Άσκηση και Εκκλησιολογία στην θεολογία του γέροντα Αιμιλιανού (μέρος β)

0
190

Στο πρώτο μέρος αναφερθήκαμε σε όσα λέγει ο Γέροντας Αιμιλιανός περί νήψεως. Φαίνονται αποκλειστικά για τους μοναχούς όσα λέγει, αλλά, όπως διαβάζουμε και σε άλλους Πατέρες, ο ταπεινός άνθρωπος και αυτός που συγχωρεί τους εχθρούς του, είναι ικανός να νήφει ακόμη και μέσα στην μεγαλούπολη. Παραφράζοντας τον άγιο Σιλουανό θα λέγαμε: «αγάπα τους εχθρούς σου και κάνε ό,τι θέλεις». Συνεχίζουμε, μιλώντας πάντα για το θυσιαστήριο της ανθρώπινης καρδιάς, στην οποία, λέγει ο Γέροντας, μιλάει ο Θεός. «Όμως, αν και αποκαλύφθηκαν τα αποκεκρυμμένα μυστήρια, για να τα βιώσει κανείς, απαιτείται λόγω του βάθους των κάποια προσπάθεια. Η οντολογική δηλαδή αποκάλυψις της θεότητος γίνεται διά του ιδίου του Θεού μέσα στην ύπαρξί μας, ανάλογα με το πόσο εμείς θεούμεθα. Ας αναφέρομε ένα παράδειγμα: Έρχεσαι να μου μιλήσεις εσύ πνιγμένος στα προβλήματά σου. Είσαι άρρωστος, αμάρτησες, εξώκειλες, σε έδιωξαν από το μοναστήρι, σου είπαν ότι έχεις καρκίνο και θα πεθάνεις. Σου μιλάω εγώ, με ακούς και μετά από λίγο μου λες με δάκρυα: Γέροντα, λύθηκε το πρόβλημά μου. Λύθηκε; Πώς; Ο καρκίνος δεν θεραπεύτηκε, η εγχείρησις θα γίνει, τελικώς θα πεθάνεις. Από το μοναστήρι σε έδιωξαν. Πώς λύθηκε το πρόβλημά σου; Και όμως, εσύ λες ότι λύθηκε. Πράγματι λύθηκε, διότι άλλαξε η εσωτερική κατάστασίς σου, άλλαξε το βίωμά σου. Θεία ενέργεια φώτισε τα έγκατά σου, και ένιωσες ότι λύθηκε το πρόβλημά σου. Δεν λύνονται τα προβλήματά μας, διότι προκαλούνται από τους άλλους και τις καταστάσεις. Εν τούτοις, το πρόβλημα δεν είναι οι άλλοι αλλά η σχέσις μου με τον Θεόν, εγώ και ο Θεός. Όταν αυτή την τακτοποιούμε, δεν υπάρχει πρόβλημα» (ό. π. σελ. 29).

Ο λόγος αυτός φαίνεται σκληρός, αλλά φαίνεται ότι προέκυψε από την πείρα του Γέροντος, στην εξομολόγηση και την εξαγόρευση των λογισμών. Λέγουν για τον πατέρα Παϊσιο, ότι, όταν τον επισκεπτόσουν για κάποιο πρόβλημά σου, καθόσον συζητούσες μαζί του, ανακάλυπτες ότι άλλο είναι το πραγματικό σου πρόβλημα. Οι πνευματικοί πατέρες με διάκριση φροντίζουν αυτό να μας το αποκαλύπτουν, γιατί τελικά το πρόβλημα δεν μπορεί να κρύβεται παρά στη σχέση «εγώ και ο Θεός».

Και διαβάζουμε λίγο παρακάτω: «Όπως, όταν είναι σκοτάδι, σκοντάφτω πάνω στα καθίσματα και πέφτω επάνω σας επειδή δεν βλέπω τίποτε, μόλις όμως μπει φως, προχωράω άνετα χωρίς να σκοντάφτω, έτσι γίνεται και ‘‘η λύσις των αποκρύφων του Θεού’’. Η ανθρωπίνη κατάστασίς μου παραμένει η ίδια, εγώ είμαι αυτός που ήμουν, αλλά η λύσις επήλθε. Τα απόρρητα του Θεού μού έγιναν γνωστά, και η αλλοίωσίς μου είναι αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου, το φως που ρίχνει μέσα μου ο Θεός. Βλέπω μεν εσάς, αλλά νοώ τον Θεόν. Καταλαβαίνω, λόγου χάριν, ότι δεν με αγαπάς, αλλά δεν με νοιάζει∙ αντίθετα το χαίρομαι, το πανηγυρίζω τώρα». (ό.π. σελ. 29-30).

