Άγχος; Γιατί;

0
2016

Το άγχος αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μάστιγες της εποχής μας. Πώς αντιμετωπίζεται; Στο σημείο αυτό έχει πολλά να μας πει ο π. Συμεών Κραγιόπουλος, ένας από τους μεγάλους συγχρόνους Γέροντες -σημειωτέον ότι ο ίδιος απέφευγε επιμελώς τον όρο αυτό και προτιμούσε τον πολύ ταπεινότερο όρο «πάτερ». Είναι και μια ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα την σκέψη του.

Θα ξεκινήσουμε εδώ απο τον τρόπο που ο φιλοκαλικός αυτός θεολόγος -γιατί περί αυτού πρόκειται- αντιμετωπίζει τη μεγάλη μάστιγα της εποχής μας, το άγχος. Η λύση που δίνει είναι πρωτότυπη και εντελώς ρεαλιστική. Δεν νομίζω ότι μπορεί να συναντήσει αλλού κανείς κάτι ανάλογο, μια τόσο ριζική θεραπεία αυτής της ψυχικής νόσου, αυτής της όντως βασανιστικής αρρώστιας. Πρέπει πάντως ευθύς εξαρχής να ξεκαθαρίσουμε ότι άλλο είναι ο φόβος που νιώθουμε για κάτι και άλλο το άγχος, γιατί στην πρώτη περίπτωση ξέρεις τι ακριβώς σε απειλεί (π.χ. μια συγκεκριμένη αρρώστια, ένα διερχόμενο εκτός πορείας όχημα, ο ευέξαπτος χαρακτήρας κάποιου), ενώ στη δεύτερη αυτό που σε αναστατώνει είναι ακριβώς το ότι δεν μπορείς να προσδιορίσεις την πηγή του κινδύνου. Άγχος είναι ένα γενικό, ταραγμένο αίσθημα ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί, χωρίς να ξέρεις τι. Μια ανασφάλεια που «βιώνεται ως εναγώνια αναμονή επικείμενου κακού», λέγει κάποιο λεξικό («Λεξικό Γραφείου Γ. Μπαμπινιώτη») .

Το άγχος λοιπόν,  κατά τη διδασκαλία του Γέροντα, οφείλεται πάντα στην μη αντιμετώπιση της ενοχής. Πρόκειται για μια αλήθεια που δεν θα τη βρούμε τόσο καθαρά και απερίφραστα διατυπωμένη σε κανέναν άλλο θεολόγο. Και δίνει το παράδειγμα μιας γυναίκας, που έχει έναν άνδρα μέθυσο και χαρτοπαίχτη, γκρινιάρη κλπ. Και έχει άγχος πολύ (σημειωτέον ότι και ένας άνδρας μπορεί να έχει ένα παρόμοιο πρόβλημα, με μια γυναίκα δύστροπη,  ζηλιάρα, αδιάφορη για τα παιδιά κλπ). Τι πρέπει να γίνει; Πολύ απλά, το πρώτο που έχει να κάνει κανείς είναι να εντοπίσει και το μερίδιο ευθύνης που της (του) αναλογεί. Τι εννοούμε μ’ αυτό; Λέγει ο πατήρ την εξής παράδοξη κουβέντα: «Ας είχε ανοιχτά τα μάτια της να μην πάρει αυτόν τον χαρτοπαίχτη». Και προσθέτει: «με συγχωρείτε που το λέω έτσι, αλλά πρέπει να το τονίσω και αυτό, διότι κάνουμε μερικά λάθη, επειδή πάμε με κλειστά μάτια ή ακόμη και από βιασύνη». Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η εν λόγω γυναίκα δεν θα έπρεπε καν να είχε συνάψει αυτό το γάμο. Και το λέγει αυτό κάποιος θεολόγος με βαθιά συναίσθηση της ιερότητας του μυστηρίου του γάμου και του αδιαλύτου αυτού, εκτός κάποιων περιπτώσεων («παρεκτός λόγου πορνείας» λέγει η Εκκλησία). Αλλά δεν φταίει ο Θεός αν κάποιος πάει και παντρεύεται κάποιο πρόσωπο που γίνει αιτία μεγάλου βασάνου γι’ αυτόν στην  υπόλοιπη ζωή του.

