Αναδρομή στη «Θεολογία του ’60» (β΄ μέρος)

1
1272

Ο θεολόγος Δημήτρης Μαυρόπουλος μιλά με τον Βασίλη Ξυδιά για τη «Θεολογία του ’60» και καταθέτει την προσωπική εμπειρία του από εκείνα τα χρόνια. Στο β΄ Μέρος (από τη δεκαετία του 80 έως τις μέρες μας) συζητάμε για:

Η νεολαία της «Χριστιανικής Δημοκρατίας»,

Περιοδικό «Σύναξη»,

οι «Νεορθόδοξοι»,

ο «χριστιανομαρξιστικός διάλογος»,

η σχέση με τον Σάββα Αγουρίδη και τη βιβλική θεολογία.

Το Α΄ Μέρος εστίασε χρόνια από τη δεκαετία του ’60 έως τη δεκαετία της μεταπολίτευσης.

Σειρά συζητήσεων του Αντίφωνου για τη θεολογία στη σημερινή Ελλάδα:

Η θεολογία στην Ενορία (π. Μιλτ. Ζέρβας – Β. Ξυδιάς)

Ψηλαφίσεις στην πολιτική θεολογία (Δημ. Αρκάδας – Β. Ξυδιάς)

1 σχόλιο

  1. Η θεολογική προσφορά του κ. Δ. Μαυρόπουλου είναι ευρέως γνωστή και αναγνωρισμένη. Mε πολύ σεβασμό θα κάνω κάποια σχόλια, με αφορμή το τέλος της συζήτησης Δ. Μαυρόπουλου – Β. Ξυδιά (Β’ μέρος), καθώς ο διάλογος βοηθάει πάντοτε σε διευκρινήσεις και απομακρύνει παρεξηγήσεις.
    Η διατύπωση ή, ακριβέστερα, ποικίλες μορφές διατυπώσεων, που χρησιμοποιούν την έννοια “μέλλον” σε μέρος της σύγχρονη θεολογίας, όπως, για παράδειγμα, «η αλήθεια έρχεται από το μέλλον», «η Εκκλησία ερμηνεύει τον άνθρωπο όχι από το παρόν αλλ’ εκ του μέλλοντος κλπ», απ’ όσο μπορώ να εκτιμήσω έχουν πηγή διακεκεκριμένο θεολόγο, που αρδεύει πλούσια τον εκκλησιαστικό χώρο με τον λόγο και τα κείμενά του.
    Οι παραπάνω προτάσεις, και άλλες παρόμοιες, πρέπει να συμπληρωθούν για να θεωρηθούν σωστές. Οι προτάσεις για την “οντολογία” και την ερμηνευτική δύναμη της αλήθειας του “μέλλοντος” δεν πρέπει να κατανοηθούν αυτονομημένα. Οι προτάσεις αυτές μπορούν να πάρουν νόημα μόνο μέσω του Χριστού: «Ὁ Ἰησοῦς
    Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας».
    Οι εσχατολογικές απόψεις του 20ου αιώνα δεν χρειάζεται να εισαχθούν στην Ορθόδοξη θεολογία για να την συμπληρώσουν (άλλωστε υπάρχουν πολλές και αντίθετες μεταξύ τους δυτικές εσχατολογίες!). Υπάρχει αγία και σοφή Ορθόδοξη εσχατολογική προοπτιτική ζωής και διδασκαλία και είναι το μέτρο για να κρίνουμε κάθε νεοφανή εσχατολογία. Σύγχρονα κείμενα, χρησιμοποιούν, για παράδειγμα, την έννοια “μέλλον”, με τρόπο που συστηματικά αποσιωπάται ο Χριστός, και αντικαθίσταται από μια αντικειμενοποίηση της έννοιας “μέλλον”. Συχνά το “μέλλον” ταυτίζεται με την «ελευθερία». Ακραίο παράδειγμα: «ο Θεός πρέπει να παραμείνει ελεύθερος, ελεύθερος ακόμα και από την δική του εμπλοκή στην ιστορία. Η σάρκωση δεν καθηλώνει τον Θεό στην ιστορία» (
    Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Εσχατολογία και Ιστορία, Εκδ. «ΔΟΜΟΣ», 2016, 496). Tο προηγούμενο απόσπασμα εγείρει πολλά και σοβαρά ερωτήματα για το ποια σχέση θεωρείται μεταξύ “Θεού” – “σάρκωσης” – “Xρόνου”-“ιστορίας”. Eν τέλει περί της μοναδικότητας του Προσώπου του Ιησού Χριστού.
    Κλείνοντας αυτό σχόλιο, με αφορμή μια νέα (ηληκίας μερικών 10ετιών) πρόταση στον θεολογικό χώρο (αυτονομία του μέλλοντος), που δεν έχει ωστόσο συζητηθεί, θα έλεγα ότι ο άνθρωπος ερμηνεύεται διά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, εν Πνεύματι Αγίω. Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «ὁ δεδοξασμένος τοῦ Θεοῦ Λόγος σαρκωθείς, πρόδρομος τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ παρουσίας γεγένηται· παιδαγωγῶν τάς ψυχάς διά τῶν οἰκείων λόγων (όχι μέσω κάποιου «μέλλοντος»), πρός ὑποδοχήν τῆς ἐμφανοῦς αὐτοῦ θεϊκῆς παρουσίας (Αγ. Μαξίμου, Περί θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού, Προς Θαλάσσιον, Φιλοκαλία, τ. Β ́, Εκατοντάς Β ́, κθ’).
    Ο Γιώργος Πατρώνος, στην διδακτορική διατριβή του τίτλο «Σχέσις Παρόντος και Μέλλοντος εις την περί Βασιλείας του Θεού διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Θεολογίας, 1975, σ. 196», γράφει: «διαπιστώνει τις παράδοξον τι εν τη δυτική θεολογική σκέψει, δηλαδή, οσάκις αύτη ομιλεί δια το μέλλον και το εσχατολογικόν, αντιλαμβάνεται ως ήδη τετελεσμένα και οσάκις ομιλεί δια το
    παρελθόν και το ιστορικόν, είναι ως να ομιλεί δια τι μη πραγματικόν». Δυστυχώς από το 1975 μέχρι σήμερα το «παράδοξον τι εν τη δυτική θεολογική σκέψει» έχει διεισδύσει σε σημαντικό τμήμα του ελληνικού θεολογικού χώρου.
    Η συζήτηση που παρακολούθησα (Δ. Μαυρόπουλου – Β. Ξυδιά) έκανε ειδική αναφορά στον Γ. Πατρώνο, ως βιβλικό θεολόγο, που κινείται ταυτόχρονα στο Πατερικό πνεύμα. Ελπίζω λοιπόν ότι η παραπάνω συμπερασματική δήλωση του Γ. Πατρώνου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί «Χριστομονισμός» ή παραδοσιακοκεντρικός φοντεμενταλισμός. Νομίζω δε ότι ορθή κατανόηση της κλασσικής φράσης «επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι», αναδεικνύει όχι μόνο την ιστορία, αλλά και την εσχατολογία των Πατέρων, και του Ευαγγελίου γενικότερα, χωρίς τεχνητές/ ορθολογικές αυτονομήσεις.

    Με εκτίμηση
    π. Γεώργιος Αναγνωστόπουλος

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here