Άσκηση και Εκκλησιολογία στην θεολογία του γέροντα Αιμιλιανού (μέρος α)

0
493

Διαβάζοντας κανείς τα βιβλία του π. Αιμιλιανού, καταλαβαίνει ευθύς εξαρχής τον πρώτιστο ρόλο που παίζει η ηθική στην ορθόδοξη θεολογία, καθώς μάλιστα δεν είναι αποσπασμένη από την δογματική συνείδηση. Θα κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να φωτίσουμε λίγο αυτή την ηθική, με βάση το βιβλίο του Γέροντα «Λόγος περί Νήψεως, Ερμηνεία στον Αββά Ησύχιο» (Ίνδικτος, 4η έκδοση, 2018).

Εν πρώτοις, είναι αληθές ότι υπάρχει το «ομοούσιον» όλων των ανθρώπων, ότι στην πραγματικότητα υπάρχει ένας άνθρωπος, «ο Αδάμ». Και όμως, η σχέση με τον Θεό είναι τέτοια, ώστε συναντάς τον άλλο άνθρωπο μέσα σε μια αποφατική ατμόσφαιρα, σε ένα είδος γνόφου απομάκρυνσης από αυτόν. Μόνο έτσι τον ξαναβρίσκεις αληθινά. Εν πρώτοις γράφεται ότι ο ίδιος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και του ενεφύσησε «ψυχήν ζώσαν» (Γεν. 2, 7)). «Τότε ο Θεός έπαυσε πλέον να πνέει μόνον επάνω από αβύσσους και να περνά μέσα από κτιστά και υλικά στοιχεία και ζώα∙ εσκήνωσε σε ένα μοναδικό και ύψιστο ον, το οποίο έγινε ο βασιλιάς και ο λόγος της κτίσεως∙ λόγος δε της κτίσεώς του, της δημιουργίας του, είναι ο ίδιος ο Θεός. Από την ώρα αυτή γίνεται πια αναπόφευκτη η συγκυρία, η συμπόρευσις, η ένωσις του ανθρώπου μετά του Θεού, και δεν είναι δυνατόν  να νοηθεί ο άνθρωπος, η εικών του αοράτου Θεού, χωρίς το Άγιον Πνεύμα» (ό.π. σελ. 4). Ο άνθρωπος πλάθεται έχοντας εξαρχής «το ηγεμονικό» (ό.π. σελ. 5), και αυτό ειναι ο «νους», με τον οποίο μπορεί να επισκοπεί τον εσωτερικό του κόσμο και παράλληλα να ελέγχει και το εξωτερικό του περιβάλλον. Αυτή η ικανότητα της αυτοπαρατήρησης είναι πολύ μεγάλη. Στη Δύση είναι κυρίως γνωστή μέσω της λογοτεχνίας, όπου οι ήρωες σκέπτονται τα συναισθήματά τους και τις ιδέες τους. Στον τομέα της σύγχρονης δυτικής ηθικής, δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, γιατί οι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις πράξεις και λιγότερο για τις αντιλήψεις ή την άβυσσο της ανθρώπινης εσωτερικότητας (που αναλαμβάνει να μελετήσει η Ψυχανάλυση). Και όμως, χάρη στο «νου» του, ο άνθρωπος έχει μία τεράστια δυνατότητα να αφουγκράζεται και να παρακολουθεί τον εαυτό του, πάνω στην οποία στηρίζεται και η ορθόδοξη ηθική. Και συμπληρώνει ο π. Αιμιλιανός ότι, εφόσον ο άνθρωπος έχει το «ηγεμονικό», «υπάρχει εσωτερική κοινωνία της ανθρώπινης και της θείας φύσεως εν τω ανθρώπω, όπως και εν τω Χριστώ» (ό.π. σελ. 5).

Είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο όρος «κοινωνία φύσεως» και όχι «κοινωνία υποστάσεων». Ο Χριστός είχε μόνο ανθρώπινη φύση, ενώ η υπόστασή Του ήταν αυτή του Θεού-Λόγου. Η ανθρώπινη όμως αυτή φύση θεώθηκε, γιατί ήταν πλήρως ενωμένη με την Θεότητα, και μάλιστα κατέστη όχι φορέας, αλλά πηγή της χάριτος. Παρομοίως και εμείς, αν θέλουμε να μοιάσουμε στον Χριστό, πρέπει να συνεργήσουμε ώστε η κοινωνία της ανθρώπινης φύσης μας με την Θεία να γίνει εφικτή και ενεργός. Και σε αυτό παίζει μεγάλο ρόλο ο «νους», ο οποίος δεν είναι μια απλή φιλοκαλική κενολογία, αλλά αληθής πραγματικότητα. Στον άνθρωπο ευθύς εξαρχής επιδρούν οι άκτιστες θείες ενέργειες, και κατόπιν, όταν βαφτίζεται κανείς, «ενδύεται με την βάπτισή του την θεότητα, την χαρισματική ζωή, οπότε το Άγιον Πνεύμα γίνεται ο κλήρος της υπάρξεώς του» (ό.π. σελ. 6). Και μπορεί πια, επειδή ενεργείται κανείς από το Άγιον Πνεύμα, να «νήφει», όπου «νήψις» είναι «μια εσωτερική κοινωνία, ένας εσωτερικός οργασμός με τον Θεόν, που μπορεί να επιτελείται καθημερινώς μέσα μας, όταν εμείς δεν είμαστε απασχολημένοι με την ματαιότητα ή την συμβατικότητά μας, με το ψέμα της ζωής» (ό.π. σελ. 6). Η ανθρώπινη ζωή, όταν είναι άγευστη της θεότητας, αποκαλείται «ματαιότητα», ενώ αληθινή ζωή είναι το να «ενεργεί κανείς πνευματικά στο θυσιαστήριο της καρδιάς του» (ό.π. σελ. 7).

Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, ότι η ανθρώπινη καρδιά είναι δηλαδή ένα «θυσιαστήριο» και θα έπρεπε να αναπτυχτεί περισσότερο από την σύγχρονη εκκλησιολογία, που μιλά μόνο για το θυσιαστήριο της Αγίας Τραπέζης και την «κοινότητα», με τέτοιο τρόπο ώστε θα έλεγες πως εξαφανίζεται η προσωπική συνέργεια. Και όμως, η ανθρώπινη καρδιά είναι ένα θυσιαστήριο, όχι απλά τόπος συναισθημάτων αλλά και χώρος αποθησαύρισης βιωμάτων, και μάλιστα των πλέον βαθέων. Γράφει ο Γέροντας μιλώντας για τα εμπαθή νοήματα: «Προφανώς η πρόθεσις «εν» αποκαλύπτει ότι η καρδιά μου δεν είναι απλώς επιφάνεια, αλλά κοιλότητα, ένα κατοικητήριο, ένα άδυτο, κάτι το χωρητικό». (ό.π. σελ. 9) Και δεν μπορεί κανείς να μην έχει τίποτε μέσα σε αυτό το άδυτο. Αν δεν έχει τον Θεό, θα έχει τα εμπαθή νοήματα.

Αυτές οι δύο πλευρές, η κοινότητα και το διακριτό πρόσωπο, συνυπάρχουν στην ορθόδοξη θεολογία. «Αλλά ενώ στον Τριαδικό  Θεο περισσότερο αισθητή ειναι η αδιαίρετη μονάδα στην άκτιστη απλότητά της, και ο δεσμός της ουσιώδους ενότητας είναι τέλειος και απόλυτος, στο ανθρώπινο πεδίο παραμένει τούτο ζητούμενο, κάτι φυσικό αλλά και κάτι που πρέπει να κατορθωθεί», γράφει ένας θεολόγος (π. Χρυσόστομος, «Ένας και Τρεις», Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, 2019, σελ. 155). Ο άνθρωπος πρέπει να καλλιεργήσει στο θυσιαστήριο της καρδιάς του την αγάπη, ώστε να επιτευχθεί αυτή η ενότητα. Και η αγάπη είναι το ζητούμενο της «νήψεως».

