύπτουν από προηγούμενους γενικότερους λόγους, και παράγουν επόμενους ειδικότερους λόγους. Οι δε συνδέσεις των λόγων και το όλο σύστημα έχει μια έλλογη δομή που καταλήγει πυραμιδοειδώς στόν Θεό Λόγο. Οι λόγοι αυτοί είναι θελήσεις του Θεού που υπάρχουν πρίν από την Δημιουργία του σύμπαντος μέσα στον νού του Θεού. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. (Παραπομπές και περισσότερη ανάπτυξη των θεμάτων αυτών μπορεί να βρεί, όποιος τυχόν ενδιαφέρεται στο βιβλίο, Η Αγιότητα και ο Πολιτισμός της Πληροφορίας, όπου υπάρχει και βιβλιογραφία).

Τα όντα λοιπόν ακολουθούν μια πορεία η οποία είναι προαποφασισμένη πρίν υπάρξει ο κόσμος. Αυτή η πορεία είναι η βέλτιστη για τα όντα, είναι η προαιώνια βουλή του Θεού για το κάθε όν, όπως την ονομάζει ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ. Εν τούτοις υπάρχει μια κατηγορία όντων που έχουν την δυνατότητα να ακολουθήσουν μια άλλη διαφορετική και δική τους πορεία. Πρόκειται για τα έλλογα όντα και ειδικότερα για τους ανθρώπους. Από το σημείο αυτό ανοίγουν άλλα εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα, τα οποία όμως θα αντιπαρέλθω για λόγους συντομίας.

Κατόπιν όλων αυτών, δεν νομίζω ότι προδίδω την σκέψη του Αγίου λέγοντας, ότι αν ζούσε σήμερα, είναι βέβαιο ότι αναφερόμενος στα φυσικά αντικείμενα, δεν θα μιλούσε μόνο για λόγους αλλά και για νόμους, για αμετάβλητους φυσικούς νόμους που εκφράζουν τις αμετάβλητες και προαιώνιες άκτιστες βουλές ή θελήσεις του Θεού και μάλιστα θα εύρισκε πολύ πιθανή, αν δεν μας βεβαίωνε γι’ αυτό, την περίπτωση όλοι οι νόμοι να ξεκινούν από ένα αρχικό νόμο, από μια αρχική εξίσωση που οι σύγχρονοι επιστήμονες καλούν Θεωρία των Πάντων. Και μάλιστα θα μας έλεγε να μην ξεγελιώμαστε, ακόμα και εκεί που τα πράγματα φαίνονται ότι εξελίσσονται τυχαία και χαοτικά, ακόμα και εκεί, υπάρχουν νόμοι που τα διέπουν γιατί τίποτα δεν γίνεται άνευ της θελήσεως του Θεού που εκφράζεται διαρκώς μέσα από τους φυσικούς νόμους και αυτή η θέληση έχει έλλογη δομή. Η καλύτερα ο άνθρωπος έχει δομή τέτοια που του δίνει την δυνατότητα να καταλαβαίνει ένα συγκεκριμμένο εύρος από την λογικότητα των Θείων θελήσεων.

Αυτό όμως που τονίζει με έμφαση ο Άγιος είναι ότι δεν είναι πάντα ικανός ο άνθρωπος για να αντιλαμβάνεται με επιτυχία όλο το εύρος από τους λόγους-νόμους των όντων. Και μάλιστα εξαρτά αυτήν την ικανότητα από κάτι αδιανόητο για μας. Την εξαρτά από την ηθική κατάσταση του ανθρώπου και πιο ειδικά από την εν Χριστώ ηθική του κατάσταση. Μια τέτοια άποψη για τον άγιο είναι αυτονόητη. Εφ’ όσον οι λόγοι νόμοι εξαρτώνται από τον Χριστό, τους καταλαβαίνει πλήρως μόνο όποιος είναι συντονισμένος με τον Χριστό. Κάνοντας μια πολύ προωθημένη ερμηνεία των αδιεξόδων που έχουν εμφανισθεί σε ορισμένους τομείς αιχμής της επισημονικής έρευνας, μπορούμε να ανιχνεύσουμε σε αυτές τις περιπτώσεις, στοιχεία που μας επιτρέπουν να στηρίξουμε αυτήν την κατανόηση. Μάλιστα δε το γεγονός ότι η “ορθόδοξη” επιστήμη απεχθάνεται τέτοια ανοίγματα, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ψυχαναλυτικά ως απώθηση αυτών των ηθικών απαιτήσεων.

4. Περί γνωσιολογικής συμμετρίας
Το πως φθάσαμε στην σημερινή αντίληψη της ανεξαρτησίας της επιστημονικής γνώσης από τις ηθικές προϋποθέσεις, το περιγράφω, βέβαια συνοπτικά, στο βιβλίο μου. Σήμερα θα προσπαθήσω να περιγράψω και να ερμηνεύσω το φαινόμενο στηριζόμενος στο έδαφος της Ορθοδόξου πίστεως και θεολογίας.

Η δημιουργία, σύμφωνα με την αντίληψη της Εκκλησίας, έχει δύο συνιστώσες. Την υλική και την νοερά ή πνευματική. Το μεγάλο και πολυδιάστατο πρόβλημα είναι ότι αυτή η διάκριση είχε στο παρελθόν άλλο νόημα και περιεχόμενο, από αυτό που καταλαβαίνουμε εμείς σήμερα. Δυστυχώς τους τελευταίους αιώνες η Ορθόδοξη Θεολογία δεν διαλέχθηκε με την δυτική επιστήμη ώστε να υπάρξουν ορθόδοξες απαντήσεις στα θέματα που έθεσαν οι επιστημονικές πρόοδοι της νεωτερικότητας. Αυτό το γεγονός έχει ως συνέπεια το γεγονός ότι ως χριστιανικές θέσεις νοούνται οι θέσεις της δυτικής Θεολογίας. Σε αυτήν την τελευταία, η διάκριση ύλης και πνεύματος είναι εντελώς απόλυτη και αυτήν την απολυτότητα την έχουμε παραλάβει και εμείς ως δεδομένη.

Ας δούμε όμως τι λέει ο Άγιος Μάξιμος:

Έτσι κι ο κόσμος ολόκληρος των όντων, που προήλθε δημιουργικά από τον Θεό, (Είναι φανερό ότι ο Άγιος βλέπει μόνο μία δημιουργία κοινή και για τις δύο διαστάσεις του σύμπαντος, την υλική και την πνευματική) μοιράζεται στο νοητό κόσμο, που τον απαρτίζουν νοερές και ασώματες οντότητες, και σ’ αυτόν τον αισθητό κόσμο και σωματικό, που έχει με τρόπο μεγαλοφυή συνυφανθεί από πολλά είδη και φύσεις. Όλος ο κόσμος, μ’ αυτή τη χειροποίητη (εννοεί Εκκλησία, δηλαδή τον Ναό), φανερώνει με σοφία πως είναι μιά κατ’ άλλο τρόπο αχειροποίητη Εκκλησία. Είναι ιερό βήμα, επειδή περιέχει τον άνω κόσμο, που έχει παραδοθή στις άνω δυνάμεις. κι είναι ναός, επειδή περιέχει τον κάτω, που έχει παραχωρηθή σ’ εκείνους, που τους έλαχε η ζωή των αισθήσεων. (Ήδη από την αρχή φαίνεται ότι το θεμέλιο της σκέψης του Αγίου είναι μιά εκκλησιαστική μυστική θεωρία και όχι ένας απλός στοχασμός).

