«Ενάντια στη θρησκεία» και ενάντια εις τους Ιερούς Κανόνας;

0
356

Παναγιώτης Μπούμης , ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Ορθόδοξος Τύπος, 20, 27 Απριλίου & 4, 11, 18 Μαΐου 2007.

Α. ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

1. Εισαγωγικά (Φιλοσοφία – Θρησκεία – Θεολογία)

Προ καιρού είχα από συνάδελφο Διδάκτορα Θεολογίας κάποια τηλεφωνική πρόκληση σχετικά με το βιβλίο του κ. Χρ. Γιανναρά (Γ) «Εν­άντια στη θρησκεία» (Αθήνα 2006), το οποίο αναφέρεται και στους ι. κανόνες. Έτσι και μετά από κάποια μικρή συζήτηση, που είχα με τον ίδιο τον κ. Γ. και τρεις – τέσσερεις άλλους εκκλησιαζομένους σε Ναό των Αθηνών και στο «αρχονταρίκι-υπερώον» του την 14.1.2007 θεώ­ρησα σκόπιμο, ή μάλλον απαραίτη­το να προβώ και γραπτώς σε μερι­κές διευκρινήσεις επί των ιερών κανόνων. Νομίζω ότι αυτές είναι χρήσιμες, προκειμένου να βοηθή­σουν στην άρση ωρισμένων παρε­ξηγήσεων και ως προς αυτούς τους ι. κανόνες, αλλά και μεταξύ των πι­στών Χριστιανών.

Θεωρώ τον εαυτό μου υποχρεω­μένο όχι μόνο προς τους ανα­γνώστες των εν λόγω βιβλίων μετά την τηλεφωνική – συναδελφική πρόκληση – πρόσκληση να βοηθή­σει στη διάλυση πιθανών παρεξη­γήσεων ή σκανδαλισμών, αλλά και προς τον ίδιο το φίλο συγγραφέα αυτού του βιβλίου, ώστε να θέσω υπ’ όψει του και τα συμπεράσματα πολλών σχετικών μου επιστημο­νικών ερευνών και ενασχολήσεων με την ελπίδα κάποιας ουσιαστικό­τερης, έστω μελλοντικώς, προσεγ­γίσεώς μας και συμφωνίας μας.

Δεν θα υπάρχει νομίζω αντίρρη­ση, τουλάχιστον ουσιώδης, και από τους ασχολουμένους αμέσως ή εμμέσως με τα θέματα της φιλοσο­φίας και της θρησκείας, ότι και η φι­λοσοφία, εφ’ όσον αναζητεί με τις δυνάμεις του ανθρώπου το θείο, το Θεό, είναι ένα είδος Θρησκείας. Αντιθέτως η Χριστιανική διδασκα­λία και μάλιστα η Ορθόδοξη Χρι­στιανική, εφ’ όσον ασχολείται με την παραδοθείσα αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους, δεν είναι «θρησκεία», αλλά είναι προφητεία, πίστη, παράδοση, διδασκαλία, χω­ρίς αυτό να της στερεί το δικαίωμα να λέγεται και θρησκεία. Τα αυτά ισχύουν mutatis mutandis και για τη Χριστιανική Θεολογία. Εδώ μας έρχεται στο νου κάτι που είχε πει ο αείμνηστος και σεβαστός καθηγη­τής Νικόλαος Νησιώτης, ότι δηλ. Θεολογία είναι σχόλιο στην προ­φητεία.

Και θέτουμε το ερώτημα εν συ­νεχεία: Μήπως ισχύει κάτι το ανά­λογο και για τα πράγματα – κανό­νες της εκκλησίας, τα οποία έχουν θεσπισθεί ή διατυπωθεί βάσει της διδασκαλίας της Αγ. Γραφής από τις αυθεντικές Οικουμενικές Συνόδους; Μήπως πρέπει να έχουμε υπ’ όψει μας, προκειμένου να κρίνου­με αντικειμενικά και όχι υποκειμε­νικά, αυτά τα οποία λέει ο Μεγ. Βα­σίλειος κατατοπιστικά (ςα’ καν.); «Των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων, τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας (Αγ. Γραφής) έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παραδεξάμεθα· άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει, προς την ευσέβειαν (ορθοδοξίαν – ορθοπραξίαν)· και τούτοις ουδείς αντερεί, όστις γε καν κατά μικρόν γουν θεσμών εκ­κλησιαστικών πεπείραται».

Τα δόγματα-κηρύγματα, λοι­πόν, της Εκκλησίας περιλαμβά­νουν μέρος της εν Χριστώ Αποκαλύψεως και της εν Αγίω Πνεύματι αποστολικής παραδόσεως σε μία αλάθητη-ορθή διατύπωσή τους. Γιατί να τα περιφρονούμε ή να τα υποτιμούμε;

Αυτά τα ελάχιστα νομίζω ότι θα αρκούσαν και για τη διάκριση πε­ραιτέρω μεταξύ Χριστιανικής Εκ­κλησίας και οιασδήποτε άλλης θρησκείας ή θρησκευτικής συνάξεως, αν δεν ήταν απαραίτητο να προσθέσουμε και τα εξής προς ολοκλήρωσή τους και ορθή εκτίμη­σή τους.

2. Εκκλησία – Αποκάλυψη – Αγ. Γραφή

Νομίζουμε, δηλαδή, ότι πρέπει όλοι όσοι ασχολούμαστε με τα ανωτέρω ζωτικά θέματα να λαμβά­νουμε υπ’ όψει μας ότι η Εκκλησία αυτή είναι εκείνη, που μας έδωσε και την Αγ. Γραφή, την αποκεκαλυμμένη αυτή αλήθεια. Η Εκκλη­σία αυτή ξεχώρισε ανάμεσα από πολλά βιβλία, τα οποία κυκλοφορούνταν στους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού, τα θεία και θεόπνευστα κείμενα και μας τα παρέ­δωσε «ως πηγάς του σωτηρίου», ως αστείρευτες πηγές της αλήθει­ας, της εκκλησιαστικής παραδόσε­ως, διδασκαλίας και θεολογίας. Και αυτό κατορθώθηκε μετά από μια ολόκληρη διαδικασία, μετά από μία ολόκληρη εποποιία με την καθοδή­γηση του Αγ. Πνεύματος. Χαρακτηριστικώς ο καθηγ. Σάββας Αγουρίδης λέγει: «Η ιστορία του Κα­νόνος της Κ. Διαθήκης κατά τον αιώνα της δημιουργίας αυτού απο­τελεί αληθή εποποιίαν, κατά την οποίαν αι επεμβάσεις και αποφά­σεις της Εκκλησίας είναι φανερόν ότι εκινήθησαν και ενεπνεύσθησαν υπό του εις πάσαν την αλήθειαν καθοδηγούντος αυτήν Αγ. Πνεύματος» [1].

Αυτό διακρίνεται και μέσα από τους ίδιους τους ι. κανόνες της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως από τους κανόνες πε’ αποστολικό, ξ’ Λαοδικείας, κδ’/λβ’ Καρθαγένης, Μεγ. Αθανασίου, Γρηγορίου Θεολόγου και Αμφιλοχίου Ικονίου με κατάλη­ξη την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο (όχι τη «λεγομένη», αλλά ονομαζομένη, Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο), η οποία υιοθέτησε και επικύρωσε τους κανόνες αυτούς. Έτσι έχουμε με την αυθεντία και Οικουμενικής Συνόδου, η οποία είναι το στόμα της Εκκλησίας τον κατάλογο ή κανόνα των θείων και θεοπνεύστων βιβλίων της Αγ. Γραφής.

Επομένως καταλαβαίνει κάθε ένας, ότι είναι τουλάχιστον μία αν­ακολουθία, αν όχι παραλογισμός, να δεχόμαστε τον κανόνα της Αγ. Γραφής, που μας καθόρισαν οι ι. κανόνες της Εκκλησίας και να μη δεχόμαστε τους κανόνες αυτούς.

Όπως παράδοξο, αν όχι παράλο­γο, παρομοίως είναι και το γεγο­νός, ότι πολλοί θεολόγοι ή απλοί Χριστιανοί διαφόρων ομολογιών δέχονται και χρησιμοποιούν και στηρίζονται στην Αγ. Γραφή που μας παρέδωσε η Εκκλησία, και δεν αναγνωρίζουν ούτε δέχονται την Εκκλησία που μας παρέδωσε την Αγ. Γραφή. Είναι σαν να δεχόμαστε τον καρπό ενός οπωροφόρου δέν­δρου και να μη δεχόμαστε το δέν­δρο που μας έδωσε τον καρπό. Ή να αναγνωρίζουμε τον γύρω κό­σμο, που μας περιβάλλει και να μη αναγνωρίζουμε το δημιουργό αυ­τού του σύμπαντος κόσμου ή έστω να μη δεχόμεθα δημιουργό αυτού του σύμπαντος.

Επανερχόμαστε: Ένα μέρος, λοι­πόν, του περιεχομένου αυτών των κανόνων είναι και η ανωτέρω «παρά­δοση» του κανόνα της Αγ. Γραφής. Αλλ’ εκτός αυτού, αν αναδιφήσει και ανατρέξει κάποιος επισταμένως στους ι. κανόνες, θα διαπιστώσει, ότι και το άλλο μέρος του περιεχομέ­νου τους δεν διαφέρει ή τουλάχι­στον δεν έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο και τη διδασκαλία της Αγ. Γραφής, με την αποστολική αυτή παράδοση, αλλ’ αντιθέτως βα­σίζεται και στηρίζεται σ’ αυτή και τη μεταφέρει στην καθημερινή κανονι­κή εκκλησιαστική ζωή.

Προς επαλήθευση αυτού, όποι­ος ενδιαφέρεται μπορεί να ανα­τρέξει στους εν λόγω κανόνες, έχοντας ως βοηθό το «Πηδάλιον» του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη και τις παραπομπές του στο περι­θώριο, ή το «Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων» των Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή και τις παραπομπές αυτού στις υποσημειώσεις, ή ως βοή­θημα το βιβλίο μας «Οι κανόνες της Εκκλησίας περί του κανόνος της Αγ. Γραφής», τόμ. Β’, Έμμεσοι μαρτυρίαι, Αθήναι 1991.