Επειδή η σχέση με τον Θεό έχει οντολογική πρωτοκαθεδρία έναντι αυτής με τον άνθρωπο, μπορεί ο άνθρωπος να ανυψώνεται σε αυτή τη σφαίρα. Μπορεί να μη με αγαπάς, αρκεί όμως που σε αγαπώ εγώ. Η ζωή ειναι γεμάτη από τέτοιες καταστάσεις. «Η καινούργια αυτή όρασις, εκτός από τα μυστήρια του Θεού, μου αποκαλύπτει επίσης το νόημα των όντων, των αγγέλων, των δογμάτων, αλλά και το νόημα των εν εμοί τελουμένων, το νόημα της ασθενείας μου, τα πάντα. Πόσα δεν μου αποκαλύπτει ο Θεός! Αποκτώ βαθιά γνώση , εισχωρώ εις τον εν εμοί Θεόν, δεν κοιτάζω πλέον εκ του μακρόθεν. Όπως όταν μου πονέσει η καρδιά ή μου παρουσιασθεί ξαφνικά ένα πρήξιμο στο σώμα μου το καταλαβαίνω, έτσι ακριβως καταλαβαίνω και τον Θεόν στην κοινωνία μου μαζί του. Αυτή δε η κοινωνία μας ειναι ο μυστικός γάμος μας, διότι γάμος σημαίνει κοινωνία. Αυτό ειναι και η νήψις: κοινωνία με το παρακολουθούμενον Άγιον Πνεύμα. Όταν είμαι σε αυτή την κατάσταση, αντί να προβληματίζομαι, αντί να κουράζομαι, αντί να αγωνιώ για το μέλλον μου, κάνω κάτι άλλο: ψάλλω το γαμήλιο αλληλούια της αποκαλύψεως του Θεού στην ζωή μου» (ό.π. σελ. 30).

Ο Θεός αναπτύσσει με κάθε άνθρωπο μια ξεχωριστή, διακριτή σχέση. Υπάρχουν τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας, πρωτίστως η Θεία Ευχαριστία, υπάρχει όμως και η κατ’ ιδίαν προσευχή και συμπόρευση με τον Θεό, το προσωπικό χάρισμα και η πορεία του καθενός. Ο π. Ιω. Ρωμανίδης ονόμαζε «θεραπεία» της» ψυχής την πορεία του κάθε ανθρώπου εντός της Εκκλησίας διά των μυστηρίων. Εδώ βλέπουμε ότι δεν πρόκειται για κάποια «ατομικιστική» θεραπεία, αλλά για αποκατάσταση των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό. Γι’ αυτό το λόγο ιερά μυστήρια και προσωπικός αγώνας διαπλέκονται στενά. Η εσχατολογία, που σήμερα μονόπλευρα εφαρμόζεται στην μυστηριακή ζωή, αφορά και τον κατ’ ιδίαν αγώνα του πιστού: «Η νήψις είναι επίσης το μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να εφαρμόσει όλη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, ολόκληρο το θέλημα του Θεού, μας παρέχει δε επιπλέον κάθε αγαθό του μέλλοντος αιώνος. Η νήψις επομένως δεν είναι μόνον κάθαρσις, γνώσις και αποκάλυψις, αλλά είναι και εκπλήρωσις του θείου θελήματος και προαπόκτησις, θα λέγαμε, προβίωσις όσων αναφέρονται στο μέλλον. Συγκλείει τα πάντα μέσα της». (ό.π. σελ. 32) Ο προσωπικός αγώνας του πιστού, το χάρισμα της νήψεως, φέρει λοιπόν και εσχατολογική διάσταση, εφόσον προβιώνει κανείς τη σχέση με το Θεό, που θα έχει στα έσχατα. Εδώ πάλι ο πατήρ Αιμιλιανός πρέπει να μιλά από την προσωπική του πείρα: η θέα της δόξας του Θεού, είναι το μέλλον μυστήριο, που προγεύονται από τώρα οι άγιοι. Έτσι λοιπόν, θα λέγαμε, τα έσχατα προενεργούν από την παρούσα ζωή το μυστήριό τους.