Κι είναι πάλι ένας ενιαίος κόσμος, (δηλαδή το δημιουργημένο σύμπαν) που δεν υφίσταται τη διαίρεση των μερών του, αλλά αντίθετα και των ιδίων μερών του τη διαφορά, σύμφωνα με την ατομική τους φύση, την περιορίζει με την αναφορά του προς την ίδια του την ενότητα και την άρνηση της διαιρετότητάς του. Μας δείχνει ότι ταυτίζονται αμοιβαία μεταξύ τους και μ’ αυτόν, χωρίς σύγχυση (ο όρος είναι θεολογικός και φανερώνει την συνύπαρξη δύο διαφορετικών καταστάσεων ή τμημάτων, που όμως διατηρούν πλήρως την ιδιαιτερότητά τους στα πλαίσια μιας ευρύτερης ενότητας) κι ότι εισέρχονται ολόκληρο το ένα μέσα στο άλλο. Και σαν μέρη και τα δύο μαζί, ολοκληρώνουν το σύνολο του κόσμου και σύμφωνα με τον κόσμο αυτόν σαν σύνολο, ολοκληρώνονται το καθένα από τα δύο μέρη κατά ενότητα και ολικότητα. (Δηλαδή ούτε τα αισθητά μπορούν να κατανοηθούν πλήρως χωρίς τα νοητά αλλά ούτε μπορεί να συμβεί το αντίθετο). Ολόκληρος δηλαδή ο νοητός κόσμος μέσα σε ολόκληρο τον αισθητό φαίνεται ότι αποτυπώνεται κατά τρόπο μυστικό με συμβολικές μορφές, για όσους έχουν την δύναμη να βλέπουν. (Εδώ βλέπουμε ότι η κατανόηση αυτών των πραγματικοτήτων δεν είναι εφικτή για όλους, αλλά μόνο για όσους έχουν τις εν Χριστώ πνευματικές προϋποθέσεις). Και ολόκληρος ο αισθητός κόσμος βρίσκεται μέσα σε ολόκληρο το νοητό απλοποιημένος σε λόγους κατά την γνωστική δύναμη του νου. (Βλέπουμε την λογικότητα του σύμπαντος, τέτοια που να μπορεί να την κατανοήσει ο νους του ανθρώπου). Βρίσκεται ο αισθητός μέσα στο νοητό με τους λόγους κι ο νοητός μέσα στον αισθητό με τους τύπους. Και είναι το έργο τους ένα, σα να ήτανε ένας τροχός μέσα σε άλλον τροχό, λέει ο θαυμάσιος των μεγάλων οραματιστής Ιεζεκιήλ, (πρόκειται για το περίφημο όραμα του Ιεζεκιήλ, για το άρμα με τους πύρινους τροχούς, που μερικοί εκλαμβάνουν ως αναφορά σε Ούφο!) μιλώντας νομίζω για τους δύο κόσμους. Αλλά κι ο θείος Απόστολος λέει σχετικά: Οι αόρατες ενέργειες του Θεού από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου γίνονται ορατές, όταν νοηθούν με βάση τα δημιουργήματά του. Κι αν γίνωνται ορατά όσα δε φαίνονται με την δύναμη εκείνων που φαίνονται, όπως έχει γραφή, πολύ περισσότερο με όσα δε φαίνονται θα γίνουν νοητά όσα φαίνονται από εκείνους που υψώνουν το πνεύματος προς την πνευματική θεωρία. (Εδώ το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον, ο άγιος μας λέει ότι όσα φαίνονται, δηλαδή τα αισθητά, μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητά μόνο με την θεωρία των νοητών, την οποία πάλι δεν θεωρεί αυτονόητα δυνατή από όλους). Γιατί η συμβολική θεώρηση των νοητών με βάση τα ορατά είναι πνευματική γνώση και νόηση των ορατών με βάση τα αόρτα. Επειδή πρέπει όσα δηλώνουν το ένα τα άλλο να έχουν αληθινές οπωσδήποτε και ολοφάνερες τις μεταξύ τους δηλώσεις και άθικτη όποια σχέση θεμελιώνεται επάνω τους. (Δηλαδή δε είναι μόνο ότι τα όντα υπάρχουν σε στενή μεταξύ τους σχέση, αλλά και η γνώση τους από τον άνθρωπο είναι αλληλένδετη, δεν είναι προφανώς πλήρης και ολοκληρωμένη ανεξάρτητα η μία από την άλλη, η γνώση των αισθητών από την γνώση των νοητών). Μυσταγωγία Έκδοση Αποστολικής Διακονίας, σελ. 119, μετ. Ιγν. Σακαλής.

Ο άνθρωπος λοιπόν είναι ένα όν το οποίο μετέχει και στις δύο διαστάσεις της δημιουργίας, την υλική και την νοερή. Η πληρότητα της γνώσης υπάρχει όταν αυτή επεκτείνεται και στις δύο αυτές διαστάσεις. Π.χ. ένα όν, ένα σπίτι μπορεί ο άνθρωπος να το δεί μόνο μεσα στην υλική του διάσταση, αλλά μπορεί να το δεί και στην νοερή του διάσταση. Το τί βλέπει στην υλική είναι γνωστό δεν χρειάζεται να πω τίποτα. Το τι βλέπει στην νοερή δεν είναι απλό και δεν είναι εύκολο να το εκφράσω. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι βλέποντας το σπίτι καποιος, σίγουρα όχι όλοι, αποκτά μια λεπτή και αδιόρατη αίσθηση για αυτόν που έκτισε το σπίτι αλλά και γι’ αυτόν πού μένει σε αυτό. Ανάλογα με το πόσο ευαισθητοποιημένος είναι ο παρατηρητής αυτή η επιπλέον γνώση μπορεί να είναι λιγότερο η περισσότερο πλούσια. Στην συνέχεια δε, αυτή η αδιόρατη γνώση μπορεί να σχηματοποιηθεί και από αδιόρατη και λεπτή να γίνει ένα σύνολο σκέψεων και απόψεων του παρατηρητή. Πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή η νοερή γνώση προηγείται των σκέψεων και των λογικών εκφράσεων. Μπορεί να μείνει απλή αδιόρατη αίσθηση, αν δεν υπάρξει ανάγκη να κοινοποιηθεί σε άλλους, η αν δεν συνδυασθεί με άλλα θέματα η προβλήματα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την παρατήρηση-γνώση του φυσικού κόσμου. Μόνο που για να μπορέσει ο παρατηρητής να αισθανθεί αυτήν την λεπτή και αδιόρατη γνώση απαιτείται πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια. Αυτό το καταλαβαίνουμε όλοι μας. Είναι εύκολο να καταλάβουμε αρκετά στοιχεία από τον κατασκευαστή ή τον ένοικο του σπιτιού καθώς και τήν νοοτροπία με την οποία είναι φτιαγμένο ή τον σκοπό χρήσης του, ενώ είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσουμε τις ίδιες πληροφορίας για ένα δένδρο ή μια πέτρα ή ένα βακτηρίδιο. Αυτή η δυσκολία είναι που ίσως κάνει να φαντάζει μια τέτοια γνώση ως μεταφυσική ή ως αποκαλυπτική.

Και πράγματι για την δυτική θεολογία, για την οποία τα νοητά διαφέρουν ριζικά από τα αισθητά η νοερά γνώση είναι “μεταφυσική” ή αποκάλυψη. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για την Ορθόδοξη θεολογία. Όπως είδαμε για τον Άγιο Μάξιμο η γνώση των νοητών είναι εντελώς φυσική και μάλιστα αυτονόητη κάτω από μια βασική προϋπόθεση, την ουσιαστικό συντονισμό του ανθρώπου με τον Χριστό, τον Δημιουργό των νοητών και των αισθητών όντων.

Ο άγιος μας διδάσκει ότι για κάθε ον υπάρχει ο λόγος του, που περιλαμβάνει και το αισθητό και το νοητό του τμήμα ή αν θέλουμε μπορούμε να πούμε ότι στο κάθε όν αντιστοιχεί ένα σύνολο λόγων νοητών και αισθητών, αλλά το σύνολο αυτό το αντιλαμβάνεται μόνο όποιος έχει ενεργοποιήσει τον νού του, δηλαδή το τμήμα της ύπαρξης που διακρίνει τη νοητή διάσταση της δημιουργίας. Και αυτή ακριβώς η ενεργοποίηση επιτυγχάνεται με τον αγώνα για την τήρηση των εντολών του Χριστού.

Όταν λοιπόν υπάρχει αυτή η προϋπόθεση, τότε ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να προσεγγίσει το σύνολο των πληροφοριών ή χρησιμοποιώντας την θεολογική γλώσσα το σύνολο των λόγων, με τις οποίες έχει εφοδιάσει το κάθε δημιούργημα ο Θεός. Οι λόγοι όπως είπα προηγουμένως είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους, καθώς ανεβαίνουμε τα επίπεδα κατανόησης και στο τέλος φθάνουμε στον ίδιο τον Θεό Λόγο. Επομένως η γνώση και κατανόηση του λόγου ενός όντος δεν είναι μια κατάσταση στατική και τελειωμένη, αλλά δυναμική και διαρκώς ανερχόμενη προς μια μεγαλύτερη κατανόηση. Αυτή η διαβάθμιση αφορά και τα δύο σκέλη της γνώσης. Και η αισθητή και η νοητή γνώση για ένα όν μπορούν να διέρχονται ανοδικά επίπεδα κατανόησης, φθάνοντας σε διαρκώς απλούστερες και συνεκτικότερες νοήσεις. Σε κάθε επίπεδο όμως, ας μιλήσουμε λίγο μαθηματικά, το άθροισμα των κατανοήσεων είναι σταθερό. Αν, δηλαδή ο νούς στραφεί περισσότερο στα αισθητά, θα μειωθεί, έστω στιγμιαία η κατανόηση των νοητών και το αντίστροφο.