3. Εκκλησία – Αγ. Γραφή – Ι. Κανόνες

Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους και όχι μόνο είναι τουλάχι­στον άδικο να λέγεται από τον κ. Γ. (σελ. 114), ότι «Περιβάλλονται κύ­ρος αποφάσεων οικουμενικής συν­όδου… κανόνες άσχετοι με το ευ­αγγέλιο της Εκκλησίας». Και για να καταλήξει σ’ αυτόν τον αφορισμό κάνει μία ιστορική αναδρομή, όχι όμως τόσο καλά προετοιμασμένη και πετυχημένη. Στη συνέχεια θα παραθέσουμε ωρισμένα τεκμήρια.

Λέει κάπως γενικά και αφοριστι­κά: «Ως και τον 7ο ακόμα αιώνα, οι Κανόνες των Οικουμενικών Συνό­δων (που έχουν κύρος καθολικό για τη ζωή της Εκκλησίας) απο­φεύγουν να οριοθετήσουν την ατομική συμπεριφορά, να προσδιο­ρίσουν και αξιολογήσουν περιπτώ­σεις ατομικών αμαρτημάτων, που συνεπάγονται αφορισμό (αποκοπή από το εκκλησιαστικό σώμα, αυτοαποκλεισμό έξω από τα όρια του σώματος). Το σύνολον σχεδόν των Κανόνων των τεσσάρων πρώτων Οικουμενικών Συνόδων αναφέρε­ται σε ζητήματα εκκλησιαστικής ευταξίας, δικαιοδοσιών του κλή­ρου, κύρους των χειροτονιών, συμ­περιφοράς προς τους αιρετικούς, κ.τ.ό. Οι ελάχιστες περιπτώσεις ατομικών παρεκτροπών που “κα­νονίζονται”, έχουν συνέπειες στην ευχαριστιακή δομή και λειτουργία της Εκκλησίας (: πρβλ. τον ιζ’ κα­νόνα της Α’ Οικουμενικής, περί των τοκιζόντων κληρικών, τον β’ της Δ’ Οικουμενικής, περί του μη χειροτονείν δια χρημάτων, τον ιστ’ της ίδιας συνόδου, περί παρθένων και μοναζόντων, μη εξείναι γάμω προσομιλείν…» (Γ., σ. 113-114).

Γνωματεύει εδώ ως ψυχολόγος(;), ότι «οι Κανόνες των Οικουμε­νικών Συνόδων… αποφεύγουν να οριοθετήσουν την ατομική συμπε­ριφορά». Πού γνωρίζει ότι αυτοί οι κανόνες ειδικώς αποφεύγουν και δεν λέει ότι δεν χρειάσθηκε να οριοθετήσουν; Ίσως γιατί υπήρχε η Αγ. Γραφή και κανόνες έλκοντες την καταγωγή τους από τους Αγ. Αποστόλους ή από προηγούμενες ή σύγχρονες με τις Οικουμενικές Συνόδους τοπικές συνόδους.

Και συνεχίζει στην ίδια γραμμή: «Μόνο από τα τέλη του 7ου αιώνα (και συγκεκριμένα με την Πενθέκτη εν Τρούλλω Οικουμενική Σύνοδο, το 692) αρχίζει μια ραγδαία αύξηση του αριθμού των Κανόνων, που αναφέρονται σε γενικές περιπτώσεις ατομικών αμαρτημάτων, σε διαβλητές εκδηλώσεις κοινωνικής συμπεριφοράς (κληρικών και λαϊκών), στον καθορισμό επιτιμίων για κοινωνικά εγκλήματα, στη συσχέτιση της φυσικής ζωής (ιδιαίτε­ρα της σεξουαλικής) με τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, ενώ το σύνολο των Κανόνων, που κα­θιέρωσαν οι τέσσερεις πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι φτάνει μό­λις τους 68, μόνη η Πενθέκτη εν Τρούλλω διατυπώνει 102 Κανόνες και επιπλέον επικυρώνει (καθιερώ­νει ως Κανόνες καθολικού για την Εκκλησία κύρους) έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό διατάξεων προγε­νέστερων τοπικών συνόδων και αποφάνσεων μεμονωμένων Πατέ­ρων σε θέματα και περιπτώσεις ατομικής (“ηθικής”) συμπεριφο­ράς» (Γ., σ. 114).

Γνωμοδοτεί εδώ ως κανονολόγος(;), ότι «το σύνολο των κανό­νων, που καθιέρωσαν οι τέσσερεις πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι φθάνει μόλις τους 68». Γιατί απο­φαίνεται έτσι πρόχειρα, χωρίς να λάβει υπ’ όψη του τον α’ καν. της Δ’ Οικουμ. Συνόδου, ο οποίος ορίζει: «Τους παρά των αγίων Πατέρων καθ’ εκάστην σύνοδον άχρι του νυν εκτεθέντας κανόνας κρατείν εδικαιώσαμεν»[2].

Και πρέπει να καταστεί γνωστό, ότι προ της Δ’ Οικουμ. Συνόδου (451 μ.Χ.), είχαν συνέλθει και εξαγγείλει κανόνες η Σύνοδος της Καρχηδό­νας (251 μ.Χ.), η Σύνοδος της Αγκύ­ρας (314 μ.Χ.), της Νεοκαισαρείας (314 – 325 μ.Χ.), της Γάγγρας (± 340 μ.Χ.), της Αντιοχείας (341 μ.Χ.), της Σαρδικής (± 343 μ.Χ.), της Λαοδικείας (343 – 381 μ.Χ.), της Κωνσταντι­νουπόλεως (394 μ.Χ.) και της Καρ­θαγένης (419 μ.Χ.). Και επίσης πρέ­πει να γίνει γνωστό, ότι μόνο στις τρεις τελευταίες συνόδους αναφέ­ρονται 180 και πλέον κανόνες.

Β. ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΕΣ

1. Σύγχυση ι. κανόνων – κα­νονιστικών διατάξεων

Και προχωρεί σκοπεύοντας πά­ντα στον ίδιο στόχο: «Από την Πεν­θέκτη Οικουμενική Σύνοδο και με­τά, ότι περιπτώσεις (το πλήθος και το είδος ) ατομικών αμαρτημάτων που αρχίζουν να προβλέπονται από εκκλησιαστικούς Κανόνες είναι πραγματική έκπληξη. Βρί­θουν οι Κανόνες από τις πιο απίθα­νες διαστροφές, εξιδιασμένες επι­νοήσεις ασελγημάτων – ποικιλό­τροπα εφευρήματα κτηνοβασίας, αιμομειξίας, ομοφυλοφιλίας, αυνανισμού. Επεκτείνονται και σε ευ­ρύτατο πεδίο κοινωνικών εγκλημά­των: τοκογλυφίας, επιορκίας, τυμ­βωρυχίας, κλοπής. Θεσμοποιούν απαιτήσεις άμεμπτης κοινωνικής διαγωγής, κυρίως των κληρικών, αντικειμενοποιούν και εκνομικίζουν προϋποθέσεις εγκυρότητας των μυστηρίων, ιδιαίτερα του γά­μου, επιμένουν σε λεπτομερή προ­γραμματισμό των σεξουαλικών σχέσεων των συζύγων» (Γ., σ. 115).

Εδώ προφανώς όχι μόνον ούτε γνωματεύει, ούτε γνωμοδοτεί ορ­θώς μετά τα όσα διαπιστώσαμε ανωτέρω, αλλά παρασύρεται και συγχέει τα πράγματα: Δεν ακολου­θεί την Πενθέκτη Οικουμ. Σύνοδο, η οποία ώρισε ποιων τοπικών συνό­δων (και ποιων Πατέρων της Εκ­κλησίας) τα κανονικά κείμενα οφείλουμε να θεωρούμε κανόνες, αλλά επεκτείνεται και σε κανονιστικές διατάξεις Πατέρων ή Πατριαρχών, οι οποίες δεν υιοθετήθηκαν και δεν επικυρώθηκαν από την Πενθέ­κτη Οικουμ. Σύνοδο, όπως είναι του Αγ. Ιωάννου του Νηστευτή ή του Πατριάρχη Νικηφόρου.

Φέρνουμε ως παράδειγμα αυτής της συγχυτικής αδιακρισίας μια-δυο περιπτώσεις από εκείνες που αναφέρει ο κ. Γ. Γράφει: «Και καθό­λου παράδοξο που υπάρχει τελικά και κανόνας “περί του μη οδοιπορείν άνευ ανάγκης εν Κυριακή ημέρα (κανών α’ εκ των Ζ’ Νικηφό­ρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπό­λεως)” (Γ, σ. 115 – 116). Αλλά ακριβώς ο δήθεν “κανόνας” αυτός του Νικηφόρου (+ 818 μ.Χ.) και οι άλλοι του ιδίου δεν έχουν επικυρωθεί από Οικουμενική Σύνοδο. Έτσι δεν ανήκει στους ι. κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Επίσης αναφέρει ότι οι κανόνες «αρνούνται την ιεροσύνη σε όποι­ον υπέστη στην παιδική του ηλικία βιασμό» (Γ. σ. 116), και παραπέμπει στον ιθ’ καν. του Αγ. Ιωάννου του Νηστευτή, ο οποίος κάνει λόγο «περί αρρενομανίας».

Ασχέτως προς την ορθότητα ή μη και αυτού του κανόνα, όπως και του προηγουμένου, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε πάλι, ότι και οι κα­νόνες του Αγ. Ιωάννου του Νη­στευτή, Πατριάρχη Κωνσταντινου­πόλεως, δεν επικυρώθηκαν από την Πενθέκτη Οικουμ. Σύνοδο, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντι­νούπολη και η οποία υιοθέτησε ένα πλήθος κανόνων τοπικών συνόδων και Πατέρων της Εκκλησίας. Και επομένως δεν συγκαταλέγεται στους κανόνες της Εκκλησίας. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι ο Αγ. Ιωάννης ο Νηστευτής έζησε προ της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου (+ 595 μ.Χ.) και μάλιστα στην Κωνσταντινούπολη και επομένως δεν ήταν άγνωστος στη Σύνοδο.

2. Αντιθέσεις – Αντιφάσεις;

Βεβαίως αναφέρεται και στον επικυρωμένο από την Πενθέκτη Οικουμ. Σύνοδο ε’ καν. του Τιμοθέ­ου Αλεξανδρείας (+ 385 μ.Χ.), που υποδεικνύει ή «απαιτεί», κατά τον κ. Γιανναρά, να μη συνέρχονται τα ανδρόγυνα, όταν πρόκειται να συμμετάσχουν στη θ. Κοινωνία. [Ο κ. Γιανναράς το επεκτείνει «και με­τά τη θεία κοινωνία» (Γ., σ. 116 ). Γιατί;].