Μιλώντας για την νήψη, ο π. Αιμιλιανός λέγει ότι κάνει εύκολο τον αγώνα του χριστιανού. Συνήθως πολλοί σκεπτόμεθα: «Τι λέγει ο Χριστός; Λέγει να σηκώνω τον σταυρό μου∙ ωχ! Πώς να τον σηκώσω;». Και συνεχίζει ο Γέροντας: «Αν θα κάνεις έτσι, μετά δεν θα μπορείς να συνεχίσεις, διότι ο Θεός έχει πολλά θελήματα. Πώς να τα μετρήσεις όλα και πώς να αρχίσεις να τα εφαρμόζεις; Γι’  αυτό, ακολούθησε την νήψη, που ειναι μια αδραξιά∙ απλώνεις το χέρι σου και πιάνεις αμέσως όλες τις εντολές που έδωσε ο Θεός στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη» (ό.π. σελ. 32-3). Όπως έλεγε κάποιος άλλος πνευματικός πατήρ: «η αγάπη ειναι εύκολη. Ακολούθησε την οδό της αγάπης» και έχεις μπροστά σου ολόκληρο τον χριστιανισμό. Γι’ αυτό και ο Γέροντας Αιμιλιανός λέγει αμέσως παρακάτω: «Το θέλημα του Θεού είναι απλό, χρηστό, φτιαγμένο στα δικά μας μέτρα και στις δικές μας δυνατότητες. Δεν είναι δήμιος ούτε σκληρός ο Θεός, ώστε να κάνει την ζωή μας μαύρη, άγρια και δύσκολη. Ο Θεός είναι πολυεύσπλαγχνος, παντελεήμων, φιλάνθρωπος, ένας καλός Σαμαρείτης, ο οποίος έδωσε και το αίμα του για μας. Δεν είναι δυνατόν να εννοήσωμε ότι μας ζητάει κάτι που δύσκολα το πετυχαίνομε στην ζωή μας. Αντίθετα, επειδή γνώρισε προσωπικά την αδυναμία του ανθρώπου, μας τα χαρίζει όλα ο ίδιος» (ό.π. σελ. 33).

«Ο πρώτος καρπός της νήψεως, που είναι η κάθαρσις, δουλεύει μέσα μας, περνάει μέσα από την γνώση, από την αποκάλυψη, από την εκπλήρωση των εντολών, από την κατάκτηση των ουρανίων, και με όλο αυτό το υλικό επιτυγχάνομε την καθαρότητα της καρδίας» (ό.π. σελ. 35). Η καρδιά του ανθρώπου πρέπει να είναι καθαρή, για να προσέλθει στα ιερά μυστήρια. Ευχαριστία και καθαρότης της καρδίας αλληλοδιαπλέκονται στενά, καθώς η πρώτη χαρίζει την καθαρότητα, επαναλαμβάνουμε όμως ότι χρειάζεται και η δική μας συνέργεια. Ο αγώνας για καθαρότητα συνεχίζεται και εκτός της Ευχαριστίας. Ένας πνευματικός πατήρ, ο πατήρ Ιάκωβος Βαλοδήμος, έλεγε ότι ο χριστιανός πρέπει να ζει με αυτή την σκέψη: «κοινώνησα σήμερα, πότε θα ξανακοινωνήσω», ώστε να φυλάσσεται ο νους καθαρός. Θα αναφέρω στο σημείο αυτό ότι και ο π. Συμεών Κραγιόπουλος έλεγε πως ο άνθρωπος του Θεού ειναι συνήθως σαν τον Νώε, που ζούσε κάπως μακριά από τους υπολοίπους ανθρώπους. Η πολυλογία και ο συσχηματισμός με τους πολλούς διώχνει την χάρη του Θεού- αυτό, κατά μια αναλογία, το κατάλαβε και ο Χάιντεγκερ («οι πολλοί»). Ωστόσο, απαιτείται και πάλι διάκριση. Κάθε πιστός είναι και μια διακριτή ύπαρξη, που εκθέτει την δική του πορεία ζωής στον πνευματικό του πατέρα.