Ο Θεός, κατά την Παλαιά Διαθήκη, είναι ζηλότυπος, και γι’ αυτό, «όταν το πνεύμα μας είναι απασχολημένο με κάτι άλλο, το Άγιον Πνεύμα παραμένει ανενεργό» («Περί Νήψεως», σελ. 7). Ο π. Αιμιλιανός μιλά βέβαια σε μοναχούς, ωστόσο η μοναχική πολιτεία μπορεί να διδάξει με τις αρχές της πολλά τον καθένα από μας. Φαίνεται λοιπόν ότι η βάση είναι αυτή: ο νους πρέπει να στρέφεται διαρκώς προς τον Θεό και να μην αποκολλάται από εκεί. Είναι σημαντικό ότι ο νους μπορεί να «στρέφεται» προς τα εδώ ή προς τα εκεί, να στοχεύει κάποιον ή κάτι – αυτό ειναι μια αρχή που θα την καταλάβαινε, από όλη τη Φιλοσοφία, μόνον η Φαινομενολογία. Εκεί αναγνωρίζεται ότι η συνείδηση στοχεύει («προθετικότης») ένα αντικείμενο, αγνοεί όμως και αυτή ότι μπορεί να στοχεύσει και πρόσωπο. Και αν αυτό δεν είναι το πρόσωπο του Θεού, τότε ο νους έχει ξεφύγει από τον σκοπό του. Ο Θεός ζητά να στραφούμε προς αυτόν: «Όταν κάποιος με παρατηρεί με πολλή αγάπη αλλά εγώ κοιτάζω αλλού και δεν έχω καμία κοινωνία μαζί του, αυτός δεν μπορεί να με κάνει μέτοχο της αγάπης του. Μπορεί μόνον να περιμένει με το χέρι υψωμένο, ώστε, μόλις του ρίξω το βλέμμα μου, αμέσως εκείνος να με προσκαλέσει και να έχω κοινωνία μαζί του. Αλλά πόσες φορές μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να το κάνομε αυτο; Το Πνεύμα το Άγιον όμως το κάνει∙ παραμένει σε αυτή τη θέση ίσως και σε όλη μας τη ζωή, περιμένοντας κάποτε να ελκύσει τα όμματα της καρδίας μας» (ό.π. σελ. 7-8).

Παρακάτω ο π. Αιμιλιανός ξεδιπλώνει την βαθύτατη σχέση της διανοητικής με την πνευματική ζωή. Και υπάρχουν τα «εμπαθή νοήματα και λόγια και πονηρά έργα» (ό.π. σελ. 8). Η διάνοια δηλαδή, που είναι ενέργεια του νου – αυτό αγνοείται τελείως από τη δυτική φιλοσοφία- μπορεί να συμφύρεται με αυτό που λέγεται «συναίσθημα», αλλά είναι στην πραγματικότητα πάθος, και να απαρτίζει ένα βδελυρό όλον. Η νήψη βοηθά να απαλλαγεί κανείς από αυτά. Διαβάζουμε, ας πούμε, το εξής: «Μου ζητάει κάποιος βοήθεια. Εγώ την ώρα εκείνη είμαι κουρασμένος και του αγριομιλάω. Η στάσις μου αυτή είναι ένα πονηρό έργο και φανερώνει ότι μέχρι σήμερα δεν έχω χρησιμοποιήσει την πνευματική μέθοδο της νήψεως, την οδό που οδηγεί στην απάθεια.» (ό.π. σελ. 8). Δεν πρόκειται για μια τελειοθηρία, για μια προσπάθεια να δημιουργήσει κανείς έναν «άμεμπτο» χαρακτήρα από ηθικολογική άποψη, πρόκειται για ευφροσύνη και χαρά.