Η εν λόγω γυναίκα λοιπόν πρέπει να γυρίσει πίσω, στο παρελθόν,  να δει ότι πιθανόν όταν ήταν ακόμη στα νιάτα της και ήθελε να παντρευτεί, το μόνο που γέρευε ήταν (αυτό είναι αλήθεια ότι συμβαίνει προπαντός στις γυναίκες) «να αποκατασταθεί». Δυστυχώς, οι άνθρωποι πέφτουμε συχνά θύματα και κάθε είδους κοινωνικής νόρμας, που καμιά φορά τα νομίζουμε μεγάλα και ευλογημένα πράγματα. Άλλο όμως το ιερό μυστήριο του γάμου, και άλλο να γυρεύεις μόνο την «αποκατάσταση». Έτσι, δεν κοίταξε τίποτε άλλο. «Έκλεισε τα μάτια», λέγει ο π. Συμεών,  ενώ το πιο πιθανό είναι ότι ο μέλλων σύζυγος θα της έδωσε σημάδια για το ότι είναι αχρείος ή γενικότερα ηθικά διαβρωμένος. Πήγε όμως και τον παντρεύτηκε, γιατί προείχε γι’ αυτήν, όπως είπαμε, «να αποκατασταθεί» (στο σημείο αυτό φαίνεται πόσο ο π. Συμεών τιμά τη γυναίκα και την παροτρύνει να μη βλέπει το γάμο μόνο σαν μια κοινωνική αποκατάσταση, αλλα σαν ένα ευλογημένο δρόμο για την αγιότητα. Το παν είναι, όπως και για τον άνδρα, να γίνει κανείς αληθινά άνθρωπος του Θεού ). Φταίνε όμως και οι άλλοι, που λένε συχνά στα παιδιά τους, «κλείσε τα μάτια, παιδί μου, και παντρέψου». Εν πάση περιπτώσει, όταν καταλάβει κανείς ότι ευθύνεται και ο ίδιος για την επιλογή του γάμου του, τότε η αίσθηση της αόριστης απειλής αρχίζει γρήγορα να ξεθωριάζει. Μπορεί να με δυσκολεύει πολύ ένα λάθος που έκανα παλιά, αλλά πάντως ξέρω περί τινός ακριβώς πρόκειται.

Με το καταλαβαίνει κανείς ότι έφταιξε, καταλαβαίνει επίσης ότι «πρέπει να πληρώσει». Το μεγαλείο του πατρός είναι ότι δεν λέγει αυτή την κουβέντα με δικανική έννοια, ότι δηλαδή «έκανες σφάλμα, να τώρα κάπου ο Θεός σε περιμένει στη γωνία για να σε τιμωρήσει». Ο λόγος του έχει την σημασία, που θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το παρακάτω παράδειγμα: ας πάρουμε κάποιον κοιλιόδουλο άνθρωπο που κάθε μέρα τρώει και από μια πελώρια τούρτα (και ξέρει ότι έχει αρχίσει ήδη να έχει ζάχαρο). Μετά από κάποιο καιρό θα καταστραφεί η υγεία του. Καλό είναι όμως, ας μη κρυβόμαστε, όταν το πάθει, να σκεφτεί ως εξής: «χάλασε η υγεία μου, γιατί επί χρόνια δεν τρεφόμουν σωστά. Τώρα θα κάνω ό,τι μου λένε οι γιατροί, θα πάρω και ό,τι φάρμακα πρέπει, αλλά δυστυχώς ας το πάρω απόφαση ότι θα πρέπει να έχω και μεγάλη υπομονή, γιατί με τις βλακείες που έκανα, έμπλεξα με τους γιατρούς». Δηλαδή, το όλο θέμα δεν έχει καθόλου την έννοια της εκδίκησης, αλλά απλώς πρέπει να αναλογιστεί κανείς ότι ζει μέσα σε αυτό που λέγεται «σφαίρα της ανθρώπινης ύπαρξης, της ανθρώπινης πράξης», και κατά συνέπειαν διαμορφώνει μόνος του ως ένα σημείο τη ζωή του.

