Άνθρωπον ουκ έχω (Κατά Ιωάννην 5, 1-15)

0
229

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος

 

«Μετά ταύτα ην εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα. Έστι δε εν τοις Ιεροσολύμοις επί τη προβατική κολυμβήθρα, η επιλεγομένη Εβραϊστί  Βηθεσδά, πέντε στοάς έχουσα. Εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν. Άγγελος γαρ κατά  καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα, και ετάρασσε το ύδωρ· ο ουν πρώτος εμβάς μετά την  ταραχήν του ύδατος υγιής εγίνετο ώ δήποτε κατείχετο νοσήματι. Ην δε τις άνθρωπος εκεί τριάκοντα και οκτώ έτη έχων εν τη ασθενεία αυτού. Τούτον ιδών ο Ιησούς κατεκείμενον, και γνους ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ· θέλεις υγιής γενέσθαι; Απεκρίθη αυτώ ο ασθενών· Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν·  εν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει. Λέγει αυτώ ο Ιησούς∙ έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. Και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράβαττον αυτού και περιεπάτει. Ην δε Σάββατον εν εκείνη τη ημέρα. Έλεγον ουν οι Ιουδαίοι τω τεθεραπευμένω∙ Σάββατον εστίν∙ ουκ εξεστί σοι άραι τον κράβαττον. Απεκρίθη αυτοίς∙ ο ποιήσας με υγιή, εκείνος μοι είπεν∙ άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. Ηρώτησαν ουν αυτόν∙ τίς εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει; Ο δε ιαθείς ουκ ήδει τις εστιν∙ ο γαρ Ιησούς εξένευσεν όχλου όντος εν τω τόπω. Μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ και είπεν αυτώ∙ ίδε υγιής γέγονας∙ μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη τι χείρον σοί τι γένηται. Απήλθεν ο άνθρωπος και ανήγγειλε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτόν υγιή».

 

 Τριάντα οχτώ χρόνια παρέμενε ο παραλυτικός στις στοές της προβατικής κολυμβήθρας, όπου συγκεντρώνονταν τα πρόβατα που προορίζονταν για θυσία, περιμένοντας να βρεθεί κάποιος να τον ρίξει  στο νερό όταν ταραζόταν από τον άγγελο. Η συντριπτική για τον άνθρωπο εικόνα των πέντε στοών με το πλήθος των ασθενούντων, όλη αυτή η καταβαράθρωση των σωμάτων, μια πελώρια οιμωγή που υψώνεται στον ουρανό προσμένοντας την εξ ύψους βοήθεια, ο λόγος του παραλυτικού, που βρίσκεται εκεί σαν άχρηστο αντικείμενο πεταμένο σε μια άκρη, σαν άταφος νεκρός, εξακοντίζεται πέρα από τα όρια της απελπισίας: «΄Ανθρωπον ουκ έχω». 

Ο Ιησούς γνωρίζοντας ότι βρισκόταν εκεί κατακείμενος επί πολλά έτη, τον ρωτά: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;». Ο παράλυτος απαντά: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν». Και μόλις ακούγεται ο λόγος, «έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει», ο άρρωστος γίνεται αμέσως καλά. 

Με την εικόνα της εγκατάλειψης του ανθρώπου σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να ανατρέψει, και της ανημποριάς μπροστά στο κακό που τον ξεπερνά, τίθεται το ζήτημα της αμαρτίας. Κατά την ιουδαϊκή παράδοση ο εκ γενετής πάσχων ή ο χρόνια ασθενής χρωστούσε την ασθένειά του στις δικές του αμαρτίες ή στις αμαρτίες των γονέων του. Κατά κάποιο τρόπο η χάρη του Θεού έφευγε από πάνω του, με αποτέλεσμα να πέσει στην αρρώστια. Τα δεινά του είχαν άμεση σχέση με τις αμαρτίες του. Ο Ιησούς έρχεται εδώ ακόμη μια φορά για να ανατρέψει τα δεδομένα. Ο καταδικασμένος αμαρτωλός, που παραπεταμένος περιμένει επί χρόνια κάποιον να τον ρίξει στην κολυμβήθρα για να θεραπευτεί, γίνεται ο αποδέκτης του θαύματος. Από παράλυτος καθίσταται υγιής.

