Από την πρώιμη στην ύστερη νεωτερικότητα

0
142

Νίκος Μουζέλης

Διαφοροποιήσεις στον πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο

Υπάρχουν πολλοί τρόποι προσέγγισης του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης. Ενας τρόπος που δίνει έμφαση στην ιστορική και συγκριτική μέθοδο είναι να δούμε πώς η παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα συνδέεται με αυτό που ονομάζουμε νεωτερικότητα.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Με επίκεντρο τις κοινωνικές δομές και όχι τις πολιτισμικές αξίες, η νεωτερικότητα αναφέρεται στον τύπο της κοινωνικής οργάνωσης που κυριάρχησε στη Δυτική Ευρώπη μετά τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και την επανάσταση του 1789 στη Γαλλία. Αυτή η κοινωνική οργάνωση ενέχει τρεις διαστάσεις που την καθιστούν μοναδική σε σχέση με αυτή των προνεωτερικών κοινωνιών.
Πρώτον, βλέπουμε την περιθωριοποίηση της παραδοσιακής, μη διαφοροποιημένης κοινότητας. Δηλαδή τη σταδιακή έκλειψη του παραδοσιακού οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού τοπικισμού που χαρακτήριζε το ancien r gime των ευρωπαϊκών κοινωνιών του 18ου αιώνα.
Δεύτερον, παρατηρούμε τη μαζική κινητοποίηση και ένταξη του πληθυσμού στο εθνικό κέντρο, δηλαδή στη λεγόμενη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους έθνους (Β. Αnderson). Αυτού του είδους η εξέλιξη σήμαινε όχι μόνο τη μετατόπιση ανθρωπίνων και υλικών πόρων από την περιφέρεια προς το κέντρο αλλά και τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής, κυριαρχίας και επιρροής στην «κορυφή», αφού ο βασικός έλεγχος του κοινωνικού γίγνεσθαι περνά σταδιακά από τις τοπικές στις εθνικές ελίτ. Βλέποντας αυτή τη διαδικασία της κινητοποίησης/ένταξης από τη σκοπιά του κράτους, παρατηρούμε τη βαθιά διείσδυση της κρατικής μηχανής στην περιφέρεια. Μπορεί κανείς να αντιληφθεί την εκπληκτική διεισδυτικότητα του νεωτερικού κράτους, αν συγκρίνει τις ελάχιστες διασυνδέσεις μεταξύ παραδοσιακών υπηκόων και κεντρικής δημόσιας διοίκησης με το ευρύτερο πυκνό πλέγμα σχέσεων που έχει ο σημερινός πολίτης με το νεωτερικό κράτος μέσω του σχολείου, του ταχυδρομείου, των ΜΜΕ κτλ.
Ενα τρίτο ιδιαίτερο γνώρισμα της νεωτερικότητας είναι ο επίσης πρωτοφανής βαθμός κοινωνικής διαφοροποίησης καθώς οι θεσμικοί χώροι της οικονομίας, της πολιτικής εξουσίας, της κοινωνίας και του πολιτισμού τείνουν να αποκτήσουν ξέχωρες δυναμικές, λογικές και αξίες. Βέβαια, παρόμοιου τύπου διαφοροποιήσεις συναντά κανείς και σε προβιομηχανικές κοινωνίες. Ωστόσο σε αυτήν την περίπτωση η διαφοροποίηση περιοριζόταν στην «κορυφή». Ο κύριος κορμός της κοινωνίας εξακολουθούσε να είναι οργανωμένος στη βάση της μη διαφοροποιημένης παραδοσιακής κοινότητας.


Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ

Με την ολική διαφοροποίηση της κοινωνίας σε ξέχωρους θεσμικούς χώρους τίθεται το πρόβλημα του συντονισμού αυτών των χώρων. Στην πρώιμη νεωτερικότητα αυτός ο συντονισμός πραγματοποιείται μέσω της κυριαρχίας του πολιτικού. Και αυτό γιατί, αντίθετα με τη μαρξιστική θεώρηση της κοινωνικής αλλαγής, η μετάβαση από το προνεωτερικό στο νεωτερικό στάδιο, δηλαδή η μετάβαση από τη φεουδαρχία στο κράτος έθνος, έγινε λιγότερο μέσω της επέκτασης των αγορών και περισσότερο μέσω της κρατικής επέκτασης, δηλαδή της διείσδυσης της κρατικής μηχανής στην περιφέρεια. Οντως, προς τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα έντονοι διακρατικοί ανταγωνισμοί σε συνδυασμό με τις νέες στρατιωτικές τεχνολογίες οδήγησαν στη δημιουργία μαζικών στρατών (π.χ. οι Ναπολεόντειες στρατιές). Αυτό σήμαινε τον πολλαπλασιασμό των στρατιωτικών δαπανών. Για να μπορέσουν οι κρατικές ελίτ να αποσπάσουν από την κοινωνία τους απαραίτητους πόρους για την υλοποίηση των γεωπολιτικών στόχων τους, χρειάστηκε η επέκταση/διείσδυση της δημόσιας διοίκησης. Και αυτό βέβαια αποδυνάμωσε τους διάφορους τοπικισμούς. (βλ. πάνω σε αυτή τη διαδικασία τις σημαντικές μελέτες των Charles Τilly και Μichael Μann).


Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

Τα παραπάνω τρία χαρακτηριστικά της νεωτερικής κοινωνικής οργάνωσης (δηλαδή την περιθωριοποίηση του παραδοσιακού τοπικισμού, την κινητοποίηση/ ένταξη στο κέντρο και την ολική διαφοροποίηση των θεσμικών χώρων) τα βλέπουμε να λειτουργούν με κάπως διαφορετικό τρόπο στην ύστερη, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα που βιώνουμε σήμερα.
Ετσι, αν η πρώιμη νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από την έκλειψη του παραδοσιακού τοπικισμού, η παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από την αποδυνάμωση όχι του κράτους-έθνους αλλά του κρατισμού, δηλαδή της ικανότητας του κράτους να ελέγχει διάφορες εξελίξεις εντός των εθνικών συνόρων. Για παράδειγμα, η πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος δεν είναι πλέον δυνατή σε εθνικό επίπεδο, αφού η οργάνωσή του συγκροτείται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ετσι, αν στην πρώιμη νεωτερικότητα βλέπουμε την αποδυνάμωση των συνόρων της τοπικής παραδοσιακής κοινότητας, στην παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα βλέπουμε κάτι παρόμοιο να συμβαίνει ως προς τα εθνικά αυτή τη φορά σύνορα.
Οσον αφορά τη δεύτερη διάσταση της νεωτερικότητας, και εδώ βλέπουμε πάλι μια κινητοποίηση/ένταξη του πληθυσμού όχι στο εθνικό αλλά σε ένα υπερεθνικό, παγκόσμιο κέντρο. Αυτό σημαίνει τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής, κυριαρχίας και επιρροής σε παγκόσμια πλέον κλίμακα. Για παράδειγμα, αν λάβει κανείς υπόψη πως υπάρχουν πολυεθνικές εταιρείες που έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από αυτούς μικρών χωρών, αντιλαμβάνεται τον βαθμό της οικονομικής συγκέντρωσης. Και αν η πρώιμη νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται κυρίως από τη διεισδυτικότητα της κρατικής μηχανής στην περιφέρεια μιας χώρας, η παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από την εξίσου υψηλή διεισδυτικότητα του πολυεθνικού κεφαλαίου.
Συγκρίνοντας την τωρινή ανάπτυξη των παγκοσμίων αγορών με αυτή της περιόδου 1860-1914 (και τότε είχαμε εντυπωσιακή φιλελευθεροποίηση του παγκόσμιου εμπορίου), διαπιστώνουμε ότι η διαφορά έγκειται στο ότι το διεθνές κεφάλαιο τον 19ο αιώνα δεν είχε τη διεισδυτικότητα που έχει το πολυεθνικό κεφάλαιο σήμερα. Για παράδειγμα, μια πολυεθνική εταιρεία όπως η Sony έχει παραρτήματα όχι μόνο σε κάθε χώρα του πλανήτη αλλά και σε κάθε σημαντική πόλη κάθε χώρας. Αυτή η εκπληκτική διεισδυτικότητα, που έγινε δυνατή λόγω των ηλεκτρονικών τεχνολογιών, ήταν αδιανόητη στην παγκοσμιοποίηση της περιόδου 1860-1914.
Τέλος, σε ό,τι αφορά το τρίτο δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας, δηλαδή αυτό της ολικής διαφοροποίησης θεσμικών χώρων, παρατηρούνται παγκόσμιες διαδικασίες διαφοροποίησης ανάλογες με αυτές που είχαμε προγενέστερα σε εθνικό επίπεδο. Ετσι η σημερινή παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο μια οικονομική διάσταση αλλά και μια πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική. Και αν στην οικονομική παγκόσμια αρένα οι κύριοι παίκτες είναι οι πολυεθνικές εταιρείες, στην παγκόσμια πολιτική αρένα τα κράτη-έθνη εξακολουθούν να παίζουν κεντρικό ρόλο καθώς και οι διάφοροι παγκόσμιοι οργανισμοί διακυβέρνησης του πλανήτη. Στον κοινωνικό χώρο τώρα ως κύριοι παίκτες αναδύονται σταδιακά οι παγκόσμιες μη κυβερνητικές οργανώσεις καθώς και τα νέα κινήματα τύπου Σιάτλ και Γένοβας. Στον πολιτισμικό χώρο τον βασικό ρόλο επιρροής και κατασκευής ταυτοτήτων και τρόπων ζωής (καταναλωτικού κυρίως τύπου) παίζουν τα παγκόσμια δίκτυα ενημέρωσης και ψυχαγώγησης (διαφήμιση, κινηματογράφος, τέχνη κτλ.).
Ο συντονισμός των παγκόσμιων διαφοροποιημένων χώρων στηρίζεται όχι πια στην κυριαρχία του πολιτικού (όπως στην πρώιμη νεωτερικότητα) αλλά σε αυτήν του οικονομικού. Ετσι, αν η μαρξιστική θεωρία ήταν λανθασμένη σε ό,τι αφορά τη μετάβαση από την προνεωτερικότητα στην πρώιμη νεωτερικότητα, είναι πολύ πιο σχετική για την εξήγηση της μετάβασης από την πρώιμη στην παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα (βλ. το σημαντικό έργο του Μ. Desai, Τhe Revenge of Μarx ).


ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Τελειώνοντας, με βάση την παραπάνω ανάλυση, θα ήθελα να συγκρίνω την εξέλιξη του «κοινωνικού» προβλήματος στην πρώιμη και ύστερη, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή στις απαρχές της εκβιομηχάνισης, η έλλειψη οργάνωσης των εργατών και η μη παρεμβατικότητα του «κράτους-νυχτοφύλακα» οδήγησε σε εξαθλίωση μεγάλη μερίδα της εργατικής τάξης (βλ. το κλασικό έργο του Ε.Ρ. Τhompson, Τhe Μaking of the Εnglish Working Class ). Στη συνέχεια η ανάπτυξη των μαζικών συνδικαλιστικών και κομματικών οργανώσεων της εργατικής τάξης από κάτω και η κοινωνικά προσανατολισμένη κρατική παρεμβατικότητα εκ των άνω οδήγησε σε ισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Οδήγησε, κυρίως, στη λεγόμενη «χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975), σε μια κατάσταση όπου η αξία της παραγωγικότητας/ανταγωνιστικότητας συνδυάστηκε με τις αξίες της σχετικής κοινωνικής δικαιοσύνης και της νεοφιλελεύθερης δημοκρατίας.
Στην παγκοσμιοποιημένη όμως νεωτερικότητα βλέπουμε μια νέα ανισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η εκπληκτική κινητικότητα του πρώτου, η άμβλυνση της αναδιανεμητικής ικανότητας των εθνικών κρατών καθώς και η έλλειψη μιας κοινωνικά προσανατολισμένης παγκόσμιας διακυβέρνησης μας οδηγούν σε έναν τύπο καπιταλισμού που θυμίζει το είδος της εκμετάλλευσης που είχαμε στην πρώιμη εκβιομηχάνιση (18ος αιώνας). Μας οδηγεί δηλαδή σε έναν άγριο/βάρβαρο καπιταλισμό που εντείνει τις ανισότητες και τον κοινωνικό αποκλεισμό σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.
Είναι δυνατή μια νέα ισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στη σημερινή συγκυρία; Αν ο εξανθρωπισμός του καπιταλισμού στην πρώιμη νεωτερικότητα χρειάστηκε περίπου έναν αιώνα για να επιτευχθεί, είναι μια νέα παγκόσμια ισορροπία μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων δυνατή στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον; Και αν ναι, με τι είδους συλλογικά υποκείμενα θα πραγματοποιηθεί; Αυτά είναι τα κεντρικά θέματα του κοινωνικού προβληματισμού σήμερα. *

πηγή: “ΒΗΜΑ Ιδεών” Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2007

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here