Αυτήν την κατάσταση όσον αφορά την γνώση των όντων, την ονόμασα στο βιβλίο μου γνωσιολογική συμμετρία γιατί ακριβώς ενοποιούνται δύο φαινομενικά διαφορετικές ή και αντίθετες καταστάσεις, η γνώση των αισθητών και η γνώση των νοητών, ή με άλλα λόγια επιστημονική γνώση και η εν Χριστώ πνευματική θεωρία, και ταυτόχρονα υπάρχει αυτή η σχέση σταθερού αθροίσματος. Ειδικώτερα αυτό το τελευταίο γεγονός, μας οδηγεί κατευθείαν στην αντίστοιχη έννοια της φυσικής και είναι αυτό που ερμηνεύει, από θεολογικής απόψεως, θα τολμούσα να πω όλη την ιστορία.

Είναι όμως εύκολα κατανοητό ότι, στην πράξη είναι πολύ δύσκολο ένας άνθρωπος να κατορθώσει μια τέτοια κατάσταση υπαρξιακής εντάσεως, ώστε να είναι ενεργοποιημένα σε υψηλό βαθμό και τά δύο τμήματα της υπάρξεώς του, και το υλικό και το πνευματικό ώστε να επιτευχθεί η γνωσιολογική συμμετρία• η αν επιτευχθεί, είναι δύσκολο να διατηρηθεί. Εξαιτίας δε του σταθερού αθροίσματος, όσο αυξάνει η γνώση των αισθητών, τόσο μεγαλύτερη προσπάθεια απαιτείται για την επίτευξη της γνώσης των νοητών που αντιστοιχούν στα αισθητά, αλλά και το αντίστροφο.

Στην πράξη λοιπόν η συμμετρία καταρρέει. Όταν δεν υπάρχουν οι ηθικές προϋποθέσεις, τότε ο άνθρωπος προσεγγίζει μέρος μόνο των πληροφοριών με τις οποίες είναι εφοδιασμένη η δημιουργία. Αυτό ισχύει και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ο επιστήμονας δεν κατανοεί ορθά τό νόημα του κόσμου και ο άγιος δεν γνωρίζει επαρκώς την πρακτική και φυσική άποψη των όντων.

Ο άγιος Μάξιμος όμως μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος έτσι ώστε να χρειάζεται, για την απρόσκοπτη υπαρξιακή του ανάπτυξη το σύνολο των πληροφοριών, και των αισθητών και των νοητών, έτσι ώστε και η δημιουργία να επιτελεί τον προορισμό της. Όταν λείπει είτε το τμήμα των αισθητών είτε το τμήμα των νοητών, τότε υπάρχει πρόβλημα γιατί κανένα από τα δύο μέρη δεν ολοκληρώνεται κατά ενότητα και κατά ολικότητα.

5. Η ρήξη της συμμετρίας
Σε εποχές όπου η εν Χριστώ ζωή βιωνόταν με ένταση και η επιστημονική γνώση δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, μπορεί να ανιχνευθεί η βίωση της γνωσιολογικής συμμετρίας. Αλλά πολύ σύντομα αυτή κατέρρευσε. Περί αυτών ομιλώ στο βιβλίο μου. Στην πράξη λοιπόν με το πέρασμα των αιώνων καθώς η πείρα της γνωσιολογικής συμμετρίας χάθηκε και μάλλον τουλάχιστον στον χώρο της δυτικής Ευρώπης λησμονήθηκε, δόθηκε έμφαση, για λόγους που μπορούν να εξηγηθούν, στο ένα σκέλος της, σε αυτό της γνώσης των αισθητών, δηλαδή στην επιστημονική γνώση.

Και ο άνθρωπος εντυπωσιασμένος από τις επιτυχίες του στο σκέλος αυτό, προσπάθησε και προσπαθεί, θα έλεγα ασυναίσθητα να ικανοποιήσει τις υπαρξιακές του ανάγκες μόνο με την επιστημονική γνώση. Π.χ. προσπαθεί να βρεί το νόημα και τον σκοπό των όντων μόνο με την επιστημονική μεθοδο. Από δε την άλλη πλευρά, ο παραδοσιακός πνευματικός άνθρωπος τρομαγμένος από το πλήθος της επιστημονικής γνώσης, νομίζει, κατά ένα αντιθετικό τρόπο, ότι μπορεί μέσα από την πνευματική θεωρία να καταλάβει όλα τα μυστικά της δημιουργίας. Είναι χαρακτηριστό της εκκλησιαστικής ιστορίας ότι πολλοί άνθρωποι φωτισμένοι πνευματικά μιλήσαν χαρακτηριστικά λανθασμένα, κρινόμενοι στο επίπεδο της ιστορίας και της επιστήμης.

Με όλες αυτές τις σκέψεις νομίζω ότι σκιαγραφώ αρκετά τον βαθύ σύνδεσμο της αγιότητας και του σημερινού πολιτισμού, του πολιτισμού της πληροφορίας. Η γνώση του κόσμου και του ανθρώπου είναι μια κοινή προοπτική και κοινή ενέργεια του ανθρώπου, αλλά η πληρότης υπάρχει όταν τα δύο στοιχεία όχι απλά συνυπάρχουν αλλά είναι αλληλοεξαρτώμενα και συλλειτουργούντα. Στην σημερινή πραγματικότητα που κάτι τέτοιο εμφανώς δεν συμβαίνει, τα δυο στοιχεία είναι αυτονομημένα, αλλά εν τούτοις δεν παύουν να είναι ενωμένα, σε ένα βαθύτερο οντολογικό επίπεδο.

Αυτή η ασύμμετρη ανάπτυξη της γνώσης δεν μπορεί να προσπορίσει στον άνθρωπο αυτά που αυτός, από την κατασκευή του έχει ανάγκη. Ούτε την πλήρη γνώση του κόσμου ούτε την δική του ανάπτυξη και πληρότητα. Αυτό συμβαίνει γιατί ουσιαστικά δεν μπορεί να προσλάβει και να αφομοιώσει τους λόγους των όντων. Και σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να δούμε τί προσπορίζουν στον άνθρωπο οι λόγοι των όντων.

Ίσως το πλέον σημαντικό σημείο της διδασκαλίας του Αγίου Μαξίμου για τους λόγους είναι η λειτουργικότητά τους όσον αφορά τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος τους προσλαμβάνει ως δόματα, δηλαδή δοσίματα-δωρεές, από τόν Θεό και τους ανταποδίδει ως δώρα, δηλαδή προσφορές προς τον Θεό. Ένα χαρακτηριστικό χωρίο του Αγίου παραθέτω αμέσως παρακάτω. Όποιος βέβαια ενδιαφέρεται μπορεί να δεί περισσότερα στο βιβλίο του π. Νικολάου σελ. 73, απ’ όπου είναι παρμένο και το παρατιθέμενο σε μετάφραση χωρίο.

Ο άνθρωπος “ως ικανός να γνωρίζει, προσφέρει στον Θεό τους πνευματικούς λόγους των όντων, μέσω της κτίσεως, ως δώρα• ως δε ικανός να πράττει δέχεται τους φυσικούς νόμους των όντων ως δόματα (δοσίματα, δωρεές), μιμούμενος αυτούς με τον τρόπο του βίου του• έτσι αποκαλύπτει με την ζωή του τη μεγαλοπρέπεια της θείας σοφίας που υπάρχει αόρατη στα όντα.”

Τώρα θα ήθελα να περιγράψω με δικά μου λόγια την λειτουργικότητα αυτή των λόγων των όντων. Ένας άνθρωπος που βιώνει, σε ένα κάποιο βαθμό, την γνωσιολογική συμμετρία, μπορεί να διακρίνει στους λόγους τρία τμήματα, ή τρείς λειτουργίες. Πρώτα την φυσική υπόσταση του όντος, αυτήν που μελετά η επιστήμη• δεύτερον αυτό που κάποια στιγμή ονόμασα τεμάχιον αγάπης. Μέσα σε κάθε όν υπάρχει κάτι από την αγάπη του Θεού. Η γεύση αυτής της αγάπης, που βρίσκεται μέσα στους λόγους του κάθε όντος, είναι μια πολύ προσωπική και μυστική υπόθεση. Εξαρτάται δε καθοριστικά από την εν Χριστώ πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Μπροστά σε ένα όμορφο τοπίο ο κάθε άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί μια συναισθηματική έξαρση. Ο εν Χριστώ όμως ανεβασμένος άνθρωπος, συλλαμβάνει ένα κάτι άλλο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει, σε δεύτερη φάση, μια συναισθηματική ή θρησκευτική έξαρση• στην πραγματικότητα όμως είναι πρόσληψη αγάπης από τον Θεό και παράγει πάλι αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Αυτό το δεύτερο κομμάτι του λόγου, τρέφει και αυξάνει την ανθρώπινη ύπαρξη. Τέλος τρίτον, ο λόγος γίνεται μέσο κοινωνίας και επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό, αλλά και γενικότερα με τον χώρο του πνεύματος. Αν εκφραστώ εντελώς σύγχρονα, οι λόγοι των όντων παίζουν τον ρόλο της μπάντας των συχνοτήτων μέσω των οποίων λειτουργούν οι σύγχρονες επικοινωνίες. Οι λόγοι λειτουργούν ως μπάντα μέσω της οποίας ανταλλάσσονται μηνύματα μεταξύ Θεού και ανθρώπου.

