Επιτέλους, η Πινακοθήκη!

0
733

Η νέα Εθνική Πινακοθήκη συμπίπτει με την προσπάθεια της Αθήνας να ανακτήσει την ελευθερία της, επιστρέφοντας σε –σχεδόν– φυσιολογικούς ρυθμούς μετά από μήνες περιορισμών. Παράλληλα, έρχεται σαν ακούσιος συμβολισμός ενός άλματος στο μέλλον. Αυτή τη στιγμή, η πόλη επιχειρεί να χτίσει ένα διπλό τείχος ανοσίας, που θα προστατεύει αφενός από έναν επικίνδυνο ιό, αφετέρου από τη διαχρονική μας κλίση στην απαισιοδοξία. Ίσως η τέχνη αποδειχθεί ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εξόδου από κάθε είδος κρίσης.

Τα ακραία συναισθήματα και η πόλωση που προκάλεσε η νέα Εθνική Πινακοθήκη πριν καν ανοίξει δημιουργούν μια προδιάθεση φόβου κι επιφύλαξης σε όποιον σκοπεύει να την επισκεφτεί. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα μεταμοντέρνο είδος ηθικού διλήμματος: επιτρέπεται να μας αρέσει κάτι που κατακεραυνώθηκε τόσο μαζικά από το αμείλικτο Internet; Από την άλλη, αν δεν μας αρέσει, πώς θα ξέρουμε ότι αυτή είναι η πραγματική μας γνώμη και όχι μια στάση που υιοθετήσαμε αντανακλαστικά, μιμητικά και από φόβο μήπως διαφοροποιηθούμε από την ασφάλεια της κρατούσας τάσης; Μπορώ να πω ότι επισκέφτηκα την Εθνική Πινακοθήκη με ένα αχρείαστο άγχος, προϊόν μιας εποχής που μοιάζει να τρέφεται από αυτό και να μας το επιστρέφει πολλαπλασιασμένο.

epiteloys-i-pinakothiki0
ΕΠΙ ΤΗΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ – Το γλυπτό του Aυγούστου Ροντέν Ο άνθρωπος που βαδίζει πάνω σε κολόνα στην είσοδο της Εθνικής Πινακοθήκης.

 

Προσεγγίζοντας την Πινακοθήκη με τα πόδια από τον Ευαγγελισμό, προσπάθησα να τη βγάλω φωτογραφία με τα μάτια, να την αποθηκεύσω στο μυαλό μου και να την επεξεργαστώ με τρόπο ανεξάρτητο από όσα άκουσα γι’ αυτήν πριν τη δω. Η αλήθεια είναι ότι το επιβλητικό κτίριο σηκώνει αρκετή συζήτηση. Ογκώδες, διαφανές, στιβαρό και μεγαλεπήβολο, έχει εύλογα σχεδιαστεί με τη λογική του αστικού τοπόσημου και όχι ως ένα ακόμη οικοδόμημα της σειράς που αφομοιώνεται από το μέτριο όλον και ξεγελάει το μάτι. Παρ’ όλα αυτά, το νέο κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης εντάσσεται προσφυώς στο πλαίσιο της περιοχής του, γιατί στην ουσία δεν έχει τίποτα ξένο. Το μπετόν, το μάρμαρο, το γυαλί και το μέταλλο είναι γνώριμα αισθητικά στοιχεία στο αθηναϊκό τοπίο και σε συνδυασμό με το λελογισμένο ύψος της Πινακοθήκης εμπνέουν οικειότητα. Κι ενώ οι απόψεις των αρχιτεκτόνων διίστανται για το αν η υλοποίηση του έργου αποδίδει πιστά τον αρχικό σχεδιασμό του, τα δικά μου ερασιτεχνικά μάτια παρατήρησαν βασικά αυτό: ίσως λείπει μια αρμονία ανάμεσα στους όγκους του κτιρίου – αυτό το συνεκτικό «κάτι» που κάνει όμορφο το εντυπωσιακό και δένει τις φόρμες σε ένα συμπαγές, κατανοητό σύνολο. Ενδεχομένως και οι τζαμαρίες να αποπνέουν μια πιο τυποποιημένη αίσθηση γραφείου από όση χρειάζεται το κέντρο της πόλης. Αλλά αυτά είναι εντελώς υποκειμενικά. Και εν τέλει μικρής σημασίας.

