ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ (Μέρος β, «Άσμα Ασμάτων»)

1
569

Πριν δούμε από κοντά το «Άσμα Ασμάτων», θα ήταν καλό να πούμε λίγα λόγια για την «εικονοποιία» («imagery») της ελάφου στη Βίβλο. Στην Παλαιά Διαθήκη, λοιπόν, περιγράφεται κατά τους ειδικούς ένας κόσμος που έπλασε ο Θεός, θαυμαστά ελεύθερος και με σοφία σχεδιασμένος, που ζει, κινείται και υπάρχει συχνά μακριά από κάθε ανθρώπινη παρέμβαση. Το καταδεικνύει αυτός υπέροχα ο 104ος Ψαλμός. Η κτίση συντηρείται χάρη στη θαυμαστή πρόνοια του Θεού, ενώ το ζωικό βασίλειο, με την ομορφιά και τη χάρη του, μαρτυρεί και αυτό τη θεία δύναμη και σοφία. Το ελάφι ανήκει στα όντα που δεσπόζουν στην κτίση. «Όρη τα υψηλά ταις ελάφοις, πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς», διαβάζουμε στον προαναφερθέντα Ψαλμό, που διαλέγει αυτό ειδικά το ζώο ως παράδειγμα κυριαρχίας στους ορεινούς τόπους. Σημειωτέον, ότι, μια που το ελάφι δεν εξημερώθηκε ποτέ από τον άνθρωπο, παρέμεινε για όλη την Ανατολή, φυσικά και για τον Ισραήλ, σύμβολο ελευθερίας, επίσης  επιδεξιότητας, ευλυγισίας, ακμής. Κατέφευγε, όπως είπαμε,  στα βουνά, για τούτο και ο Δαβίδ, ως νεαρό παλληκάρι, το ίδιο επιδέξιος και ευλύγιστος και αυτός, τριγυρνούσε ανεμπόδιστος στα υψώματα και τις κοιλάδες της Ιουδαίας: «Κάνει τα πόδια μου σαν ελαφίνας γρήγορα και με κρατάει όρθιο στα υψώματα», λέγει σε ένα του νικητήριο ύμνο (2 Σαμ. 22, 34)[i]. Σ’ ένα άλλο χωρίο, κάποιος άλλος άγιος άνθρωπος, ο προφήτης Αββακούμ, χαίρεται που ο Θεός τον οδήγησε επίσης με ασφάλεια στα υψηλά: «Ο Κύριος είν’ ο Θεός μου, η δύναμή μου ! Με κάνει σαν το ελάφι γοργοπόδαρο, φέρνει τα βήματά μου στις κορφές» (3, 19). Ο προαναφερθείς βασιλιάς Δαβίδ αναπτύσσει όμως την εικονοποιία της ελάφου περισσότερο, αναφερόμενος στη δίψα του ανθρώπου για τον Δημιουργό του με τα εξής λόγια: «Όπως η ελαφίνα αποζητάει τα τρεχούμενα νερά, έτσι η ψυχή μου σ’ αποζητάει, Θεέ μου» (Ψαλμ. 42, 1). Η πνευματική δίψα αφορά στην Παλαιά Διαθήκη κάτι που συντηρεί τον βαθύτερο εαυτό μας, ευρισκόμενο όμως κατ’ ουσίαν έξω από μας. Είναι πιο κοντά μας από το δικό μας «είναι». «Κατ’ εικόνα Θεού» πλάστηκε ο άνθρωπος. Αρκούν όμως αυτά…

Περαιτέρω, πρέπει να πούμε ότι αυτό που στην αρχαία Ελλάδα ήταν απλή διαίσθηση, στην Εβραϊκή Βίβλο είναι το κύριο θέμα. Η αλήθεια φανερώνεται, έστω και ως προτύπωση της Καινής. Το αρχαιοελληνικό φοβερό «αλλού», για το οποίο μιλήσαμε, έχει μάλλον το βιβλικό παράλληλό του, στο δέος του ανθρώπου ενώπιον του εντελώς Άλλου, του Παντοκράτορος – ο «άγιος του Ισραήλ» είναι φοβερός. Ωστόσο, κάτι που η αρχαία Ελλάδα δεν μπορούσε να συλλάβει, ο φοβερός «Άλλος» έρχεται κατά συγκατάβαση τόσο κοντά στον άνθρωπο, που αποκαλύπτεται ως «ωραίος»… Ιδού το θέμα του περιφήμου βιβλίου «Άσμα Ασμάτων», όπου ο τρομερός Κύριος, ως Αποκαλυπτόμενο Ζων Πρόσωπο, γίνεται ο καλός εκείνος ποιμήν, που αναζητεί την Νύμφη με «έλεος».

