Ζωγραφικά  μονοπάτια

0
269

Θα ήθελα αρχικά να ευχαριστήσω τα μέλη της  οργανωτικής επιτροπής της «Σχολής Τοπικής Ιστορίας & Πολιτισμού-Αθ. Παλιούρας» για την τιμητική πρόσκληση να συμπεριλαμβάνομαι μεταξύ των εκλεκτών ομιλητών της φετινής περιόδου. Και φυσικά ένα εκ βαθέων “ευχαριστώ” στη Σοφία για την εισαγωγή & τα κολακευτικά της λόγια.

Έχω ανάμεικτα συναισθήματα απόψε. Από τη μια ικανοποίηση γιατί όλοι εσείς με τιμάτε με την παρουσία σας… Γιατί διακρίνω ανάμεσά σας και αγαπημένα πρόσωπα, φίλους, δασκάλους / δασκάλες μου, που –αν καρποφόρησε κάτι ως τώρα– οφείλεται εν πολλοίς στη δική τους σπορά εκείνα τα πρώτα μαθητικά χρόνια…

Σε μια εποχή αντι-ζωγραφική και μάλλον “αλλοιωμένη” από τον υπερ-πολιτισμό, δεν ξέρω τι μπορεί να ενδιαφέρουν σκέψεις περί ζωγραφικής. Δεν συμβαίνει συχνά, ζωγράφοι να διατυπώνουν  -ενώπιον κοινού- τις σκέψεις ή τις απόψεις τους, παλιότερα δε κατά κανόνα, σιωπούσαν ή όπως σημειώνει ο τεχνοκριτικός Γ.Π. Σαββίδης «μεταμφιέζονταν σε παλιάτσους – θεωρητικούς». Να οφείλεται στο είδος της δουλειάς μας; ή μήπως σε μιαν αυξημένη συνείδηση θεωρητικής ανεπάρκειας –εκ των πραγμάτων αναπόφευκτης– σχετικά με τα πολυδιάστατα γνωστικά αντικείμενα του χώρου; Από την άλλη βέβαια, κάποιες βιωματικές εμπειρίες και καταθέσεις ψυχής συμβαίνει να υπερβαίνουν συνήθως σε δύναμη και τις πλέον εμπεριστατωμένες εννοιολογικές ομιλίες θεωρητικών, κατορθώνοντας αρκετές φορές να συνθέτουν έξοχα κείμενα, όπως π.χ. το «Ημερολόγιο του Ντελακρουά» (κατά τον Εγγονόπουλο το μεγαλύτερο αριστούργημα του 19ου αι.), ή «Τα γράμματα του Βαν Γκογκ στον αδερφό του», τα κείμενα του Σεζάν, του Ματίς, αλλά και των δικών μας, Κοντόπουλου, Τσαρούχη, Γκίκα κ.α. σπουδαίων της γενιάς του ‘30.

Γενικά έχω τη γνώμη πως είναι παρακινδυνευμένο ένας ζωγράφος να επιχειρεί να εκφράζεται –πέραν του χρωστήρα– με ένα άλλο εργαλείο, το οποίο δεν κατέχει τόσο καλά. Η ρήση του Γάλλου ζωγράφου Matisse προς τους μαθητές του παραμένει χαραγμένη έντονα στο μυαλό μου: «Πρέπει πριν απ’ όλα να κόψετε τη γλώσσα σας, διότι η απόφασή σας ν’ ασχοληθείτε με τη ζωγραφική, σας αφαιρεί το δικαίωμα να εκφραστείτε με άλλον τρόπο εκτός από τα πινέλα σας»!

Άραγε, γιατί η σιωπή να θεωρείται ως ένα απ’ τα βασικά εφόδια της διαδρομής ενός δημιουργού;  Για κάποιους: γιατί είναι απλό, αυτός που δεν καταλαβαίνει τη σιωπή σου δεν πρόκειται να καταλάβει τα λόγια σου. Για άλλους: γιατί προτιμούν το έργο τέχνης να λειτουργεί ελεύθερο, εκ φύσεως προορισμένο να δημιουργήσει ποικίλες ερμηνείες –χωρίς να αποκλείει αμφισημίες, μιας και το μήνυμά του δεν νοείται προσυμφωνημένο. Για άλλους πάλι, διότι υπάρχουν πράγματα στο έργο που δεν περιγράφονται με λόγια, όσο κι αν αυτά αποτελούν κύρια στοιχεία έκφρασης του δημιουργού.

Να επομένως οι λόγοι για τους οποίους νοιώθω και άβολα απόψε… Κι όλα τα παραπάνω –όπως  αντιλαμβάνεστε, τα αναφέρω σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσω αυτή την «δυσκολία» μου,  να διατυπώσω δηλαδή με λόγια όσα θα ‘πρεπε να αποσιωπούνται ή, στην καλύτερη περίπτωση, μέσω της ζωγραφικής μου να αποκαλύπτονται.

Η επιθυμία μου να ζωγραφίζω ξεκίνησε πολύ νωρίς. Μουτζούρωνα, κατασκεύαζα, μετά ήρθαν τα πρώτα σχολικά χρόνια… εισέπραττα επαίνους και θαυμασμό για ό,τι έφτιαχνα στις τελευταίες σελίδες των τετραδίων μου, όχι μόνον από τους συμμαθητές αλλά από δασκάλους και καθηγητές αργότερα, γεγονός που θαρρώ πως πότιζε άθελά του τον σπόρο του όποιου ταλέντου. Πέραν όμως της αρχικής επιθυμίας μου, δεν είναι εύκολο να ορίσω τον χρόνο που συνειδητοποίησα, ούτε να θυμηθώ με σιγουριά πότε πήρα την απόφαση να ασχοληθώ πιο σοβαρά με τη ζωγραφική. Μπαίνεις σε αυτήν την διαδρομή, στην αρχή χωρίς να ξέρεις τι σου γίνεται. Δουλεύοντας, μαθαίνεις κάποια πράγματα, πρωτίστως για σένα τον ίδιο…

Ζήλευα από μικρός τον γραφικό χαρακτήρα του πατέρα μου, το πώς δηλ. έπιανε το μολύβι, την στάση του αγκώνα του πάνω στο τραπέζι, την κλίση που έβαζε το χαρτί… Στο Δημοτικό μου άρεσε να επιμελούμαι καλλιτεχνικές επιγραφές στα χαρτόνια. Αργότερα άρχισα να βάζω σκιές, σε δέντρα, αντικείμενα, πρόσωπα φίλων, γνωστών, συμμαθητριών μου, ακόμη και δασκάλων… Στην αρχή με μολυβάκι, αργότερα με στυλό… τρισδιάστατα, πρέπει να είχαν κάποιο ενδιαφέρον, δεν εννοώ εικαστικό, απλά τα έλεγαν …νόστιμα!  Θυμάμαι έντονα τις πρώτες ζωγραφικές προσπάθειες να αντιγράψω “τα κάλαντα” του Νικηφόρου Λύτρα, για να τρέξω μετά να δείχνω τα κατορθώματα στον πατέρα μου, που, από τότε η επιδοκιμασία του ήταν για μένα ανώτερη κι από το 10 με τόνο του σχολείου!  Ή κάποια καλοκαίρια –στα 8, στα 9, στα 10 μου– που τα πρωϊνά οι γονείς μου ζήτησαν στον κυρ – Θύμιο Καμποσιώρα να πηγαίνω στο εργαστήρι του. Μου ‘δωσε ένα σκαμνάκι, καθόμουνα σε μια γωνιά μέσα στις μπογιές και στη μυρωδιές, κι έβλεπα… δεν μιλούσα, δεν ρωτούσα, μόνο έβλεπα…