«Βοηθήστε μας να μείνουμε ανοιχτοί»

Η συγκινητικά μεγάλη ουρά έξω από την Πινακοθήκη προχωράει γρήγορα και το προσωπικό φροντίζει με ζήλο για τις αποστάσεις ανάμεσα στους επισκέπτες που περιμένουν στωικά. Η εμπειρία προβλέπεται προσεγμένη και, πράγματι, εκπληρώνει την προσδοκία που γεννά· κατά κάποιον τρόπο, η ευρυθμία φαίνεται σαν προσωπικό στοίχημα των ανθρώπων της Πινακοθήκης, οι οποίοι δίνουν την εντύπωση πως παίζουν για τη φανέλα. Θέλουν όλα να κυλήσουν άψογα, σαν να έχουν επενδύσει συναισθηματικά στην επιτυχία του νέου εγχειρήματος. Η πανδημία προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στρες: μια κυρία που επιβλέπει το υπομονετικό πλήθος στην είσοδο επαναλαμβάνει σχεδόν παρακλητικά και ελαφρώς δραματικά: «Βοηθήστε μας να μείνουμε ανοιχτοί». Ο κόσμος χαμογελάει μισο-αμήχανα μισο-περήφανα μπροστά στην προσωπική της εμπλοκή, γιατί, παρά τη δραματοποίηση, μαρτυρά πως κάτι καλό συμβαίνει.

epiteloys-i-pinakothiki2
Οι γνώριμες Ομπρέλες του Γιώργου Ζογγολόπουλου αναδείχθηκαν στον υπό διαμόρφωση κήπο της Εθνικής Πινακοθήκης. Δωρεά της Μαρίας Δημητριάδη.

 

Το εύρος του εσωτερικού χώρου, η εγγενής λιτότητά του, το άπλετο φως που διαχέεται ομοιόμορφα από φυσικές και έξυπνες τεχνητές πηγές, αλλά κι αυτή η ακαταμάχητη αύρα του «καινούργιου» (η οποία, αν φερθούμε σωστά, μπορεί να διατηρηθεί για χρόνια) εξασφαλίζουν μια περιήγηση απαλλαγμένη από τα συνήθη βαρίδια των άβολων εκθεσιακών χώρων που πολλές φορές σε κάνουν να αναπολείς το «έξω». Πράγματι, η ώρα μέσα στο κτίριο περνάει σαν νεράκι. Στη νέα Εθνική Πινακοθήκη επικρατεί μια καθησυχαστική αίσθηση ευρυχωρίας, κι αυτή εντείνεται από τα μεγάλα υαλοπετάσματα που –με έναν απατηλό αλλά αποτελεσματικό τρόπο– καταργούν τα όρια του εσωτερικού από τον εξωτερικό χώρο. Η όλη διαρρύθμιση έχει κάτι από τη φιλόξενη ποιότητα του Μουσείου Ακρόπολης, αγκαλιάζοντας κι αυτή με τη σειρά της την εποχή των «μη μουσειακών» μουσείων.

Τα διαμάντια της συλλογής είναι εκεί, καλοφωτισμένα (προσέξτε πώς ακτινοβολεί ο ουρανός στη Νυχτερία του πασά της Ταγγέρης!) και καταλλήλως απλωμένα στις αίθουσες, περιμένοντας το κοινό τους. Το τελευταίο, μάλιστα, είναι η πιο ενδιαφέρουσα παράμετρος των πρώτων ημερών λειτουργίας της Πινακοθήκης, γιατί αποδεικνύεται ικανοποιητικά ετερόκλητο και υπονοεί πολλά για τον κοινωνικό προσανατολισμό της. Οικογένειες, πολύξεροι πατεράδες που επαναλαμβάνουν με στόμφο στα μικρά παιδιά τους τις πληροφορίες που διαβάζουν δίπλα στα έργα σαν να είναι προσωπικές τους γνώσεις, παρέες φιλότεχνων ή όχι και τόσο, φλύαρα (και κάπως ενοχλητικά) πηγαδάκια μπροστά από τα έργα, μονήρεις παρουσίες που εισπνέουν την τέχνη με διακριτική απληστία, περαστικοί με έντονη περιέργεια, κυνηγοί των trends.

epiteloys-i-pinakothiki4
Επάνω, γλυπτό του Νίκου Τρανού από τη συλλογή του 21ου αιώνα και γυμνό του Αλέξανδρου Παρθένη.
Κάτω, πορτρέτα των Φραντσέσκο Πίτζε και Ανδρέα Κριεζή από την επετειακή έκθεση για το 1821. 