Καταρχήν ο άνθρωπος έγινε «βασιλιάς της κτίσεως και της ζωής» (ό.π. σελ. 10), αλλά με τα πάθη ξαναγίνεται σκλάβος. Και πλάστηκε έτσι ώστε να παρακολουθεί διαρκώς τον Θεό: «Πίνω λόγου χάριν και μετά φονεύω. Δεν ήθελα να φονεύσω ∙ αλλά, αφού πίνω, είναι φυσικό να φονεύσω ή να βρίσω ή να ξεχάσω. Αλλά και γενικότερα πίνω σημαίνει ότι καταργώ την νηστεία, την όραση και παρακολούθηση του Θεού, αφού νηστεία σημαίνει εγρήγορσις, αναζήτησις και παρακολούθησις του Θεού» (αυτόθι). Το θυσιαστήριο του ανθρώπου, η καρδιά του, μπορεί, αν το θέλει, να παραμένει καθαρό: «Όταν μέσα μου κινείται νόημα που δεν το ελέγχω, σημαίνει ότι η καρδιά μου έχει ξεφύγει από τα χέρια μου. Και όταν κάτι μου ξεφεύγει, λόγου χάριν μια πέτρα, δεν ξέρω ποιο κεφάλι θα σπάσει ή τι κακό μπορεί να προκαλέσει. Η αμαρτία ετελέσθη βεβαίως άπαξ στον παράδεισο, αλλά τελείται τώρα και στη δική μου ζωή. Με την νήψη όμως μπορώ να ελευθερωθώ από την σκλαβιά αυτή, διότι είναι η οδός προς την απάθεια, προς την οποία δεν υπάρχει άλλος δρόμος». (ό.π. σελ. 10-11).

Το θυσιαστήριο της καρδιάς πρέπει να ειναι αφιερωμένο πάντα στην παρακολούθηση του Θεού, όπως η Νύμφη του Άσματος Ασμάτων παρακολουθεί κάθε κίνηση του Νυμφίου της: « ‘‘εμπαθών νοημάτων’’. Τι σημαίνει νόημα; Η κατάληξης –μα δείχνει το αποτέλεσμα. Άρα νόημα είναι το αποτέλεσμα μιας νοεράς κινήσεως. Εγώ νοώ και το αποτέλεσμα της λειτουργίας που τελείται και οράται μέσα μου, η παράστασις της κινήσεώς μου είναι το νόημα. Παρακολουθώ λόγου χάριν κάποιον πώς κινείται, πώς χαμογελάει, τι κάνει, και έχω μπροστά μου τη δική του εικόνα αντί του Θεού» (ό.π. σελ. 11). Φαίνεται παράξενο ότι η παρακολούθηση του άλλου και ο συγχρωτισμός μαζί του πρέπει να αποφεύγονται, γιατί , για ορισμένες φιλοσοφίες, η «συνάντηση» με τον άλλον, είναι το ζητούμενο. Αλλά η συνάντηση με τον άλλον, για να είναι γνήσια και μη εμπαθής, δωρίζεται μέσω του Θεού, που πρωτεύει οντολογικά στο θυσιαστήριο της καρδιάς μου. Όσον αφορά τη λέξη «λόγων» (εμπαθείς «λόγοι») λέγονται τα εξής: «Τι είναι ο λόγος; Το σάρκωμα του νοήματος, της νοεράς λειτουργίας, που τελέσθηκε μέσα μου, ο λογισμός που κάναμε εμείς. Μου μπήκε, επί παραδείγματι, ο λογισμός ότι δεν με αγαπάει ο Γέροντας. Ο λογισμός αυτός με αγγίζει, κουβεντιάζω μαζί του, και στην πραγματικότητα κουβεντιάζω με τον πονηρό. Άφησα δηλαδή την νήψη, παρακολούθησα όλη την πορεία της γενέσεως της προσβολής, το νόημα προχώρησε και έγινε λόγος, και νήφω πλέον εν τω πονηρώ πνεύματι» (ό.π. σελ. 12).