Αγαπημένα μου βιβλία ήταν μόνον όσα είχαν ωραία εικονογράφηση. Ό,τι έβλεπα και μου άρεσε, το αντέγραφα, και κάποια, δυο και τρεις φορές… Στο σπίτι γέμιζα το δωμάτιο χαρτονάκια, χαρτάκια μισά, ολόκληρα, λευκά, χρωματιστά, μπλοκ-σπιράλ, με μολύβια και χρώματα… Για δυο – τρεις μέρες χαμός στο δωμάτιο, σκόρπια και μετά τα έχανα, εξαφανίζονταν!  Πολλά – πολλά χρόνια αργότερα, κάποια Χριστούγεννα, η μητέρα μου έδωσε ένα χάρτινο κουτί –θυμάμαι έγραφε «πουκάμισα».

–Εκατόχρονος… –Έλα βρε μαμά, κι άλλο πουκάμισο; μεταξύ μας; δεν ήταν ανάγκη!  Το άνοιξα…  μου κόπηκε η ανάσα… Οι χαμένες ζωγραφιές ήταν όλες μέσα, τακτοποιημένες και ταξινομημένες..! Πάνω-πάνω μια καρτ-ποστάλ του Παπαδιαμάντη και πίσω της τα γράμματα της θείας μου της Ντίνας: «Ευλογημένα τα παραμύθια που ζεσταίνουν τη ζωή μας με το ψέμα τους… ευλογημένα τα όνειρα που απαλύνουν τις οδύνες μας… ευλογημένη η φαντασία που ανοίγει ένα ξάγναντο στον ουρανό…»! Το έχω ακόμα σε μια μεριά στο εργαστήριο, πλάι στα άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες τους… Είναι οι μνήμες μου, τα σωσίβια κι οι χειρολαβές μου στη δικό μου ταξίδι…

Τέτοια εποχή ήτανε το 1986-87, ο φίλος μου Γεράσιμος Πρεβεζάνος μου λέει: «Αύριο απόγευμα μην κανονίσεις τίποτα, θα πάμε κάπου». Πήγαμε και γνώρισα μια χαμηλόφωνη και διακριτική παρουσία,  με φανερά πάνω της τα σημάδια του «καλλιτεχνικού καημού», έναν άνθρωπο με φυσική ευγένεια & λεπτή διάκριση. Τον αείμνηστο Κ. Τριανταφυλλίδη. Αυτόν που πρώτος, με τόλμη, μετέφρασε την εικόνα μου σε λόγο ξάστερο, καίριο και ποιητικό συνάμα. Για να είμαι ειλικρινής, ήταν αυτός ο οποίος διέκρινε «πνευματικό ρεαλισμό» σε αυτά που του έδειχνα –περίπου 12 χρόνια πριν το διατυπώσει η Ελένη Βακαλό– τότε που ακόμη είχα άγνοια και της σημασίας του όρου!

«Η τέχνη Χρηστάκη δεν είναι χώρος …αναψυχής, είναι ο χώρος της ψυχής».  Έκτοτε, αποθησαύριζα ό,τι έλεγε στις συχνές απογευματινές μας συναντήσεις: Για τον εχθρό του Μέτρου,  το «Ι» που το κάνει μέτρΙο. Για το Ήθος στη ζωή και την τέχνη. Μου ‘λεγε, «Αν θέλω, υπάρχουν πολλοί τρόποι να σε κοροϊδέψω. Είναι όμως δυνατόν να σε πείσω πως είμαι ψηλότερος από τον Γεράσιμο;  Κανένας κοντός δεν έπεισε ότι είναι ψηλός!». 

Σαν να τον ακούω… Εκείνες οι συναντήσεις τα βράδια του ’87 υπήρξαν η αφορμή για τη πρώτη επαφή μου με το έργο του Ρίλκε: «…Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη λύση, την ευκολότερη απ’ όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι ωστόσο φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο. Γι αυτό η μοναξιά του δημιουργού είναι γόνιμη, γιατί είναι δύσκολη».                                                                                                                                        Από τότε θα πρέπει να άρχισα να βρίσκω ενδιαφέρον σ’ οτιδήποτε το μοναχικό, το εκτός κοπαδιού, στην έννοια της δυσκολίας, στη γοητεία του …μονοπατιού!

Εκείνα τα χρόνια υπήρξαν αναμφισβήτητα το θερμοκήπιο όπου, εκτός του επιούσιου, οι γονείς φρόντιζαν να μας παρέχουν τροφές πνευματικές άλλης αξίας, δυσνόητες τότε – δυσεύρετες σήμερα. Παρακαταθήκες κι εφόδια που ευχάριστα κουβαλάω, “οικογενειακά βάρη” που δεν βαραίνουν…

Το ήξερα πως θα πάρει χρόνο για να μπορέσω να τους ζωγραφίσω, όπως εγώ τους έχω φυλαγμένους μέσα μου… Χωρίς την αγωνία στο βλέμμα τους και τα σημάδια απ’ της αρρώστιας την ταλαιπωρία… Τους ένοιωσα, να έρχονται και να κάθονται απέναντί μου, στις δυο καρέκλες στο εργαστήριο, όταν ξεκίνησα αυτά τα έργα… σαν να μου πόζαραν!  Ήταν κι οι δυο τους χαρούμενοι, δεν θέλησα να τους πω πόσο μου λείπουν, ούτε να τους φορτώσω με τα δικά μου κι ας είχα τόσα…

Πρώτα έφυγε ο πατέρας, 10 τόσα χρόνια πριν, κι 7 χρόνια αργότερα τον ακολούθησε κι η μητέρα. Ξανακοίταξα τις δυο ψάθινες καρέκλες.  Άδειες… Μέσα από ένα χαρτί κι ένα πανί έπιασα κουβεντούλα με τους γονείς μου. Δεν ξέρω αν τους άρεσαν τα έργα, δεν τα πρόλαβαν.

Τα φυλάω σ’ ένα καβαλέτο,  ζωγραφισμένα ενθύμια, να μου θυμίζουν τον δικό τους κόσμο. Ελάχιστο αντίδωρο στη μνήμη τους… έτσι, μισοτελειωμένα, μια “αφορμή” ένα πρόσχημα για να τα ξαναπούμε.  Έτσι κι αλλιώς, δεν γίνεται να “γυρίσεις σελίδα”  έτσι απλά με τους ανθρώπους που αγαπάς!