**********

Μελετώντας κανείς το σύνολο του βιβλίου, που αποτελείται, κατά τους ειδικούς, από μερικότερα γαμήλια άσματα (χωρίς να αποτελεί απλή συρραφή, όπως νομίζουν μερικοί) υπάρχει κυρίαρχη η εντύπωση ότι η Νύμφη ψάχνει να βρει τον αγαπημένο της, γιατί την έχει πληγώσει ο έρωτάς του, τα «μύρα» του. Την έχει μεθύσει η χάρη του, την έχουν συνεπάρει τα «αρώματά» του: «Τα μύρα σου ευωδιάζουνε γλυκά και τ’ όνομά σου μύρο που σκορπιέται, γι’ αυτό κι οι νιες κοπέλες σ’ αγαπούν» (α, 3).[ii] Πώς μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο, να γοητεύεται ο άνθρωπος από ένα Θεό ανεικόνιστο, πέρα από κάθε σχηματοποίηση, ένα Θεό που μερικοί τελείως λανθασμένα περιγράφουν ως «αφηρημένο»; Δεδομένου ότι το «Άσμα Ασμάτων» δεν είναι παρά μια αλληγορία του μυστικού αρραβώνα μεταξύ του Θεού και του λαού Του -θέμα πολύ συχνό στην εβραϊκή Βίβλο- , είναι βέβαιο ότι ο Θεός του Ισραήλ είναι Ωραίος. Να μια άλλη ύψιστη αποκάλυψη, μια αλήθεια που επισημαίνουν τόσο πολύ οι Πατέρες, ενώ πολλοί απλώς παραγνωρίζουν. Ο Κύριος είναι η Ομορφιά. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί ο άνθρωπος παρά να τον αναζητά πληγωμένος από το «όνομά» Του, να Τον ψάχνει ερωτικά. Και αυτό ισχύει παρόλο που ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι, όπως είπαμε, παντελώς έξω από κάθε μορφή και σχήμα, δηλαδή ανεικόνιστος. Ο νους της Νύμφης,  της πληγωμένης από την ωραιότητα του Αγαπημένου, είναι λοιπόν συγκεντρωμένος στο να αφουγκράζεται ακόμη και την παραμικρότερη κίνησή Του, να διαισθάνεται και τα πιο μύχια σκιρτήματά Του, όσο μπορεί κάτι τέτοιο: «Ακούω τον αγαπημένο μου! Νάτος που έρχεται πηδώντας πάνω από τα βουνά, τρέχοντας πάνω απ’ τους λόφους» (β, 8). Η άφιξη αυτή είναι κάτι έξω από ό,τι θα ονομάζαμε «κόσμο», γιατί τόσο ο Νυμφίος, όσο και ο πόθος της Νύμφης γι’ αυτόν -πόθος που την κάνει επίσης ωραία- έχουν κάτι το «υπερβατικό».

Ο αγαπημένος της Νύμφης έχει μια δική Του πληρότητα[iii], της οποίας υπερεκχείλιση αποτελεί και ο ερχομός Του στην οικία της Νύμφης. Τρέχει επάνω στα βουνά και στους λόφους, ακριβώς όπως το ελάφι, που δεν θα μπορούσε να λείπει βέβαια από αυτό το ερωτικό τραγούδι –αυτό το υπέροχο ζώο, με τη χάρη του, την ομορφιά του, είχε περαιτέρω και τη σημασία του έρωτα στην Ανατολή εκείνων των αρχαίων χρόνων. Διαβάζουμε στο θεόπνευστο βιβλίο: «ζαρκάδι μοιάζει ο αγαπημένος μου, μοιάζει μικρό λαφόπουλο» (β, 9).  Πάνω στα βουνά είναι η μυστική σκηνή Του, και προς τα εκεί έχει τον νου της η Νύμφη, που όμως μπορεί και καταλαβαίνει ποτέ ο Νυμφίος αρχίζει την μυστική Του κατάβαση.