Αν και η γνωσιολογική συμμετρία καταστρέφεται, ο άνθρωπος δεν καταστρέφεται και επομένως παραμένει με τίς ίδιες ανάγκες. Καθώς από τους λόγους των όντων αντιλαμβάνεται με εκληκτική επιτυχία ένα μέρος τους, τό πρώτο από τα τρία που προανέφερα, προσπαθεί με αυτό να καλύψει και τα υπόλοιπα. Με την επιστήμη γνωρίζει τα όντα και με τον οικονομική και τεχνολογική πρόοδο και την διαρκή αναβάθμιση της σεξουαλικοτητας, εδώ και αιώνες προσπαθεί ο δυτικός άνθρωπος να αποκαταστήσει την συμμετρία. Δηλαδή να αποκτήσει όλα όσα είναι πλασμένος να έχει βιώνοντας την συμμετρία, χωρίς όμως τους περιορισμούς της εν Χριστώ ζωής. Για το θέμα αυτό μίλησα αρκετά στο βιβλίο και δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο τώρα. Και αυτό γιατί στο μεσοδιάστημα από την έκδοσή του προέκυψε κάτι το καινούργιο.

6. Η αποκατάσταση του τρίτου σκέλους της συμμετρίας
Όταν λοιπόν έγραφα το ομώνυμο βιβλίο, εγώ προσωπικά δεν γνώριζα επαρκώς και δεν το είχα συνειδητοποιήσει αρκετά, ένα στοιχείο αυτού του πολιτισμού, που λίγους μήνες μετά την έκδοση του βιβλίου όλοι μιλούσαν και μιλούν πιά διαρκώς γι’ αυτό. Μιλώ για τα διαδίκτυα, το περιβόητο Ιντερνέτ, που δικαιώνει πανηγυρικά τις παρατηρήσεις που μόλις ανέπτυξα.

Από την λειτουργικότητα των λόγων των όντων, γίνεται φανερό το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να δέχεται και να στέλνει μηνύματα τα οποία να έχουν νοερά η πνευματική υφή. Εννοώ την ενέργεια της προσευχής, η οποία βέβαια μπορεί να έχει πλήθος μορφών, όλες όμως στην ουσία τους είναι μια επικοινωνία, νοερή, μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου. Με την προσευχή ο άνθρωπος εισέρχεται σε ένα νοερό χώρο και συναντά τον κόσμο των πνευμάτων, των καλών και των κακών και βέβαια γίνεται συγκοινωνός, λίγο ή πολύ με τις ενέργειες του Θεού. Η προσευχή είναι ίσως το σημαντικότερο θεμέλιο της γνωσιολογικής συμμετρίας και σε αυτήν παίζουν σημαντικότατο ρόλο οι λόγοι, όπως προανέφερα.

Αυτή η ανάγκη είχε μένει ανικανοποίητη στα πλαίσια του δυτικού κόσμου και έτσι παρ’ όλο τον εξορθολογισμό του και την αποχριστιανοποίησή του, εντούτοις παραμένει ανερμήνευτα πολύς χώρος για όλους αυτούς που, με τον ένα ή άλλο τρόπο, την καλύπτουν. Και εννοώ τις διάφορες θρησκείες, τις κανονικές και ακόμα περσσότερο τις μη κανονικές. Μέχρι τις μέρες μας ο δυτικός άνθρωπος δεν είχε άλλη διέξοδο για να καλύψει αυτήν την ανάγκη για πνευματική επικοινωνία.

Μέχρι που ο κυβερνοχώρος εξελίχθηκε έτσι ώστε να είναι προσιτός στο ευρύ κοινό. Η λέξη κυβερνοχώρος που πρωτοεμφανίσθηκε σε ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Ουίλιαμ Γκίμπσον με τίτλο Νευρομάντης, το 1984, είναι πολύ της μόδας και ολίγον “λαστιχένια”. Εδώ εννοώ τον νοητό χώρο που απαρτίζουν αθροιστικά οι επιμέρους χώροι που δημιουργούνται όταν ανοίγουμε ένα υπολογιστή. Επειδή σήμερα εκατομμύρια υπολογιστές είναι μόνιμα ανοικτοί και μεταξύ τους συνδεδεμένοι, δημιουργούν ένα ενιαίο χώρο, τον οποίο και καλούμε κυβερνοχώρο.

Ο κυβερνοχώρος είναι κάπως δύσκολο να προσδιορισθεί γιατί υπάρχει η εξής δυσκολία. Δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τους υπολογιστές ούτε χωρίς τα προγράμματα που τρέχουν στους υπολογιστές, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ούτε τα προγράμματα ούτε οι υπολογιστές, αλλά ένας χώρος νοητός, όχι φανταστικός αλλά πραγματικός εν τούτοις όχι υλικός. Δεν μπορούμε να τον ψηλαφίσουμε δεν μπορούμε να τον μετρήσουμε μπορούμε όμως να μπούμε μέσα του. Οι υπολογιστές και τα προγράμματα είναι οι πόρτες από τις οποίες μπαίνουμε μέσα του και εκεί κινούμαστε, ενεργούμε και πράττουμε, όπου επίσης κινούνται και ενεργούν και πράττουν πλήθος άλλων ανθρώπων, αλλά και άλλων όντων, τεχνητών μεν, νοητών δε.

Ο κυβερνοχώρος είναι λοιπόν η μια πνευματική, τεχνολογική κατασκευή. Το ότι είναι τεχνολογική κατασκευή είναι αυτονόητο, το ότι είναι νοητή ή νοερή ή αν θέλετε πνευματική και αυτό είναι αυτονόητο για όσους είναι κάπως εξοικοιωμένοι μαζύ του. Άλλωστε περί αυτής της ιδιότητάς του γίνεται ευρύτατη συζήτηση παντού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει ένα οποιοδήποτε περιοδικό ή βιβλίο του χώρου και θα βρεί πλήθος στοιχείων, ενδείξεων και αποδείξεων για αυτήν την παράξενη υφή του κυβερνοχώρου. Κύριο αντικείμενο προβληματισμού είναι η διασύνδεσή του με τον άνθρωπο. Είναι πραγματικά χαρακτηριστικό ότι για τον Μιχάλη Δερτούζο, (τον πολύ γνωστό συγγραφέα του, Τι μέλλει γενέσθαι,) στο όριο επαφής μεταξύ ουμανισμού και τεχνολογίας, δρούν πολλοί επαναστατικά, δηλαδή λαμβάνουν χώρα επαναστάσεις. (Βήμα 22/2/98)