Αργότερα στην Αθήνα, παράλληλα με τις σπουδές, είχα την τύχη – ευκαιρία να αποθησαυρίσω πολύτιμα μυστικά από ανθρώπους – προσωπικότητες του πνεύματος, ζωγράφους και ποιητές. Αυτοί λειτούργησαν σαν οδοδείκτες όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως μπροστά μου υπήρχαν σταυροδρόμια, λεωφόροι, δρόμοι αλλά και  μονοπάτια που έπρεπε να διαλέξω. Κυρίως όμως όταν καταλάβαινα πως υπάρχουν δυο επιλογές για ένα καλλιτέχνη. Ο εύκολος δρόμος και ο άλλος δρόμος. Ο εύκολος δρόμος είναι να κάνεις πράγματα παράδοξα και εντυπωσιακά, σίγουρα αρεστά στους πολλούς που έχουν μάθει να αρέσκονται σε ό,τι είναι του συρμού. Ο άλλος δρόμος, είναι να κάνεις αυτά που κάνουν εδώ και χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι των τεχνών. Να μιλάς, να γράφεις, να ζωγραφίζεις για τα ίδια λίγα θέματα που απασχολούν την ανθρώπινη ψυχή. Και να τα αποδίδεις στην κοινότητα των ανθρώπων με τρόπο που να φανερώνουν την μοναδικότητα της δικής σου εμπειρίας, το δικό σου μοναδικό πρόσωπο, το δικό σου ερωτικό αγκάλιασμα τη πλάσης.

Υπάρχουν δύο δρόμοι να περπατήσει ο άνθρωπος της τέχνης, ο ένας πιο δύσκολος από τον άλλο.  Έπρεπε ν’ αποφασίσω. Όταν η ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου είναι η συντόμευση των διαδρομών, εγώ τι ζητούσα;  Να συντομεύσω ή να επιμηκύνω τον χρόνο του ταξιδιού μου;  Και θα αρκούσε αυτό για να φτάσω στ’ όνειρό μου, αν δεν γίνουν βίωμα κι άλλα πράγματα, που μέχρι τότε δεν αξιολογούσα;

Από το ξεκίνημά μου στη ζωγραφική, δεν ξέρω γιατί, αλλά το προτιμούσα. Το προτιμούσα από την κίνηση, τους θορύβους, την ταχύτητα και τις ευκολίες της λεωφόρου.  Ίσως γιατί τα μονοπάτια κρύβουν μυστήριο, προσφέρουν σκιές, έχουν ξέφωτα, σου προκαλούν τη λαχτάρα για αναπάντεχες συναντήσεις. Έχουν χάρες και εκπλήξεις σαν τα διαβαίνεις. Δίοδος επικοινωνίας με έναν κόσμο που ακόμα αγνοούσα, αλλά σιγά-σιγά ένοιωθα να γίνεται πιο δικός μου, να μ’ αγκαλιάζει. Έψαχνα τρόπο για να απολαύσω άλλους ρυθμούς, άλλες παύσεις, άλλες ταχύτητες, άλλον αέρα, άλλα χρώματα, άλλους ήχους. Φυσικό επομένως να μην μπορούσα να διανοηθώ άλλη διαδρομή, που θα έπρεπε να οδηγεί σε κάτι υψηλό, κάτι ανώτερο. Παρά έναν δρόμο στενό, γιατί θα προορίζεται για έναν. Γι᾿ αυτόν που βαδίζει μόνος προς μόνον. Mονο-πάτι.

Κι ένα φθινόπωρο επίσκεψη με εκλεκτή παρέα στο Άγιον Όρος. Τότε που ακόμη η διαδρομή γίνονταν σε φυσικά μονοπάτια – ώρες περπάτημα. Συνειδητοποίησα πως τον εαυτό σου τον συναντάς πιο εύκολα στο μονοπάτι γιατί, χωρίς να το καταλάβεις, το εσωτερικό σου έρχεται στην επιφάνεια. Η οδοιπορία γίνεται ευκαιρία για αναμόχλευση του εσώτερου κόσμου και παράλληλα δυνατότητα για εσωτερικό διάλογο. Σ’ αυτήν αναπνέεις άλλον αέρα, η καθαρότητα γύρω σου σε ποτίζει. Αποκτάς ξαφνικά άλλα μάτια, ασυνήθιστες οράσεις, άλλου είδους και άλλου κόσμου.

Εκεί γνώρισα μοναχούς που αγιογραφούσαν, κι όταν δεν έψελναν, μονολογούσαν περί της υψηλής τέχνης. Σε κελιά & σκήτες, θυμάμαι, αναπάντεχα πήρα απαντήσεις σε εσωτερικά μου ερωτήματα, ανάσες κι οξυγόνο για τη συνέχεια: «Η μοναξιά, αυτή είναι η μοίρα του καλλιτέχνη. Ο σταυρός κι η ανάστασή του.  Μη γυρέψεις να τον εξηγήσεις με τη λογική γιατί η λογική είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της τέχνης, τελικά της ίδιας της δημιουργίας, όπως κι αν αυτή εκφράζεται… Να αφεθείς στην ένθεη τρέλα που οδηγεί το χέρι κάθε αληθινού δημιουργού να αποτυπώσει την εσωτερική βιογραφία του… Σ’ αυτήν, τα χρώματα δεν είναι ύλη, γίνονται δεσμίδες από φως που σχίζουν το σκοτάδι. Η σιωπή γίνεται ήχος, ο λόγος έργο, κι η μελωδία κάλεσμα.. θα τη δεις, θα την ακούσεις. Ενώνεται με το φως, αυτό ΤΟ ΦΩΣ θα σε καλεί στην αποκάλυψη»…

Πότε είχα βγάλει μολύβι & μπλοκ απ’ το σακίδιο κι αντί να σχεδιάζω, άρχισα τώρα να σημειώνω, βιαστικά, όσα προλάβαινα…

Ευλογημένες τέτοιες αποδράσεις, όπου γι’ άλλα ξεκινάς κι άλλα σε βρίσκουν!  Όπου άλλα προγραμματίζεις και μ’ άλλα συναντιέσαι… Συνειδητοποιούσα πως η ζωγραφική απαιτεί κατάνυξη, αφοσίωση. Καταλάβαινα πως, αν θέτεις ζωγραφικό στόχο, πώς θα εκφράσεις τ’ ανέκφραστα κι έχεις μοναδικό εφόδιο την ανάγκη της ψυχής σου, η διαδρομή θα είναι μονοπάτι, δύσβατο και ανηφορικό.  Πως αν επιλέξεις αυτό το μονοπάτι θα πρέπει να ξαλαφρώσεις κι από «βάρη», που σ’ εμποδίζουν στην ανάβαση…