Και βέβαια, όλη η φύση ξεχειλίζει από μια μοναδική ομορφιά: πρόκειται για αληθινή φυσική ομορφιά, αν και τελείως διαφορετική από αυτή της αρχαίας Ελλάδας. Αξίζει να πούμε σχετικά δυο λόγια. Η αρχαία Ελλάδα, λοιπόν, συν τοις άλλοις, φαίνεται να έχει μια κυρίως οπτική αντίληψη για τον κόσμο, καθώς, για παράδειγμα, το «μήλο» δεν είναι παρά ο όμορφος εκείνος καρπός που βάφει το τοπίο, σε έναν κόσμο όπου εκ προοιμίου τα πάντα είναι κατάδηλα. Στην Βίβλο κυριαρχούν οι πιο κρυμμένες αισθήσεις. Ο ίδιος καρπός, το «μήλο»,  είναι ο κρυφός τόπος της ευωδιάς του, το άρωμα που σκορπίζεται, αν το φας: «της ανάσας σου η οσμή, μοσχοβολιά από μήλα» (ζ, 9). Ποτέ ένας Έλληνας δεν θα μπορούσε να γράψει έναν στίχο όπως: «ωσάν κοπάδι ερίφια τα μαλλιά σου, που ροβολάνε από τις ράχες της Γαλαάδ» (δ, 1) .Ούτε βέβαια: «τα δόντια σου ωσάν κοπάδι αμνάδες, που μόλις τις κούρεψαν και τις έπλυναν» (δ, 2). Σε έναν κόσμο που δεν είναι άχρονος, αιώνιος, αλλά κτίσμα του Θεού, η προσπάθεια του ανθρώπου να συγκροτήσει ένα «κοπάδι» από ζώα, τα φρεσκοκουρεμένα και φρεσκοπλυμένα ζωντανά, μπορούν άνετα να αποτελέσουν μέρος του πιο υψηλού «κάλλους», ενώ στην αρχαία Ελλάδα η ανθρώπινη παρουσία αρχίζει ανεπαίσθητα να χαλάει την φυσική ομορφιά –ο ιδανικός άνθρωπος είναι ο ζων στην μυθική «Αρκαδία». Και το κρασί, που στον Όμηρο επαινείται κυρίως όταν πρόκειται να το πιει κανείς, εδώ χρησιμοποιείται για να περιγραφεί η Νύμφη, επειδή και πάλι ο οίνος θεωρείται «παρασκεύασμα», έργο θαυμαστό του ανθρώπινου μόχθου, που υπονοεί «κατεργασία»: «τι όμορφα που ’ναι τα βήματά σου…  ο κόλπος σου κρατήρας τορνευτός, και το κρασί το ευωδιαστό δεν του απολείπει» (ζ, 3).  «Το στόμα σου θα γίνει σαν το εξαίσιο το κρασί…» (ζ, 10), προσθέτει ο Αγαπημένος. Η φυσική ομορφιά φαίνεται λοιπόν εδώ ότι μοιάζει κάπως σαν «τεμαχισμένη», σε σχέση με αυτή της αρχαίας Ελλάδα -μόλο που η σοφία του Θεού, διεισδύοντας παντού, δεν αφήνει τίποτε απροστάτευτο και η πρόνοιά Του καλύπτει τα πάντα . Η φύση παρομοιάζεται μάλλον με μια κοσμηματοθήκη, όπου διάφορα «κοσμήματα» κρύβονται το ένα από το άλλο, και ανοίγονται μόνο με μια υψηλή λεπταισθησία, που κατεργάζεται, το πιο πιθανόν, η ευλαβητική εκείνη στάση του αρχαίου Ισραηλίτη για τον κόσμο. «Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου, …άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει»: ο αδύναμος και ταπεινός άνθρωπος αφήνει (δίχως καμία προσπάθεια να ερμηνεύσει το παν του κόσμου) τις κρυμμένες ευφροσύνες του κόσμου να εισβάλλουν από παντού μέσα του.

Μέσα σε αυτό το ερωτικό σκηνικό, όλη η φύση είναι ένα πανέμορφο θέαμα. Εδώ πλησιάζουμε πιο πολύ την σύλληψη της κτίσης ως «ενιαίου όλου»: «Σήκω αγαπημένη μου, πανέμορφή μου, έλα… Τα άνθη προβάλλουνε στη γη, του τραγουδιού έφτασε η ώρα, και της τρυγόνας μες τους κάμπους μας ακούγεται η φωνή. Τον πρώτο της καρπό δένει η συκιά κι ευωδιές χύνουν τα ανθισμένα αμπέλια» (β, 12-3). Στους στίχους αυτού, παρά την σαφή σύλληψη της ομορφιάς ως «όλου», το βάρος δίνεται και πάλι στη φύση ως διεργασία, στην καρποφορία του έρωτα. Γενικότερα, η παρουσία της φύσης είναι πληθωρική στο «Άσμα»: «καθώς το κρίνο ανάμεσα στ’ αγκάθια, έτσι η αγαπημένη μου…» (β 2), «Καθώς η μηλιά μες του δρυμού τα δέντρα, έτσι ο αγαπημένος μου…» (β, 3), «Μοιάζει η κορμοστασιά σου με το φοίνικα, τα στήθη σου τσαμπιά χουρμάδες» (ζ, 8) και πολλά άλλα.