Τώρα όμως, μπορεί να πει κανείς, το κακό έγινε, η γυναίκα πήγε και παντρεύτηκε αυτόν που παντρεύτηκε, τον μέθυσο, τον χαρτοπαίκτη. Πώς θα το αντιμετωπίσει; Ήδη, είπαμε, είναι πελώριο κέρδος ότι κατάλαβε περί τινός πρόκειται, ότι το ζήτημα δεν είναι θολό. Ωστόσο, για να καταλάβει κανείς ακόμη περισσότερο τη βαθύτητα του  προβλήματος πρέπει να αναζητήσει πέρα από το λάθος σε επίπεδο «συμπεριφοράς»,  το πνευματικό λάθος που επίσης διέπραξε. Γιατί ένα πρόσωπο νοιάζεται μόνο για αποκατάσταση διά του γάμου, και δεν το ενδιαφέρει τίποτε άλλο; Κάθε πρόβλημα τελικά παίρνει το πραγματικό νόημά του, αντιλαμβανόμαστε επακριβώς την ουσία του, μόνο όταν σταθούμε ενώπιον του Θεού και το «αναφέρουμε» σε αυτόν, ο οποίος είναι και η πηγή της ηθικής. Μόνο στον Θεό είναι που ο άνθρωπος «δίνει λόγο», όχι και πάλι με δικανική έννοια. «Λογοδοτεί» με τη σημασία του ότι δύναται ενώπιον του Δημιουργού να προσδιορίσει το νόημα της όλης ζωής του, να «αυτοπροσδιοριστεί», όπως λέμε.  Να λοιπόν τι πρέπει να σκεφτεί κανείς για μια τέτοια περίπτωση : «Θεέ μου, καταλαβαίνω το λάθος μου. Αυτο τον γάμο δεν έπρεπε να τον κάνω. Τώρα θυμάμαι καλά ότι ξεκίνησα από κάποια αδυναμία (σημειωτέον ότι θα πρέπει με τη βοήθεια πνευματικού πατρός να ψάξει να εντοπίσει αυτή την αδυναμία) και δεν σε λογάριασα εσένα. Το μόνο που ήθελα ήταν να παντρευτώ, όχι να ζήσω όπως θέλεις εσύ. Και να τώρα το αποτέλεσμα. Αλλά ομολογώ το λάθος μου ∙ μου χρειαζόταν επομένως όλο αυτό το μάθημα που περνώ τώρα». Δηλαδή, δεν μπορεί κάποιος να έχει ως κύρια μέριμνα στη ζωή του το να «αποκατασταθεί», δίχως να φροντίζει προπάντων να γίνει άνθρωπος του Θεού. Έτσι δείχνει ότι ζητά απλώς μια ατομική τακτοποίηση και μάλιστα όπως όπως. Στερείται εκείνης της αξιοπρέπειας που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα χριστιανό. Καλός και ο γάμος, αλλά πιο σημαντικό για έναν πιστό είναι να δει το θέλημα του Θεού και, αν χρειαστεί, να περιμένει. Αλλιώς, θα κάνει αναπόφευκτα σφάλματα, μεγάλα ή μικρά.