Αλλά μήπως και ο Απ. Παύλος δεν υποδεικνύει στα ανδρόγυνα το «Μη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου προς καιρόν, ίνα σχολάζητε τη προσευχή και πάλιν επί το αυτό ήτε… »; (Α’ Κορ. 7, 5). Μάλιστα το χωρίο αυτό του Απ. Παύλου επικαλείται ο ανωτέρω ε’ καν. —απόκρισις του Τιμοθέου Α­λεξανδρείας, για να ενισχύσει την απάντηση του— υπόδειξή του.

Επομένως (και) ο κανόνας αυ­τός με την προτροπή του Απ. Παύ­λου, της Αγ. Γραφής, συμφωνεί και αυτήν ακολουθεί και ερμηνεύει.

Ερωτήσαμε πιο πάνω, γιατί ο κ. Γ. επεκτείνει την αποχή στο ανδρό­γυνο και μετά τη θεία κοινωνία και παραπέμπει στον ε’ καν. του Τιμο­θέου Αλεξανδρείας, ο οποίος δεν παραγγέλλει κάτι τέτοιο, τουλάχι­στον expressis verbis. Δυστυχώς στο θέμα αυτό και πάλιν παραπέ­μποντας στον ε’ καν. του Τιμοθέου Αλεξανδρείας γράφει αλλού με κά­ποια ασάφεια: «Αποχή εκ συνου­σίας το ολιγώτερον απαραίτητος τρεις ημέρες προ της Θείας Κοινωνίας» (Γ., σ. 189, υποσ. 47). Και πά­λιν διερωτώμεθα «γιατί», αφού και ο ίδιος πάλι σε άλλο σημείο γράφει: «Όπως και πάλι αναφέραμε, απαγορεύεται με Κανόνα η μετοχή στο ποτήριο της Ευχαριστίας αν έχει προηγηθεί την προτεραία συζυγι­κή συνεύρεσις» (Γ, σ. 199).

Αυτές οι αστοχίες ή αντιφάσεις ή παλινδρομήσεις, ελπίζουμε, οφεί­λονται σε προχειρότητα και δεν γί­νονται εσκεμμένως ή πολύ περισ­σότερο δεν υποκρύπτουν κάποια τάση ή μορφή δαιμονοποιήσεως των πραγμάτων.

Εν πάση περιπτώσει, όπως φαί­νεται ο κ. Γ. σκανδαλίζεται από το γεγονός, ότι ορίζεται στο ανδρόγυ­νο κάποια εγκράτεια προ της Θ. Κοινωνίας. Μήπως εννοεί, ότι μπο­ρεί ή και πρέπει ο Χριστιανός να κοινωνεί ανεμπόδιστα, αν και έχει συνευρεθεί σεξουαλικώς το προη­γούμενο βράδυ με τη σύζυγό του; Και τότε, γιατί ορίζει ο Απ. Παύλος εκτός εκείνου που αναφέρει στην Α’ Κορ. 7, 5: «Μη αποστερείτε αλλή­λους, ει μη τι… ίνα σχολάσητε τη προσευχή» το «Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηριού πινέτω» (Α’ Κορ. 11, 28); Και λοιπόν: Η μη συνεύρεση και η στέρηση της σωματικής ηδονής δεν είναι έστω μία μικρή χαλιναγώγηση και δοκι­μασία ή ακόμη δεν δίνει καιρό και χρόνο για μια απαραίτητη περίσκε­ψη και περισυλλογή και αυτοέλεγ­χο και προετοιμασία για τη Θ. Κοι­νωνία; Για ποιούς τα υποδεικνύει αυτά η Αγ. Γραφή; Εξαιρεί τα χρι­στιανικά ανδρόγυνα;

Για τους εκτεθέντες λόγους και ίσως και άλλους είπαμε ανωτέρω, ότι είναι άδικο να λέγεται, ότι «Πε­ριβάλλονται κύρος αποφάσεων οικουμενικής συνόδου… Κανόνες άσχετοι με το ευαγγέλιο της Εκ­κλησίας» (σ. 114).

3. Υποτίμηση – Απόρριψη ι. κανόνων

Ισχυρίζονται πολλοί ότι οι ι. κα­νόνες είναι αυστηροί και ανεφάρ­μοστοι ιδίως στη σημερινή εποχή· γι’ αυτό μπορούμε να τους παραθεωρούμε, ή και να τους αναθεω­ρήσουμε. Όμως, θα μπορούσε κά­ποιος να αντείπει, ότι σε πολλά ση­μεία η Αγ. Γραφή φαίνεται να είναι πιο αυστηρή από τους ι. κανόνες. Παραδείγματος χάριν λέει η Αγ. Γραφή: «Ος δ’ αν είπη τω αδελφώ αυτού μωρέ, ένοχος έσται εις την γέενναν του πυρός» (Ματθ. 5, 22), η «Πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. 5, 28). Μήπως πρέπει να την αχρη­στέψουμε για την αυστηρότητα αυτή; Βεβαίως πρέπει να σημειω­θεί εδώ, ότι ο εν λόγω άνδρας «εμοίχευσε εν τη καρδία αυτού» και όχι ότι διέπραξε μοιχεία.

Και για να συμπληρώσουμε και να περιλάβουμε και εκείνους, που παρομοίως αποφαίνονται ότι οι ι. κανόνες είναι ανεδαφικοί και ανεφάρμοστοι, θα είχαμε να σημειώ­σουμε και τα εξής: Πράγματι, είναι δυνατόν σήμερα να μη μπορούμε να εφαρμόσουμε μερικούς κανό­νες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι κανόνες αυτοί είναι εσφαλμένοι, αλλ’ ότι εμείς οι άνθρωποι σήμερα έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από το ορθό ή ότι έχουμε εξασθε­νήσει και εκφυλισθεί τόσο πολύ, ώστε να μη μπορούμε να εφαρμό­σουμε τους κανόνες αυτούς. Π.χ. ο ξθ’ καν. των Αγ. Αποστόλων επιβάλλει νηστεία κατά την περίοδο της Μεγ. Τεσσαρακοστής. Το ότι εμείς σήμερα δεν μπορούμε να τη­ρήσουμε αυτήν απαρεγκλίτως, διότι αισθανόμαστε κατάπτωση των διανοητικών ή σωματικών μας δυνάμεων, αυτό δεν σημαίνει, ότι ο κανόνας δεν είναι ορθός, αλλ’ ότι ο άνθρωπος, ιδιαιτέρως των πόλεων, έχει χάσει την παλαιότερή του αν­τοχή, και βαδίζει προφανώς προς τη φθορά και την καταστροφή, εάν βεβαίως συνεχίσει τη σημερινή τα­κτική. Από αυτό, λοιπόν, δεν απο­δεικνύεται, -ότι οι κανόνες είναι ανεδαφικοί και ανεφάρμοστοι, αλλ’ αντιθέτως ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε πολύ καιρικοί, πολύ σχετι­κοί.

Με αυτό αποδεικνύεται επί πλέ­ον ότι είναι επικίνδυνο να ακολου­θούμε τις δικές μας απόψεις και να κρίνουμε τα πράγματα με τα αν­θρώπινα κριτήρια ή δεδομένα, για­τί —το και χειρότερο— έτσι δεν θα είχαμε κάποιον να μας προειδοποι­ήσει, ότι οδηγούμαστε προς την καταστροφή. Αλλοίμονο εάν οι κα­νόνες προσαρμόζονταν κάθε τόσο προς τις αντιλήψεις, τις απαιτήσεις και την πνευματική κατάσταση του πλανωμένου, περιπλανωμένου και εκφυλιζομένου ανθρώπου. Τότε και το ευαγγελικό μήνυμα του Θε­ανθρώπου θα είχε αλλοιωθεί και προδοθεί και κάθε προσπάθεια πνευματικού αγώνα θα είχε παραμεριστεί, και κάθε ελπίδα πνευμα­τικής και ηθικής ή και σωματικής προόδου θα είχε αποκλεισθεί. Για­τί στη θέση του προτύπου Θεαν­θρώπου Ιησού θα θέταμε διαρκώς το είδωλο του νεωτέρου εκκοσμικευομένου και εκφυλιζομένου αν­θρώπου, για να καταλήξουμε ίσως (και χωρίς να το καταλαβαίνουμε) σιγά – σιγά και στην κατάσταση των αλόγων ζώων. Πρβλ. Ρωμ. 1,18-32, και ιδίως στ. 23: «Φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν, και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού αν­θρώπου και πετεινών και τετραπό­δων και ερπετών»[3].

Όλα αυτά οφείλουν να μας εμ­πνεύσουν και να μας ενισχύσουν το ζήλο και τη φροντίδα να διακρί­νουμε, να διατηρούμε και να δια­φυλάττουμε τους πράγματι ι. κανό­νες, να έχουμε δηλ. μία αυθεντία, η οποία θα μας οδηγεί και θα μας βοηθεί να αποκαθιστούμε προθύμως και ελευθέρως τα πράγματα στην ορθή τους θέση και γραμμή, στη φυσιολογική τους κατάσταση και πορεία, προς την καθόλου πρό­οδο και σωτηρία.

Συναφές σημείο, το οποίο χρει­άζεται κάποια διευκρίνιση ή επα­νόρθωση παρεμπιπτόντως είναι και το εξής: Γράφτηκε, ότι κάποιος ιεράρχης μίλησε για σκωληκόβρω­τα κιτάπια των κανόνων. Εννοεί άραγε τους κανόνες αυτούς καθ’ εαυτούς, τους ίδιους τους κανό­νες ή τα παλαιά μέσα γραφής, μέ­σα ή επάνω στα οποία είναι γραμ­μένοι οι ι. κανόνες; Μήπως δηλ. εννοεί το περιέχον και όχι το πε­ριεχόμενο, τα κιτάπια και όχι το κείμενο των κανόνων. Αν ναι, έχει καλώς και μάλιστα κάλλιστα, γιατί η παλαιότητα των χαρτιών (κωδί­κων ή παπύρων, ή φύλλων χάρτου) υποδηλώνει και την αρχαιότητά τους μέσα στη ζωή, στη γραμμα­τειακή ιστορία και την εξέλιξη της Εκκλησίας. Εάν δεν εννοεί το πε­ριέχον αλλά αυτούς τους ίδιους τους κανόνες, τότε καλώς, κάλλι­στα άλλος επίσκοπος δεν τον δέ­χθηκε να συναντηθούν και να συ­ζητήσουν, εάν βεβαίως το έπραξε γι’ αυτόν το λόγο.