Σε τέτοια μονοπάτια πρωταγάπησα το φτωχό, το απέριττο, τα ψιθυριστά, τα χαμηλόθωρα, τα “λίγα”. Εστίασα σ’ αυτά που μέχρι τώρα κοίταζα χωρίς να βλέπω, σε αντικείμενα φορτωμένα μνήμες, που έχουν απορροφήσει τη ζεστασιά και το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Συνειδητοποίησα πως δεν αρκεί μόνον «τί βλέπω», σημασία έχει και «πώς το βλέπω»…  Κι άρχισα να διαισθάνομαι πως η ζωγραφική θα έχει “άλλο” ενδιαφέρον εάν μπορούσε η ίδια να γίνει μονοπάτι μέσω του οποίου προσεγγίζουμε το πνευματικό. Αλλά δεν ήξερα τον τρόπο. Πώς δηλαδή ακόμη και μέσω μιας «νεκρής φύσης» θα μπορούσα να οδηγηθώ σε μια «πνευματική ζωγραφική»; Μέσα από ποιες εσωτερικές διαδρομές θα οδηγηθώ στην αποκάλυψη που αποτελούσε υψηλό ζητούμενο;  Πώς θα δονήσω τη συγ-κίνηση η οποία δεν θα εξαντλείται στην επιφανειακή αποτύπωση του θέματος, αλλά στην αναζήτηση πέραν του προφανούς; Εξ άλλου αυτό δεν λένε πως είναι το ξεχωριστό προνόμιο του καλλιτέχνη, να καθιστά δηλαδή πολύτιμο –εξαγνίζοντάς το, και το πιο ταπεινό αντικείμενο;

Ζόρικη διαδρομή, προάγγελος της “Ζωγραφικής Λιτότητας”.  Από τις δυο εκδοχές: “λιτότητα στη ζωγραφική” και “η λιτότητα ως τρόπος ζωγραφικής”, καταλάβαινα ότι, η 2η είναι ουσιαστικότερη.  Γιατί, αν η 1η (λιτότητα στη ζωγραφική) μπορεί να επιβάλλεται, η 2η (η λιτότητα ως τρόπος ζωγραφικής)  αποτελεί συνειδητή κι ελεύθερη επιλογή.  Αν δηλαδή η πρώτη είναι μια κατά-σταση, η δεύτερη αποτελεί στάση ζωής…                                                                  Θυμήθηκα πάλι τον Κ. Τριανταφυλλίδη: «Στην πληρότητα δεν φτάνει κανείς από το περίσσευμα. Το περίσσευμα = συσσώρευση, δηλ. απληστία ή κορεσμός. Στην πληρότητα φθάνει κανείς, όχι από την απαίτηση, αλλά από την παραίτηση… Ως εκ τούτου, η ευτυχία σχετίζεται με την αφαίρεση, η δυστυχία με την πρόσθεση, ενώ οι ευτυχισμένες στιγμές αυξάνονται με την διαίρεση κι όχι τον πολλαπλασιασμό!».

Λόγια και νοήματα που με γαλήνευαν, αλλά πώς θα τα κάνω πράξη; Είχα τη θέληση, δεν είχα όμως τη γνώση – ούτε τη δύναμη.

Χάρις στον Τσαρούχη συνειδητοποίησα ότι ακόμη και η αλόγιστη χρήση χρωμάτων είναι υπερβολή, και η υπερβολή είναι εχθρός του μέτρου. Έμαθα ότι ο Πολύγνωτος ζωγράφιζε τα αριστουργήματά του μόνον με 4 χρώματα  (άσπρο – μαύρο –χοντροκόκκινο – ώχρα ).

Και ότι με 7 νότες δημιουργήθηκε όλη η ιστορία της μουσικής.  Το ζητούμενο είναι  το ΜΕΤΡΟ και οι συνδυασμοί του. Πώς δηλαδή, με οικονομία μέσων, θα επιτευχθεί  ο πλούτος του αποτελέσματος.

Και τα ερωτήματα πλήθαιναν και όσο προχωρούσα γίνονταν οι μόνιμοι  συνοδοιπόροι μου: Ποια είναι τα “διόδια” που πρέπει να καταβάλεις σ’ αυτή τη διαδρομή; Ποιά είναι τα “νόμιμα” διαβατήρια ενός δημιουργού; Διδάσκεται η Τέχνη ή μόνον οι τεχνικές της; Κι αν η τέχνη δεν αποτελεί αντικείμενο γνώσης – γιατί ακούμε πως διδάσκεται; Πόσο είναι αρκετό το ταλέντο του στη διαμόρφωση του έργου; Τα πτυχία, και οι τίτλοι είναι ικανά να καθορίσουν το μέγεθος ενός καλλιτέχνη; Και αν ναι, τότε τι είναι αυτό που κάνει τον Β. Γκογκ – αν και χωρίς τεχνική & σπουδές – να παραμένει ο μεγαλύτερος έως σήμερα ζωγράφος;  Μήπως η συσσώρευση γνώσεων τελικά αφυδατώνει την επί-γνωση;  Αρκεί μόνο το έργο ενός δημιουργού; Ποια η αξία σήμερα της ζωγραφικής; Πώς μπορεί το έργο τέχνης να παραμένει “μέσον” μεταξύ δημιουργού και θεατή; Και, πόσο τελικά είναι εφικτή αυτή η απόπειρα “συνομιλίας” με εικόνες “εν σιγή”, σε μια εποχή που την χαρακτηρίζουν εκκωφαντικοί θόρυβοι και κραυγές;

Απ’ τα χρόνια των σπουδών, μέσα από συζητήσεις, γεγονότα κι εμπειρίες, άρχισα να σχηματίζω μια επιφανειακή εικόνα περί του τι συμβαίνει στον χώρο των εικαστικών. Όσα φυσικά μου επέτρεπε να αντιληφθώ ο ενθουσιασμός και τα άλλα της ηλικίας. Το να ισχυριστώ ότι απέφυγα επιρροές θα το θεωρούσα έλλειψη ειλικρίνειας και δειλία. Γοητεύτηκα από τη μαγική ατμόσφαιρα εργαστηρίων όπου φεύγοντας –εκτός απ’ τους τρόπους & τις τεχνικές τους– έπαιρνα μαζί μου λίγο κι απ’ την ιερότητά τους. Έψαχνα να βρω την αφετηρία μιας προσωπικής έκφρασης και πώς θα μπορούσε το ασαφές και απροσδιόριστο εντός μου να αποκτήσει οντότητα.  Έχω την αίσθηση πως δεν διδάσκεσαι αν σου πιάσουν το χέρι και σε καθοδηγήσουν. Μπορεί όμως να γίνουν η αφορμή για να ελευθερωθεί αυτό το κάτι που έχεις μέσα σου και που ίσως να αγνοείς. Προσωπικά, παραμένω ακόμη μαθητής του έργου, του στοχασμού αλλά και της διαδρομής πολλών που έως τώρα με επηρέασαν αλλά και άλλων που με διδάσκουν ερήμην τους. Η κατανόηση της ζωγραφικής είναι εγκεφαλική – εσωτερική διεργασία. Την κατακτάς, δεν σου προσφέρεται.                              Παρατηρούσα για χρόνια την κατάνυξη των έργων του Γάλλου Chardin, του Ιταλού Morandi, του Ισπανού Velasquez, την αυστηρότητα του Κόντογλου, το αισθησιακό χρώμα του Τσαρούχη, το μέτρο και την άσκηση λιτότητας του Μόραλη…