***********

Αν επρόκειτο για κάποιο ελληνικό ειδύλλιο, γρήγορα θα φθάναμε και στο ωραίο τέλος, στους ευτυχισμένους γάμους- στην μυθολογία, πάντως, συχνά περιγράφονται οι λεγόμενοι «υπερβατικοί» τόποι, που, μέσα σε διαφόρων ειδών ιστορίες, ερωτικές ή όχι, εξυψώνουν πνευματικά τον ήρωα (η χώρα των Εσπερίδων, των Υπερβορείων κλπ). Εδώ βέβαια είναι τελείως σαφές, και μάλιστα σε ένα κλίμα μεγάλης ρεαλιστικής, γήινης θα λέγαμε, αγάπης δύο νέων, το ότι ο Νυμφίος μένει διαρκώς μακριά από την Αγαπημένη. Ακόμη και όταν πάει να πιστέψει κανείς ότι οι δυο τους επιτέλους έσμιξαν, και πάλι ο γάμος τους αναβάλλεται. Πρώτα απ’ όλα, λίγα πράγματα εξακολουθεί να ξέρει η Νύμφη για τον Αγαπημένο της: «για πες μου εσύ που τόσο σ’ αγαπώ: πού βόσκεις το κοπάδι σου, το μεσημέρι πού το ξαποσταίνεις;» (α, 7) . Ο Νυμφίος είναι από μια άποψη με θαυμαστό τρόπο ένας «άγνωστος». Τελικά,  μόνο η αγάπη αυτού του Άγνωστου αλλά και ταυτόχρονα Οικείου συντηρεί τη Νύμφη: «Στου συμποσίου μ’ έφερε τα δώματα κι η αγάπη του φλάμπουρο πάνωθέ μου. Με τόνωσε με σταφιδόψωμα και με ζωντάνεψε με μήλα, γιατί πεθαίνω απ’ της αγάπης την πληγή» (β, 5). Αυτή η καρποφόρα αγάπη είναι που μένει για να συντηρεί στην ύπαρξη την Νύμφη, η οποία συνδυάζει πάντερπνα την αγάπη αυτή με μια μοναδική αίσθηση κατάπαυσης: «Σας εξορκίζω κόρες της Ιερουσαλήμ, … μην την ταράξετε, μην αναστατώσετε την αγάπη μας, ώσπου μονάχη της να το θελήσει» (β, 7).

Ο Αγαπημένος μοιάζει να μην έρχεται ποτέ, έστω κι αν σε κάποια σημεία φαίνεται πράγματι ότι ήρθε. Και όμως, κατά παράδοξο τρόπο πάντοτε επιστρέφει. Κυριαρχούν λοιπόν ως γενικό «κλίμα» του όλου ποιήματος στίχοι που δίνουν τον βασικό ρυθμό όπως: «Τις νύχτες στο κρεβάτι μου, γύρευα κείνον που αγαπώ. Τον γύρευα μα δεν τον βρήκα» (γ, 1) και «Λαχτάρησα ν’ ακούσω τη λαλιά του. Τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα. Του φώναξα κι αυτός δε μ’ αποκρίθηκε» (ε, 6). Οπότε και αρχίζει η αγωνιώδης αναζήτηση: «Θα σηκωθώ και θα γυρίσω όλη τη πόλη, μέσα στους δρόμους, μέσα στις πλατείες, και θα γυρέψω κείνον που αγαπώ» (γ, 2). Είπαμε  ήδη ότι ο Νυμφίος με αυτές τις «επιστροφές» θέλγει τη νύμφη, ώστε αυτή να πάει παραπέρα στην αναζήτησή της, να ξανοιχτεί στο «μεταφυσικό», μάλλον στο υπερβατικό –που στη θεολογία έχει το όνομα επίσης «εσχατολογικό». Ο μεσσιανισμός δεν λείπει από το Άσμα, μόλο που είναι κρυφός. Δεν πρόκειται πάντως για μια παθητική αναζήτηση, καθώς, επαναλαμβάνουμε, από το «κυνηγητό» αυτό γίνεται βαθμιαία και η Νύμφη ωραιότερη. Όπως παρατηρεί άλλωστε κάποιος αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας, και μόνο που πρόφερε η Νύμφη το όνομα του αγαπημένου της, γέμισε το στόμα της ευωδιά, «πληρώθηκε» από μύρο, έγινε μια πεντοβολιά (Θεοδώρητος Κύρου).