Πιο κάτω, ο π. Αιμιλιανός κάνει την εξής διάκριση: «Άλλο όμως η κάθαρσις, άλλο η καθαρότης. Η κάθαρσις ειναι μια ενέργεια, την οποία μας δίνει μεν η χάρις του Θεού διά της νήψεως, αλλά εξαρτάται από εμάς. Αν εμείς δεν στραφούμε προς τον αγώνα της καθάρσεως με μία σαφέστατη αντιμετώπιση της ζωής, δεν υπάρχει αποτέλεσμα» (ό.π. σελ. 35).

Πιο κάτω, ο Γέροντας δίδει έναν ορισμό της καθαρότητος που ειναι τελείως εκκλησιολογικός: «Καθαρότης είναι η απόρριψις παντός περιττού πράγματος, η ευτρεπιστική και προετοιμαστική ενέργεια του χώρου, για να χωρέσει εκεί ο επισκέπτης που περιμένω, ο βασιλιάς, ο Δεσπότης, ο Ιησούς Χριστός» (ό.π.΄σελ. 35). Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι στον πολύ πρώιμο μοναχισμό, και κυρίως πέριξ του μοναχού Ευαγρίου, είχε δημιουργηθεί ένα πνευματικό κίνημα, το οποίο φρονούσε ότι με την αποκάθαρση από οτιδήποτε περιττό, ο νους θεώνεται από μόνος του, γιατί στο βάθος είναι θεϊκό στοιχείο. Αντιθέτως, οι Πατέρες της Εκλησίας, μαζί και ο π. Αιμιλιανός, διδάσκουν ότι τα πάντα γίνονται με μια προσμονή: να έρθει ο Άλλος, που είναι ο Χριστός. Ο δικός μας νους από μόνος του δεν έχει θεωτική ενέργεια, και είναι λάθος, όπως λέγει ο Γέροντας Σωφρόνιος, να σταθεί ο νους στο δικό του φως, και να το θεωρήσει ως την επίσκεψη της θείας  χάριτος. Ο ορθόδοξος μοναχισμός είναι τελείως εκκλησιοποιημένος, γιατί ακριβως στρέφει την προσοχή του στην επίσκεψη του Ενός, του Χριστού, που αναμένει εναγωνίως, θα λέγαμε, έξω από την ανθρώπινη καρδιά.  «Άρα, καθαρότης της καρδίας δεν είναι μόνον κάθαρσις από των εμπαθών νοημάτων και λόγων και πονηρών έργων, αλλά είναι και όλη η διενέργεια που κάνει το Άγιον Πνεύμα∙ είναι ο τοπος στον οποίο χαίρεται να θρονιάζεται ο βασιλιάς Χριστός, κάτι το πολύ σπουδαίο και άμεσο,  όχι όμως δύσκολο, διότι δημιουργείται  απο το Πνεύμα και όχι από μας». (ό.π. σελ. 36).

Και ο καθαρθείς άνθρωπος αποκτά και δογματική συνείδηση, όπως λέγει και ο Γέροντας Σωφρόνιος. Ο π. Αιμιλιανός γράφει λοιπόν τα εξής: «Γιατί όμως να σπανίζει η καθαρότης; Πρώτον, διά το μέγεθος και την καλλονήν αυτής. Όσο πιο πολύτιμο είναι ένα αντικείμενο, τόσο πιο δύσκολα το αποκτά κανείς. Το μέγεθος ειναι η μεγαλειότης της καθαρότητος, διότι καθαρότης είναι η επικαθημένη στην ψυχή δόξα του Θεού. Όταν μια ψυχή καθαρισθεί από τα πάθη και εν συνεχεία αποκτήσει την ασφαλή γνώση του Θεού και γίνει δοχείο των θείων και αποκρύφων μυστηρίων, τότε βλέπει τον Θεόν να περιπατεί μέσα της, καταλαβαίνει τι σκέπτεται ο Θεός, τι είναι ο Πατήρ, τι είναι ο Υιός, τι είναι το Άγιον Πνεύμα, τι ειναι η Αγία Τριάς, οι άγγελοι, ζει μία μεγαλειότητα. Μεγαλειότητες δε ονομάζονται οι άγγελοι, και κατ’ εξοχήν οι αρχάγγελοι και τα χερουβίμ.» (ό.π. σελ. 37-8). Και περαιτέρω σχολιάζει τον Αββά  Ησύχιο: « ‘‘Και την καλλονήν αυτής’’. Ποια ειναι η καλλονή, η ωραιότης της καθαρότητος; Η καλλονή, ‘‘εν κροσσωτοίς ιματίοις’’ ειναι πάλι ο ίδιος ο Θεός, όσα αναφέραμε μέχρι στιγμής. Άρα, η καθαρότης της καρδίας είναι ο τόπος όπου θριαμβεύει ο Θεός. Υπάρχει άραγε μεγαλοπρεπέστερο όραμα από αυτό;» (ό.π. σελ. 38).

