Για μια θεολογία της απενοχοποίησης

0
122

Ιωάννης Πλεξίδας*

Στο βιβλίο του,Κατακτώντας την ευτυχία” που κυκλοφόρησε από τις  εκδόσεις λογεῖον, ο Harold Kushner, μέσα από μια σειρά θετικών ενεργοποιήσεων προσεγγίζει, μεταξύ άλλων, το ερώτημα για το πραγματικό νόημα της θρησκείας.  Ο ουσιακός χαρακτήρας της θρησκείας, θα πει,  πηγάζει από την κατ’ εξοχήν ιδιότητα του Θεού, που δεν είναι άλλη από την αγάπη. (Α΄ Ιωάν. 4, 16).

Ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, είναι ο Θεός της αγάπης. Γι’ αυτό και τονίζει σχεδόν σ’ όλο του το βιβλίο πως «το ουσιαστικό μήνυμα της θρησκείας είναι ένα μήνυμα λύτρωσης και όχι ένα μήνυμα περιορισμού ή τιμωρίας». Η έννοια της απενοχοποίησης με σκοπό την επανεύρεση της αρμονικής σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του, τον Θεό,  άρα και τον συνάνθρωπό του, αποτελεί τον κεντρικό άξονα της σκέψης του συγγραφέα, ο οποίος, προκειμένου να καταστήσει σαφή τη σκέψη του, ανακατασκευάζει παλαιοδιαθηκικά χωρία και επανερμηνεύει την ιστορία τους  με τέτοιον τρόπο, ώστε να θεωρηθεί η θρησκεία πηγή θεραπείας και όχι αιτία ενοχικών συμπλεγμάτων.

«Είναι δυστύχημα», θα γράψει, «που τόσο πολλοί από εμάς έχουμε ανατραφεί να θεωρούμε τη θρησκεία ως τη φωνή της κατάκρισης που μας κάνει να αισθανόμαστε ένοχοι. Θα ευχόμουν να βλέπαμε τη θρησκεία ως πηγή θεραπείας και απελευθέρωσης από την ενοχή».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσπάθειάς του για επανερμηνεία των Βιβλικών χωρίων αποτελεί η διήγηση της έξωσης των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, ό,τι η χριστιανική παράδοση έχει χαρακτηρίσει ως Προπατορικό αμάρτημα. Η ερμηνεία του Kushner, αποτελεί μια αποκάλυψη, όπως επισημαίνει ο π. Φιλόθεος Φάρος στον πρόλογο του βιβλίου. Η διήγηση αυτή, είναι η βιβλική εκδοχή της θεωρίας της εξέλιξης. Ο Θεός δεν απαγορεύει τη βρώση του καρπού της γνώσης του καλού και του κακού, αλλά προειδοποιεί ότι η ανθρώπινη κατάσταση, σε αντίθεση με την κατάσταση του ζώου, είναι κατάσταση περίπλοκη και περιπετειώδης. Έχει διλλήματα, συγκρούσεις και επιλογές που, συχνά, είναι εξαιρετικά επώδυνες. «Δείτε αυτά τα χωρία», θα πει o συγγραφέας, «με άλλο μάτι, χωρίς την προκατάληψη ότι πρόκειται για μια ιστορία παρεκτροπής και τιμωρίας. Η εργασία, η σεξουαλική επαφή, η απόκτηση των παιδιών, η συνείδηση της θνητότητας, η γνώση του καλού και του κακού, δεν είναι ακριβώς αυτά τα πράγματα που μας διαχωρίζουν από το βασίλειο των ζώων; Είναι τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπινους, οι πηγές της δημιουργικότητάς μας. Μπορεί, βέβαια, να είναι πράγματα επώδυνα, προκαλούν, όμως, εκείνο το είδος του πόνου που οδηγεί στην ωριμότητα και στην εξέλιξη, όπως ακριβώς στην ωριμότητα οδηγεί και η ευθύνη του να είσαι στέλεχος μιας εταιρείας, αντί απλός εργάτης, ή η ευθύνη του να είσαι γονιός με πολλές φροντίδες, αντί να μένεις άτεκνος».  Η ιστορία του κήπου της Εδέμ, για τον Κούσνερ, δεν είναι, τελικά, η ιστορία της πτώσης του ανθρώπου, είναι η ιστορία της εμφάνισης του ανθρώπινου είδους.