Η πιο εντυπωσιακή πάντως από αυτές τις περίεργες αφίξεις – επιστροφές του Νυμφίου είναι μάλλον εκείνη που περιγράφεται περίπου στο μέσον του ποιήματος, ιδωμένη όμως όχι από τα μάτια της Νύμφης, αλλά των στρατιωτών του. Είναι υπέροχος αληθινά αυτός ο ερχομός, που δεν είναι όμως εν τέλει παρά και πάλι ό,τι λέγει κι η λέξη: πορεία διαρκής, χωρίς άφιξη, μια υπέροχη οπτασία, τόσο γοητευτική, που καθηλώνει. Και βέβαια, αυτό το αποτέλεσμα ακριβώς προσδοκάται, να δημιουργηθεί πόθος στη Νύμφη για παραπέρα θέα της μυστικής ομορφιάς. Διαβάζουμε: «Τι να ’ναι τούτο που ανεβαίνει από την έρημο; Μοιάζει κολόνα από καπνό μες σε θυμίαμα απο σμύρνα και λιβάνι κι όλες τις σκόνες του Σολομώντα… Ο βασιλιάς ο Σολομών έφτιαξε το θρόνο του το φορητό με ξύλα του Λιβάνου. Τους στύλους του τους έφτιαξε ασημένιους, τη ράχη του από μάλαμα, το κάθισμα από πορφύρα, και το απομέσα στολισμένο, ομορφοκέντητο μ’ αγάπη από τις κόρες της Ιερουσαλήμ…» (γ, 6-11).

Η όλη περιγραφή δίνεται εδώ με τέτοιο τρόπο που ξεχνάμε ότι πρόκειται για κάποιον Αγαπημένο, για κάποιο Νυμφίο, καθώς άλλωστε τα λόγια αυτά τα λένε άνδρες. Γεμάτη μεγαλείο και ευφρόσυνη διάθεση, η αφήγηση έχει μάλλον στρατιωτικό χαρακτήρα, είναι μια εξύμνηση πολεμική: υμνείται η ισχύς του ανδρός: «Εξήντα ρωμαλέοι άντρες τριγύρω του… κρατούν όλοι τους ξίφος, μαθημένοι είναι να μάχονται, είναι καθένας τους ζωσμένος το σπαθί, μην τύχει αιφνίδιο νυχτερινό επεισόδιο» (γ, 7-8), ενώ, όπως είδαμε, γίνεται αναφορά στον Σολομώντα -τον υποτιθέμενο γαμπρό- που «έφτιαξε το θρόνο του» (γ, 9). «Βγείτε, κορίτσια της Σιών, και δείτε το βασιλιά Σολομώντα με το στεφάνι του …τον έστεψε η μητέρα του στου γάμου του τη μέρα…» (γ, 11). Θα ήταν λάθος να διαβάσουμε την περιγραφή αυτή σαν «συμβατική επίδειξη δύναμης». Μέσα σ’ αυτή την πορεία του Νυμφίου ακούγεται ο μυστικός αγώνας του μικρού αυτού λαού να οδοιπορήσει κι αυτός επιτέλους ελεύθερα κάπου, τα πολύτιμα μέταλλα και τα πετράδια είναι ο δικός του τρόπος να διαβάζει την λάμψη της κτίσης, να αριθμεί όχι με βάση κάποια ψυχρή αριθμητική, αλλά εκκινώντας από την χειροπιαστή ύλη. Ακούγεται τέλος η φωνής της συλλογικότητας, καθώς οι Ισραηλίτες δεν απώλεσαν την έννοια της φυλής -όπως βέβαια συνέβη υπό μια έννοια στη δημοκρατική Αθήνα. Ο Ισραήλ φωνάζει όλος μαζί πάντα σαν μια φαμελιά… Όπως και να είναι, όμως, είναι σκόπιμο που μεταφερόμαστε εδώ στο «στρατιωτικό» επίπεδο, καθώς η βασιλική ιδιότητα του Νυμφίου δίνει στο γάμο πολύ περισσότερη αίγλη από αυτή που θα του χάριζε ένα απλό «ειδύλλιο».