                                         ***************

«Πρόσεξε όμως κάτι, λέγει ο άγιος Ησύχιος. Τέτοια που είναι η νήψις, χρειάζεται να πληρώσεις πολλά, για να την αγοράσεις∙ πρέπει ουσιαστικά να πουληθείς. Ή , δηλαδή, πουλιέσαι και αγοράζεις τον Θεόν, ή, όσο ανήκεις στον εαυτό σου, δεν μπορείς να τον έχεις» (ό.π. σελ. 42). Ο λόγος αυτός μας θυμίζει τα όσα λέγει ο Γέροντας Σωφρόνιος περί αυτομίσους. Υπάρχει ένα μίσος προς τον εαυτό, που δεν ειναι παθολογικό, δεν είναι σύμπλεγμα κατωτερότητας. Ο άγιος Σωφρόνιος επιμένει πολύ σε αυτό. Αυτό το αυτομίσος, έχει την ιδιότητα να φέρνει την πραγματική ελευθερία, γιατί ο άνθρωπος σπάει τα δεσμά της φιλαυτίας. Και καμιά φορά, το άτομο βολεύεται μέσα στην αρρώστια του, φτάνει στο σημείο να αναπαύεται εκεί, έστω και αν, όπως λέγει ο π. Συμεών Κραγιόπουλος, μπήκε εκεί μέσα και ζει πολύ άσχημα, αλλά τουλάχιστον νιώθει, ότι «να, βόλεψα κάπως τα πράγματα». Αυτό το ξεβόλεμα από τον εαυτό, η διαφυγή από την αρρώστια, την οποία ερωτεύονται μερικοί, στην αρχή φαίνεται δύσκολη, έρχεται όμως η στιγμή που πρέπει «να πουληθεί» κανείς, να χαρίσει τον εαυτό του στον Χριστό. Εκεί είναι ο αληθινός προορισμός του και το μεγαλείο που τον περιμένει. Γι’ αυτό ίσως η θεολογία του ’60 μιλούσε τόσο πολύ για «έρωτα Θεού».

Σε συνάρτηση με όσα λέγαμε πιο πριν, πρέπει να προσθέσουμε ότι εμπόδιο στον άνθρωπο που θέλει να προχωρήσει γίνονται ακόμη και οι λεγόμενες «καλές επιθυμίες». Αφού ο Γέροντας πρώτα πει ότι τα μεγαλειώδη βιώματα της νήψεως «τα αποκτούν ακόμη και τα παιδάκια, διότι είναι βιώματα του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δεν κάνει διακρίσεις, προσθέτει ότι αυτό το Άγιο Πνεύμα θα πλημμυρίσει την καρδιά του ανθρώπου, «αρκεί να μην βρει άλλη επιθυμία». Και ρωτά: «Μα, κάθε επιθυμία μας είναι κακή; Η είναι όντως κακή, ή και οι φαινόμενες αγαθές επιθυμίες είναι ματαιότης. Γι’ αυτό λέγει: ‘‘επιθυμείτε και ουκ έχετε’’. Μία μόνον επιθυμία έχει θέση μέσα μας, η επιθυμία του Αγίου Πνεύματος» (ό.π. σελ.45). Αυτός ο λόγος φαίνεται αταίριαστος για λαϊκούς, όμως, όπως είπαμε, η αγάπη για τον  εχθρό και η ταπείνωση γεννά αυτή την καλή επιθυμία σε κάθε άνθρωπο, όσο και αν φαίνεται ότι εξωτερικά ασχολείται με χίλια δυο πράγματα. Ώστε, λοιπόν, και οι «καλές επιθυμίες» μας εκτρέπουν ενίοτε από τον σκοπό μας, όταν δηλαδή αρχίζουμε να γυρεύουμε τα «περί τον Θεόν» και όχι τον ίδιο τον Θεό.