Ενώπιον του Ιησού η αμαρτία του πάσχοντος ανθρώπου παύει να υφίσταται. Γι’ αυτό και ο λόγος του είναι απλός: «΄Εγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει». ΄Ενας λόγος που μόλις εκστομίζεται, πραγματοποιείται. Συναντώντας τον παραλυτικό αργότερα στο Ναό ο Ιησούς τον προτρέπει να μην υποπέσει πάλι σε αμαρτία: «΄Ιδε υγιής γέγονας∙ μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη τι χείρον σοί τι γένηται». Με τον λόγο του αυτόν ο Ιησούς συνδέει την αμαρτία με το κακό, χωρίς καθόλου να υπαινίσσεται ότι τα δεινά της προέρχονται από κάποιο θείο επιτίμιο. Είναι η αμαρτία που περιέχει την τιμωρία της. Ο φθόνος και η απληστία περιέχουν την τιμωρία  τους, η πονηρία περιέχει την τιμωρία της, όπως το μίσος και η κακότητα τον κολασμό τους. Τούτο απηχούν και τα λόγια του Ιησού προς τον Πέτρο: «Πάντες οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρα απολούνται» (Ματθ. 26, 52).

 

Αντίθετα από τον παράλυτο της Βηθεσδά, που δεν είχε άνθρωπο να τον ρίξει στην κολυμβήθρα όταν ταραζόταν το ύδωρ, οι φίλοι του παραλυτικού της Καπερναούμ, μη μπορώντας να πλησιάσουν τον Ιησού λόγω του πλήθους, ανοίγουν μια τρύπα στη στέγη για να κατεβάσουν τον άρρωστο με το κλινίδιό του μπροστά στον Διδάσκαλο για να τον θεραπεύσει (Λουκ. 5, 18-26).  Βλέποντας την πίστη τους ο Ιησούς λέγει στον κατακείμενο: «΄Ανθρωπε, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Και  αρχίζουν να διαλογίζονται οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, «τις εστιν ούτος ός λαλεί βλασφημίας; Τις δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη μόνος ο Θεός»; 

Ο Ιησούς καταλαβαίνοντας τους διαλογισμούς των, τους λέγει: «Τι διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών; Τι εστιν ευκοπώτερον, ειπείν, αφέωνται σοι αι αμαρτίαι σου, ή ειπείν, έγειρε και περιπάτει; Ίνα δε είδήτε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας – είπε τω παραλελυμένω∙  σοι λέγω, έγειρε και άρας το κλινίδιόν σου πορεύου εις τον οίκον σου. Και παραχρήμα αναστάς ενώπιον αυτών, άρας εφ’ ό κατέκειτο απήλθεν εις τον οίκον αυτού δοξάζων τον Θεόν» (Λουκ. 5, 21-26).  

Η ενδόμυχη πίστη του παραλυτικού και των ανθρώπων που τον φέρνουν μπροστά στον Ιησού ανοίγοντας τη στέγη, καταδεικνύει πως πιστεύουν ότι δια του Ιησού Χριστού ο άρρωστός τους μπορεί να βγει απ’ την κατάσταση της πλήρους αδυναμίας. «Θάρσει τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», του λέγει ο Ιησούς, και του προσφέρει το χέρι που θα τον σηκώσει όρθιο. 

Στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ οι Ιουδαίοι ψέγουν τον θεραπευμένο παράλυτο γιατί σηκώνει το κρεβάτι του ημέρα Σάββατο. Στην Καπερναούμ σκέφτονται ότι ο Ιησούς βλασφημεί. Και στις δύο περιπτώσεις παραβλέπουν το γεγονός ότι δύο άνθρωποι βαριά άρρωστοι βρίσκουν την υγειά τους. Στην πρώτη περίπτωση το παραβλέπουν προκειμένου να κρατηθεί ο τύπος, ενώ στη δεύτερη σκανδαλίζονται. Τι είναι πιο εύκολο να πει ο Ιησούς; Συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή σήκω και περπάτησε; 

Ο Χριστός δεν είναι ένας δημόσιος θεραπευτής που ζητά την αναγνώριση και τον θαυμασμό. ΄Ισως και να μην έκανε διόλου θαύματα αν δεν τον παρακινούσε η ευσπλαχνία. Στην περίπτωση του παραλυτικού της Βηθεσδά, όπως και της Καπερναούμ, αντιπαραβάλει τη δυνατότητα του θαύματος με την άφεση των αμαρτιών, δείχνοντας την εξουσία που έχει ο Υιός του ανθρώπου να συγχωρεί αμαρτίες. Η στάση και οι λόγοι του δείχνουν ότι δεν είναι εναντίον μας λόγω των αμαρτιών μας, αλλά στέκει δίπλα μας. Εγκαταλείπει κάθε εγκόσμια ισχύ και τάσσεται στο πλευρό των αδυνάτων. Στους πειρασμούς στην έρημο ο Χριστός αρνείται διαρρήδην την κοσμική δύναμη και εξουσία. Στην Γεθσημανή εισέρχεται στο πάθος, στη δυστυχία, στον πόνο, και στο θάνατο. 

Τι μπορεί να σημαίνει για μας η ρήση του Ιησού, «αφέονταί σοι αι αμαρτίαι;».  Πώς στεκόμαστε απέναντί της; Η αμαρτία δεν είναι κάτι συγκεκριμένο, όπως στους Ιουδαίους της εποχής του Ιησού. 

Στα χρόνια μας τεμαχίζεται η ιδέα, η αντίληψη περί αμαρτίας. ΄Ο,τι και να συμβαίνει αφορά το είναι του ανθρώπου, η ίδια η υπόστασή του  μέσα στον κόσμο διακυβεύεται. Είναι ο θάνατος του ανθρώπου που ζούμε, με το ανικανοποίητο, τις απαιτήσεις, το δήθεν ιδανικό. Η αλαζονεία του βίου και η έπαρση του νοός αποδεικνύονται φαύλα γράμματα.

 ΄Όπως ο σωματικά έτσι και ο πνευματικά παράλυτος άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει την παραμικρή κίνηση που θα τον έβγαζε απ’ την κατάστασή του. Χωρίς όμως το άγγιγμα της χάριτος δεν έχουμε τη δύναμη να εισδύσουμε στην εικόνα της πτώσεώς μας και να γεννηθεί το αίτημα της σωτηρίας, που διαφορετικά είναι ακατανόητο. Δεν μπορούμε να αποκτήσουμε πνευματική υπόσταση έξω από το μοναχικό πένθος του Χριστού. Δεν μπορούμε να μιλάμε για «υπόσταση» έξω από το πλήρωμα της χαράς του Χριστού. Το πένθος του Χριστού και το πλήρωμα της χαράς του μας βγάζουν από την μανία της καταστροφής και αυτοκαταστροφής, την οργή, την απέχθεια, και την τύφλωση που γεννά η ασημαντότητα. 

«Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» (Ματθ. 26,38), λέγει ο Ιησούς στον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη στη Γεθσημανή. Και, «ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς», είναι τα λόγια του, καθώς προσεύχεται στο Μυστικό δείπνο με τους μαθητές του (Ιωαν. 17,13).

Δεν είμαστε άκληροι και χωρίς διαθήκη. Διαθήκη μας είναι οι λόγοι του Χριστού. Είναι η βεβαιότητα μιας ανέκφραστης ελπίδας, που δεν ξέρουμε πού γεννιέται και πώς έρχεται. 

Περνώντας μέσα από τον ανθρώπινο πόνο και την ανθρώπινη αδυναμία γνωρίζουμε και μας γνωρίζει ο Χριστός: «΄Ινα γνώναι αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού και την κοινωνίαν των παθημάτων αυτού» (Φιλιπ. 3, 10).

 

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here