*************

Καθώς προχωρεί το «Άσμα Ασμάτων», φαίνεται να αποκτά ολοένα και περισσότερο δραματικό τόνο. Η Νύμφη αλλοιώνεται όλο και πιο πολύ από την αγάπη της για τον Νυμφίο. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να γίνει από την «κοινωνία» του ονόματος του Αγαπημένου της, ένας αληθινός «κήπος της αγάπης»: «κλεισμένο περιβόλι… κι εφτασφράγιστη πηγή… Βρύση των περιβολιών, πηγή τρεχούμενων νερών…» (δ, 12,15). Εδώ υπονοούνται ασφαλώς τα πολλά ψυχικά χαρίσματα της, οι αρετές της. Παρόλα αυτά, και ενώ επισυμβαίνει επιτέλους η συνάντηση κι ο ένας φτάνει στο σημείο να κοιτάζει τον άλλον, αυτό που και πάλι κατά βάθος γίνεται δεν είναι παρά μια πρόσκληση για παραπέρα πορεία. «Καλή μου, έλα μαζί μου…», λέγει ο Νυμφίος (δ, 8). Εν τω μεταξύ, μέχρι να ταξιδέψουν στον υπερβατικό τόπο, το μέρος δηλαδή όπου «μένει» ο Νυμφίος, δεν προσφέρεται άλλη δυνατότητα παρά ξανά το τραγούδημα του έρωτα: «ο έρωτάς σου μάγεμα καλή μου και αδελφή μου». (δ, 10).

Το στοιχείο της αναβολής ως δομικού στοιχείου του Άσματος γίνεται τελείως σαφές στα τελευταία κεφαλαία, οπότε και κορυφώνεται η δραματικότητα (και περιγράφονται μάλιστα και κάποιες δυσκολίες που προσπερνά η Νύμφη). Περαιτέρω, μοιάζει σε κάποιο σημείο να έχει συμβεί κάτι εντελώς παράξενο, να μην έχει δηλαδή ανοίξει η Νύμφη την πόρτα του οίκου της στο Νυμφίο -δεν ήταν άραγε έτοιμη; Μπορεί όμως να  συνέβη και αυτό που παρατηρεί εξαίσια ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αυτός ο μεγάλος ποιητής του θείου έρωτα και σχολιαστής του έργου: κάθε φορά που αντικρίζουμε τον Νυμφίο, είναι για μας στην ουσία πάντα η πρώτη φορά. Όταν ο Κύριος ξανάρχεται, η θέα του προσώπου Του είναι πρωτόγνωρη, καθώς ο «Κάλλει Ωραίος» γέμει από άφθαστη δόξα. Ο Νυμφίος, λέγει ο ιερός Πατήρ, είναι «αεί προφαινόμενος» (=πάντοτε δηλαδή προβάλλει τον εαυτό Του προς τα έξω ως κάτι καινό), πάντα επίσης η όψη Του έχει κάτι το «μεγαλοπρεπέστερον» σε σχέση με οτιδήποτε μπορεί να προσδοκάμε. Ιδου οι περίεργοι αυτοί στίχοι του «Άσματος»: «καλή μου… άνοιξε μου κι αδελφή μου… ,γιατί η δροσιά σκέπασε το κεφάλι μου κι οι βραδινές σταλαγματιές νοτίσαν τα μαλλιά μου» (ε, 2)[iv]. Κι όταν τελικά αυτή αποφασίζει να ανοίξει, ακούγονται τα εξής λόγια: «σηκώθηκα να ανοίξω στον καλό μου και σμύρνα στάλαζε απ’ τα χέρια μου, … άνοιξα στο καλό μου, μα ο καλός μου είχε φύγει. Λαχτάρησα ν’ ακούσω τη λαλιά του. Τον αναζήτησα μα δεν τον βρήκα. Του φώναξα κι αυτός δεν μ’ αποκρίθηκε» (ε, 6). Η δραματικότητα αυτή γίνεται τόσο έντονη που καθίσταται παντελώς έκδηλο το γεγονός ότι πρόκειται ολοφάνερα για ένα πνευματικό άσμα, για μια μετουσίωση του συνηθισμένου ανθρώπινου έρωτα και γάμου σε εικόνα του μυστικού αρραβώνα του Θεού με τον λαό Του – ο γάμος θα γίνει με την έλευση του Μεσσία, του «κάλλει ωραίου» (ένας ολόκληρος Ψαλμός, ο 44ος , υμνεί την ωραιότητα του Μεσσία, είναι χριστολογικός). Ό,τι κινδύνευε να αποβεί ένα ποιμενικό, ειδυλλιακό άσμα -έτσι το ερμηνεύουν μερικοί μελετητές ακόμη και σήμερα-, στην πραγματικότητα μεταμορφώνεται σε «εσχατολογικό» τραγούδι, οπότε και ο ποιμενικός χαρακτήρας αποκτά μια άλλη διάσταση. «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει», λέγει άλλωστε και ο 22ος Ψαλμός.

