Νοσταλγία και Αποσύνθεση (2)

0
69

Η ιδέα του κειμένου της περασμένης Κυριακής αντλήθηκε απ’ την παρατήρηση ότι οι συγγραφείς που κάποτε αγαπήσαμε αποσύρονται («παλιώνουν») με δύο τρόπους: είτε καταρρέουν απότομα, μ’ έναν επώδυνο πάταγο, είτε ξεθωριάζουν βαθμιαία, διατηρώντας την πηγή της ακτινοβολίας τους ενεργή και παραμένοντας κρυμμένοι στη βιβλιοθήκη σαν τα πνεύματα μιας σεβάσμιας κατά τα άλλα θρησκευτικής αίρεσης, για την οποία ακόμη κι οι πρωτοπρεσβύτεροι καταλαβαίνουν ότι έπαψε να κόβει εισιτήρια.

Ετσι, η νοσταλγία για τα κείμενα της νιότης γίνεται αισθητή σαν μια προσεχτική και καχύποπτη περιδιάβαση σε διφορούμενες περιοχές της αντίληψης του αναγνώστη, όπου η διαπλοκή των δύο τρόπων αφήνει ευρύχωρο περιθώριο για παγίδες. Επιστρέφει κανείς με τον φόβο πως θα διαψευστεί και ελπίζοντας ότι θα του δοθεί η ασφάλεια της αίσθησης ότι τα πρώιμα λογοτεχνικά όνειρά του δεν ήταν ολότελα ασυνάρτητα, ότι ενυπήρχε σ’ αυτά κάτι λιγότερο αποκαρδιωτικό απ’ την προφητεία μιας επικείμενης εποχής απομυθοποιήσεων. Αξίζει να σημειώσουμε πως, έκτοτε, η ματαίωση της επανένωσης με τη χαμένη ακεραιότητα των κειμένων εκείνων, τα οποία γερνούν και πεθαίνουν, σαν ζωντανοί οργανισμοί, ή ταξιδεύουν μακριά, γεννάει έναν τύπο αναγνώστη-φαντάσματος που περιφέρεται εδώ και κει χωρίς να βρίσκει καμιά ηδονή και κανένα γενναίο καλωσόρισμα, κι αυτό ελάχιστα αντιφάσκει με τη διαπίστωση πως η σύγχρονη λογοτεχνική εμπειρία είναι, μεταφορικά μιλώντας, μια εμπειρία μεταθανάτια. (Οι νεκροί υποψιαζόμαστε τότε πως, αντίθετα απ’ ό,τι το έργο, το κείμενο δεν γερνάει ποτέ.

Ετσι, η νοσταλγία για τα κείμενα της νιότης γίνεται αισθητή σαν μια προσεχτική και καχύποπτη περιδιάβαση σε διφορούμενες περιοχές της αντίληψης του αναγνώστη, όπου η διαπλοκή των δύο τρόπων αφήνει ευρύχωρο περιθώριο για παγίδες. Επιστρέφει κανείς με τον φόβο πως θα διαψευστεί και ελπίζοντας ότι θα του δοθεί η ασφάλεια της αίσθησης ότι τα πρώιμα λογοτεχνικά όνειρά του δεν ήταν ολότελα ασυνάρτητα, ότι ενυπήρχε σ’ αυτά κάτι λιγότερο αποκαρδιωτικό απ’ την προφητεία μιας επικείμενης εποχής απομυθοποιήσεων. Αξίζει να σημειώσουμε πως, έκτοτε, η ματαίωση της επανένωσης με τη χαμένη ακεραιότητα των κειμένων εκείνων, τα οποία γερνούν και πεθαίνουν, σαν ζωντανοί οργανισμοί, ή ταξιδεύουν μακριά, γεννάει έναν τύπο αναγνώστη-φαντάσματος που περιφέρεται εδώ και κει χωρίς να βρίσκει καμιά ηδονή και κανένα γενναίο καλωσόρισμα, κι αυτό ελάχιστα αντιφάσκει με τη διαπίστωση πως η σύγχρονη λογοτεχνική εμπειρία είναι, μεταφορικά μιλώντας, μια εμπειρία μεταθανάτια. (Οι νεκροί υποψιαζόμαστε τότε πως, αντίθετα απ’ ό,τι το έργο, το κείμενο δεν γερνάει ποτέ.)