Η επαφή αυτή στα εργαστήρια των δημιουργών μ’ έμαθε επίσης, πως η διαδικασία της δημιουργίας για τον καλλιτέχνη αρχίζει από την όραση. Όλα όσα βλέπουμε καθημερινά είναι έτοιμες εικόνες που με καταιγιστικό ρυθμό επιβάλλονται αρνητικά στο υποσυνείδητό μας. Ο καλλιτέχνης οφείλει να απεγκλωβιστεί απ’ αυτή την κατάσταση, να βλέπει τα πράγματα σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά. Μόνον έτσι θα μπορέσει να εκφρασθεί με προσωπικό τρόπο. Οφείλει να γίνεται αποκωδικοποιητής εσωτερικών μονολόγων. Το μήνυμα που παίρνει από τον ορατό κόσμο πρέπει να το κωδικοποιήσει.                Και ο πίνακας τελικά να είναι μια εξομολόγηση που γίνεται μ’ ένα μυστικό λεξιλόγιο.

Ο Ρώσος Kandinsky («Για το πνευματικό στην τέχνη») σημειώνει: «Ο καλλιτέχνης είναι το χέρι που κάνει την ανθρώπινη ψυχή να δονηθεί επωφελώς. Το χρώμα είναι το πλήκτρο, το μάτι το σφυρί και η ψυχή το πιάνο με τις πολλές χορδές». Αντιλαμβανόμουνα λοιπόν μέρα με τη μέρα πως κάθε προσπάθεια δημιουργίας είναι εσωτερική. Ο καλλιτέχνης θα πρέπει μεν να αντλεί απ’ τον περίγυρό του όλα όσα μπορεί να του τροφοδοτούν την εσωτερική του όραση, αλλά στη συνέχεια να τα ταξινομήσει με τον δικό του ρυθμό ώστε να αποτελέσουν δομικά στοιχεία του έργου του. Το έργο τέχνης είναι επομένως απόληξη, πρώτα μιας εσωτερικής διαδικασίας και στη συνέχεια μιας επεξεργασίας.

Και αυτό το έργο τέχνης τι θα είναι; πνευματικό υλικό ή εμπορεύσιμο είδος; Πολιτισμικό αγαθό ή προϊόν συναρτημένο σκανδαλωδώς με το χρήμα; Πώς ο ζωγράφος θα μπορέσει να συνυπάρξει ως “καλλιτέχνης” και ως “άνθρωπος του επαγγέλματος”; Ο άνθρωπος του επαγγέλματος εκτελεί, φτιάχνει κάτι χωρίς να βάζει τίποτε απ’ τον εαυτό του, εκτός απ’ την αγάπη του για την εκτέλεση. Ο καλλιτέχνης όμως απαιτεί να βάλει στο έργο τον καλύτερο, τον πιο αληθινό του εαυτό, επιτρέποντάς μας να δούμε την ποιότητα της έκφρασής του, διακινδυνεύοντας ακόμη και να προδοθεί.  Πώς μπορεί να είναι συμβατή τελικά αυτή η σχέση; Όταν οι μηχανισμοί της αγοράς επιβάλλουν τάσεις και μόδα σύμφωνα με τους κανόνες παραγωγής, όχι ως εσωτερικό χρέος αλλά ως αγοραστική επιταγή, πόσο μπορεί να αντέξει η αισθητική επιταγή του δημιουργού κόντρα στον επαγγελματισμό και τους νόμους του; Όταν πρώτα και κύρια, ο αποκαλούμενος «κόσμος της τέχνης» (μουσεία, γκαλερί, συλλέκτες, τεχνοκριτικοί, κλπ), επηρεάζει και προσπαθεί να επιβάλλει κανόνες αγοράς;  Βλέπουμε λοιπόν πως η αξία του έργου τέχνης ενδεχομένως να μην απορρέει από το περιεχόμενό του αλλά να είναι συνάρτηση της προβολής & της επιβολής του!  Το ερώτημα είναι, πόσον οι συνθήκες αυτές είναι ικανές να επηρεάσουν ή να αλλοιώσουν την αυτοτέλεια του καλλιτέχνη;

Όσο περνούσαν τα χρόνια έπαψα να ξεγελιέμαι από την επιφάνεια της ζωγραφικής, διαισθανόμουνα πως η ουσία της είναι αλλού… Δεν με απασχολούσε μόνο ως χειρονακτική εργασία αλλά και ως πνευματική διάσταση. Πάντα ζήλευα αυτόν που προχωρά σκαλίζοντας. Αυτό ήθελα να κάνω. Ναι, αλλά εγώ έψαχνα για απαντήσεις και τώρα – όσο σκάλιζα – τόσο σκόνταφτα σε νέα ερωτήματα…

Κι άρχισα να διερωτώμαι:  Τελικά σ’ αυτή τη γενικευμένη “πολιτισμική ρύπανση” μήπως μια οδός “διαφυγής” μας είναι το μονοπάτι που μας επανασυνδέει με την ελληνική παράδοση;  Μήπως η ανεπανάληπτη πολιτιστική κληρονομιά αυτού του τόπου, μοναδική σε βάθος και έκταση σημασιών, παρότι κατά καιρούς έχει ναρκοθετηθεί από επιφανειακές προσεγγίσεις, διατηρεί ακέραια τη δύναμη να νοηματοδοτεί τον σύγχρονο βίο μας; Έρχονταν στο μυαλό μου κι ο προβληματισμός του Κόντογλου: «Σήμερα δεν θέλουμε την παράδοσή μας σε τίποτε, για να μη μας πάρουνε για καθυστερημένους. Θέλουμε την Ελλάδα δίχως τίποτα ελληνικό. Αλλά τότε γιατί τη θέλουμε;»

Σε μια τέτοια λοιπόν εποχή, όπου το marketing επιβάλλει να προσφέρονται τα πάντα εύπεπτα ώστε να γίνονται εύληπτα, που προσπαθούν να μας πείσουν πως σκοπός της τέχνης δεν είναι το ωραίο αλλά το νέο, αναλογίζομαι:  Πόσο πολύπλοκο και δυσχερές γίνεται το έργο  του καλλιτέχνη!  Κι απ’ την άλλη: πόσο άραγε είναι διατεθειμένος  κι ο ίδιος ο καλλιτέχνης να γίνει στάση – ένα “όχι”, έστω κι αν όλα γύρω του εμπορευματοποιούνται;

Δεν μου αρκούσε απλά να εντυπωσιάζομαι – να αισθησιάζομαι με το έργο τέχνης, ήθελα και να με συγκινεί. Αναζητούσα μια τέχνη που θα μεταγγίζει στον θεατή πνευματική ανακούφιση. Αυτή την αύρα, που ανυψώνει αβίαστα το πνεύμα και τον πηγαίνει λίγο ψηλότερα… Ήθελα, όσο μικρός κι αν είναι ο πίνακας, να έχει τη δύναμη να οδηγεί το πνεύμα μακρύτερα  απ’ τις φυσικές του διαστάσεις!  Ήθελα, αν γινόταν, ακόμα κι ένα ασήμαντο – συνηθισμένο θέμα να μετατρέπεται από ζωγραφιά σε εικόνα, από έργο των χειρών σε αχειροποίητο, σε ποίημα.!