4. Απαραίτητες διευκρινί­σεις

Μετά απ’ αυτά ας μας επιτραπεί να σχολιάσουμε και το εξής: Γρά­φει ο κ. Γ.: «Και το πρόβλημα δεν είναι ο παράλογα στυγνός ηθικισμός κάποιων κανόνων… Το οδυ­νηρότερο πρόβλημα είναι η σύγχυ­ση, που δημιουργείται γύρω από την έννοια της αμαρτίας: Η αμαρ­τία, όπως την προϋποθέτουν οι θρησκευτικής νοοτροπίας κανό­νες» (Γ., σ. 211).

Εμείς θα λέγαμε, ότι πρωτίστως «το οδυνηρότερο πρόβλημα είναι η σύγχυση, που δημιουργείται γύ­ρω» από τους κανόνες με το να μη γίνεται διάκριση μεταξύ των πράγ­ματι ι. κανόνων της Εκκλησίας και των θρησκευτικής (ανθρωπίνης) νοοτροπίας κανονιστικών διατάξε­ων, έστω αγίων εκκλησιαστικών ανδρών. Και το ακόμη «οδυνηρό­τερο πρόβλημα» είναι ότι εξ αιτίας αυτής της αδιακρισίας επιχειρείται και μία διάκριση ή μάλλον αντιπα­ράθεση μεταξύ Αγ. Γραφής και ι. κανόνων.

Γι’ αυτό νομίζουμε ότι οφείλου­με να μείνουμε και να επιμείνουμε λίγο ακόμη στο θέμα, κανόνες – κα­νονιστικές διατάξεις, για να ολο­κληρώσουμε κάπως τα πράγματα.

Πράγματι πολλοί σκανδαλίζο­νται με το περιεχόμενο ή τις εκ­φράσεις ωρισμένων κανόνων και τους θεωρούν παράλογους, αντιευαγγελικούς και ανεδαφικούς ή στυγνούς και απάνθρωπους[4]. Αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι είναι υπεύ­θυνοι και οι ίδιοι γι’ αυτήν την εντύ­πωσή τους, απλούστατα γιατί «α­νακατεύουν» τα πράγματα. Όπως προελέχθη: Εκλαμβάνουν και θε­ωρούν ως κανόνες της Εκκλησίας και ωρισμένες υποδείξεις Πατέρων της Εκκλησίας ή και Πατριαρχών, οι οποίες όμως δεν έχουν υιοθετη­θεί από Οικουμενική Σύνοδο, η οποία εκπροσωπεί την Εκκλησία και έχει το δικαίωμα να τους χρίσει και χαρακτηρίσει κανόνες. Αυτές οι υποδείξεις δεν μπορούν να ονο­μασθούν κανόνες. Το πολύ – πολύ να ονομασθούν κανονικές ή ακόμη καλλίτερα, ακριβέστερα, κανονι­στικές διατάξεις.

Και δεν αποτυγχάνουν μόνο στο χαρακτηρισμό αυτό, αλλά ονομά­ζουν Κανονικό Δίκαιο το δίκαιο, το οποίο στηρίζεται σε κανονιστικές διατάξεις και όχι αμιγώς στους θεί­ους και ιερούς κανόνες. Θα πρέπει να το τονίσουμε: Αυτό το δίκαιο δεν μπορεί να ονομάζεται κανονι­κό δίκαιο. Το πολύ να ονομάζεται κανονιστικό Δίκαιο. Ο όρος Κανο­νικό Δίκαιο στην προκειμένη περί­πτωση είναι παραπλανητικός και συγχέει τα πράγματα.

Λέει π.χ. ο κ. Γ. (σ. 212): «Και μό­νο ο όρος Κανονικό Δίκαιο (μεθο­δικά αρθρωμένο δικαιικό σύστημα κανονιστικών διατάξεων, που κα­λύπτουν ευρύτατη περιπτωσιολο­γία παραβατικής συμπεριφοράς», φανερώνει αναποδογυρισμένες τις προϋποθέσεις του εκκλησιαστι­κού γεγονότος».

Αλλά γι’ αυτό το «αναποδογύρισμα» έχει ευθύνη και ο ίδιος, όταν θέτει στην ίδια μοίρα ι. κανόνες και κανονιστικές διατάξεις, και από τις κανονιστικές αυτές διατάξεις πα­ρασυρόμενος μιλάει για (το) Κανο­νικό Δίκαιο.

Κάτι ανάλογο επιχειρούν ή πρα­γματοποιούν και εκείνοι, οι οποίοι χαρακτηρίζουν εκκλησιαστικό Δί­καιο το σύστημα δικαίου, το οποίο στηρίζεται σε πολιτειακούς νό­μους ή καταστατικούς χάρτες, οι οποίοι θεσπίζονται ή ψηφίζονται από την Πολιτεία για την Εκκλησία και όχι από ένα αλάθητο εκπρόσωπο της Εκκλησίας, όπως είναι μία Οικουμενική Σύνοδος.

Έτσι έχουμε το παράδοξο φαι­νόμενο να νομοθετούν πολιτικοί παράγοντες (πολλές φορές άθεοι;) για την Εκκλησία και να καθορίζουν το δίκαιο Αυτής και μάλιστα να βαυ­καλίζονται ότι της υποδεικνύουν ή της επιβάλλουν δίκαιο, το δίκαιο και το ορθό για την οργάνωσή Της, τη λειτουργία Της και τις δικαιοδοσίες Της στις διάφορες σχέσεις Της.

Και επί πλέον, όπως είναι έτσι γε­νικός ο χαρακτηρισμός «Εκκλησια­στικό Δίκαιο», μοιάζει ότι θεσμοθε­τούν για την καθόλου Εκκλησία, για τη Μία Αγία Καθολική και Αποστολι­κή Εκκλησία. Τουλάχιστον να είχαν τη στοιχειώδη σύνεση και μετριο­φροσύνη, να είχαν τη συνείδηση, ότι νομοθετούν για μία τοπική ή εθνική Εκκλησία, ή έστω να έγραφαν ή έλε­γαν περιοριστικά π.χ. Ελληνικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο ή Σερβικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Ότι δηλ. αναφέρεται το «Δίκαιό» τους μόνο σε μια τοπική Εκκλησία και όχι στην Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Έτσι καταλήγουν να εισπηδούν και να εισέρχονται και στο χώρο και στα χωράφια των Αγ. Αποστόλων. Κά­νουν τον Ευαγγελιστή και Απόστο­λο, καθώς και τον Ιεραπόστολο.

 

Γ. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ

1. H θρησκειοποίηση

Εν πάση περιπτώσει με αυτή τη σύγχυση και την ανακατωσούρα μας παρουσιάζουν ως διδασκαλία της Εκκλησίας διάφορα ανθρώπι­να εντάλματα. Και ενώ πραγματο­ποιούν ή έστω συμβάλλουν σ’ αυτό, δεν διστάζουν οι ίδιοι να κατηγο­ρούν την Εκκλησία των Οικουμε­νικών Συνόδων, ότι θρησκειοποιεί το Εκκλησιαστικό γεγονός και μά­λιστα της Θ. Ευχαριστίας, με το να θεσπίζει διάφορους κανόνες κανο­νικής, πραγματικής και συνεπούς τελέσεως της Θ. Ευχαριστίας και συμμετοχής σ’ αυτή. Γράφουν χαρακτηριστικά: «Γίνεται ευδιάκριτη η διαπλοκή της θρησκειοποίησης με το εκκλησιαστικό φρόνημα κυ­ρίως από τα τέλη του 7ου πια αιώ­να, όταν, όπως ήδη αναφέραμε, θεσμοποιείται από τη λεγόμενη Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο η κα­θολική επιβολή “Κανόνων” ρυθμι­στικών του ατομικού βίου των Χρι­στιανών» (Γ., σ. 211). Και δεν έχουν ίσως συνειδητοποιήσει, ότι αυτοί εν πολλοίς συντελούν σ’ αυτή τη «θρησκειοποίηση» με το να ανα­βαθμίζουν κανονιστικές (ανθρώπι­νες) διατάξεις σε Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας.

Αντιθέτως οι κανόνες των Αγ. Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων δεν είναι ανθρώπινες νο­μικιστικές – κανονιστικές διατάξεις, αλλά είναι εφαρμογές – απόρροια των αποστολικών παραδόσεων, της αυθεντικής εκκλησιαστικής παρα­δόσεως, των δογμάτων της πίστε­ως και υποδεικνύουν, πως το εκ­κλησιαστικό γεγονός γενικότερα και αυτό της Θ. Ευχαριστίας ειδικό­τερα θα καθίσταται πραγματικό και αποτελεσματικό· πως θα αποβαίνει ευλογία στα μέλη της Εκκλησίας (πρβλ. λβ’ καν. Λαοδικείας) και όχι αλογία ή «κρίμα και κατάκριμα» (πρβλ. Α’ Κορ.11, 29).