Η ένταση αυτού του δεσμού προκαλεί έντονες εντυπώσεις και δημιουργεί φόβους και ανησυχίες. Είναι χαρακτηριστικά, αν και εντελώς τυχαία και ενδεικτικά αυτά που διαβάζουμε στο Βήμα της 3/5/98 “Γιατί όμως το δίκτυο είναι τόσο γοητευτικό; Σε μια έρευνα του πρακτορείου Reuter ανάμεσα σε 1000 στελέχη επιχειρήσεων οι περισσότεροι από τους μισούς παραδέχθηκαν ότι νοιώθουν ένα αίσθημα ευφορίας όταν βρίσκουν την πληροφορία που αναζητούσαν στο Internet. το σερφάρισμα παράγει χημικές αλλαγές στο σώμα, παρόμοιες με εκείνες που παράγονται στο σώμα των παθολογικών τζογαδόρων – όπως αύξηση της αδρεναλίνης και της ντοπαμίνης…”. Επ’ αυτού όμως δεν μπορώ να επεκταθώ πολύ, θα μείνω μόνο σε μια παρατήρηση. Ένα φαινόμενο που είναι τόσο γενικευμένο και παγκόσμιο, όταν δηλαδή και ο κινέζος και ο γιαπωνέζος και ο αμερικανός και ο έλληνας, όλοι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο απέναντί του, δηλαδή μεθούν μαζί του, διαβάζουμε στο προηγούμενο άρθρο “καλύπτοντας μια εσωτερική ανάγκη του ανθρώππου”, τι άλλο φανερώνει αυτό το γεγονός παρά μια βαθειά αντιστοιχία με κάποια υπαρξιακή πραγματικότητα στην δομή της ανθρωπίνης φύσεως; Παρατηρεί κάπου ένας φανατικός χρήστης του δικτύου: “… δεν μπορεί (εννοεί ο στενός δεσμός με το δίκτυο) δεν είναι ψυχασθένεια. Κάτι υπάρχει στο βάθος που απλώς ακόμα δεν το εντοπίσαμε”. Ram 5/98 σελ. 233. Reuter ανάμεσα σε 1000 στελέχη επιχειρήσεων οι περισσότεροι από τους μισούς παραδέχθηκαν ότι νοιώθουν ένα αίσθημα ευφορίας όταν βρίσκουν την πληροφορία που αναζητούσαν στο Internet. το σερφάρισμα παράγει χημικές αλλαγές στο σώμα, παρόμοιες με εκείνες που παράγονται στο σώμα των παθολογικών τζογαδόρων – όπως αύξηση της αδρεναλίνης και της ντοπαμίνης…”. Επ’ αυτού όμως δεν μπορώ να επεκταθώ πολύ, θα μείνω μόνο σε μια παρατήρηση. Ένα φαινόμενο που είναι τόσο γενικευμένο και παγκόσμιο, όταν δηλαδή και ο κινέζος και ο γιαπωνέζος και ο αμερικανός και ο έλληνας, όλοι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο απέναντί του, δηλαδή μεθούν μαζί του, διαβάζουμε στο προηγούμενο άρθρο “καλύπτοντας μια εσωτερική ανάγκη του ανθρώππου”, τι άλλο φανερώνει αυτό το γεγονός παρά μια βαθειά αντιστοιχία με κάποια υπαρξιακή πραγματικότητα στην δομή της ανθρωπίνης φύσεως; Παρατηρεί κάπου ένας φανατικός χρήστης του δικτύου: “… δεν μπορεί (εννοεί ο στενός δεσμός με το δίκτυο) δεν είναι ψυχασθένεια. Κάτι υπάρχει στο βάθος που απλώς ακόμα δεν το εντοπίσαμε”. Ram 5/98 σελ. 233.

Μίλησα λοιπόν προηγουμένως για τήν τρίτη λειτουργία που επιτελούν οι λόγοι των όντων, την ικανοποίηση της ανάγκης του ανθρώπου για μια πνευματική επικοινωνία. Τι όμως είναι ο κυβερνοχώρος αν όχι η πρώτη τεχνολογική προσομοίωση του χώρου του πνεύματος και ταυτόχρονα η ικανοποίηση αυτής της ανάγκης του ανθρώπου για πνευματική και νοερή επικοινωνία; Μια ανάγκη που φθάνει στο σημείο της κοινοποίησης μέσω του δικτύου της ιδιαίτερης προσωπικής τους ζωής, όπως το παράδειγμα της περίφημης Jennifer, που έχει μια φωτογραφική μηχανή να την φωτογραφίζει σε τακτά χρονικά διαστήματα μέσα στο σπίτι της και να μεταδίδει τις φωτογραφίες στο δίκτυο, παράδειγμα που έχει βρεί πολλούς μιμιτές αλλά και αγοραστές, καθ’ ότι από ένα σημείο και μετά η Jennifer έβαλε εισιτηριο.

Έλεγα κάποιες από αυτές τις σκέψεις μου σε ένα δημοσιογράφο και αυτός κατάλαβε ότι διατυπώνω την άποψη ότι το σερφάρισμα, δηλαδή για όσους δεν ξέρουν τον όρο η περιπλάνηση στον νοητό αυτό χώρο, τον κυβερνοχώρο είτε χωρίς συγκεκριμμένο σκοπό είτε αναζητώντας κάτι τι συγκεκριμμενο, είναι σαν την προσευχή και αυτή την φράση την έκανε οκτάστηλο τίτλο στην εφημερίδα του. Πολλοί μου έλεγαν, δεν είναι δυνατόν να είπες κάτι τέτοιο, αυτοί οι δημοσιογράφοι ότι θέλουν λένε. Εγώ όμως του έστειλα συγχαρητήρια γιατί κατάλαβε ακριβώς αυτό που ήθελα να πω.

Αυτοί πού έχουν προδιάθεση να σκανδαλίζονται δεν συνηθίζουν να διαβάζουν προσεκτικά τα κείμενα. Δεν είπα ούτε και ο δημοσιογράφος έγραψε ότι το σερφάρισμα είναι προσευχή, αλλά ότι είναι σαν την προσευχή. Είναι μια ενέργεια του ανθρώπου ανάλογη, ποιοτικά, με αυτήν της προσευχής. Και επειδή ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να προσεύχεται, και επειδή ο σύγχρονος άνθρωπος δεν προσεύχεται, με αυτήν την ενέργεια τείνει να καλύπτει την βαθειά υπαρξιακή ανάγκη για μια υπερκόσμια επικοινωνία. Νομίζω ότι μετά από όσα ανέπτυξα προηγουμένως αυτή η φράση να είναι πλήρως κατανοητή.

Αυτές οι σκέψεις ίσως φαίνονται και ολίγον αποκυήματα της φαντασίας κάποιου, ας πούμε θεολόγου. Εν τούτοις δεν είμαι ο μόνος που παρατηρώ αυτά τα πράγματα, απλώς τα ερμηνεύω σύμφωνα με τις προϋποθέσεις μου. Άλλοι αν και δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του χώρου του πνεύματος, εν τούτοις παρατηρούν την βαθειά διασύνδεση και συσχέτιση του κυβερνοχώρου με τις λειτουργίες του ανθρωπίνου όντος, βλέποντας το θέμα από καθαρά εξελικτική άποψη.

Αυτό βέβαια ίσως ακούγεται στα αυτιά των αμυήτων κάπως παράξενο, αλλά σήμερα γίνονται εργώδεις ερευνητικές προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση. Εντελώς ενδεικτικά και ίσως καθόλου αντιπροσωπευτικά θα αναφέρω τις εργασίες του Jordan Pollack πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη, τις προσπάθειες της IBM για άμεση σύνδεση του σώματος με τα δίκτυα, η το πολύ εντυπωσιακό site PRICIPIA CYBERNETICA WEB όπου θα δεί πολλά και άκρως ενδιαφέροντα θέματα, όπως τον σταδιακό και εκ του φυσικού μετασχηματισμό του Ιντερνέτ σε ένα είδος υπέρεγκεφάλου με τον οποίο είναι συνδεδεμένοι οι άνθρωποι και άλλα, θαυμαστά τα οποία συγκροτούν αυτήν την νοητή πραγματικότητα και που χρησιμεύουν στήν υπερκόσμια επικοινωνία. Ο απώτερος στόχος αυτών που έχουν αυτό το site είναι να αντικαταστήσουν πλήρως την μεταφυσική με την κυβερνητική (δηλαδή την επιστήμη της οργάνωσης μεγάλων συστημάτων) και την πληροφορική. είναι να αντικαταστήσουν πλήρως την μεταφυσική με την κυβερνητική (δηλαδή την επιστήμη της οργάνωσης μεγάλων συστημάτων) και την πληροφορική.

Με όλα αυτά είναι, νομίζω, αρκετά φανερό ότι ο κυβερνοχώρος είναι ένας νοητός διαστατικός χώρος ο οποίος προσομοιώνει, δηλαδή επιτελεί πολλές ή και όλες τις λειτουργείες, αλλά σε μια κάποια κλίμακα, τον πνευματικό χώρο, την πνευματική διάσταση της δημιουργίας. Αυτήν την διάσταση την χαρακτήρισα ως κλασματική υπαρξιακή διάσταση, γιατί είναι μια οντολογική διάσταση που παρεμβάλλεται μεταξύ της όντως πνευματικής και της αισθητής διάστασης του ανθρώπου. Άλλωστε ο κυβερνοχώρος έχει μια τυπικά φράκταλ δομή, και με προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι αν και έμμεσα την φράκταλ δομή τη έχουν παρατηρήσει, δεν το έχουν σχολιάσει η μελετήσει, αυτοί που προβληματίζονται πάνω στα θέματα αυτά.

Σε σχέση με τον άνθρωπο ο κυβερνοχώρος δεν είναι ένα απλό εργαλείο, δεν είναι όπως το αυτοκίνητο, δεν είναι ένα κάτι συγκεκριμμενο και σαφές, είναι κάτι άϋλο, κάτι πνευματικό είναι ένας νέος τρόπος για να υπάρχει ό άνθρωπος είναι μια νέα οντολογική διάσταση και κατάσταση. Και αυτή η νέα οντολογική διάσταση είναι δημιούργημα κατασκεύασμα του τεχνικού πολιτισμού.