Την  πνευματικότητα αυτή  φαίνεται να υπογραμμίζουν και τα εξής λόγια της νύμφης, που σε εμάς σήμερα ηχούν παράξενα: «Γιατί να μην είσαι αδελφός μου, να ’χεις της μάνας μου θηλάσει τους μαστούς! Τότε θα σ’ έβρισκα έξω και θα σε φιλούσα και κανενός δε θα ’χα την καταφρόνεση. Θα σε οδηγούσα και θα σ’ έφερνα στης μάνας μου το σπίτι, κι εκεί θα με δασκάλευες. Κρασί μοσχάτο θα σε πότιζα κι απ’ των ροδιών μου το χυμό να πιεις» (η, 1-2). Το θέμα της «σοφίας» είναι λοιπόν κι αυτό παρόν στο βιβλίο αυτό, που βλέπει τον έρωτα συγκρίνοντάς τον με τον θάνατο στο περίφημο στίχο: «γιατί είναι δυνατή σαν θάνατος η αγάπη, σκληρό καθώς ο άδης το πάθος το αγαπητικό» (η, 6). Τι να σημαίνει άραγε ο στίχος αυτός; «Αγαπώ σφοδρά να με αγαπούν και ζητώ σφοδρά να με ζητούν», είναι η γνώμη ενός αρχαίου εκκλησιαστικού συγγραφέα (Νείλος), ενώ κάποιος άλλος (Ωριγένης) γράφει ότι «επειδή ο Θεός μας είναι πυρ καταναλίσκον, πυρ καταναλίσκον είναι και η θεία αγάπη, γι’ αυτό και έχει την σφοδρότητα (‘‘ορμή’’) μιας φλόγας φωτιάς». Η «φλόγα του Γιαχβέ», για την οποία κάνει μάλιστα ρητώς λόγο το πρωτότυπο, είναι φυσικά κατά πολύ ισχυρότερη από τον θάνατο…

Και βέβαια, η υπόσχεση της αθανασίας- μέσω της «ελπίδας» που δεν ήταν στον Ισραήλ απλό συναίσθημα,  αλλά κάτι σαν ισοσκέλιση της υποβαθμισμένης αναφοράς σε προσωπική επιβίωση μετά τον θάνατο- υπάρχει ως κρυμμένος σπόρος στο θεόπνευστο αυτό βιβλίο. Η ένωση θα φθάσει, έξω από τον «χρόνο», όταν η Αιωνιότητα θα εισέλθει στην Ιστορία- εφόσον αποκλείεται από την μια μεριά  η τέλεση του γάμου στο παρόν, ωστόσο από την άλλη η όλη ποιητική ανάπτυξη ζητά δικαίωση, ολοκλήρωση της γαμήλιας ένωσης. Και πώς τελειώνει τούτο το υπέροχο βιβλίο; «Φύγε, αδελφιδέ μου και ομοιώθητι τη δορκάδι ή τω νεβρώ των ελάφων επί όρη των αρωμάτων» (η, 14). Στίχος που μεταφράζεται ως εξής: «Φύγε, αδελφέ μου, τρέξε στα μοσχομυρισμένα βουνά, γίνε σαν ζαρκάδι ή σαν ελαφάκι». Η Νύμφη καλεί άραγε τον Νυμφίο να μην χάσει ακόμη την διάσταση εκείνη του έρωτα, που ονομάζεται «υπεροχική»; Να μην χαθεί η αναγωγική, μυσταγωγική φύση του έρωτά Του; Όπως και να ’ναι, ιδού ένα γαμήλιο τραγούδι που τελειώνει με τη λέξη «φύγε». Αξίζει, τελειώνοντας, να δούμε τι γράφει γι’ αυτό τον στίχο κάποιος πατέρας της Εκκλησίας, ο Νείλος, που συνδέει τον Χριστό με το ελάφι ως εξής: «Η Νύμφη αποκρίνεται ‘‘φύγε, γιατί έγινες, Χριστέ μου, σαν το ζώο που βόσκει στα όρη της Βαιθήλ =(το ελάφι), όταν ενανθρώπησες. Και τώρα, που ήρθε καιρός η μεγαλοπρέπειά Σου να υψωθεί πάνω και από τους ουρανούς και να καθίσεις στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, φύγε στα όρη των αρωμάτων’’». Ποια είναι όμως αυτά τα όρη; Και απαντά ο ιερός Νείλος, «είναι οι άγιοι που τώρα μένουν πια στη άνω Ιερουσαλήμ». Οι Πατέρες της Εκκλησίας ονόμασαν μεταξύ άλλων τον Κύριό μας και «ελάφι», ενώ τους αγίους «αρώματα»…

************

Οι μυστικοί γάμοι του Νυμφίου και της Αγαπημένης Του θα συντελεστούν στα Έσχατα, θέμα που αναπτύσσει ένα άλλο ποιητικό βιβλίο της Αγίας Γραφής. Ένα βιβλίο που είναι η Προφητεία του Κάλλους του Αρνίου και του Θρόνου Αυτού: η «Αποκάλυψη» του Ιωάννη.