Γυρίζουμε ξανά στο πρακτικό ζήτημα. Τι γίνεται τώρα; Πρώτα από όλα, μας λέγει ο πατήρ, σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται να κάνει κανείς αλλαγή περιβάλλοντος (δεν εννοούμε, είπαμε, διαζύγιο). Γράφει για μια άλλη περίπτωση, για έναν άνθρωπο που παραπονιέται διαρκώς, «τι να κάνω εγώ που είμαι μέσα σε μια τέτοια οικογένεια, μέσα σε ένα τέτοιο σόι» ή «τι να κάνω εγώ που είμαι μέσα στα καυσαέρια της Αθήνας;». Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να κοιτάξει πρώτα πρώτα αν μπορεί να φύγει μακριά.  Συχνά μένουμε στο άρρωστο περιβάλλον όχι γιατί θέλουμε πράγματι να κάνουμε μεγάλη υπομονή και να αγιάσουμε, αλλά μόνο από δειλία. Δεν εννοούμε ότι πρέπει κανείς να εγκαταλείψει τη μάνα του ή τον πατέρα του, αλλά, με καθοδήγηση πνευματικού πατρός, χρειάζεται να μην επιτρέψει ορισμένα πράγματα, που γίνονται αιτία να βασανίζεται στη ζωή του (εδώ τίθεται βέβαια και το ζήτημα της εξάρτησης από ένα πρόσωπο, πχ από τη μάνα,  πρόβλημα που διεξέρχεται και αυτό ο πατήρ. Δεν φεύγει κανείς συχνά από το σπίτι γιατί εξαρτάται παθολογικά και αρρωστημένα από τη μητέρα). Με κάποιο τρόπο ακόμη και χαριτωμένο, ακόμη και με χιούμορ, μπορούν να τεθούν κάποια όρια. Αν χρειαστεί, επειδή συμβαίνει π.χ. οι γονείς να παρεμβαίνουν στο ζευγάρι και να το ταράζουν, τότε επιβάλλεται ίσως να απομακρυνθεί κανείς λίγο ή πολύ από τους συγγενείς του. «Αν μπορείς να πας αλλού και κάθεσαι εκεί, φταις εσύ», λέγει ο πατήρ. Ενεργούν μέσα μας ποικίλα πάθη, που συχνά ενδύονται τον μανδύα της αρετής: μένω στην πνιγηρή ατμόσφαιρα, «κάθομαι εκεί», όπως λέγει ο π. Συμεών, γιατί συνηθίζω και συμβιβάζομαι ακόμη και με τη μιζέρια. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια. Ταχτοποιώ τα πράγματα όπως όπως, «βολεύομαι» στο αχυροκάλυβο, γιατί φοβάμαι να πάω να μείνω στο παλάτι που με περιμένει.

Τι γίνεται όμως αν δεν μπορείς πράγματι να φύγεις; Αν πχ δεν έχεις ούτε τα οικονομικά μέσα ούτε τους τρόπους να πας στην εξοχή, μακριά από την μολυσμένη Αθήνα; Σε αυτή την περίπτωση, αν δεν έχεις καμιά βάση στην επαρχία, αν η δουλειά σου είναι στα καυσαέρια, αν δεν έχεις και την ανάλογη οικονομική δυνατότητα, χωρίς να δίνεται άφεση αμαρτιών σε αυτούς που κατέστρεψαν και καταστρέφουν τις πόλεις, πρέπει να δείξεις εμπιστοσύνη στο Θεό. Θα πεις,  «όπως στον τάδε έλαχε μια αρρώστια, και είναι και αγιάτρευτη, στον παράλλο συνέβη κάτι στο παιδί του, ένας πιο κει πτώχευσε ξαφνικά κλπ, έτσι έλαχε και σε μένα να είμαι δεμένος, θέλω δεν θέλω, με την Αθήνα. Εδώ με έστειλε ο Θεός». Και μπορείς πια, αν το δεις έτσι, να αλλάξεις διάθεση (σαν τον άγιο Παϊσιο, που έλεγε σε όσους παραπονιόντουσαν για το θόρυβο της Αθήνας, να συγκρίνουν την κατάσταση με την Βαγδάτη, που τότε βομβαρδιζόταν). Εν πάση περιπτώσει, μέσα στο σχέδιο του Θεού είναι να ζήσεις μια δυσκολία, μικρή ή μεγάλη. Τι να πουν και αυτοί που έζησαν την Μικρασιάτικη καταστροφή!