Στην ιστορία της τέχνης υπάρχουν έργα που ενεργούν κατ’ έκταση, αγγίζουν αμέσως μέγα πλήθος. Υπάρχουν κι αυτά που ενεργούν σε μήκος και σε μήκος χρόνου αγγίζουν τους λίγους, σιγά – σιγά.  Τα πρώτα χρειάζονται δεξιοτεχνία, τα δεύτερα αληθινό πνεύμα και ήθος. Ήθος που αδιαφορεί για την επιτυχία.

Γράφει ο Σεζάν: «Αλλοίμονό μας αν δημιουργώντας ένα έργο τέχνης επιδιώκουμε κάποιο αποτέλεσμα, εκτός από ένα: να δώσουμε μορφή σε ό,τι μέσα μας ανακυκλούται. Μην σκέφτεστε τα πλήθη σαν δημιουργείτε, αποφεύγετε ακόμη και το διαλεχτό πρόσωπο απ’ το οποίο ξεκίνησε η έμπνευσή σας». Κι ο Τεριάντ έλεγε:  «τα καλύτερα έργα μπαίνουν στη ζωή μας μαλακά. Στην αρχή ούτε που προσέχουμε τη παρουσία τους. Αν υπάρχει μια αρετή των νέων έργων να μας ξαφνιάζουν βίαια, υπάρχει και μια άλλη αρετή των ζωντανών έργων να μην ξαφνιάζουν καθόλου, να μην σοκάρουν με την πρώτη εμφάνισή τους, να δείχνουν μια παρουσία οικεία. Η ποιότητά τους βρίσκεται στο βάθος και δεν εμφανίζεται παρά με τον καιρό».

Το έργο τέχνης πάντοτε απαιτούσε την επικοινωνία του με το κοινό για να επιζήσει. Πώς όμως αυτή η επικοινωνία θα μπορέσει να μετουσιωθεί σε συμμετοχή;  Διαβάζω στον Ρίλκε: «το χειρότερο μέσον για να προσεγγίσεις το έργο τέχνης είναι η κριτική. Καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δεν μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε, όσο κι αν θέλουν κάποιοι να μας πείσουν για το αντίθετο. Μονάχα η αγάπη μπορεί να “συλλάβει”, ν’ αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντι στο έργο τέχνης». Με άλλα λόγια μας προτρέπει,  ο καθένας να βλέπει με τα δικά του μάτια, να έχει τη δική του όραση, την δική του σκέψη. Ώστε, σ’ αυτό το κομφούζιο, η κρίση μας να είναι προσωπική, μιας και η αλήθεια του έργου είναι διαφορετική για τον καθένα μας. Η εικόνα δεν βρίσκεται μόνον μέσα στον μουσαμά αλλά και στον θεατή ο οποίος συμμετέχει στον μετασχηματισμό της.  Έτσι, ανεπαίσθητα, ο θεατής παρασύρεται από τη μαγεία της δημιουργίας συμμετέχοντας στη συγκίνηση, η οποία ως τότε αποτελούσε προνόμιο μόνο του καλλιτέχνη.

Η υποδήλωση του “χώρου” αποτελεί για τον καλλιτέχνη το υψηλό ζητούμενο, εξ ίσου σημαντικό με την υποδήλωση του φωτός ή την άρτια απόδοση της έκφρασης ενός προσώπου. Με γοήτευε το πώς δηλαδή ένα δισδιάστατο πεδίο θα προσληφθεί ως “τρισδιάστατο” από τον θεατή. Πρωτίστως βέβαια όφειλα να μάθω τη “γλώσσα” των αντικειμένων και εν συνεχεία  ν’ ανακαλύψω τη “γραμματική” τους, δηλ. το προοπτικό βάθος και την αξιοποίηση των τονικών διαβαθμίσεων. Ο “χώρος” δεν είναι… “γεμίζω τον μουσαμά με χρώμα και ξεμπερδεύω” όπως νομίζουνε πολλοί.  Η επίτευξη “ατμόσφαιρας” στο έργο ίσως, αποτελεί τον δημιουργικό σκοπό της ζωγραφικής. Γιατί σε μιαν “ατμόσφαιρα” το χρώμα παίζει τον αληθινό ρόλο του, που είναι να δημιουργήσει το φως και το βάθος.                                                                                                                                    Στην ιστορία της τέχνης μάλιστα αναφέρεται κι ένα περιστατικό: Ένας πατέρας πήγε το γιο του, εκκολαπτόμενο ζωγράφο, στον Ρέμπραντ:   –“Δάσκαλε, παρ’ τον για βοηθό, να σου φτιάχνει μόνον τα φόντα, έχει ικανότητες”. Κι ο Ρέμπραντ: –“Μα, αν ξέρει να κάνει τα φόντα, τον παίρνω για δάσκαλο!”.

Σταδιακά άρχισα να συνειδητοποιώ πως είχα στη διάθεσή μου κι άλλο όπλο, για κάποιους, το μεγαλύτερο: Την Ελευθερία στην Τέχνη, εργαλείο που μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι για κάθε καλλιτέχνη. Στα τελευταία χρόνια Ελευθερία και Τέχνη έγιναν συνώνυμα.  Μου είχε κάνει εντύπωση μια φράση του Μυταρά:  “Ο καλλιτέχνης σπάνια συνειδητοποιεί την ελευθερία του ή τη σκλαβιά του”.  Στο έργο του «Σμιλεύοντας το χρόνο», ο Ταρκόφσκι σημειώνει το εξής αποκαλυπτικό: “Ο καλλιτέχνης ποτέ δεν είναι ελεύθερος, πάντοτε θα είναι δέσμιος του ταλέντου και της κλίσης του”.  Κι ο Τσαρούχης:  “Όσοι πιστεύουν πως η τέχνη είναι αχαλίνωτη ελευθερία έχουν κάνει το λάθος της ζωής τους! Μην συγχέουμε την ελευθερία με την ασυδοσία. Οι άχρηστες ελευθερίες είναι ίσως χειρότερες απ’ την απαγόρευση και τη σκλαβιά!”. Το ζήτημα λοιπόν είναι τι πιστεύει ο καθένας μας για την ελευθερία και κυρίως πού ορίζει τα όριά της!

…………………………………………………………………..