 

[i] Η μετάφραση είναι των Καθηγητών Βέλλα-Οικονόμου-Ολυμπίου-Παπαδοπούλου-Σιμωτά-Τσάκωνα και Κωνσταντίνου, Έκδοση Βιβλικής Εταιρείας, Αθήνα 2003 (από το πρωτότυπο κείμενο, που δεν αντικαθιστά βέβαια σε ό,τι αφορά την Παλαιά Διαθήκη, την μετάφραση των Εβδομήκοντα).

[ii] Την ποιητική επεξεργασία του κειμένου έχει κάνει η ποιήτρια Καίτη Χιωτέλη, που πέτυχε, όσον αφορά το «Άσμα Ασμάτων», μια εξαίσια απόδοση.

[iii] Περιττό να πω ότι έχω ωφεληθεί και από την πατερική ερμηνεία, που έχει σχολαστικά συλλεγεί από τον αείμνητο Καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα στο βιβλίο του, «Υπόμνημα εις το Άσμα Ασμάτων», Εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήνα 1971.

[iv] Άλλοι ερμηνευτές, παλαιοί και νεότεροι, διακρίνουν πάντως εδώ μια χαλαρότητα της νύμφη, τα δεινά της οκνηρίας, που πρέπει να υπερνικήσει η Αγαπημένη του Σολομώντα.

1 σχόλιο

  1. Ολοκληρώνεται άραγε η υπέρθεση του εγώ στο εμείς μέσα στην ολοκλήρωση του ερωτικού εναγκαλισμού εκεί που η ψυχή μπορεί να συνδέεται και να συντονίζεται με το άλλο μισό της; Μια σχέση που ξεπερνάει τις δεσμεύσεις του χώρου και του χρόνου και κατ επέκταση του θανάτου, στον βαθμό τουλάχιστον που ο θάνατος νοείται ως ύπνος;
    ἐγὼ καθεύδω, καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ.
    φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου, κρούει ἐπὶ τὴν θύραν
    Εμπεριστατωμένος και καλά τοποθετημένος ο λόγος του κου Ιωάννου μας αφήνει προβληματισμένους για την σεμνότητα αν όχι την συστολή που απαιτεί η προσέγγιση του βαθύτερου λόγου που παραπέμπει στον Νυμφίο της Αγίας Γραφής.
    Βλέπε ουν ψυχή μου μη τω ύπνω κατενεχθής ίνα μη τω θανάτω παραδοθής και της Βασιλείας έξω κλεισθής• αλλά ανάνηψον κράζουσα…
    Δύσκολη και δυσδιάκριτη επίσης η σχέση που συνδέει την Χριστιανική αγάπη με τον έρωτα του ανθρώπου προς τον Θεό και του Θεού προς τον άνθρωπο.
    Επ. Ιωάννου Κεφ. 4
    ᾿Αγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν. 8 ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν. 9 ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾿ αὐτοῦ. 10 ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. 11 ᾿Αγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν. 12 Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται· ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν.
    Οπως ίσως προσεγγίζεται κατ επέκτασιν της έλξης του Θεικού κάλους και στην μυστική θεολογία του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη
    Τριὰς ὑπερούσιε καὶ ὑπέρθεε καὶ ὑπεράγαθε, τῆς Χριστιανῶν ἔφορε θεοσοφίας, ἴθυνον ἡμᾶς ἐπὶ τὴν τῶν μυστικῶν λογίων ὑπεράγνωστον καὶ ὑπερφαῆ καὶ ἀκροτάτην κορυφήν• ἔνθα τὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπόλυτα καὶ ἄτρεπτα τῆς θεολογίας μυστήρια κατὰ τὸν ὑπέρφωτον ἐγκεκάλυπται τῆς κρυφιομύστου σιγῆς γνόφον, ἐν τῷ σκοτεινοτάτῳ τὸ ὑπερφανέστατον ὑπερλάμποντα καὶ ἐν τῷ πάμπαν ἀναφεῖ καὶ ἀοράτῳ τῶν ὑπερκάλων ἀγλαϊῶν ὑπερπληροῦντα τοὺς ἀνομμάτους νόας.
    Τα μυστήρια που καθιστούν τον παντελώς ανέγγικτον και αόρατον Θεόν, να μας δοθεί δια της χάριτος ως Θεός που είδαμε και ψηλαφήσαμε …Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·
    Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here