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα γενικά στην ανθρώπινη ζωή, όχι μόνο στην μοναχική. Όλα ξεκινούν από μικρούς λογισμούς, που γιγαντώνονται, γίνονται ο θησαυρός της καρδιάς μας, ριζώνουν μέσα μας, και πράττουμε στο τέλος σύμφωνα με αυτούς. Εδώ οφείλονται ένα σωρό ψυχοπαθολογικές καταστάσεις και καταναγκασμοί. Γι’ αυτό, ένας άλλος πνευματικός πατήρ, ο π. Συμεών Κραγιόπουλος, έλεγε σε όσους είχαν τέτοιες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις μέσα τους: «μην πιστεύεις τον τρόπο που σου παρουσιάζει ο εαυτός σου τα πράγματα. Πιάσου από την πραγματικότητα και μην φοβηθείς που αυτά θα θεριέψουν αρχικά, αργότερα όμως, αν δεν τους δίνεις σημασία, θα βαρεθούν και θα φύγουν».

Το θυσιαστήριο της καρδιάς μας μολύνεται πολύ από παντός είδους λογισμούς – και βέβαια απαιτείται διάκριση, προκειμένου για τους λαϊκούς, ώστε να προχωρήσει η πνευματική ζωή. «Εδώ ισχύει και για μας εκείνο που είπε ο Μωυσής για τον λαό Ισραήλ: Έφαγε, ήπιε, χόρτασε, πάχυνε και απελάκτισε τον Θεόν που τον γέννησε και τον έθρεψε. Οι λογισμοί μας είναι η απολάκτισις του Θεού, είναι το σάρκωμα, η αύξησις του εμβρύου, του οποίου τον σπόρο έριξε μέσα μας ο πονηρός δαίμων. Το νόημα τώρα περιβάλλεται με σάρκα, η οποία, όσο εγώ ασχολούμαι μαζί του, τόσο αυτή τρέφεται.» (ό.π. σελ. 12).

Ο Γέροντας Αιμιλιανός περιγράφει και τον τρόπο που μολύνεται περισσότερο αυτό το αγνό θυσιαστήριο, η καρδιά: «στην εξέλιξη των νοημάτων σε λόγους, συναντούμε και την φαντασία, η οποία έρχεται συνεργός στην αμαρτία. Η φαντασία ειναι το λίπασμα που τρέφει τον λογισμό μας και τον καθιστά πολύ ζωηρό και εκφραστικό, μία πλήρη ζωγραφιά, την οποία βλέπω και απολαμβάνω∙ είναι ένα φρικτό πράγμα, μία ένοχη κατάστασις, διότι δεν είναι όρασις Θεού, αλλά αδολέσχησις, απόλαυσις μιας άλλης εικόνας μέσα στην ψυχή μου» (ό.π. σελ. 12-3).

Ο εαυτός έχει έναν τρομερό ψυχοδυναμισμό και εύκολα σκλαβώνεται, αλλά με τη χάρη του Θεού ελευθερώνεται. Διαβάζουμε: «Ας επανέλθωμε στο προηγούμενο παράδειγμα, για να καταλάβαμε καλύτερα την εξέλιξη του λογισμού σε λόγο. Ο λογισμός ήταν ότι δεν με αγαπά ο Γέροντας. Εν συνεχεία, αρχίζω να συμβιβάζομαι με τον λογισμό αυτό, λέγοντας μέσα μου: Βέβαια∙ δεν θυμάσαι τι σου είχε πει τότε; Άρα, πράγματι δεν σε αγαπάει. Τι να κάνω όμως; Υπακοή θα κάνω∙ εις την υπακοήν ετάχθην και θα παλέψω μέχρι θανάτου. Τώρα ο λογισμός έγινε λόγος».