Γιατί, αν δεν επιτυγχάνεται αυτό και με τις υποδείξεις της Αγ. Γραφής ή των Ιερών Κανόνων (που εκφρά­ζουν την Εκκλησία) μέσα στην Εκκλησία, αλλά επικρατεί αβεβαιό­τητα, αοριστία και ασάφεια, γιατί να κατηγορούμε και τους διαφόρους αιρετικούς, που εμφανίστηκαν στην ιστορία και πορεία της Εκκλησίας, ή γιατί να ειρωνευόμαστε τους «γνησίους Ορθοδόξους Χριστιανούς»; (Πρβλ. Γ. σ. 117, 172, 177, 197). Δεν μπορούν και όλοι αυτοί και όσοι άλλοι εμφανίζονται ως αιρέσεις, ή σχίσματα, ή παρασυναγωγές ή ως φατρίες και τυρίες, να ισχυρίζονται ότι τελούν αξίως και γνησίως και συμμετέχουν αναμφισβητήτως στο κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικό γεγονός της Θ. Ευχαριστίας;

Αλλ’ ας σταθούμε λίγο στο θέμα της θρησκειοποίησης. Ο κ. Γ. δέχε­ται, ότι θρησκεία και θρησκειοποί­ηση είναι η θέσπιση εντολών – κα­νόνων και μάλιστα αυτήν την τάση την θεωρεί ως κάτι τι το κακό, το αποκρουστικό, το φευκτέο. Αλλά, μήπως και η Αγ. Γραφή δεν δίνει εντολές, δεν κάνει υποδείξεις; Μή­πως και αυτή κάνει θρησκειοποίη­ση ή δίνει θρησκεία; Πάντως, όπως φαίνεται, δεν αποδοκιμάζει η Αγ. Γραφή τον όρο θρησκεία (πρβλ. Πράξ. 26, 5 κ.ά.), παρά μόνο, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, απο­τρέπει από τη νόθο (πρβλ. Κολ. 2, 18) θρησκεία ή τη βδελυρή, την ακάθαρτη και μεμιασμένη. Αντιθέ­τως μάλλον επιδοκιμάζει τον όρο θρησκεία και μάλιστα, όταν (δεν διστάζει να) μιλάει για καθαρή και αμόλυντη «παρά τω Θεώ και πατρί» θρησκεία. Διασαφηνίζει σχετικώς ο Απόστολος Ιάκωβος: «Ει τις δοκεί θρήσκος είναι μη χαλιναγωγών γλώσσαν αυτού, αλλά απατών καρδίαν αυτού, τούτου μάταιος η θρη­σκεία, θρησκεία καθαρά και αμίαν­τος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κό­σμου» (Ιακ. 1, 26 – 27). Φαίνεται, ότι με αυτές τις πράξεις και αρετές ανέρχεται, ανεβαίνει προς το Θεό-Πατέρα ο Χριστιανός.

Εν πάση περιπτώσει θα παρατη­ρούσαμε εμείς, μήπως οι Ι. Κανό­νες, οι πραγματικοί τ.έ. κανόνες, δεν θρησκειοποιούν το εκκλησια­στικό γεγονός και κατ’ εξοχήν τη Θ. Ευχαριστία, αλλά αντιθέτως προ­τρέπουν και συμβάλλουν στην εκκλησιαστικοποίηση του θρησκευ­τικού ορμεμφύτου· της ορμέμφυτης θρησκευτικότητας, της θρη­σκευτικής του ανθρώπου ορμής, της ιδιοτελούς αυτής τάσεώς του του ατομοκεντρισμού του, του εγωτικού θελήματος, ένα μέρος του οποίου είναι και η σαρκική ηδονή; Αυτό το εκκλησιαστικό γεγονός, αυτήν την ενσωμάτωση στην Εκ­κλησία και δια της Θ. Ευχαριστίας, δεν επιχειρούν να ενισχύσουν και οι Ι. Κανόνες, όταν ορίζουν – υπο­δεικνύουν ωρισμένες υποχρεώσεις ή συμπεριφορές ή και προε­τοιμασίες του Χριστιανού;

Έτσι, διερωτώμεθα:

α) Όταν οι κανόνες συνιστούν να μη απουσιάζει ο πιστός από τη λειτουργική σύναξη επί 2-3 Κυ­ριακές συνεχώς χωρίς λόγο, αυτό δεν θέλουν να ενισχύσουν; Ακόμη και στους επισκόπους, οι οποίοι τυ­χόν βρίσκονται μακριά από την επαρχία τους, επιβάλλουν την συμ­μετοχή τους στη λειτουργία της τοπικής Εκκλησίας (πρβλ. ια’ και ιβ’ καν. Σαρδικής, π’ καν. Πενθέκτης).

β) Επίσης, όταν άλλος κανόνας ορίζει να παραμένουν οι πιστοί στο ναό μέχρι το τέλος της Θ. Λειτουρ­γίας, έστω και αν δεν κοινωνούν οι ίδιοι (πρβλ. θ’ αποστολικό και β’ Αντιοχείας), την συμμετοχή στο κατ’ εξοχήν αυτό εκκλησιαστικό γεγονός δεν τονίζουν;

γ) Όταν τρίτος κανόνας προτρέ­πει τους πιστούς να απέχουν των (ιδιοτελών – ηδονικών) σχέσεων το Σάββατο και Κυριακή, «δια το εν αυταίς την πνευματικήν θυσίαν αναφέρεσθαι τω Κυρίω» και μάλι­στα ασχέτως αν θα κοινωνήσουν αυτοί (πρβλ. ιγ’ καν. Τιμοθέου) αυτόν τον κοινό εκκλησιασμό και αυτήν την κοινή εκκλησιαστική ζωή δεν προβάλλουν; Σημειωθήτω ότι οι κανόνες αυτοί θεσπίσθηκαν προ της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου.

2. Η ειδωλοποίηση

Μετά απ’ αυτά νομίζουμε ότι είναι καιρός να θίξουμε και ένα άλλο θέμα σχετικό με τα ανωτέρω, όπως είναι το της ειδωλοποιήσεως μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία της ορθόδοξης παραδόσεως.

Υποστηρίζει ο κ. Γ. ίσως επηρεα­ζόμενος ή παρασυρόμενος και από «ξένους», όπως φαίνεται και από κάποια παραπομπή – υποσημείωση (Γ., σ. 179, υποσ.): «Ειδικά στις λε­γόμενες σήμερα ορθόδοξες εκ­κλησίες ο πειρασμός ειδωλοποίησης της Παράδοσης εμφανίζεται μάλλον αυξημένος, ίσως επειδή η “ορθοδοξία” κατανοείται κυρίως σαν ιστορική γνησιότητα, πιστότη­τα στο αποστολικό και πατερικό παρελθόν. Σε μια τέτοια οπτική δεν διαφέρει η χριστιανική εκδοχή της ορθοδοξίας από κάθε άλλη κοσμι­κή εκδοχή – από τη φροϋδική, λ.χ., τη μαρξιστική, την εγελιανή ορθο­δοξία. Αλλάζει το είδος των ειδώ­λων, δεν αλλάζει η ενστικτώδης ανάγκη του ανθρώπου να λατρεύει είδωλα, προκειμένου να θωρακίζε­ται με βεβαιότητες το εγώ[5].

Θα μπορούσε να αναλύσει κα­νείς δια μακρών εκφάνσεις ειδωλοποίησης ουσιωδών δεδομένων της εκκλησιαστικής Παράδοσης: Της θεολογικής μαρτυρίας. π.χ., που κωδικοποιείται σε “δογματικά και συμβολικά μνημεία”. Των συνοδι­κών (και όχι μονό) κανόνων, που συντάσσονται σε “σύστημα Δικαί­ου” (Κανονικό Δίκαιο) και λειτουρ­γούν σαν νομικός νάρθηκας υπερ­βατικού κύρους. Των πατερικών κειμένων, που ιεροποιούνται συλ­λήβδην σαν αυθεντία (κατά γράμ­μα) αποδεικτικού υλικού της “αλή­θειας”» (Γ., σ. 178-179).

Ομως, εκείνο που πρέπει να δι­ευκρινισθεί και το οποίο είναι επι­κίνδυνο για κάθε θρησκεία και πο­λιτισμό κ.τ.λ. είναι η «απολυτοποίηοη του σχετικού, που συνεπάγε­ται αναπότρεπτα τη σχετικότητα του απολύτου» (Γ, σ. 178)[6]. Σ’ αυτό ευτυχώς καταλήγει και αυτό προ­φανώς δέχεται και ο ίδιος ο κ. Γιαν­ναράς, αφού προηγουμένως γρά­φει: «Σε κάθε μορφή φονταμενταλισμού συναντάμε την ίδια αυτή (ψυχοπαθολογικού, τελικά, χαρα­κτήρα – νευρωτικού ή και ψυχωτι­κού) απολυτοποίηση του σχετι­κού…» (Γ., σ. 177-178).

Μήπως, όμως, και ο ίδιος έπεσε σ’ αυτήν την «παγίδα» της ειδωλοποιήσεως, όταν βάζει στην ίδια μοί­ρα τους αλάθητους θείους κανό­νες με τις ανθρώπινες κανονιστι­κές διατάξεις, ή με «ασήμαντες λε­πτομέρειες», στις οποίες «μάλ­λον… εναργέστερη αποκαλύπτε­ται η πραγματικότητα της ειδωλοποίησης» (Γ., σ. 179);

Πράγματι ειδωλοποίηση και ει­δωλολατρία είναι η απολυτοποίη­ση του σχετικού, του ανθρωπίνου, του ειδώλου, και όχι του θείου, του απολύτου, του λόγου του Θεού -Λόγου, της εντολής και της βουλή­σεως του Θεού – Πατρός. Γιατί η διδασκαλία – εντολές της Αγ. Γρα­φής και οι Ι. Κανόνες της Εκκλη­σίας (Οικουμ. Συνόδων) εκφρά­ζουν τη βούληση του Θεού και της Κεφαλής της Εκκλησίας που είναι ο Χριστός. Αλλωστε ειδωλοποίηση του απολύτου και του Θείου δεν νοείται, αφού είναι το πρότυπο, το πρωτότυπο. Για τον ίδιο λόγο δεν λέγεται και ειδωλολατρία, αλλά λέ­γεται θεία λατρεία, λατρεία του Θεού.

Φυσικά έχει δίκαιο και είναι σφάλμα όχι μόνο οι κανονιστικές διατάξεις, αλλά και τα πατερικά κεί­μενα να «ιεροποιούνται συλλή­βδην σαν αυθεντία (κατά γράμμα) αποδεικτικού υλικού της “αλήθει­ας”» (Γ., σ. 179) και να καταλήγου­με στην ειδωλοποίηση). Αν και πρέ­πει να σημειώσουμε, ότι και η λέξη ιεροποίηση είναι λίγο ασαφής και απροσδιόριστη και χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις και για αν­θρώπους και για πράγματα – αντι­κείμενα. Μπορεί να σημαίνει τα καθιερωμένα αντικείμενα ή κείμενα, αλλά πάντως δεν σημαίνει ότι τα εν λόγω πατερικά κείμενα θεωρούν­ται οπωσδήποτε θεία ή θεόπνευστα, ή αλάθητα και αυθεντικά.

3. Δαιμονοποίηση της σε­ξουαλικότητας; (Ο Β’ Γά­μος χηρευσάντων κλη­ρικών)

Εκτός από αυτούς τους όρους (θρησκειοποίηση, ειδωλοποίηση κ.ά.) ο κ. Γ. προχωράει και εισάγει στη μελέτη του και τον όρο δαιμονοποίηση, ισχυριζόμενος, ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δαιμονοποιούν τη σεξουαλικότητα. Λέγει συγκεκριμένως: «Αλλο προκλητι­κό δείγμα δαιμονοποίησης της σε­ξουαλικότητας μέσα στις “ορθό­δοξες” εκκλησίες είναι η απαγό­ρευση δευτέρου γάμου σε κληρι­κούς, που χήρευσαν μετά τη χειρο­τονία τους» (Γ., σ. 201-2). Και προ­σθέτει παραλλήλως: «Οποιοδήπο­τε μέλος της Εκκλησίας σε τέτοια περίπτωση μπορεί να προχωρήσει σε δεύτερο γάμο. Όχι ο κληρικός» (Γ., σ. 202).