 

Ο κόσμος της Αθήνας ανακαλύπτει ξανά ή για πρώτη φορά έναν πυρήνα πολιτισμού, η λειτουργία του οποίου δεν είναι μόνο καλλιτεχνική, αλλά διαθέτει ευρύτερη αξία, σημειολογική και πρακτική. Η προσέλευση και η διάθεση του κόσμου καθιστούν προφανές ότι η πόλη έχει ψυχολογική ανάγκη από χώρους ειρήνευσης και πνευματικότητας, από ζώνες ασφαλείας ικανές να αποτελέσουν ανάχωμα στην ασχήμια, στην αυθαιρεσία και στην κουλτούρα της αστικής απαξίας. Η Εθνική Πινακοθήκη είναι ένας απαραίτητος σύμμαχος προς αυτή την κατεύθυνση και ο ρόλος που καλείται να επιτελέσει έχει τα φόντα να αποβεί σωτήριος. Ο λόγος που τόσες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μοιάζουν με άφταστους παραδείσους κάθε φορά που τις επισκεπτόμαστε δεν έχει να κάνει μόνο με τον επαρχιωτισμό μας. Σχετίζεται άμεσα και με την άνιση σύγκριση που προκαλεί το έλλειμμά μας στον τομέα των πολιτιστικών καταφυγίων. Ακόμη, λοιπόν, κι αν κάποιος αδιαφορεί για την πολιτιστική κληρονομιά και την τέχνη εν γένει, μόνο να ευνοηθεί μπορεί από έναν τέτοιο σταθμό –σαν βαθιά ανάσα μετά από κατάδυση– στο κέντρο της πολύβουης Αθήνας. Η πρόοδος δεν έρχεται αυτόματα, αλλά απαιτεί έντονη έκθεση σε σχετικά ερεθίσματα.

epiteloys-i-pinakothiki6
Έργα καλλιτεχνών με επίδραση από τον Αντρέ Ντερέν στον δεύτερο όροφο. Σχεδόν 1.000 έργα της Μόνιμης Συλλογής εκτίθενται στους νέους χώρους, έναντι μόλις 400 πριν από την επέκταση.

 

Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Εξερευνώντας κανείς την Πινακοθήκη προσεκτικά, βέβαια, διαπιστώνει τον απόηχο μιας βιασύνης. Οι περιβάλλοντες υπαίθριοι χώροι δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί πλήρως, σε διάφορα σημεία υπάρχουν παρατημένα οικοδομικά εργαλεία, ενώ στον μεταλλικό σκελετό από κοιλοδοκούς, γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται οι μοντέρνες ράμπες, υπάρχουν εμφανή ίχνη από χυμένους σοβάδες και εργοταξιακά υπολείμματα. Πταίσματα, θα έλεγε κανείς, αλλά ικανά να τσαλακώσουν μια εικόνα που πληροί όλες τις υλικοτεχνικές προδιαγραφές για να είναι άψογη. Είναι σημαντικό το νέο κτίριο να μην εγγραφεί στις συνειδήσεις μας ως κρατική υποχρέωση που διεκπεραιώθηκε όπως όπως για πολιτικούς λόγους, αλλά ως πολιτιστικό αγαθό που αποβλέπει στη συνολική αναβάθμιση της ζωής στην πόλη. Είναι επίσης σημαντικό από όλο αυτό το σπουδαίο που συμβαίνει τώρα στην Πινακοθήκη να λείψει η μιζέρια. Και από την πλευρά των υπευθύνων για την αρτιότητα του χώρου, και από την πλευρά όσων μένει να τον τιμήσουν αγοράζοντας εισιτήριο. Η μεγάλη εικόνα είναι σημαντικότερη από τις λεπτομέρειες.

epiteloys-i-pinakothiki8
Τα έργα του Γιάννη Μόραλη (1916-2009) κατέχουν ιδιαίτερη θέση στη νέα Εθνική Πινακοθήκη, απόρροια και της γενναίας δωρεάς 113 έργων του καλλιτέχνη που είχε υλοποιηθεί το 1988. 

 

Φεύγοντας από την Εθνική Πινακοθήκη, θυμήθηκα τους διαδικτυακούς καβγάδες που στήθηκαν πρόσφατα για την οπτική της ταυτότητα. Περιέργως, όση ώρα ήμουν εκεί, η τελευταία δεν με απασχόλησε καθόλου. Αναρωτιέμαι αν το θέμα προβληματίζει ακόμη εκείνους που εθίγησαν από τις «μεγάλες γραμματοσειρές» και το «ανέμπνευστο icon». Κυρίως, όμως, αναρωτιέμαι αν θα πάρουν τα πόδια τους για να δουν από κοντά αυτό που κατέκριναν πριν από λίγο καιρό ή αν το έχουν ήδη ξεχάσει, μαζί με την ίδια την Πινακοθήκη. Ο θυμός ξοδεύεται εύκολα, αλλά η τέχνη είναι για πάντα.

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here