Αυτό μπορούμε να το προσεγγίσουμε από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αν το δούμε από την μεριά της σύγχρονης επιστήμης, η πραγματικότητα του κυβερνοχώρου αποτελεί σοβαρή επιστημονική ένδειξη για το γεγονός ότι ο χώρος του πνεύματος, στον οποίο πιστεύουν οι θρησκείες και που για την επιστήμη είναι ανύπαρκτος, έχει πραγματική υπόσταση. Ίσως δε αυτή η υπόσταση να μπορεί να ανιχνευτεί και επιστημονικά, αρκεί το επιστημονικό Παράδειγμα να γίνει πιο πλούσιο και να θελήσει να ξεφύγει την πεπατημένη. Πλήθος άλλων τέτοιων αναλόγων ενδείξεων μας παρέχει το σύνολο της σύγχρονης επιστήμης και ένα τέτοιο καινούργιο άνοιγμα προτείνεται από πολλούς θετικούς επιστήμονες σαν διέξοδος από τα σημερινά επιστημονικά αδιέξοδα.

Αν το δούμε όμως από θεολογικής πλευράς, τότε θα λέγαμε ότι κλείνει ο κύκλος των προσπαθειών για την αποκατάσταση της γνωσιολογικής συμμετρίας από ένα δρόμο ριζικά αντίθετο από αυτόν που ξέρει η Εκκλησία.

Ήδη παρατήρησα ότι η τρίτη συνιστώσα της γνωσιολογικής συμμετρίας, έμεινε στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού, μέχρι στιγμής ανικανοποίητη. Λοιπόν ο κυβερνοχώρος, και για την ακρίβεια η επικοινωνία μέσω του κυβερνοχώρου, έρχεται να ανταποκριθεί σε αυτήν την ανικανοποίητη ανάγκη του ανθρώπου. Και αυτό γιατί η επικοινωνία μέσω του κυβερνοχώρου κληρονομεί τα χαρακτηριστικά του, έχει δηλαδή ένα νοερό, πνευματικό και τελικά μεταφυσικό χαρακτήρα.

Και με το τηλέφωνο επικοινωνώ, αλλά η επικοινωνία αυτή έχει ένα πολύ συγκεκριμμένο και αισθητό χαρακτήρα. Όταν ανταλλάσω e-mail η παρουσιάζω μια σελίδα μου η διαβάζω μια ξένη σελίδα είμαι αλλά και ταυτόχρονα δεν είμαι παρών στην συναλλαγή αυτή. Για το λόγο αυτό η συναλλαγή αυτή είναι πολύ πιο ασαφής αλλά και ευρεία. Αν και δεν είμαι ακριβώς εγώ, ωστόσο τα πάντα εξαρτώνται αποκλειστικά από μένα. Το ιερό και όσιο του Ιντερνέτ, το απόρρητο της επικοινωνίας, εξασφαλίζει ακριβώς αυτή την θολή και μη υλική πραγματικότητα και προσδίδει στην επικοινωνία μέσω του κυβερνοχώρου ακριβώς αυτή την νοερή, πνευματική και μεταφυσική υφή. e-mail η παρουσιάζω μια σελίδα μου η διαβάζω μια ξένη σελίδα είμαι αλλά και ταυτόχρονα δεν είμαι παρών στην συναλλαγή αυτή. Για το λόγο αυτό η συναλλαγή αυτή είναι πολύ πιο ασαφής αλλά και ευρεία. Αν και δεν είμαι ακριβώς εγώ, ωστόσο τα πάντα εξαρτώνται αποκλειστικά από μένα. Το ιερό και όσιο του Ιντερνέτ, το απόρρητο της επικοινωνίας, εξασφαλίζει ακριβώς αυτή την θολή και μη υλική πραγματικότητα και προσδίδει στην επικοινωνία μέσω του κυβερνοχώρου ακριβώς αυτή την νοερή, πνευματική και μεταφυσική υφή.

Και σήμερα, η διάσταση αυτή εκρήγνυται και μάλιστα η έκρηξη έχει εκθετικό ρυθμό προς όλες τις κατευθύνσεις. Και ως προς την οριζόντια διάσταση και ως προς την κάθετη. Δηλαδή αριθμός των ανθρώπων που συνδέονται με αυτό αυξάνει απίστευτα, αλλά αυξάνει και η ένταση και η ποιότητα της σύνδεσης του καθενός με τα δίκτυα. Αυτό το τελευταίο ίσως δεν είναι τόσο εκρηκτικό ακόμα γιατί υπάρχουν τεχνικά εμπόδια, αλλά αυτά θα εκλείψουν στα επόμενα 1- 2 χρόνια. Τότε η πνευματικότης της υπόστασης του κυβερνοχώρου θα αποκτήσει πολύ πιο έντονα χαρακτηριστικά. Η μάλλον αυτά τα τελευταία θα γίνονται πολύ πιο αισθητά. Και αυτό γιατί όταν η ταχύτητα σύνδεσης αυξηθεί σημαντικά, τότε η σύνδεση του ανθρώπου με αυτόν τον υπερ-εγκέφαλο θα είναι πιο πλήρης και ολοκληρωτική.. Και ως προς την οριζόντια διάσταση και ως προς την κάθετη. Δηλαδή αριθμός των ανθρώπων που συνδέονται με αυτό αυξάνει απίστευτα, αλλά αυξάνει και η ένταση και η ποιότητα της σύνδεσης του καθενός με τα δίκτυα. Αυτό το τελευταίο ίσως δεν είναι τόσο εκρηκτικό ακόμα γιατί υπάρχουν τεχνικά εμπόδια, αλλά αυτά θα εκλείψουν στα επόμενα 1- 2 χρόνια. Τότε η πνευματικότης της υπόστασης του κυβερνοχώρου θα αποκτήσει πολύ πιο έντονα χαρακτηριστικά. Η μάλλον αυτά τα τελευταία θα γίνονται πολύ πιο αισθητά. Και αυτό γιατί όταν η ταχύτητα σύνδεσης αυξηθεί σημαντικά, τότε η σύνδεση του ανθρώπου με αυτόν τον υπερ-εγκέφαλο θα είναι πιο πλήρης και ολοκληρωτική.

7. Τα προβλήματα που προκύπτουν

Θεολογικά, έχουμε μάθει να σκεπτώμαστε γενικά, λέμε ο άνθρωπος και τείνουμε να εννοούμε ο κάθε άνθρωπος. Όμως αυτή η γενίκευση δεν στέκεται προς καμμιά κατεύθυνση. Έχουμε μια αντίληψη, μια διδασκαλία και μια πείρα για την σχέση του Θεού με τόν άνθρωπο, αλλά είναι σαφές, αν και πολλές φορές δεν το ομολογούμε, ότι αυτά που ξέρουμε δεν ισχύουν, με τρόπο εμφανή και αυτονόητο για κάθε άνθρωπο. Το ίδιο συμβαίνει και με την αποκαταστημένη, από τον δυτικό πολιτισμό, γνωσιολογική συμμετρία. Δεν περιλαμβάνει και ίσως δεν πρόκειται ποτέ να περιλάβει κάθε άνθρωπο. Αυτό το γεγονός δεν αναιρεί τήν πραγματικότητα της ύπαρξής της, ούτε απαλύνει τα πρακτικά και θεολογικά προβλήματα που δημιουργεί.

Πράγματι η διαδικασία της μερικής αποκατάστασης της γνωσιολογικής θέτει σοβαρά πρακτικά και θεολογικά προβλήματα ενώπιον της Εκκλησίας. Τα πρακτικά ήδη τα έχουμε γευθεί σε ένα κάποιο βαθμό. Γι’ αυτά μίλησα και στο βιβλίο μου. Εννοώ την απορόφηση των ψυχών των ανθρώπων μέσα στην χοάνη της αποκατεστημένης συμμετρίας. Αυτό ήδη είναι γεγονός, αλλά δεν έχει πάρει ακόμα την πλήρη του μορφή. Δεν πρέπει να μας ξεγελά το γεγονός ότι η θρησκευτικότητα εξακολουθεί να επιπλέει. Η θρησκευτικότητα είναι γραμμένη στα γονίδιά μας και δεν πρόκειται για γενιές ακόμα να εξαλειφθεί. Η νέα συμμετρία δεν αντικαθιστά την γενική έννοια της θεότητας, αλλά την συγκεκριμμένη εν Χριστώ εμπειρία.