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η γενίκευση της κειμενικότητας είναι μονόδρομος: αντιλαμβάνεσαι (κοινοτοπία!) πως η ζωή σου, καθεαυτή, δεν είναι παρά ένα κείμενο που, μοιραία, θα το διατρέξεις για δεύτερη φορά με ελιγμούς ανάμεσα απ’ τα τραύματα απειράριθμων μικρών αποχωρισμών. Μεταξύ των τελευταίων, άλλοι είναι σπασμωδικοί, που θα πει πως τα γεγονότα απειλούν να στοιχειώσουν και να εκδικηθούν για την έλλειψη κατανόησης, ενώ άλλοι αφομοιώνονται στην απήχηση των ρυθμών μιας σχετικά φυσιολογικής φθοράς, ενίοτε ευεργετικής, αφού μαζί με τα ζωντανά κύτταρα φθείρονται και τα θεμέλια της αυταπάτης. Εντυπωσιάστηκα μια μέρα από κείνο το μικρό γλωσσικό σκάνδαλο, όταν ο Μπιλ Μπάροουζ, που παρίστανε τον λάτρη των δαιμόνων και διαλαλούσε το άσβεστο μίσος για τη χριστιανική παράδοση, χαρακτήρισε την είσοδό του στην τρίτη ηλικία ως άκουσμα της «καμπάνας του Εσπερινού». Η κωδωνοκρουσία ήχησε μέχρι τη Σικελία.

Εντούτοις, και ανεξάρτητα απ’ την απογοήτευση ή τη σοφία της διδαχής όλων εκείνων των φθινοπωρινών μυστικών, ίσως υπάρχει, επιπλέον, μια τρίτη διάσταση του πένθους, υπό την αιγίδα της οποίας θα μπορούσε κανείς να υιοθετήσει ένα κριτήριο πέραν των δύο βαθμίδων αναψηλάφισης της υπόληψης του συγγραφέα, κι αυτή η διάσταση, νομίζω, ανοίγεται τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι ο συγγραφέας απομακρύνεται δίχως υπόκλιση αλλά με τούτη την παράξενη πιρουέτα: σε προκαλεί να τον διαβάσεις σαν αντεστραμμένο χάρτη.

Μ άλλα λόγια, πέρα απ’ το δίλημμα που σε φέρνει απέναντι στην υποχρέωση να διαγράψεις τον συγγραφέα ή μπροστά στην ευκαιρία να τον εντάξεις, τιμής ένεκεν, στην πινακοθήκη των σιωπηλών λογοτεχνικών προγόνων, εμφανίζεται αναπάντεχα μια τρίτη προοπτική, καθώς ο συγγραφέας, αποχωρώντας απ’ το προσκήνιο, αφήνει πίσω του, άθελά του, ένα τοπίο αντίστροφων συσχετίσεων, έναν ορίζοντα όπου η κληρονομιά του σε προκαλεί να την κοιτάξεις ανάποδα ή, ας πούμε, σαν αλληγορία του αρνητικού της εαυτού. Θα ήταν πλεονασμός να πούμε ότι, προκειμένου για έναν κόσμο ψευδαισθήσεων, έναν παραισθητικό κόσμο σαν τον δικό μας, έναν κόσμο αντεστραμμένων «αξιών» κ.λπ., αυτή η εκατό τοις εκατό διορατική υπόδειξη αποδεικνύεται ηθικά ανεκτίμητη. Και όχι μόνον αλλά μπορούμε επίσης να πανηγυρίσουμε στη σκέψη ότι, αν κάποιος συγγραφέας έδωσε σε τούτο το τρίτο είδος πένθους υποδειγματικό περιεχόμενο, ήταν και πάλι ο Μπόρχες.