Και συμπεραίνει απ’ αυτό, λέγο­ντας τα εξής: «Ότι η απαγόρευση αυτή πηγάζει από μιαν απαξιωτική αντίληψη για τον γάμο είναι μάλλον προφανές: “Συγχωρείται” να υπάρ­χει γάμος πριν από τη χειροτονία, αλλά όταν είναι δεδομένο το “αξίωμα” της “ιερωσύνης”, η έγκριση και δεύτερου γάμου θα αναιρούσε την “κατά συγκατάβασιν” παραχώρηση να συνυπάρχει ενεργός σεξουαλι­κότητα με το “αγγελικό” ιερατικό λειτούργημα» (Γ., σ. 202).

Δυστυχώς, όμως, δεν σταματά εδώ, άλλα προσθέτει παρακάτω, για να ενισχύσει την άποψή του: «Επιπλέον, δεν μοιάζει καθόλου τυχαίο ότι, στην τρέχουσα πρακτι­κή των “ορθόδοξων” εκκλησιών, ένας έγγαμος πρεσβύτερος μπο­ρεί να χειροτονηθεί επίσκοπος ύστερα από κάποια χρόνια χηρεί­ας. Που σημαίνει: Δεν είναι η σκο­πιμότητα του απερίσπαστου από οικογενειακές μέριμνες βίου, που καθιέρωσε την υποχρεωτική αγα­μία των επισκόπων. Είναι η απαξιω­τική επιφύλαξη, η προκατάληψη για τη σεξουαλικότητα σαν “ακα­θαρσία”. Γι’ αυτό και απαιτούνται κάποια χρόνια “κάθαρσης” από την ενεργό σεξουαλικότητα, προκειμένου να γίνει δεκτός ο “μολυ­σμένος” έγγαμος κληρικός στο λειτούργημα του επισκόπου» (Γ., σ. 202).

Δεν γνωρίζουμε, αν εδώ σοβαρολογεί. Γιατί, ότι αυτά είναι προ­φανώς αυθαίρετα, νομίζουμε δεν χρειάζεται μεγάλη φιλοσοφία. Εκτός και αν τα γράφει, όχι για να τα πάρουμε στα σοβαρά, αλλά για να μας προκαλέσει έκπληξη ή για να προκαλέσει κάποια αντίδραση.

Δεν έχει πιστέψει ή πεισθεί, ότι οι κανόνες, οι Ι. Κανόνες, ακολου­θούν την Αγ. Γραφή. Γιατί θα γνω­ρίζει ασφαλώς, ότι ο Απ. Παύλος ορίζει: «Δει τον επίσκοπον ανεπίληπτον είναι, μιας γυναικός άνδρα» (Α’ Τιμ. 3,2). Πρβλ. και Α’ Τιμ. 3,12: «Διάκονοι έστωσαν μιας γυναικός άνδρες». Τα ίδια επαναλαμβάνει για τους πρεσβυτέρους (Τίτ. 1, 6).

Άλλωστε ισχύουν αυτά που ο ίδιος αναφέρει και λέγει σε μερικές σελίδες προηγουμένως: «Και η εκκλησιαστική οπτική της ανδρό­γυνης σχέσης κορυφώνεται στον Παύλο με την περίφημη περικοπή της επιστολής του προς Εφεσίους, όπου στην ερωτική ένωση άνδρα -γυναίκας και στην “συγκλήρωσιν βίου παντός” βλέπει την εικόνα της σχέσεως του Χριστού με την Εκκλησία» (Γ., σ. 191 -192).

Πριν προχωρήσουμε, θα διερωτάτο κάποιος, γιατί δεν χρησι­μοποιεί την έκφραση «στην σεξου­αλική ένωση», αλλά χρησιμοποιεί την μάλλον εδώ ασαφή ή διφορού­μενη έκφραση «στην ερωτική ένω­ση άνδρα-γυναίκας»; Εν πάση πε­ριπτώσει συμπληρώνει κατωτέρω πολύ χαρακτηριστικά: «Οι απαιτή­σεις αυτές (του Παύλου περί αλλη­λοσεβασμού και αμοιβαίας αγάπης του ανδρογύνου στην προς Εφεσί­ους Επιστολή) δεν συνιστούν κανονιστικές αρχές κοινωνικής συμ­περιφοράς, αλλά όρους μεταποίη­σης του φυσικού θεσμού σε εκ­κλησιαστικό μυστήριο: σε άθλημα παραίτησης από το ερωτικό θέλη­μα, ρεαλιστικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς. Μόνο με τους όρους του μυστηρίου (του εκκλη­σιαστικού τρόπου της υπάρξεως) μπορούν να κρίνονται αυτές οι απαιτήσεις και όχι με τα μέτρα των “ατομικών δικαιωμάτων”, τα μέτρα της νεωτερικής μαζικοδημοκρατικής ατομοκρατίας» (Γ., σ. 192).

Αφού δέχεται ή έστω γράφει αυτά, τα εξαιρετικά, γιατί παραθέ­τει τα ανωτέρω; Δεν αλληλοαναιρούνται, εάν ή εφ’ όσον δεχόμα­στε, ότι ο εκκλησιαστικός ποιμένας είναι υπόδειγμα για τους πιστούς, για τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας; «Τύπος γίνου των πιστών», λέει ο Απ. Παύλος στην Α’ προς Τιμόθεον επιστολή του (4, 12) και γενικεύει ο Απ. Πέτρος: «Τύποι γινόμενοι του ποιμνίου» (Α’ Πέτρ. 5, 3). Και ο γά­μος του κληρικού πρέπει να είναι ένα υπόδειγμα και ένας τύπος για τους πιστούς, εάν θέλει ο γάμος του να είναι μία εικόνα της ενώσε­ως του Χριστού με την Εκκλησία και όχι έκφραση «εγωτικού θελή­ματος» ή απαίτηση «ατομικών δι­καιωμάτων», απόρροια «της νεω­τερικής μαζικοδημοκρατικής ατομοκρατίας».

Όταν, λοιπόν, ο ιερέας, ο ποιμέ­νας, το παράδειγμα, πάει αντίθετα προς το ιδεώδες ή πνεύμα της εκκλησιαστικοποιήσεως, όπως είναι και η εξεικόνιση της Ενώσεως του Χριστού με τη μία (τη μοναδική) Εκκλησία από το μυστήριο του γά­μου του δεν συντελεί στην αποεκκλησιαστικοποίηση —ίσως δε και τον σκανδαλισμό ή αποπροσανα­τολισμό— του πληρώματος της Εκκλησίας; Όταν αμαυρώνει την εικόνα του μυστηρίου του γάμου, δεν συσκιάζει και τη θέα του πρω­τοτύπου;

Σημειωθήτω, ότι και στους λαϊ­κούς, οι οποίοι συνέρχονται σε δεύτερο γάμο (και οι δύο), δεν τε­λείται το μυστήριο του γάμου και η τελετή του στεφανώματος, αλλά άλλη σχετική ακολουθία. Γιατί δεν το προσθέτει και αυτό ο κ. Γ. αλλά το παραθεωρεί; Πράγματι η εκκλησιαστικοποίηση είναι ένα άθλη­μα, όπως δέχεται. Αλλά χρειάζεται και τους κανόνες, τους όρους του, γιατί λέει ο Απ. Παύλος: «Εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση» (Β’ Τιμ. 2, 5).

Δ. ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΙ (Επιλογικά)

1. Κατά γράμμα θεοπνευστία

Ένα άλλο σημείο, το οποίο νομί­ζουμε, ότι χρήζει διευκρινίσεως είναι και το ζήτημα της θεοπνευστίας (ή θείας Επιστασίας) της Αγ. Γραφής. Λένε πολλοί ότι έχουμε ή ότι δεχόμαστε θεοπνευστία κατά πνεύμα και όχι κατά γράμμα. Και τί­θεται το ερώτημα: Όταν ισχυρίζο­νται ότι έχουμε κατά πνεύμα θεοπνευστία και όχι κατά γράμμα, τί εννοούν και ποιά διάκριση κάνουν μεταξύ αυτών των δύο; Πώς διαχω­ρίζουν την κατά γράμμα θεοπνευ­στία από την κατά πνεύμα; Το γράμ­μα, οι λέξεις και οι συλλαβές δεν είναι το όχημα του νοήματος; Άρα το γράμμα, οι λέξεις και οι συλλα­βές δεν μας δίνουν το περιεχόμενο ενός κειμένου, το νόημά του, το πνεύμα του, το πνεύμα του κειμέ­νου; Και άμα αλλοιώσουμε το γράμ­μα, δεν αλλοιώνουμε και το πνεύμα;

Ο Μέγ. Βασίλειος ως σοφός επι­στήμονας παρατηρεί σχετικώς: «Το γαρ μη παρέργως ακούειν των θεο­λογικών φωνών, αλλά πειράσθαι τον εν εκάστη λέξει και εν εκάστη συλλαβή κεκρυμμένον νουν εξιχνεύειν, ουκ αργών εις ευσέβειαν, αλλά γνωριζόντων τον σκοπόν της κλήσεως ημών». Και λίγο πιο κάτω επεξηγεί: «Λόγος δε διδασκαλίας αρχή· λόγου δε μέρη, συλλαβαί και λέξεις. Ώστε ουκ έξω σκοπού γέγονε των συλλαβών η εξέτασις»[7]. Επομένως ο Μέγ. Βασίλειος νομίζουμε κλίνει στην κατά γράμμα εξέταση (δεν μιλάει ειδικώς για την ερμη­νεία) των κειμένων, για να εξιχνιά­ζουμε τον νουν τους, το πνεύμα τους, επιτυχώς και να μη αστοχούμε στην ανεύρεση της αλήθειας.