Όμως υπάρχει και μια σειρά θεολογικών προκλήσεων πού θέτει η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, προκλήσεις και ερωτήσεις που υπογραμμίζονται έντονα από την αποκατάσταση της γνωσιολογικής συμμετρίας. Προκλήσεις και ερωτήσεις που σχετίζονται με το πρόβλημα του ανθρώπου. Τι είναι ο άνθρωπος και πιά η θέση του στον πλανήτη Γη και το σύμπαν. Η Θεολογική Παράδοση της Εκκλησίας, κινούμενη μέσα σε συνθήκες ουσιαστικής αγνοίας, όσον αφορά το τι είναι από φυσικής απόψεως ο άνθρωπος, ανέπτυξε μια ανθρωπολογία, η οποία με την πάροδο των αιώνων απέκτησε δογματικό χαρακτήρα. Π.χ. μιλούμε για ουσία η πρόσωπο, για ψυχή και πνεύμα του ανθρώπου, ουσιαστικα γιατί δεν είχαμε τις απαιτούμενες γνώσεις πάνω στο τι είναι και πώς λειτουργεί ο άνθρωπος και τώρα τείνουμε να εκλαμβάνουμε την ουσία, το πρόσωπο και το πνεύμα του ανθρώπου ως πραγματικότητες σαφείς και συγκεκριμμένες, όπως λόγου χάρη το νευρικό ή το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου.

Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν πάρει μια διαφορετική τροπή. Η γνώση για τον τρόπο με τον οποίο είναι κατασκευασμένος ο άνθρωπος, από φυσικής απόψεως, έχει προχωρήσει πολύ και πιά πολλά στοιχεία του προσώπου ή της ψυχής ή του πνεύματος ταυτοποιούνται με συγκεκριμμένες περιοχές της φυσικής υποστάσεως του ανθρώπου. Δηλαδή στοιχεία που στο παρελθόν ήταν συνδεδεμμένα με την ψυχή, σήμερα αναγνωρίζονται ως οφειλόμενα σε συγκεκριμμένες σωματικές λειτουργίες, κυρίως βέβαια σχετιζόμενες με την γεννετική και την βιολογία. Αν παρατηρήσουμε τις τάσεις των εξελίξεων σε όλο το φάσμα των επιστημών, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αμφισβήτηση της ψυχανάλυσης από την βιολογία, (Περισκόπιο της Επιστήμης τ. 214 σελ. 24) δεν θα διακινδυνεύσουμε πολύ αν πούμε, ότι αυτή η εξέλιξη θα συνεχισθεί μέχρι της σχεδόν ολοκληρωτικής κατανόησης όλων των λειτουργιών του ανθρώπου.

Δεν είναι αναγκαίο να φθάσουμε στο τέλος αυτής της πορείας για να υπάρχουν θεολογικά προβλήματα. Αυτά ήδη υπάρχουν τόσο στο θέμα της σχέσης του ανθρώπου με τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο όσο και στην σχέση του σώματος με την ψυχή και το πνεύμα.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ξανά ο άγιος Μάξιμος ως αυτός που θα μας δώσει την βοήθεια για να αφομοιώσουμε θεολογικά αυτές τις εξελίξεις. Με την αντίληψη που έχει για την πλήρη ενότητα των νοητών με τα αισθητά και την αλληλοσυμπλήρωσή τους, μας δίνει την ευκαιρία να θεωρήσουμε όλες τις θεολογικές ανθρωπολογικές διακρίσεις ως εκφράσεις της φυσικής, υλικής υπόστασης του ανθρώπου και το νοητό κόσμο ως έκφραση και εκδήλωση του φυσικού σύμπαντος. Αρκεί να έχουμε μια διευρυμένη αντίληψη για το σύμπαν και το επιστημονικό κοσμοείδωλό μας να περιλαμβάνει και τον κόσμο του κτιστού πνεύματος. Έτσι κάθε τυχόν νέα πρόοδος της επιστήμης προς την κατεύθυνση αυτή είναι εναρμονισμένη πλήρως με την θεολογική προσέγγιση του κόσμου.

Ο ίδιος όμως ο άγιος μας λέει διαρκώς, ότι η πρόσληψη αυτής της γνώσης με ορθό τρόπο δεν είναι αυτονόητα εφικτή γιατί όπως είπαμε, η κατανόηση των λόγων των όντων εξαρτάται από την εν Χριστώ ηθική κατάσταση του ανθρώπου. Επομένως μπορεί η εξέλιξη των επιστημών να μπορεί να αφομοιωθεί από την θεολογία, αλλά δεν είναι αυτονόητο, ότι η επιστήμη θα κατανοήσει την νέα γνώση, με τρόπο ανάλογο με αυτόν της θεολογίας. Αν οι επιστήμονες δεν έχουν τις κατάλληλες εν Χριστώ προϋποθέσεις, τότε η αύξηση της γνώσης μπορεί να οδηγήσει σε κατανοήσεις λανθασμένες ή ακόμα και αντί-Χριστες. Του λόγου το ασφαλές μαρτυρεί η πορεία ορισμένων επιστημονικών ερευνών, πού έχουν καθαρά αντί Θεϊκό χαρακτήρα, δηλαδή αντιτίθενται με σθένος σε κάθε έννοια Θεότητος. Αναφέρομαι στις προσπάθειες που καταβλήθηκαν και καταβάλονται στον χώρο της Αστρονομίας για να βρεθούν εναλλακτικές θεωρίες για την προέλευση του σύμπαντος, τέτοιες ώστε ή να μην υπάρχει η Μεγάλη Έκρηξη, ή αφού αυτό αποδεικνύεται αδύνατο, να βρεθούν θεωρίες που να μην συνδέουν την Μεγάλη Έκρηξη με την Δημιουργία του σύμπαντος. Αντίστοιχες και πιό έντονες προσπάθειες γίνονται και σε άλλους τομείς όπως της βιολογίας, της γεωλογίας κλπ. Για τους περισσότερους ερευνητές θεμελιώδης προϋπόθεση για μια θεωρία είναι να μήν αφήνει χώρο για φαντάσματα, δηλαδή για το πνεύμα ως αυτόνομη οντότητα.

Επομένως στα αμέσως επόμενα χρόνια, η Εκκλησία πέραν από το να σκεφτεί το πως θα γιορτάσει το 2000, πρέπει να αγωνισθεί να αφομοιώσει ένα πλήθος νέων δεδομέων. Αυτό το έργο είναι εξαιρετικά σημαντικό και για θεωρητικούς λόγους, όσο και για πρακτικούς. Μπορεί όλα όσα λέω να φαίνονται μακρινά, αλλά δεν είναι. Τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα είναι πλέον συνήθη, η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι μια συνήθης πρακτική, δεν λέω για την κλωνοποίηση και τα συναφή, αλλά τι μπορεί να πεί κανείς στα παιδιά που ρωτούν για τον Αδάμ και την Εύα, η για την ανταλλαγή κεφαλιών και σωμάτων;

Οι περισσότεροι θεολόγοι η άνθρωποι της Εκκλησίας έχουν ανδρωθεί με την πεποίθηση ότι τα χωράφια της Εκκλησίας και της Επιστήμης είναι χωριστά. Και ότι όταν οι δύο πλευρές είναι τίμιες δεν μπορεί να υπάρξει κανένα πρόβλημα. Να όμως που τα πράγματα στον τομέα αυτό έχουν αλλάξει ριζικά και πλέον δεν υπάρχει τρόπος να κρατηθούν οι διαχωριστικές γραμμές. Δεν υπάρχουν πια διαχωριστικές γραμμές αλλά ένας μεγάλος κοινός χώρος. Χωρίς λοιπόν να είναι ανέντιμη, η επιστήμη εισέρχεται με αξιώσεις στο χώρο του πνεύματος και θέτει την θεολογία και την Εκκλησία προ μεγάλων ερωτημάτων. Από πλευράς Εκκλησίας λοιπόν απαιτείται μια σοβαρή προσπάθεια για μια επανακατανόηση και επαναδιατύπωση θεμάτων που για αιώνες ήταν δεδομένα, αλλά πιά δεν είναι.