Έχει πολύ ενδιαφέρον το ότι, αντί ο Γέροντας Αιμιλιανός να επαινέσει την στάση του υποτιθέμενου αυτού μοναχού («υπακοή θα κάνω μέχρι θανάτου») λέγει τα εξής καταπληκτικά, που φωτίζουν πολύ και τη ζωή των λαϊκών: «Όλα όσα απάντησα στον λογισμό που μου μπήκε, είναι λόγια σαπρά, που αποκαλύπτουν ότι ηττήθηκα, ότι έπεσα όπως ο πονηρός, αλλά καλύπτω την ήττα μου – γιατί στο βάθος την θέλω- με δυναμικά τέτοια λόγια, που στην πραγματικότητα είναι ύπουλα, είναι φενάκη, είναι πλεκτάνη. Διότι κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι όταν είναι κατακτημένος, όταν δεν βοά η ύπαρξίς του και δεν νιώθει την ανάγκη της ελευθερίας. Γι’ αυτό, όταν λέγω ότι έδωσα όρκο και πρέπει να κάνω υπακοή μέχρι θανάτου, ψέματα λέγω. Απλούστατα, παριστάνω τον εαυτό μου ως μάρτυρα ενώπιον του Θεού, για να κρύψω την ενέργεια που τελεσιουργείται και που φέρεται εις τέλος μέσα μου, την οποία ενεργώ πλέον εγώ τώρα και δεν την πάσχω.» (ό.π. σελ. 13-4). Είναι εντυπωσιακό ότι ο δρόμος του μοναχού, αλλά και κάθε ανθρώπου, προς τον Θεό, περνά μέσα από τον άλλον άνθρωπο. Οι λογισμοί προσπαθούν να διασπάσουν αυτήν την ενότητα αγάπης που έχει φυτέψει ο Θεός μέσα στον Αδάμ και δεν μπορεί να πορευτεί κανείς προς τον Κύριο, όταν οι σχέσεις του με τους ανθρώπους είναι διεστραμμένες. Καμιά πραγματική άσκηση δεν είναι «ατομικιστική» ή ηθικολογία. Είναι είτε η εναρμόνιση με τον ενοποιό δεσμό της αγάπης, η συμμόρφωση με τις εντολές του Χριστού, που είναι η αιώνια ζωή, είτε η απομάκρυνση από αυτόν τον δρόμο.

Και για τα πονηρά έργα διαβάζουμε τα εξής: «Η φράσις ‘‘πονηρών έργων’’ εκφράζει το πλήρες αποτέλεσμα , όχι απλώς της δικής μας συνθηκολογήσεως, αλλά της δικής μας συνεργασίας και συμμετοχής. Το έργο, το οποίο έγινε μέσα μας και μπορεί να επιτελείται και με τη σάρκα μας και στο κελλί μας και οπουδήποτε, είναι δικό μας. Κάθε ενέργεια στο σώμα μας, στην ψυχή μας, στο πνεύμα μας, προς τρίτα πρόσωπα, προς το περιβάλλον μας, προς τον Θεόν, προς τους αγγέλους, προς τους αγίους, ξεκινάει από μέσα μας και εν συνεχεία εκδηλώνεται και εξωτερικώς και έχει αντίκτυπο σε όλη την κτίση.» (ό.π. σελ. 14-5).

                                     ****************

Πιο κάτω μιλάει ο Γέροντας για τους καρπούς της νήψεως. «Ο πρώτος λοιπόν καρπός της νήψεως είναι η κάθαρσις. Δεν έχομε πλέον ούτε νοήματα, ούτε λογισμούς ούτε λόγους ούτε φαντασίες ούτε πονηρά έργα. Τι μεγαλείο, να ξέρεις ότι είσαι άτρωτος στη ζωή! Ποιος, όταν το ξέρει αυτό, δεν θα πει, και την ζωή μου να δώσω και τα σπλάγχνα μου, να καταβάλω και οποιοδήποτε νόμισμα, αρκεί να αποκτήσω την απάθεια;» (ό.π. σελ. 15)