Ακόμη πρέπει να πούμε ότι και στη μετάφραση ενός θεοπνεύστου κειμένου θα πρέπει να προσέξου­με να μεταφέρουμε το πραγματι­κό, το πλήρες νόημα, το οποίο κρύ­βεται στο γράμμα, στις λέξεις και τις συλλαβές του πρωτότυπου θεόπνευστου κειμένου. Γι’ αυτό αν, όταν λένε θεοπνευστία κατά πνεύ­μα, δίνουν αυτήν την έννοια και ότι δεν αρκεί να μεταφράζουμε λέξη προς λέξη ένα θεόπνευστο κείμε­νο, γιατί μπορεί να μη υπάρχει πλή­ρης αντιστοιχία μεταξύ μιας λέξε­ως του πρωτότυπου κειμένου και της λέξεως της μεταφράσεως, τό­τε έχουν προφανώς δίκαιο.

Για την καλλίτερη ίσως κατανόη­ση του πράγματος και συνεννόηση επ’ αυτού φέρνουμε ένα παράδειγ­μα: Ο Άγ. Ιωάννης ο Θεολόγος λέ­ει: «Εί τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν (την Ευαγγελικήν) ου φέρει… χαίρειν αυτώ μη λέγετε» (Β΄ Ιω. 10).

Αν εφαρμόσουμε στο πρωτότυ­πο αυτό θεόπνευστο κείμενο την κατά πνεύμα εξέταση, ίσως θα κα­ταλήξουν να πουν μερικοί ότι δεν πρέπει στους αιρετικούς να απευ­θύνουμε ούτε ένα απλό καλημέρα ή ένα «γεια σου». Δηλ. αυτή η δήθεν κατά πνεύμα ερμηνεία ίσως μας οδηγήσει σε εσφαλμένες θέ­σεις. Και τη θεωρούμε εσφαλμένη ερμηνεία, γιατί η ίδια η Αγ. Γραφή προϋποθέτει κάποιον χαιρετισμόν – ασπασμόν σε μια πραγματοποι­ούμενη συνάντηση. Πρβλ. Β’ Θεσσ. 3, 15 και Τίτ. 3, 10. Ο δε Κύριος υπο­δείκνυε στους μαθητές – αποστόλους Του την ευγένεια λέγοντας: «Εισερχόμενοι δε εις την οικίαν ασπάσασθε αυτήν» (Ματθ. 10, 12).

Αν όμως ακολουθήσουμε την κατά γράμμα εξέταση – ερμηνεία, αν προσέξουμε και τη λέξη, τότε θα αποδώσουμε το πραγματικό νόημα του χωρίου. Προτρέπει δηλ. το χω­ρίο: Να μη λέτε στον οποιοδήποτε πεπλανημένο και αιρετικό να χαί­ρει. Και δεν μπορούμε να λέμε σ’ αυτόν που πλανάται να χαίρει, για­τί η χαρά είναι συνδεδεμένη με την αλήθεια, με το ορθό και τη δικαιο­σύνη. Φυσικά μιλάμε για την αληθι­νή, για την πραγματική χαρά και ευφροσύνη.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σημειώνει σχετικά και πολύ χαρα­κτηριστικά: «Τίνι γαρ εορτή και πα­νήγυρις… και αγαλλίασις;… Ημίν ο Χριστός τας εορτάς εκτετέλεκεν. ου γαρ έστι χαίρειν τοις ασεβέσι» (Ησ. 48, 22 και 57, 21) (Λόγος εις την Μεταμόρφωσιν, PG 96, 545. Πρβλ. και δ’ καν. Πέτρου Αλεξανδρείας). Η χαρά, λοιπόν, είναι συνδεδεμένη με την αλήθεια, είναι απόρροια της αλήθειας, της ορθής πίστεως. Και γι’ αυτό ο Δαμασκηνός λέγει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να χαίρουν, εννοείται αληθινά, οι ασεβείς.

Αν λέμε σ’ ένα πεπλανημένο, σ’ ένα που βρίσκεται σε εσφαλμένη πορεία, να χαίρει είναι σαν να τον περιπαίζουμε και να τον εξαπα­τούμε, να τον επαναπαύουμε στην πλάνη του, πράγματα απαράδεκτα για τους Χριστιανούς. Αυτό το νόη­μα έχουν και οι λζ’, λη’ καί λθ’ κα­νόνες της Λαοδικείας, όταν απαγο­ρεύουν στα μέλη της Εκκλησίας να συνεορτάζουν με αλλοθρήσκους, ετεροδόξους – αιρετικούς και εθνι­κούς ή ειδωλολάτρες, πράγμα που θα τους καθησύχαζε, ότι ακολου­θούν τον ορθό δρόμο.

Γι’ αυτό είναι άδικο να λέγεται, ότι «περιβάλλονται κύρος αποφά­σεων οικουμενικής συνόδου… κα­νόνες άσχετοι με το ευαγγέλιο της Εκκλησίας» (Γ., σ. 114).

2. Η κατάρα του νόμου

Άλλο ένα σημείο συναφές με τα προηγούμενα και που νομίζουμε ότι πρέπει να διευκρινισθεί, γιατί πιστεύουμε, ότι παρεξηγείται χω­ρίς λόγο είναι το θέμα της σχέσεως νόμου, παλαιού Νόμου και κατά­ρας. Νομίζουν μερικοί ότι ο Παύλος «χαρακτήρισε τον νόμο κατάρα» (Γ., σ. 193). Και στηρίζονται στα χωρία του Απ. Παύλου, πού λένε: «Όσοι γαρ εξ έργων νόμου εισίν, υπό κατάραν εισίν… Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νό­μου.. .»(Γαλ. 3, 10-13).

Αλλά αν προσέξουμε καλά και ακολουθήσουμε την κατά λέξη ερ­μηνεία, τα χωρία αυτά μιλάνε για κατάρα του νομού και όχι ότι ο νό­μος είναι κατάρα. Για ευχερέστερη κατανόηση φέρνουμε ένα παρό­μοιο παράδειγμα. Λέει η Σοφία Σειράχ (3, 9): «Ευλογία πατρός στηρί­ζει οίκους τέκνων, κατάρα δε μη­τρός εκριζοί θεμέλια». Εδώ η Σοφία Σειράχ δεν λέει, ότι ο πατέρας είναι ευλογία ή ότι είναι κατάρα η μητέρα. Αυτό είναι ευχερώς αποδε­κτό. Αυτό συμβαίνει mulatis mutandis και με την κατάρα του Νόμου.

Τα ανωτέρω διαπιστώνουμε ευ­χερώς και από το ίδιο το κείμενο του Απ. Παύλου, το οποίο μας δια­βεβαιώνει: «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου». Το ίδιο επαναλαμβάνει και ο υμνω­δός της Εκκλησίας, όταν τη Μ. Εβδομάδα ψάλλει: «Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου τω τιμίω σου αίματι».

Με άλλα λόγια: Ο Ι. Χριστός δεν μας εξαγόρασε από το νόμο, αλλά από την εξουσία του νόμου, από την κατάρα του νόμου, από την καταδί­κη μας δια μέσου του νόμου, ένεκα της αδυναμίας μας για την εφαρμο­γή όλων των διατάξεων αυτού (Γαλ. 3, 10). Γι’ αυτό μας υπενθυμίζει αλλού, ότι «ο νόμος παιδαγωγός ημών γέγονεν εις Χριστόν, ίνα εκ πίστεως δικαιωθώμεν· ελθούσης δε της πίστεως ουκέτι υπό παιδαγωγόν εσμεν» (Γαλ. 3, 24 -25).

Κάτι ανάλογο ισχύει και με την κατάρα της μητέρας. Μπορεί να λυθεί και να αρθεί η κατάρα της μη­τέρας· αλλά δεν είναι δυνατόν να καταργηθεί η μητέρα.

Μετά απ’ αυτά θα προσθέταμε: Ο Ι. Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου, αλλά δεν μας απάλλαξε από το νόμο αυτό της Π. Διαθήκης παντελώς[8]. Άλλωστε και σε άλλο χωρίο της Αγ. Γραφής ο ίδιος ο Κύριος μας λέει: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νό­μον ή τους προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι» (Ματθ. 5, 17). Και ο Απ. Παύλος παρομοίως λέει: «Νόμον ουν καταργούμεν δια της πίστεως; μη γένοιτο, αλλά νόμον ιστώμεν» (Ρωμ. 3, 31).

Επομένως δεν πρέπει να εκπλησ­σόμαστε, όταν ο Απ. Παύλος «επικα­λείται (και το νόμο, στο Α’ Κορ. 14, 34) ως κανόνα συμπεριφοράς των Χρι­στιανών στις ευχαριστιακές τους συνάξεις» (Γ., σ. 193), ή όταν οι κα­νόνες της Εκκλησίας παραπέμπουν πολλές φορές σε υποδείξεις της Π. Διαθήκης. Εν τέλει δεν καταργήθη­κε ο νόμος, αλλά εμείς καταργηθή­καμε από την άτεγκτη εξουσία, από την κατοχή του νόμου. «Νυνί δε κατηργήθημεν (= ελευθερωθήκαμε) από του νόμου» (Ρωμ. 7, 6), διακη­ρύσσει ο Απ. Παύλος.

3. Η «ανεπαίσθητη» θρησκειοποίηση

Είπαμε αρκετά, αν και εν πολλοίς ενδεικτικά και κυρίως από κανο­νικής σκοπιάς. Αφήσαμε τα πολλά. Πάντως οφείλουμε να ομολογή­σουμε, ότι παρ’ όλα όσα γράφει ο κ. Γ. στο υπ’ όψη βιβλίο του και προς το τέλος αυτού (σ. 298) αναγνωρίζει ότι η θρησκειοποίηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «ανεπαίσθητη». Λέ­γει συγκεκριμένως: «… η ανεπαί­σθητη (κατά κανόνα ανεπίγνωστη) διολίσθηση και της εκκλησιαστικής Ορθοδοξίας στη θρησκειοποίηση, στον θρησκευτικό Ορθοδοξισμό, είχε σε μεγάλο ποσοστό συντελε­στεί όταν συγκροτήθηκε και εκδό­θηκε για πρώτη φορά η Φιλοκαλία (το 18ο αιώνα)» (Γ., σ. 298).

Αφού έχει το επαινετό θάρρος να σημειώσει, ότι η διολίσθηση στη θρησκειοποίηση είναι «ανεπαίσθητη», παίρνουμε κι εμείς το θάρρος να επαναλάβουμε ότι οι κανόνες, οι πράγματι ι. κανόνες δεν φταίνε σ’ αυτό, δεν είναι ένοχοι, απαλλάσσο­νται της ευθύνης. Αν κάποιες είναι ένοχες σ’ αυτήν την ενδεχομένη διο­λίσθηση, στην τυχόν θρησκειοποίη­ση, ειδωλοποίηση ή «δαιμονοποίηση», είναι οι κανονιστικές διατάξεις.