Αν πάλι δεν μπορείς να φύγεις μακριά από τον (την) σύζυγο, ακόμη και αν αυτό  επιβάλλεται, γιατί λ.χ. οι συχνοί καυγάδες μεταξύ σας βλάπτουν την ψυχική υγεία των παιδιών, τότε πρέπει να κάνεις μια υπομονή. Ωστόσο, ειδικά σε αυτό το τελευταίο, γενικώς πιστεύω ότι με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, και με τη σοφή συμβουλή πνευματικού πατρός, κάποια όρια μπορούν να μπουν, ιδίως όταν εμπλέκονται και τα παιδιά. Αυτό νομίζω είναι και το πνεύμα του πατρός. Να τι θα πρέπει να σκεφτεί κανείς, κατά τον πατέρα Συμεών: «έκανα αυτό τον βιαστικό γάμο, δεν σε υπολόγισα, Χριστέ μου, κοίταξα μόνο να παντρευτώ, ιδού το αποτέλεσμα… Καλά λοιπόν να πάθω. Εσύ όμως είσαι εύσπλαχνος Θεός. Εγώ  μεν ως άνθρωπος έκανα λάθος, έκανα αμαρτία, αλλά εσύ  πιστεύω θα με συγχωρέσεις και πιστεύω ότι σε ανάλογες καταστάσεις, Χριστέ μου, άνθρωποι αγίασαν, γιατί έδειξαν υπομονή». Στο σημείο αυτό φαίνεται ότι ο πατήρ θεωρεί το γάμο ιερή σύζευξη ανδρός και γυναικός, στην ουσία ακατάλυτη, που δεν λύεται πάρα υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Πρόκειται για μοιρολατρία; Για να καταλάβουμε ότι ο λόγος είναι περί ελευθερίας και όχι μοιρολατρίας, ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, κάποιας μητέρας, που δεν ανέθρεψε σωστά το παιδί της. Η μητέρα αυτή λοιπόν κοίταγε μόνο να ικανοποιεί όλα τα χατίρια του παιδιού της, δεν του μιλούσε ποτέ για αξίες και ιδανικά, γιγάντωσε τον εγωισμό του και την απληστία του. Τώρα το παιδί νευριάζει μαζί της και της φέρεται άσχημα. Σε τέτοιες περίπτωσης κακομαθημένων παιδιών, γενικώς οι μητέρες καταλαβαίνουν τις ευθύνες τους (και οι πατέρες έχουν πολλές, αν δεν φρόντισαν να είναι κοντά στα παιδιά τους), δεν χρειάζεται να της το πουν οι ψυχολόγοι.

Μια τέτοια μάνα, που ως μάνα ποτέ δεν εγκαταλείπει το παιδί της, θα σκεφτεί ως εξής: «φταίω εγώ που χάλασα το σπλάχνο μου. Τώρα θα καθίσω εδώ, θα κάνω υπομονή, θα προσπαθήσω όπως όπως, έστω και αργά, πολύ αργά, να του μάθω δυο πράγματα. Αυτό θα ξεσπά και θα φέρεται άσχημα. Δεν φταίει το καημένο, εγώ το έκανα έτσι. Ελπίζω, όμως, αν από δω και πέρα είμαι κοντά στον Θεό και δεν κακομαθαίνω τους άλλους, να με λυπηθεί ο Χριστός και αυτό το παιδί μου να διορθωθεί». Και για να πούμε την όλη αλήθεια, πώς μια μάνα να εγκαταλείψει το παιδί της, όταν π.χ. αυτο έχει μπλέξει στα ναρκωτικά; Όταν έχει αρρωστήσει; Αν καταλάβει ότι έφταιξε και η ίδια, γιατί δεν αντιμετώπισε το παιδί της σαν αληθινό άνθρωπο με πνευματικές ανάγκες, θα αλλάξει διάθεση. Αν εννοήσει ότι αντιμετώπιζε το σπλάχνο της μόνο ως καταναλωτή, τότε θα τελειώσει το άγχος της και θα αρχίζει βέβαια άλλος αγώνας, αλλά τώρα πια  ευλογημένος. Θα ξεκινήσει η τιτάνια προσπάθεια να το σώσει. Θέλει ιώβεια υπομονή, θα μαρτυρήσει η ίδια ίσως πιο πολύ και από το σπλάχνο της. Θα αγιάσει από την πολύ υπομονή, αλλά πάντως άγχος δεν θα έχει. Και ούτε πρέπει να μας πειράζει η δύσκολη κατάσταση στη ζωή, καθώς, όπως το βλέπουμε ολοκάθαρα, ακόμη και στα πιο φριχτά μαρτύρια, οι άγιοι ήταν τρισευτυχισμένοι.