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που στα ζωγραφικά αδιέξοδα ενός πίνακα, κάτι άλλο, από κάπου αλλού, ήρθε να το αποτελειώσει… Είναι αυτές οι στιγμές που, αν και μονολογείς πως όλα έχουν τελειώσει, ελπίζεις πως κάποια άλλη επενέργεια θα δώσει τη λύση. Τότε είναι που διαισθάνεσαι πως κάποια πράγματα έρχονται από αλλού, πέρα και πάνω απ’ το όποιο ταλέντο σου…  Η ζωγραφική πάντα θα είναι τόπος συνάντησης του φανερού με το αθέατο, θα ακινητοποιεί τη στιγμή δίδοντάς της διάσταση αιωνιότητας. Αυτή είναι η γοητεία και η αλήθεια της:  η 4η διάσταση!

Ξαναθυμήθηκα τον Αγιορείτη ασκητή. Έψελνε και ζωγράφιζε… ζωγράφιζε κι έψελνε. Ο ψαλμός γίνονταν χρώμα, η έκσταση έπαιρνε σχήμα και μορφή. Κι όταν λιγόστευε το φως κι έπεφτε σαν πάχνη το σούρουπο, άφηνε τα χρώματα και τα πινέλα κι ένοιωθε βαθιά ψυχική λύτρωση, σαν να ‘χε ώρες λειτουργηθεί κι είχε ζήσει το μέγα μυστήριο… Αυτό μου είχε προκαλέσει την μεγαλύτερη εντύπωση. Δεν ήταν πια η ζωγραφική γνώση του νου κι η μαστοριά του χεριού, ούτε η τεχνική πώς έσβηνε τα χρώματα. Αλλά κι άλλα τόσα, πιο σπουδαία… Ο χρόνος έφερνε την πείρα,  κι αυτή πλάταινε τη γνώση και τη μαστοριά. Γιατί τελικά, δεν ζωγραφίζεις με το χέρι, με την καρδιά και τον νου ζωγραφίζεις.  Σαν να τον βλέπω, καθισμένος μπροστά από έναν μισοτελειωμένο αυστηρό Παντοκράτορα, μονολογούσε: «…Χρειάζεται μάθηση και μόχθος για να γίνεις σωστός μάστορας στη τέχνη σου. Μα χρειάζεται κάτι πιο πολύ για να ξεπεράσεις τη μαστοριά και να γίνεις άξιος ζωγράφος, η θεϊκή πνοή. Και τούτη την πνοή νεαρέ μου, ή την κλείνεις μέσα σου ή δεν την κλείνεις! Κανένας δεν μπορεί να σου τη διδάξει ή να στη δώσει. Είναι Δώρο στους λίγους που διάλεξε για να συμπληρώσουν με το δικό τους φως το έργο της δημιουργίας. Είναι η στιγμή, η ξεχωριστή ευλογημένη στιγμή που κάτι σου ψιθυρίζει μέσα σου: «αυτό το χρώμα θα βάλεις, κι αυτό το φως θα βγάλεις για να γίνει η δημιουργική αγωνία σου ποίημα! Μόνο που ετούτη η στιγμή η ευλογημένη δεν έρχεται συχνά…»

Αυτό που γίνεται άμεσα κατανοητό από τον θεατή είναι η εξωτερική ομοιότητα, ή όπως λένε στην κινηματογραφική ορολογία “εικονοποίηση του αντικειμένου”. Κι όμως, το αντικείμενο καθ’ αυτό στην τέχνη, δεν είναι τόσο ενδιαφέρον. Στη νεκρή φύση η αντιγραφή αντικειμένων δεν σημαίνει τίποτα αν δεν μπορέσεις να αποδώσεις τις συγκινήσεις που σου προκαλούν αυτά τα αντικείμενα.

Γιατί ζωγραφίζετε κε Matisse; «Για να αποδώσω τις συγκινήσεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μου με χρώμα και φόρμα, πράγμα που δεν μπορούν να κάνουν ούτε η πιο τελειοποιημένη φωτογραφική μηχανή, ούτε ο κινηματογράφος. Δεν ζωγραφίζω αυτό το τραπέζι, αλλά τη συγκίνηση που μου προκαλεί».                                                                          Chardin: «Ζωγραφίζω με το συναίσθημα χρησιμοποιώντας χρώματα». Κι ο Τσαρούχης: «Δεν με απασχολεί τόσο το θέμα, όσο η ποίηση του θέματος».  Να γιατί ο Χατζιδάκις έλεγε: «Η Τέχνη είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Για το λεξιλόγιό της βλέπετε δεν υπάρχει βοηθητικό λεξικό. Ή είσαι γεννημένος να την αισθανθείς ή είναι πάντα κλειστή για σένα».

Θεωρώ πως ο καλύτερος τρόπος για να μελετήσει κανείς την εκπαίδευση του ματιού και του χεριού ενός καλλιτέχνη είναι τα σχέδια. Ήμουν και παραμένω ένας μαθητής που εξακολουθεί να επιδίδεται με σχολαστικότητα στο σχέδιο. Θαύμαζα την ακρίβεια στο σχέδιο του Durer, του Giacometti, του Balthus… Αντιλαμβανόμουνα πως ένα έργο χωρίς σχέδιο, είναι ένα σπίτι χωρίς σκελετό.

Κι αν το σχέδιο εκφράζει τη γνώση του αντικειμένου, το χρώμα οφείλει να εναρμονίζεται με το σχέδιο.  Τσαρούχης: «…νόμιζα πως οι Αρχαίοι κι οι Βυζαντινοί καλλιτέχνες είχαν ένα μυστικό κόλπο, ένα μυστήριο μεταφυσικό. Αργότερα κατάλαβα πως ήταν μια πολύ καλή αντιγραφή των χρωμάτων και των τόνων τους.  Δηλ, αν αντιγράψει κανείς πάρα πολύ πιστά τα χρώματα, βγαίνει αυτό που λέμε Μεγάλη Ζωγραφική και που οι άλλοι νομίζουν πως αποτελεί μυστικό του ζωγράφου.  Η πιο απλή και ταπεινή εργασία, να ξεσηκώνεις δηλ. πιστά τα χρώματα, ίσως είναι το πιο δύσκολο πράγμα… Άρα, σχέδιο και χρώμα; και τα δυο μαζί είναι ένας ζωγραφικός άθλος, γιατί άλλοι χρωματίζουν κι είναι υπέροχοι και λίγοι. Κι άλλοι σχεδιάζουν τέλεια …ερήμην όμως της ζωγραφικής!»…

Η ζωγραφική μου είναι το απόσταγμα της μνήμης μου… Δεν είναι μια φωτογραφική αναπαράσταση κάποιου αντικειμένου – μιας σύνθεσης – ενός προσώπου. Είναι ζωγραφική που προσπαθεί να φανερώσει – να αποκαλύψει το αντικείμενο ή το πρόσωπο. Να καταστήσει τη μνήμη παρόν όταν το θέμα παύει να έχει χρόνο.  Το “σήμερα” μέσα απ’ την αφύπνιση του χτες…

Και στην προέκταση αυτής της μνήμης  ανακάλυψα και μια άλλη ζωγραφική, βουβή, που με μαγνήτιζε… χωρίς εντυπωσιασμούς… Αυτή που μέσα στη φαινομενική της λιτότητα ένοιωθα να περικλείει ένα μεγαλείο. Αισθάνθηκα ρίγος βλέποντας την έκφραση σε γυναίκες με πυρωμένο βλέμμα και χείλη ερμητικά κλειστά, με στεφάνια από ροζ ροδοπέταλα περασμένα σε κλωστή, σύμβολα της αιώνιας ζωής.