Επίσης κατά καλή επιστημονική ευσυνειδησία και παρρησία ομολο­γεί, ότι η διαπιστούμενη τάση προς θρησκειοποίηση οφείλεται σε μια «ορμέμφυτη θρησκευτικότητα του ανθρώπου» (Γ., σ. 311 εξ.). Και προ­σθέτει, ότι αυτή η «φυσική ορμή», η «ανάγκη της φύσης του άνθρωπου» (Γ., σ. 312) «θα μπορούσε να παρο­μοιαστεί με την ορμή της πείνας, την ανάγκη τροφικής αυτοσυντή­ρησης… ή με τη γενετήσια ορμή, την ενστικτώδη λειτουργία της διαι­ώνισης» (Γ., σ. 312). Νομίζουμε ότι θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε ανεπιφυλάκτως όλοι μας σ’ αυτό πα­ρά την πολεμική πολλών παλαιοτέ­ρων ή συγχρόνων διαφωτιστών, που εναντιώνονται στη θρησκεία.

Ωσαύτως γράφει πιο κάτω: «Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει από τα παραπάνω ότι το “μυστήριο”, που εγκεντρίζει στην Εκκλη­σία τη φυσική ανάγκη του ανθρώ­που για θρησκεία είναι η Ευχαρι­στία: τρόπος συγκρότησης του κα­θόλου εκκλησιαστικού βίου. Γι’ αυτό και στον χώρο όπου τελείται η Ευχαριστία, όπως και στην ίδια την τέλεσή της, γίνεται αμέσως φανε­ρή (πριν από οπουδήποτε αλλού) η τυχόν θρησκειοποίηση του εκκλη­σιαστικού γεγονότος» (Γ., σ. 314).

4. Η προσφορά Εκκλησίας – Ι. Κανόνων και η δια­κονία μας

Εδώ θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει συγκαταβατικά: Α­κριβώς γι’ αυτό υπάρχουν οι Ι. Κα­νόνες, για να εκκλησιαστικοποιείται κανονικά και ορθά το θρη­σκευτικό αίσθημα και η θρησκευτι­κή ορμή του ανθρώπου είτε κατά τη συμμετοχή του στη Θ. Ευχαρι­στία, είτε κατά τη δημιουργία και χρησιμοποίηση των ιερών εικόνων, είτε κατά την απαγγελία των ι. κει­μένων, και όπου αλλού χρειάζεται, για να μη αποτυγχάνει. Υπάρχουν οι Ι. Κανόνες, για να υπηρετούν στον ορθό τρόπο τελέσεως και κοι­νωνίας της Θ. Ευχαριστίας και επί πλέον – κατά συνέπεια και στον ορθό τρόπο συγκροτήσεως του καθόλου εκκλησιαστικού βίου.

Γενικότερα θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει: Είναι ευτύχημα ότι σ’ αυτές τις καταληκτήριες σε­λίδες ο κ. Γ. γίνεται πιο επιφυλακτι­κός. Δεν αποφαίνεται. Δεν δογματίζει πλέον. Δεν μιλάει απόλυτα. Ήδη χρησιμοποιεί τη λέξη «τυ­χόν» στο λόγο του «τυχόν θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος» (Γ., σ. 314), π.χ. με τις εικόνες, το μέλος, το φωτισμό του χώρου του Ναού κ.τ.λ. Και ορθώς είναι επιφυλακτικός, γιατί, ενώ λέ­ει: «Εκκλησία και θρησκεία είναι δύο πραγματικότητες ασύμβατες και ασυμβίβαστες» (Γ., σ. 315), πα­ρακάτω αναγκάζεται να πει, ότι «δί­χως την ενστικτώδη ανάγκη για θρησκεία μένει ανυπόστατο το εκκλησιαστικό άθλημα παραίτησης από τη θρησκεία» (Γ., σ. 315).

Και παραδόξως συνεχίζει: «Μι­λάμε για άθλημα, επομένως και για αναπόφευκτη την αποτυχία, την αστοχία του αθλήματος» (Γ., σ. 315). Και διερωτάται κανείς: Αφού είναι αναπόφευκτη και όχι απλώς μερική ή ενδεχόμενη η αποτυχία του αθλήματος, τότε γιατί τα έγρα­ψε όλα αυτά, και γιατί να αγωνιζό­μαστε; Εν πάση περιπτώσει μήπως αυτό υποδηλώνει κάποια παροδική απαισιοδοξία του γράφοντος ή αν­τιπροσωπευτική ομολογία αδυναμίας να ξεριζώσουμε το θρησκευτι­κό συναίσθημα από τον άνθρωπο;

Για τους λόγους αυτούς νομί­ζουμε, ότι θα «πήγαινε άλλος τί­τλος στο βιβλίο του «Ενάντια στη θρησκεία», ή έστω αυτός ο ίδιος τίτλος, με τις ίδιες λέξεις, αλλά με την προσθήκη ενός ερωτηματικού: «Ενάντια στη θρησκεία;». Άλλωστε, γιατί να είμαστε μόνο «ενά­ντια στη θρησκεία» και να μη είμα­στε και ενάντια στην πείνα, ή στη δίψα ή στη γενετήσια ορμή;

Τελικώς, όλα αυτά αντικατο­πτρίζουν ανάγλυφα την τραγικό­τητα του πεπτωκότος και απομακρυνθέντος από τον παράδεισο ανθρώπου. Αντικατοπτρίζουν τις αναζητήσεις και του σύγχρονου Χριστιανού, αλλά γενικότερα και του περιπλανώμενου επί γης οδοι­πόρου που κοπιάζει ακόμη και την Κυριακή μέσα σε μία σύγχυση – βα­βυλώνια των εννοιών και των πραγμάτων να βρει μια διέξοδο, μία απ­άντηση, μια απάντηση, που να τον ικανοποιεί, να βρει την πηγή της αληθινής γνώσης. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ευγνώμονες και προς το συγγραφέα μας (και προς άλ­λους παρομοίους συγγραφείς), οι οποίοι έχουν το θάρρος να εντοπί­ζουν, να φανερώνουν και να δημο­σιοποιήσουν αυτές τις ανθρώπινες προσωπικές τάσεις. Έτσι παρέχε­ται η αφορμή να αναρωτηθούν, να ενημερωθούν, να διαφωτισθούν και ωφεληθούν και άλλοι.

Βεβαίως η απάντηση δεν είναι άλλη από εκείνη που έδωσε ο Ι. Χριστός στα ζωτικά αυτά ερωτήμα­τα, προσκαλώντας: «Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11, 28). Γιατί «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6). Αυτός είναι ο δρόμος προς επάνοδο στον απολεσθέντα παρά­δεισο, ο οποίος βρίσκεται με τη βοήθεια της Εκκλησίας και του κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικού γεγο­νότος της θείας Ευχαριστίας.

Αυτόν το δρόμο παρακαλούμε κι εμείς το συγγραφέα του βιβλίου «Ενάντια στη θρησκεία» με το θάρρος της πολυετούς μας γνωρι­μίας και φιλίας να υποδεικνύει με ταπεινοφροσύνη («Ταπεινοίς δίδωσι χάριν ο Θεός», Ιακ. 4, 6 και Α’ Πέτρ. 5, 5) αξιοποιώντας και τις φι­λοσοφικές και λογοτεχνικές του ικανότητες. Μόνο όταν όλοι με απλότητα και πραότητα (πρβλ. Ματθ. 11, 29) αναγνωρίζουμε και την ορθόδοξη δογματικοκανονική πραγματικότητα, θα συμβάλλουμε στην αληθινή εκκλησιαστική ενό­τητα και κοινωνία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σάβ. Αγουρίδη, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, (Εκδ. «Γρη­γόρη»), Αθήναι 1971, σελ. 69. Πρβλ. Παν. Μπούμη, Οι κανόνες της Εκ­κλησίας περί τον κανόνος της Α­γιας Γραφής, Αθήναι 1986, σελ. 64.

[2] Ράλλη – Ποτλή, τόμ. Β’, σελ. 216-217.

[3] Πρβλ. Κων. Μουρατίδου, Το αιώνιον κύρος των ι. κανόνων, Α­θήναι 1972, σελ. 52.

[4] Πρβλ. Γ., σ. 117.

[5] (Παραπομπή αριθμ. 41 στο βι­βλίο του κ. Γ.) Βλ. A. Reckermann, “Idol, Ido(lo)latrie”, στο Historisches Worterbuch der Philosophie, v.j. FITTERK. Grunder (SchwadeVerlag), τόμ. 4, στ. 188 – 192 – όπου ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία, κυρίως για την ειδωλοκλαστική μαχητικό­τητα των φιλελεύθερων στοχαστών του  Διαφωτισμού  (Bacon, Locke, Berkeley, Shaftesbury, Hume, Kant, Herber κ.λπ.).

[6] Αυτό πήρε από τον Igor Caruso, ο οποίος γράφει στο βιβλίο: Psychoanalyse und Synthese der Existenz, Freiburg (Herder – Verlag) 1952, σελ. 59: «Die Haresie ist eine Uberwertung von Teilwahrheiten und zieht zwangsmassig die Relativierung des Absolutes mit sich».

[7] Μεγάλου Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύματος, 1, 2, J.-P. Migne, Patrologia Graeca, τόμ. 32, 69Β.

[8] Παν. Μπούμη, Κανονικόν Δί­καιον, έκδ. Γ΄, Αθήναι 2000, σελ. 81.

πηγή: http://www.alopsis.gr/alopsis/giannar4.htm & http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=617

Αρχική δημοσίευση: Ορθόδοξος Τύπος, 20-27 Απριλίου & 4-11-18 Μαΐου 2007.

Για περισσότερα: Μπορείτε να βρείτε στο Αντίφωνο μια σύντομη βιβλιοπαρουσίαση και μια αναλυτική παρουσίαση από τον Βασίλειο Μπετσάκο. Επίσης τις βιβλιοκρισίες του π. Σταύρου Τρικαλιώτη και του Βασίλη Ξυδιά, καθώς και την παρουσίαση του βιβλίου στην Εκπομπή “Ανιχνεύσεις” του Παντελή Σαββίδη στην ΕΤ-3.

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here