Βυζαντινή ζωγραφική

0
244

Γιώργος Καστρινάκης  

Η τέχνη, σε κάθε καταφατική της εκδήλωση, μεταποιεί τα φαινόμενα σε σημεία, δίνει φωνή στο «λόγο των όντων», αναδεικνύει το «επέκεινα» των προφανειών των στοιχείων, μεσολαβεί εν τέλει ιερουργικά στη σχέση μας με τον κόσμο – όπως το επισημαίνει οξυδερκώς ο Βασίλης Ξυδιάς στο κείμενό του «Τέχνη ιερατική;».

Η καλλιτεχνική δημιουργία, σα να λέμε, ακόμα και κατά τις κοσμικές περιπλανήσεις της, εμπεριέχει όλες τις προϋποθέσεις ώστε να υπαινίσσεται την πλήρωση τού ορατού από τή λάμψη της Δόξας· εμπεριέχει βέβαια και την ελευθερία να αναστρέφει ετούτο τον ρόλο – ποιο απ’ τα δυο θα προκρίνει, εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση τού καλλιτέχνη.

Όταν τώρα η κοσμική τέχνη (έχει τη δυνατότητα να) μας οδηγεί μέχρι το κατώφλι της Βασιλείας, προκύπτει βέβαια το ερώτημα τι καλείται να κάνει η θρησκευτική τέχνη – περαιτέρω, φυσικά, του αυτονοήτου: να εικονογραφήσει τη Θεία Οικονομία.

Η ιερή τέχνη – ας δοκιμάσουμε να απαντήσουμε – γνωρίζει ότι, με το να υπηρετήσει τις λατρευτικές σημασίες, γίνεται εξ ορισμού «ιερή». Το ταυτόχρονο ζητούμενο, ωστόσο, είναι να έχει γίνει και «τέχνη». Να βρει, δηλαδή, έναν εκφραστικό κώδικα ο οποίος να «μιλά»  ε γ γ ε ν ώ ς  – να αναγγέλλει, ας πούμε, το θεολογικό νόημα τής ύπαρξης ακόμα και όταν ο κώδικας αυτός χρησιμοποιηθεί για να αφηγηθεί κάποιο ανθρωπολογικό θεματικό περιεχόμενο…

Η ιερή τέχνη, για να σταθεί άξια και των δύο ιδιοτήτων της, οφείλει να εξελιχθεί / ολοκληρωθεί σε  σύμπτωση του   σημαίνοντος και του σημαινόμενου τής μαρτυρίας της!

Το «στοίχημα» ετούτο – όσον αφορά τον καθ’ ημάς μεταφυσικό ορίζοντα – μπορούμε άμεσα να διαπιστώσουμε ότι μόνη η τέχνη της ανατολικής γεωγραφίας της χριστιανοσύνης τό έθεσε στον εαυτό της, και μόνη ετούτη συνέχισε να τό κερδίζει στους καιρούς που ακολούθησαν το σχίσμα μεταξύ των δογμάτων.

Η  π ρ α γ μ ά τ ω σ η  αυτού τού  ζ η τ ο υ μ έ ν ο υ  (η νικηφόρα έκβαση τού εν λόγω στοιχήματος) είναι εκείνο που ονομάζουμε σήμερα «βυζαντινό» εικαστικό κώδικα.

Στο σημείο ετούτο χρειάζεται μια κεντρική θεωρητική αποσαφήνιση: Η διαφορά μεταξύ δύο, οποιωνδήποτε, εικαστικών κωδίκων (τεχνοτροπιών) έγκειται στο, σε τι  β ά θ η  τής ανθρώπινης  α ν ά γ κ η ς,  είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί ο καθένας.

Η κρίση / απόφανση, επ’ αυτού του ερωτήματος, είναι φυσικά υποκειμενική. Η σταθερότητα και η δυναμική κάθε Πολιτιστικού Στερεώματος, πάντως, εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό απ’ το κατά πόσον, η «υποκειμενική» εκείνη απάντηση στην οποία συγκλίνει η μεγάλη πλειονότητα των μελών του, θα έχει αξιωθεί να προσεγγίσει την «αντικειμενική» – δηλαδή, θα έχει ευστοχήσει στο ζητούμενο τής υπαρκτικής της αλήθεας.

Με το πέρασμα των αιώνων μπορούμε, ωστόσο, και εκ των υστέρων να αποτιμήσουμε ότι ο ανατολικός εικαστικός κώδικας επιτρέπει έναν τόσο λυτρωτικό συγκλονισμό πάσης σαρκός (και ψυχής) βροτείας, όσο δεν έχει κατορθώσει  κ α ν έ ν α ς  ά λ λ ο ς  από όσους έκτοτε δημιουργήθηκαν. Ίσα ίσα, μάλιστα, στον βαθμό που η ζωγραφική αναζήτηση προχωρούσε και βάθαινε, τόσο εμφατικώτερα δικαίωνε – αλλά και προσομοίαζε, εν μέρει, μέ – τις βυζαντινές εικαστικές απαντήσεις.

Επί της ουσίας μιλώντας, μπορούμε πλέον να αναγνωρίσουμε ότι επρόκειτο, ευθύς εξ αρχής, για μια καλλιτεχνική γλώσσα που προσερχόταν από το μέλλον!

Κι είναι ετούτη ακριβώς η συναίσθηση, που μας οδηγεί να συνειδητοποιούμε, αν θέλουμε, τι μπορεί να σημαίνει – επί πεδίου κτιστών, εκ μέρους μας, ψηλαφήσεων των ακτίστων, του πνεύματος, ενεργειών – ο εκκλησιολογικός όρος «θεοπνευστία».

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here