Αυτή η νήψη πρέπει, για να ριζώσει, να ειναι βαθιά, να την επιτελεί κανείς με πάσα προθυμία: «Επίσης, είναι ανάγκη να την επιτελούμε προθύμως∙ όλος μας ο θυμός, όλο το θυμικό μας, όλα τα έγκατά μας να είναι απασχολημένα με τον Θεόν. Όπως το αλέτρι σχίζει βαθιά την σάρκα της γης και ανοίγει το αυλάκι ρίχνοντας δεξιά και αριστερά το αφράτο χώμα για να πέσει ο σπόρος, να θαφτεί και να φυτρώσει, έτσι πρέπει να σκάβει και η νήψις μέσα στην ύπαρξί μας και να ανοίγει δρομο, για να οδεύσει ο ίδιος ο Θεός, ο μόνος που μπορεί να ταχτοποιεί τα θέματά μας και να ανοίγει την καρδιά μας. Ο χρονισμός είναι το αλέτρι, που μας χαρίζει την δυνατότητα να κρύψομε μέσα στην κοιλία της δικής μας γης το Πνεύμα, για να το έχομε και να μπορούμε να προσχωρούμε.» (ό.π. σελ. 18) Μπορούμε να πούμε ότι ο π. Αιμιλιανός φανερώνει εδώ με πρακτικό τρόπο το ζητούμενο της θεολογίας του ’60: τον έρωτα με τον Θεό, που καταλαμβάνει όλο το χώρο της καρδιάς. Και λύση ειναι η «νήψη».

Και ο π. Αιμιλιανός συνεχίζει: «Το ελκυστικό, το υπέροχο, το μοναδικό της φράσεως ‘‘γνώσιν τε ασφαλή Θεού του ακαταλήπτου οδευομένη χαρίζεται’’, έγκειται στο ρήμα ‘‘χαρίζεται’’, για να σου πει (ο άγιος Ησύχιος): Μη σε νοιάζει εσένα, μόνον ακολούθησε το δρόμο της νήψεως και αυτός θα σε βγάλει στην γνώση του Θεού. Μην αγωνιάς, διότι δεν θα κουρασθείς εσύ, δεν θα κτίσεις εσύ, ούτε με τη δική σου νόηση θα φθάσεις εκεί. Δεν είναι ενέργεια του νου σου η γνώσις του Θεού αλλά άρπαγμα του νου, είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος, όπως έλεγε και ο Απόστολος Παύλος. Ηρπάγη ο Απόστολος, του βούτηξε τον νου ο Θεός.» (ό.π. σελ. 19-20).

Πιο κάτω, ο Γέροντας μιλά για τις δωρεές του Θεού στον άνθρωπο: «Αλλά στον φυσιολογικό άνθρωπο, δεν μπορεί να το κάνει αυτό ο Θεός (να του δοθεί ολόκληρος), διότι πρέπει να το θελήσει ο ίδιος. Πώς; Με το να εξασκήσει την νήψη, την πνευματική αυτή λειτουργία, η οποία είναι παρακολούθησις και όρασις του Αγίου Πνεύματος, και που τελικώς μού την χαρίζει ο Θεός, όπως μου χαρίζει και το φως του και μπορώ να τον βλέπω  μυστικώς. Η νήψις γίνεται τότε για μένα ένα αισθητήριο όργανο, μία αίσθησις, και εγώ μία παναίσθησις. Πιάνω πλέον όλον τον Θεόν και γίνομαι ένα νήπιο, ένα άκακο αρνίο, ενώ μέχρι χθες μπορεί να ήμουν ένας ακόλαστος. Γίνομαι παναίσθησις, γιατί κατέχω όλον τον Θεόν.» (ό.π. σελ. 24).