Πορτρέτα ζωγραφισμένα με φαρδιές πινελιές, με τρόπο ρωμαλέο, έτσι που οι μορφές, στο άνθος της ζωής, να αναδύονται μέσα από την πένθιμη γαλήνη τους, με όλη τη σοβαρότητα και την πνευματικότητά τους… Που παρά την μελαγχολική έκφρασή τους, η φλόγα της ζωής που ξεπετάγεται, να κάνει αυτούς τους κεκοιμημένους πιο ζωντανούς από τους ζώντες.

Πρόσωπα με βλέμματα αμφίσημα, αυτοελέγχου αλλά και ενατένισης. Τα νεκρικά πορτρέτα του Φαγιούμ, υπήρξαν – μαζί με τη ζωγραφική του Ρέμπραντ – το σπουδαιότερο μάθημα που έλαβα για τη δύναμη του ζωγραφικού βλέμματος.

 

Επίλογος:

Ακούω πολλούς που διατείνονται πως η Τέχνη είναι το οξυγόνο χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσαν να ζήσουν, κλπ!.. Εγώ θα τολμούσα να συμπληρώσω:  για άλλους πάλι, όχι, γι αυτούς προέχουν άλλα: νερό, ψωμί, γιατροί.  Όχι τέχνη.  Η ώρα της τέχνης –ίσως– έρθει αργότερα, ή να μην έρθει ποτέ.

Ακριβώς εδώ όμως κρύβεται κι η μαγεία της: δεν στοχεύει να γίνει χρηστική, ούτε να είναι χρήσιμη. «Η τέχνη ήταν πάντα το όπλο του ανθρώπου απέναντι στα υλικά πράγματα που απειλούσαν να αφανίσουν το πνεύμα του. Η τέχνη είναι η προσευχή μου. Κι αν η προσευχή μου ενδιαφέρει κάποιον,  τότε και η τέχνη μου θα είναι χρήσιμη»  λέει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

Όσο κι αν η καθημερινότητα αντιμάχεται την ήρεμη σκέψη, πάντα ο καλλιτέχνης οφείλει να βρίσκει τις δικές του πνευματικές του διεξόδους. Να μην προδοθεί απ’ τα σύγχρονα αδιέξοδα, ούτε να βαλτώσει στο δικό του μονοπάτι.  Κι ας ματώσουν τα πόδια κι η καρδιά του…  Δεν μας το ‘λεγε ο Ελύτης; “Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν“… και ο Γιάννης Κουνέλλης; «Γι’ αυτό ένας καλλιτέχνης αξίζει να γίνει καλλιτέχνης. Για τα πράγματα που λείπουν,  όχι για τα πράγματα που έχει».

Όσες φορές με ζορίζει η καθημερινότητα, με ξεδιψούν οι παραινέσεις του Ρίλκε: «Καλλιτέχνης θα πει: να μη μετράς, να μη λογαριάζεις,  να ψηλώνεις σαν το δένδρο που δεν βιάζει τον χυμό του, που αδείλιαστο αψηφάει τις ανοιξιάτικες μπόρες, χωρίς να φοβάται μη δεν έρθει το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι έρχεται, έρχεται όμως μονάχα για εκείνους που ξέρουν να προσμένουν, ξένοιαστοι και γαλήνιοι σαν να ‘χανε μπροστά τους την αιωνιότητα!  Γι αυτό, βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Από το βάθος στην επιφάνεια, από τον εαυτό σας στους άλλους, από το σήμερα στο χτες.  Μόνον τότε θα μπορεί να σηματοδοτεί “κάτι” το δικό σας ίχνος στη κοινωνία».

Η Τέχνη δεν ανταμείβει, δεν είναι αναλγητικό, τα αναλγητικά  δεν ανυψώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, δεν ανορθώνουν το φρόνημα, δεν εξευμενίζουν τη ψυχή. Η Τέχνη η ίδια είναι η ανταμοιβή που ανορθώνει τον άνθρωπο για να κρατήσει  τη ψυχή του όρθια, όταν τα πάντα γύρω μας καταρρέουν. Κι αυτή θα συνεργεί στη ψυχική μας ανάταση, θα γίνεται το ανάχωμα στην πνευματική μας κατολίσθηση…

Η Τέχνη θα υπάρχει εκεί, για κείνους που μπορούν ακόμη να ονειρεύονται. Για όσους ξέρουν να σωπαίνουν όταν ο διπλανός τους μετράει τ’ άστρα… Για κείνους που μπορούν ν’ ακούνε τους ψιθύρους και να διακρίνουν τις εσωτερικές τους αποχρώσεις.

Κι ο καλλιτέχνης;  Αυτός θα είναι απαραίτητος μόνον όσο θα γίνεται δημιουργός ονείρων. Μόνον όσο με το έργο του θα οδηγεί στην ομορφιά και σ’ άλλα ξέφωτα –που παρά τις αντίξοες συνθήκες– επιμένουν ακόμα να υπάρχουν, για όσους φυσικά τα επιζητούν.  Θα είναι απαραίτητος, μόνον όσο οι άνθρωποι συνεχίζουν να ερωτεύονται και να ονειρεύονται, για να δίνει φως στα γκρίζα αδιέξοδα, γαληνεύοντας τη ψυχή τους.

Για να θυμίζει πως οι λύσεις δεν βρίσκονται έξω, υπάρχουν μέσα μας. Μέσα μας υπάρχει και διαμορφώνεται τ’ όνειρο. Και πολιτισμός του καθενός είναι και τα όρια των ονείρων του.

Ευχαριστώ για τον χρόνο σας.

Η Σχολή Τοπικής Ιστορίας & Πολιτισμού “Αθανάσιος Παλιούρας”, που λειτουργεί το Τμήμα Πνευματικών και Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων της Γυμναστικής Εταιρείας Αγρινίου, οργάνωσε εκδήλωση με τον ζωγράφο Χρήστο Γαρουφαλή, ο οποίος παρουσίασε το εικαστικό του έργο και μίλησε για τα “Ζωγραφικά Μονοπάτια”. Την Τετάρτη 2 Μαΐου 2018 στο Παπαστράτειο Μέγαρο Αγρινίου. Το βίντεο παραχωρήθηκε στη Γυμναστική Εταιρεία Αγρινίου από κύριο Γιάννη Γιαννακόπουλο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here