Το δυσδιάκριτο όσο και ισχυρό πλεονέκτημα αυτού του τύπου του αποχωρισμού γίνεται ορατό μόνον στο φως μιας αστραπής, άπαξ και ο αναγνώστης τοποθετηθεί στην οπτική εκείνη γωνία που επιτρέπει να θριαμβεύουν οι μαγικές εικόνες. Μήπως το ίδιο το διακηρυγμένο πρωτείο του στυλ, της κομψότητας του στυλ και της παντοδυναμίας του, δεν οδηγεί τη συζήτηση σ’ ένα απ’ αυτά τα αινίγματα; Τι να το κάνουμε, σου λέει, το περίτεχνο στυλ μετά απ’ το Άουσβιτς; Την εποχή που το άστρο του Μπόρχες ανέτειλε στη διεθνή σκηνή, στη δεκαετία του ’60, ακούγονταν πολλές αψιμαχίες γύρω απ’ το αν και κατά πόσον έπρεπε να θεωρείται αξιόλογος ένας συγγραφέας απ’ τον οποίο έλειπε, με τρόπο τόσο εντυπωσιακό, για να μην πούμε κυνικό, κάθε ίχνος θερμότητας, κάθε ιδέα κατάλληλη ν’ αγγίξει τη συναισθηματική διαγωγή του ψυχικού υποκειμένου· η δαντέλα του στυλ έμοιαζε να αποτελεί το παν. Τώρα, μετά απ’ το όργιο των εκφραστικών καταχρήσεων σε όλα τα μέτωπα του καλλιτεχνικού εμφυλίου, το στυλ είναι εκείνο που χάθηκε ανεπιστρεπτί, είτε με τη διάσπαση σε επί μέρους πληθωριστικά και μιμητικά μοτίβα είτε με την οπισθοχώρηση μπροστά στην επέλαση της βαρβαρότητας: η υπερβολή της τεχνοτροπίας του Μπόρχες δικαιώνεται αναδρομικά με τη μορφή ενός πλούτου που, χωρίς να το πάρουμε είδηση, έπαιρνε τη θέση μελλοντικού επικήδειου.

Ηταν λοιπόν σαν ο συγκεκριμένος συγγραφέας να εκπροσωπούσε μιαν ύστατη δυνατότητα αντίστασης στον επερχόμενο κύμα των μεταμοντέρνων κατεδαφίσεων με τη λατρευτική προσήλωση στις γιορτές του καλλιεργημένου ύφους – επιστροφή στη λησμονημένη θεότητα που ήλεγχε τις χορογραφίες της ευγλωττίας και των γρίφων του σαλονιού. Με τον Μπόρχες μπορείς να πεις πως όσα περιέργως (δηλαδή εκτός εποχής) αφθονούσαν εκεί, όπως η χάρη, η λογική, η κοσμιότητα, η εχεμύθεια και η εκλέπτυνση της αίσθησης του ιερού, ήταν προφητείες για κείνα που επρόκειτο να χαθούν. Από μια τέτοια άποψη, η φινέτσα της ειρωνείας του Μπόρχες μάς προϊδεάζει για την εξαφάνιση της ειρωνείας από τις σημερινές διαπροσωπικές δοσοληψίες, όπου κυριαρχεί η βεβαιότητα πως η ειρωνεία περιττεύει αφού ολόκληρος ο κόσμος είναι ήδη μια ειρωνική διάθλαση.

Αλλά τα συμπεράσματα απ’ την ανάπτυξη αυτής της ιδέας πρέπει να καταχωρηθούν στο επόμενο.

 

πηγή: http://www.enet.gr, Μαΐου 2010

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here