Και ο Θεός αποκαλύπτεται εν τέλει στην ανθρώπινη καρδιά, σε αυτό το μυστικό θυσιαστήριο, που τρέφεται βέβαια με τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας, ωστόσο και η ίδια συνεργεί στο μυστήριο της φωτίσεώς της: «Τα μυστήρια του Θεού είναι οι οδοί του, υπάρχουν επάνω στη θάλασσα, επάνω στην στεριά, επάνω στους δρόμους του ουρανού, τους οποίους διασχίζει ταχέως το άρμα του Θεού, υπάρχουν μέσα στη φύση του Θεού, στις υποστάσεις των τριών Προσώπων. Τα μυστήρια είναι τα βιώματα του Θεού, οι ιδιότητές του, οι λειτουργίες του, οι πορείες του, η φυσική ζωή του, ιδιαίτερα δε εκείνα τα οποία εκφράζουν την έγερση του Θεού από τον θρόνο του και το σκύψιμό του επάνω στον άνθρωπο. Όλα αυτά λέγονται μυστήρια, διότι είναι ανάγκη άλλος να μας τα αποκαλύψει και να μας μυήσει. Ο μυσταγωγός εδώ είναι ο ίδιος ο Θεός∙ αυτός μας αποκαλύπτει τον εαυτό του. Όπως ο Υιός του Θεού μας απεκάλυψε εν τη σαρκί του την Θεότητά του, έτσι και τώρα γίνεται μία μυστηριακή, τρόπον τινά, σάρκωσις στο πνεύμα του ανθρώπου, όπου αποκαλύπτεται ο Θεός» (ό.π. σελ. 26-7).

Αυτό ειναι μια αρχή στην οποία επιμένουν και άλλοι Πατέρες. Ο Θεός γεννιέται, αυξάνεται, ανδρώνεται, σταυρώνεται και ανασταίνεται μέσα μας. Δίπλα στο ιερό θυσιαστήριο της Αγίας Τραπέζης, που συγκροτεί το λαό του Θεού, υπάρχει και το θυσιαστήριο της κάθε ανθρώπινης καρδιάς ξεχωριστά, στην οποία τελείται μια λειτουργία. Προσερχόμεθα στον ναό του Θεού ως διακριτά πρόσωπα, για τούτο και άλλος στη Θεία Ευχαριστία θεώνεται, ενώ άλλος «κρίμα εαυτώ» τρώγει και πίνει. Το αίτημα της θεολογίας του ’60 για μια προσωπική σχέση με τον Θεό, πραγματώνεται από την νηπτική και φιλοκαλική θεολογία, η οποία ασχολείται ακριβώς με αυτή τη σχέση. Και μπορεί, επαναλαμβάνω, να ασχολούμεθα εδώ με την μοναχική ζωή, ωστόσο αυτή, στην ακρίβεια και τελειότητά της, μπορεί να φωτίσει και τη ζωή των λαϊκών, οι οποίοι, και αυτοί, παλεύουν, για τη θεογνωσία. Λειτουργία της Αγίας Τραπέζης και λειτουργία του Λόγου στην ανθρώπινη καρδιά στην πραγματικότητα συμπορεύεται. Ο Θεός ενεργεί, και ο άνθρωπος, όπως είπαμε, συνεργεί. Και τελειώνουμε το α μέρος αυτού του κειμένου με τα εξής λόγια του Γέροντα: «Η λέξις μυστήριο έχει την έννοια του κεκρυμμένου, του ειδικού, του προσωπικού, αλλά και του δυαδικού. Δηλαδή, είμαι εγώ, ο μυούμενος, είναι και ο μυών, ο διδάσκαλός μου, ο ίδιος ο Θεός, που μου αποκαλύπτει, με διδάσκει. Ο άγιος αναφέρεται συνεχώς σε αυτή τη δυάδα: εγώ και ο Θεός. Κατά κανόνα όμως, εγώ δεν είμαι μόνος μου αλλά μαζί με πολλά ή με πολλούς, ενώ ο άγιος μας θέλει μόνους με τον Θεόν». (ό.π. σελ. 28). Αυτό θυμίζει μια ρήση του Γεροντικού, την οποία κάποτε σχολίασε θαυμάσια ο Χρήστος Γιανναράς: «Αν ο άνθρωπος δεν πει ότι μόνο εγώ και ο Θεός υπάρχουμε στον κόσμο, δεν πρόκειται να προοδεύσει πνευματικά». Υπάρχει μια αναλογία με αυτό που λέγει και ο ποιητής: «μην εξευτελίζεις τη ζωή σου με τες πολλές συνάφειες και ομιλίες».

 

Η εικαστική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Οι άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος”, 2001) είναι έργο του εικονογράφου και ζωγράφου Γιώργου Κόρδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here