Προχωρώντας, ο Γέροντας λέγει ότι τα περί νήψεως, στην ακριβή εφαρμογή τους, χρειάζονται πνευματικό οδηγό για να εφαρμοστούν, ωστόσο, χωρίς να εγκαταλείψει κανείς τον πνευματικό του αγώνα, η ίδια η νήψη φθάνει μια στιγμή που γίνεται οδηγός του αγωνιστή. «Γίνεται, τρόπον τινά, η νήψις το πρόσωπο που σου ομιλεί και σου εξηγεί, και έχεις κοινωνία μαζί του. Γι’ αυτό η θεότης- πολύ σπουδαίο αυτό- δεν είναι κάτι το αόριστο, δεν είναι κάποια πηγή ή αρχή, κάποια νεφελώδης ουσία, αλλά τρισυπόστατη ουσία, τρία Πρόσωπα που σε αγαπούν∙ είναι ο κτίστης σου, ο πλαστουργός σου, που έλαβε χουν και σου έφτιαξε τους αρμούς, τις φλέβες, τα νεύρα, τις σάρκες, τα οστά, που γνωρίζει ό,τι πνευματικό και υλικό υπάρχει μέσα σου, που σε σκέπτεται , σε βλέπει, σε καταλαβαίνει. Η νήψις είναι μεν μια ενέργεια που εκπηγάζει από την δική σου προσωπικότητα, από την δική σου καρδιά, την προσλαμβάνει όμως ο  Θεός και γίνεται  οδηγός σου» (ό.π. σελ. 47-8).

Σε ένα άλλο σημείο ο Γέροντας φαίνεται ότι μιλά από την προσωπική του πείρα, και λέγει κάτι που αφορά μεν το διακριτό πρόσωπο, εξηγεί όμως την ιεροπρέπεια, μεγαλοπρέπεια και το επιβλητικό κλίμα της ορθόδοξης χριστιανικής λατρείας, που υμνήθηκε τόσο πολύ από τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Αυτή η μεγαλοπρέπεια του Θεού δεν σβήνει όταν ο Θεός από αγάπη εγγίζει τον άνθρωπο και ενώνεται μαζί Του, αλλά από απλή θεωρία γίνεται ζων βίωμα: «Τα λέγει τόσο ωραία και απλά ο άγιος! Γιατί; Διότι είναι εμπειρία και του ιδίου αλλά και της Εκκλησίας. Η ίδια διδασκαλία υπάρχει σε όλους τους Πατέρες. Διότι, εφ’ όσον υπάρχει ο ζων Θεός, σημαίνει ότι κινείται, ότι πάει και έρχεται. Και αφού έρχεται, δεν μπορεί να μην γίνεται γνωστή η παρουσία του. Τόσο μάλιστα απορροφιέται από εμάς ο Θεός , ώστε εγώ γίνομαι Εκείνος. Η δε έλευσις του Θεού είναι, όπως παρουσιάζεται και στην Παλαιά Διαθήκη, κάτι το φοβερό. Ο Ψαλμωδός λέγει ότι, όταν ο Θεός καθίσταται ‘‘εμφανής’’, τότε η γη τρέμει και οι ουρανοί σταλάζουν μάννα, βροχή και αστραπές, για να δείξει ότι ειναι αδύνατον να παραμείνει αφανής η παρουσία του Θεού» (ό.π. σελ. 53).

                          ************

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω ορισμένα χωρία του π. Αιμιλιανού, όπου φαίνεται και πάλι να μιλά από την ζώσα πείρα του: «Στο πρώτο κεφάλαιο μας είχε μιλήσει ο άγιος για τους εμπαθείς λογισμούς, αλλά τώρα μας λέγει να μην κάνωμε καν λογισμούς. Αν σκεφθώ και κλέψω κάτι, επειδή ο λογισμός αυτός είναι αμαρτωλός, φοβάμαι και τον αποφεύγω. Αν λογισθώ, τι ωραία που περάσαμε χθες στο μουσείο! Τι αριστουργήματα είχε! Ο λογισμός μου φαίνεται πως δεν είναι αμαρτία, αλλά ο άγιος λέγει ότι ακόμη και αυτό εσύ να το θεωρείς αμαρτία, διότι, και αν τώρα δεν είναι, υπάρχει κίνδυνος να γίνει» (ό.π. σελ. 58).