Θα τελειώσω με ένα δικό μου παράδειγμα από τη ζωή, που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, πάντα αφορμώμενος από τη διδασκαλία του πατρός και θέλοντας να μιλήσω για το βαθύτερο νόημα της. Κάποια γνωστή μου έφερε λοιπόν στον κόσμο ένα παιδί με το σύνδρομο «Ντάουν», ωστόσο ήταν τέτοια η στάση της, η όλη αντιμετώπισή της, ώστε αυτό το παιδί έγινε τελικά χαρά και ευλογία για όλη την οικογένεια. Δεν είπε μόλις το έβαλε στην αγκαλιά της, «να, μου ήρθε ένα άρρωστο παιδί, ένα ανάπηρο, ένα κακομοιριασμένο, που καλύτερα ποτέ να μην μου ερχόταν». Το είδε ως αληθινό, τέλειο άνθρωπο, και κατάλαβε, παρόλο που τότε δεν υπήρχε καν αυτός ο όρος, ότι μπροστά της ήταν ένα άτομο με «ειδικές ικανότητες». Και το πίστευε αυτό. Όσο έζησε το παιδάκι (γιατί είχε και σοβαρά καρδιακά προβλήματα) ήταν ευτυχισμένη που έβλεπε το χαμόγελό του, που εισέδυε στον ψυχικό του κόσμο. Μια άλλη, όμως, που γέννησε ένα παιδί με λίγα κινητικά προβλήματα, ήταν γεμάτη μέσα στο άγχος. Το πιο πιθανό, δεν το αποδέχτηκε ποτέ ως παιδί της, παρόλο που από μια άλλη πλευρά το υπεραγαπούσε και έκανε τα πάντα για αυτό. Αλλά στην αρχή, η πρώτη σκέψη της, μόλις το είδε, ήταν «γιατί να έρθει σε μένα τέτοιο παιδί;».  Και αυτή η σκέψη της, «τέτοιο παιδί», ισοδυναμούσε μέσα της με ασύνειδη απόρριψη του γιου της. Γεμάτη πια ενοχές, μη μπορώντας να αντικρίσει το βλέμμα του παιδιού της, αργοπέθαινε στο άγχος. Αν τα είχε πάρει όμως τα πράγματα από την αρχή απλά και ταπεινά, κατά τη διδασκαλία του πατρός, αν τα είχε πάρει «με ταπείνωση» (ξεπερνάμε τα πάντα λέγει ο πατήρ με την ταπείνωση, και αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια), θα σκεφτόταν εξαρχής, «να μια ευκαιρία να δώσω πιο πολύ αγάπη». Δεν θα ένιωθε αργότερα τρομερό άγχος, όταν ο γιος της κούτσαινε κουρασμένος λίγο παραπάνω στο δρόμο. Έπρεπε να εξομολογηθεί όλα αυτά, και θα έφευγε η ενοχή.

Όλα αυτά αναφέρονται και αναλύονται μεταξύ άλλων στο μικρό βιβλιαράκι, τευχίδιο μάλλον του πατρός, «Άγχος- πώς δημιουργείται και πώς θεραπεύεται», που εκδίδει , όπως και όλα τα έργα του πατρός, το Ιερό Γυναικείο Ησυχαστήριο «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», που ίδρυσε ο μακαριστός πατήρ. Ο Θεός να τον αναπαύσει και εμείς να έχουμε την ευχή του ευλογημένου πατρός.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Κόρης λαχτάρες και λογισμοί”, 1983) είναι έργο του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here