Ο συγγραφέας αναφέρεται σ’ έναν Θεό που μπορεί και μας αγαπάει, ακόμη και όταν εμείς αδυνατούμε ν’ αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Έναν Θεό που μας αποδέχεται, παρόλη την ανεπάρκεια και την ατέλειά μας. Έναν Θεό, που αναζητά την ατέλεια, για να μπορέσει να παρεισφρήσει και να γεμίσει όπου έχουμε αφήσει κενά. Είμαστε «καταδικασμένοι» να μετέχουμε της αγάπης του Θεού. Το να λέμε ότι θα χάσουμε την αγάπη του Θεού, είναι σαν να αμφισβητούμε την αγάπη Του και τη συγχώρεσή Του. Αν ο άνθρωπος είναι ικανός να συγχωρεί τα σφάλματα των ανθρώπων, και να δικαιολογεί τις αστοχίες τους, πώς είναι δυνατόν να μην είναι ικανός για συγχώρεση ο Θεός;

Και η αποδοχή αυτής της ατέλειας πρωτίστως σε εμάς τους ίδιους και δευτερευόντως ή ισοτίμως και στους άλλους σημαίνει και την αποδοχή του Θεού στη ζωή μας και στη σχέση μας με τον συνάνθρωπο που μαθαίνουμε να τον συγχωρούμε, να τον αποδεχόμαστε όπως ακριβώς είναι, να αναγνωρίζουμε την τελειότητά του στην ατελή του ανθρώπινη υπόσταση. Εξάλλου «Η τελειότητα ανήκει στον ουρανό, αυτός ο κόσμος είναι για πλάσματα ατελή με ελαττώματα» που είναι το ίδιο αγαπητά και αρεστά στον δημιουργό τους, ακριβώς επειδή πασχίζουν με τις δυνάμεις τους να ψηλώνουν κάθε μέρα και λίγο παραπάνω από το κανονικό τους, επειδή τολμούν να αποδέχονται την ατέλεια της ανθρώπινης φύσης τους με αξιοπρέπεια και την βαθιά εκείνη πεποίθηση πως είναι ήδη τέλεια ενώπιον Θεού (βλ. την παρουσίαση του βιβλίου από την Αναστασία Γκίτση στο περιοδικό Σύναξη, τεύχος 115, σσ. 105-106. ).

«Το να είσαι ακέραιος μπροστά στον Θεό», θα επισημάνει, «σημαίνει να σταθείς μπροστά Του με όλα σου τα ελαττώματα, αλλά και με όλες σου τις αρετές, και να λάβεις το μήνυμα ότι είσαι αποδεκτός. Να είσαι ακέραιος σημαίνει να υψωθείς πάνω από την ανάγκη να προσποιείσαι τον τέλειο, να υψωθείς πάνω από τον φόβο ότι θα σε απορρίψουν, επειδή δεν είσαι τέλειος… Να ξέρεις ότι έκανες λάθος, γιατί η πρόκληση του να είσαι άνθρωπος είναι τόσο μεγάλη, ώστε κανείς δεν καταφέρνει να κάνει πάντα το σωστό. Ο Θεός δεν μας ζητάει τίποτα περισσότερο απ’ αυτό».

Στο τέλος, αν είμαστε αρκετά γενναίοι για να αγαπάμε, αν είμαστε αρκετά δυνατοί για να συγχωρούμε, αν είμαστε αρκετά γενναιόδωροι για να χαιρόμαστε με την ευτυχία των άλλων, κι αν είμαστε αρκετά συνετοί για να δούμε ότι υπάρχει αρκετή αγάπη για όλους, τότε θα μπορέσουμε να φθάσουμε σε μια εκπλήρωση που κανένα άλλο ζωντανό πλάσμα δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσει. Θα μπορέσουμε να εισέλθουμε και πάλι στον Παράδεισο.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που η επίδρασή του δεν μπορεί παρά να είναι κρίσιμη και λυτρωτική για τον αναγνώστη, καθώς φανερώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι οι αλήθειες δεν ανακαλύπτονται με τις σχολαστικές εκλογικεύσεις, τις διανοητικές ακροβασίες και τις βιβλιογραφικές περιπλανήσεις, αλλά μόνο μέσα απ’ τη ζωή και στη ζωή.

  *Δρ Φιλοσοφικής Ανθρωπολογίας & Δρ Βυζαντινής Φιλοσοφίας

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here