Και για να γίνει αντιληπτό από όλους μας τι ειναι «έρως Θεού» – η θεολογία του ’60 άρχισε ,όπως είπαμε, εν πολλοίς με αυτό το θέμα, που δεν αξιοποιήθηκε αργότερα περισσότερο, όπως θα έπρεπε- ας προσθέσουμε τα εξής λίγα ακόμη: «Αφού μας εξήγησε ο άγιος τον κίνδυνο που εμφωλεύει και στους καθαρούς ακόμη λογισμούς, στην διαλογή και στην επιλογή τους, κατέληξε στο ότι κάθε τι που κινείται μέσα μας ειναι ανάγκη να εκλείψει. Μόνον σε αυτή την τέλεια απάθεια μπορεί να εργασθεί ο Θεός» (ό.π. σελ. 60). Φαίνεται σαν μια χωρίς μέτρο τελειοθηρία, ας σκεφτούμε όμως ότι στον αιώνα που πέρασε, έστω και εντελώς διαφορετικά, κάποιος φιλόσοφος μίλησε γι’ αυτή την διαρκή ανάγκη ενασχόλησης, με το «εν, ου έστι χρεία». Μιλάμε για τον Χάιντεγκερ και την «μέριμνά» του για τον κόσμο, η οποία είναι σ’ αυτόν τον φιλοσοφο κάτι το διαρκές, κάτι που γίνεται αιτία να ξεκόψει το διακριτό υποκείμενο από τους «πολλούς», όπως λέγει. Ίσως γι’ αυτό ο Χάιντεγκερ ενέπνευσε πολύ την θεολογία του ’60, παρά τον κατά τα άλλα μηδενισμό του.

Και τελειώνουμε με το εξής χριστοκεντρικό κείμενο του Γέροντα: «επειδή  ησυχία σημαίνει παρακολούθησις του ιδίου του Χριστού – δεν μπορεί αλλιώς ο άνθρωπος να ησυχάσει, δεν μπορεί να μη μιλά, να μην ακούει κάτι, είναι αδύνατον, θα τρελλαθεί-, γι’ αυτό η ησυχία ειναι περιεκτική μιας άλλης φωνής, ενός άλλου πνεύματος, ενός συρρίζοντος πνεύματος, του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εισήλθε και εγκαταστάθηκε στην δική μου καρδιά. Σε αυτή την κατάσταση η καρδιά φρουρείται τόσο πολύ με την νήψη και την ευχή, που ζει με την αναπνοή του Χριστού. Ο Χριστός δηλαδή έρχεται τόσο κοντά σου, ώστε ακούς την αναπνοή του και την αισθάνεσαι στο πρόσωπό σου. Εκεί που κοιτάζεις, που παρακολουθείς εσύ, σε εκείνο το ρυάκι, είναι ο Θεός. Η αναπνοή του εξέρχεται και σε συναντά, αρχίζεις να έχεις πλέον προσωπικές εμπειρίες του διαλόγου της ησυχίας. Ζης εσύ και ο Θεός. Τόσο κοντά μας είναι ο Χριστός, μέσα στην καρδιά μας» (σελ. 69).

                                        ***************

Η χριστοκεντρική και εκκλησιολογική βάση της ορθόδοξης άσκησης ελπίζω να διαφάνηκε στα λίγα παρατεθέντα χωρία του Γέροντος Αιμιλιανού. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να αναπτύξουμε καθόλου το θέμα της σχέσης του ανθρώπου με τον συνάνθρωπο, καθώς για τον Γέροντα ο δρόμος για τον Θεό περνά απαραιτήτως από τον αδελφό. Ας προστρέξει ο αναγνώστης στα ίδια τα γραπτά του, όπου υπάρχει «ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον», αληθινός πνευματικός λόγος.

 

Η εικαστική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης”) είναι έργο του εικονογράφου και ζωγράφου Γιώργου Κόρδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here