Τα έργο αυτό έχει δύο βασικές δυσκολίες. Λόγω του ευρύτατου φάσματος που καλύπτει η επιστημονική γνώση, μια τυχόν προσπάθεια αφομοίωσής της πρέπει να είναι συλλογική και βέβαια στην σημερινή Εκκλησία, και ειδικώτερα η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να καυχηθεί για την συλλογικότητά της. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι αντιθέτως, στην Ρωμαιοκαθολική ήδη γίνεται προσπάθεια να παρακαλουθηθεί η σύγχρονη επιστημονική πρόοδος. Ταυτόχρονα όμως είναι βέβαιο ότι αυτή η προσπάθεια, αν τυχόν γίνει και στην Ορθόδοξη Εκκλησία και αποδώσει τυχόν αποτελέσματα, θα δημιουργήσει νέα και σημαντικά εκκλησιαστικά προβλήματα. Ένα σημαντικό μέρος του εκκλησιαστικού σώματος ακόμα δεν μπορεί να αφομοιώσει το γεγονός ότι το παλαιό εκκλησιαστικό ημερολόγιο είναι λανθασμένο, τι θα συμβεί όταν γίνει κατανοητό ότι άλλες απόψεις πιο σημαντικές είναι και αυτές λανθασμένες και χρειάζονται επανακατανόηση και επαναδιατύπωση.

Το σύγχρονο όμως θεολογικό έργο δεν έχει μόνο αρνητικό χαρακτήρα, αλλά και θετικό. Στο δεύτερο χωρίο του Αγίου Μαξίμου που αναφέραμε είδαμε ότι “… Γιατί η συμβολική θεώρηση των νοητών με βάση τα ορατά είναι πνευματική γνώση και νόηση των ορατών με βάση τα αόρτα” που σημαίνει ότι στον αισθητό κόσμο υπάρχει μια αποτύπωσις του νοητού κόσμου. Αυτήν την αποτύπωση, μπορεί και πρέπει να την φανερώσει η Εκκλησία, προς δόξαν Θεού και στήριξη των πιστών.

8. Η συμπλήρωση της εικόνας
Έτσι λοιπόν ξαναέρχομαι στην εικόνα για την οποία μίλησα στην αρχή, που την βλέπω διαρκώς πιο καθαρή και ολοκληρωμένη. Η διδασκαλία του Χριστού και η εμπειρία της Εκκλησίας απωθούνται διαρκώς και περισσότερο στο περιθώριο από άλλες διδασκαλίες και άλλες εμπειρίες που είναι πιό συμβατές με τα επιστημονικά δεδομένα, αλλά είναι εν μέρει ψευδείς. Αυτό ίσως το καταλαβαίνουν κάποιοι, αλλά δεν μπορούν πια να το αποδείξουν. Ίσως δεν μπορούν κάν να καταλάβουν που βρίσκεται το ψεύδος. Έτσι οι απόψεις τους φαίνονται να είναι απόψεις φανατικών που εμμένουν, κατά τρόπο ακατανόητο από τους άλλους, σε δικές τους ερμηνείες των επιστημονικών δεδομένων. Ταυτόχρονα υπάρχουν και άλλοι, πράγματι φανατικοί που εμμένουν σε κάποιες απόψεις ξεπερασμένες από τα πράγματα, ουσιαστικά από αδυναμία να προσαρμοσθούν στην πραγματικότητα απορρίπτωντας ολοκληρωτικά τα επιστημονικά δεδομένα, ως συλλήβδην ψεύτικα.

Οι θρησκευτικές ανάγκες των ανθρώπων, που παραμένουν ανέπαφες καλύπτονται από “νέες” θρησκείες. Κάποιες από αυτές έχουν ένα μεταφυσικό υπόβαθρο, άλλες όμως λειτουργούν αποκλειστικά με βάση την λογική και την τεχνική της υποκατάστασης. Πάντως ένα κάποιο είδος θρησκείας πάντα θα υπάρχει.

Πρόκειται για μια κατάσταση σαν αυτή του φαινομένου του βρασμού. Αυτή την στιγμή οι φυσαλίδες του βρασμού είναι πολλές μεν, αλλά σχετικά μακριά η μια από την άλλη. Η υφέρπουσα σε όλους μας θρησκευτική εσχατολογία τείνει να μας κάνει να προβλέψουμε το τι θα γίνει στην συνέχεια. Όταν συναντήσουμε μια τέτοια φυσαλίδα, η οποία να ανταποκρίνεται τους ασυνείδητους φόβους μας ή αντιπάθειές μας ή προκαταλήψεις μας, λέμε “νά το τέλος” θεωρώντας ότι αυτή η συγκεκριμμένη φυσαλίδα περιλαμβάνει όλον τον βρασμό• και βέβαια θα βρούμε κάτι από την Αποκάλυψη που να μας ταιριάζει. Νομίζω όμως ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να πει τι έπεται. Όταν οι φυσαλίδες αυξηθούν αρκετά και ο αριθμός τους περάσει ένα όριο, τότε αρχίζει ο βρασμός και ο βρασμός είναι μια κατάσταση ανεξέλεκτη και απρόβλεπτη.

Προσωπικά είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν πολλά ακόμα για να γίνουν και η εικόνα που περιέγραψα θα πάρει καιρό για να συμπληρωθεί, και είναι εντελώς αδύνατο να προβλεφθεί τι ακριβώς θα περιλαμβάνει στην τελική της μορφή. Αν έπρεπε κάτι να πω θα έλεγα ότι τελική μορφή θα είναι αυτή που όταν υπάρξει, ο κάθε ένας που πιστεύει στον Χριστό της Εκκλησίας θα είναι αυτονόητα ή ανόητος ή πλανεμένος.

Και όμως όταν κατανοήσουμε καταλλήλως την διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου, είμαστε εμείς που πρώτοι θα προβλέψουμε αυτή την εξέλιξη. Εμείς ξέρουμε ότι ο κόσμος είναι λογικός και δομημένος πυραμιδοειδώς, ότι αυτή η λογικότητα είναι τέτοια που μπορεί να την συλλάβει ο άνθρωπος, εμείς ακόμα ξέρουμε ότι η πραγματικότητα του σύμπαντος δεν περικλείεται μόνο στις τέσσερις διαστάσεις που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας και εμείς ξέρουμε ότι αυτές τις επιπλέον διαστάσεις μπορούμε να τις προσεγγίσουμε λογικά, και σε αυτό το σημείο μπορούμε ακόμα και να δείξουμε τον δρόμο στην επιστήμη, αλλά και εμείς ξέρουμε ότι όλα αυτά μας προσφέρουν δύο δυνατότητες. Μπορούν να μας οδηγήσουν στον Θεό, και να γίνουν δώρα και δόματα, η αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες, ηθικές και όχι φιλοσοφικές, προϋποθέσεις να μας οδηγήσουν εντελώς αντίθετα, και γιατί όχι, ακόμη και στον Αντίχριστο. Γι’ αυτό λοιπόν έδωσα στην εικόνα που ανέφερα τον υπότιτλο “Το πώς μας προλέγει και μας περιγράφει η Θεολογία την υποκατάσταση του Θεού από την επιστήμη”.

Είναι πια καιρός να απομακρυνθούμε από την απολογητική στάση που μας επέβαλε η δυτική θεολογία, που, αγνοώντας τις άκτιστες θείες Ενέργειες, μας προτρέπει να θεωρούμε το σύμπαν ως ένα μηχανισμό που εργάζεται από μόνος του και η μόνη δράση του Θεού εντός του περιορίζεται στα “μεταφυσικά” γεγονότα.

Η δημιουργία είναι ένα θαύμα, όχι γιατί έγινε με θαυμαστό, δηλαδή ακατανόητο τρόπο, αλλά γιατί υπηρετεί σε κάτι που είναι σημαντικότερο από αυτή την ίδια, την όδευση του ανθρώπου προς τον Θεό δια της αφομοιώσεως των λόγων της. Όταν είμαστε ξένοι προς αυτήν την πορεία, τότε θέλουμε τα θαύματα της φύσεως για να αποδεικνύουμε την ορθότητα της πίστεώς μας. Αλλά το θαύμα σιγά σιγά θα εκλείψει και αν δεν μάθουμε να ακούμε την μυστική μελωδία του σύμπαντος, αυτή που ακούγεται στην προσευχή και την μυστική θεωρία, τότε θα εκλείψει και η πίστη μας.

Θα ήθελα να τελειώσω με μερικές σκέψεις που γράφω στον επίλογο ενός άλλου βιβλίου μου “Ίσως η εποχή μας μας επιβάλλει να ανεβούμε ένα επίπεδο και να σταθούμε στο επίπεδο της ελευθερίας. Να ξεπεράσουμε τα όρια της “θρησκείας” αναζητώντας το νόημα, το πνεύμα της εντολής του Θεού. Το πνεύμα είναι ανεξάρτητο από τα σχήματα της καθημερινότητας, γι’ αυτό και το οξύ περιβάλλον στο οποίο ζούμε δεν το επηρεάζει…” Η με άλλα λόγια η Αγιότητα είναι η μόνη απάντηση και ταυτόχρονα μόνη διέξοδος από τον Πολιτισμό της Πληροφορίας.-

 

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here