[Σ.τ.Μ. Στο τέλος αυτής της εβδομάδος ψηφίζεται στο αγγλικό κοινοβούλιο νομοσχέδιο για την ιατρικά υποβοηθούμενη θανάτωση (= ευθανασία) ανιάτων ασθενών. Με την αφορμή αυτή η εφημερίδα Guardian δημοσίευσε στις 16/6 άρθρο του πρώην (2007-2010) πρωθυπουργού της Βρετανίας Gordon Brown, στο οποίο ο Εργατικός πολιτικός επιχειρηματολογεί κατά της ευθανασίας και υπέρ της επαρκούς ανακουφιστικής φροντίδας. Οι απόψεις του έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια και κάθε τόσο γίνονται και εδώ εισηγήσεις για το τέλος της ζωής. Ο ελληνικός τίτλος της μετάφρασης είναι δικός μας].
Καθώς οι βουλευτές προετοιμάζονται για τις τελικές καθοριστικές ψηφοφορίες αυτή την Παρασκευή για έναν από τους νόμους που θα έχει τις περισσότερες συνέπειες στη γενιά μας, ένα νόμο που μπορεί να καθορίζει το δικαίωμα ενός προσώπου να ζήσει ή να πεθάνει, θα πρέπει να αφιερώσουν χρόνο και να σκεφθούν τα θεμελιώδη μειονεκτήματα του νομοσχεδίου που έχουν αποκαλυφθεί κατά τις διαβουλεύσεις των προσφάτων μηνών.
Διότι έχει γίνει σαφές ότι, όποιες απόψεις κι αν έχουν οι άνθρωποι επί της αρχής, η υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τους καταληκτικά ασθενείς ενήλικες (για το τέλος της ζωής) θα ευνοούσε το νόμιμο δικαίωμα στην υποβοηθούμενη θανάτωση (assisted dying) χωρίς να εγγυάται τίποτε που να προσεγγίζει ένα ισοδύναμο δικαίωμα για υψηλής ποιότητας ανακουφιστική φροντίδα γι’ αυτούς που βρίσκονται κοντά στον θάνατο.
Κατανοώ το συχνά προβαλλόμενο αίτημα για υποβοηθούμενη θανάτωση – ότι δεν θα πρέπει να αρνούμαστε στους καταληκτικά ασθενείς την ελευθερία της επιλογής. Ωστόσο δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία επιλογής αν δεν είναι διαθέσιμη η εναλλακτική επιλογή, η ελευθερία να έχει κανείς υψηλής ποιότητας φροντίδα στο τέλος της ζωής. Ούτε θα υπάρχει πραγματική ελευθερία επιλογής αν, όπως πολλοί φοβούνται, οι ασθενείς θα αισθάνονται πιεσμένοι να ανακουφίσουν τους συγγενείς τους από το βάρος της φροντίδας τους, μια μορφή εξαναγκασμού που θα την μείωνε η προτεραιοποίηση της καλής φροντίδας στο τέλος της ζωής.
Κάθε χρόνο, πάνω από 600.000 άνθρωποι πεθαίνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπολογίζεται ότι το 75% ως 90% από αυτούς θα μπορούσαν να ωφεληθούν από ανακουφιστική φροντίδα, και ότι 100.000 καταληκτικά ασθενείς δεν λαμβάνουν την ανακουφιστική φροντίδα που χρειάζονται. Ο φιλανθρωπικός οργανισμός Cecily Saunders International εκτιμά ότι η απαίτηση γι’ αυτόν τον τύπο φροντίδας αναμένεται να αυξηθεί κατά 42% ως το 2040. Η πρόσβαση σε τέτοια φροντίδα είναι ίσως ο χειρότερος ‘λαχνός του ταχυδρομικού κώδικα’ [Σ.τ.Μ. δηλ. εξαρτάται από το πού μένει κανείς], καθώς η τύχη ενός ανθρώπου εξαρτάται από το αν υπάρχει βοήθεια τύπου ‘ξενώνα’ κοντά του και αν υπάρχουν διαθέσιμες κενές θέσεις ή φροντίδα στο σπίτι [Σ.τ.Μ. O ξενώνας (hospice) μπορεί να είναι είτε ίδρυμα νοσηλείας είτε παροχή φροντίδας στο σπίτι].
Η καθυστέρηση της νομοθέτησης μέχρι να ενσωματωθούν στο NHS οι συστάσεις της πρόσφατης επιτροπής για τη φροντίδα στο τέλος της ζωής – που συντάχθηκαν από βουλευτές, γιατρούς και φιλανθρωπικά σωματεία και προτείνουν να εξασφαλίζονται νέα δικαιώματα και πόροι για όσους ζητούν ανακουφιστική υποστήριξη – θα αποτελούσε μια αρχή για να διορθωθεί η ανισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα για βοήθεια στον θάνατο και το δικαίωμα των ετοιμοθανάτων για βοήθεια στη ζωή. Διότι το νομοσχέδιο αφαιρεί την ανάγκη για δικαστική έγκριση της νομιμοποιημένης θανάτωσης, ενώ δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα μέτρα που να διευκολύνουν τους στενά πιεσμένους ξενώνες να εξασφαλίζουν τους πόρους που θα εγγυώνταν υψηλής ποιότητας φροντίδα. Μάλιστα σε μια δημοσκόπηση του περασμένου Νοεμβρίου από την εταιρεία Focaldata για την καμπάνια ‘Care not Killing’ [Φροντίδα, όχι Θανάτωση], μια μεγάλη πλειοψηφία – 66% – των ερωτηθέντων συμφώνησε ότι “η κυβέρνηση θα πρέπει πρώτα να τακτοποιήσει την ανακουφιστική και κοινωνική φροντίδα πριν σκεφθεί να νομιμοποιήσει την υποβοηθούμενη αυτοκτονία”.
H καλύτερη φροντίδα στο τέλος της ζωής έχει οπωσδήποτε προτεραιότητα. Τον περασμένο χρόνο, η Hospice UK, που αντιπροσωπεύει πάνω από 200 ξενώνες, είπε ότι ο ένας στους πέντε προειδοποιούσε για περικοπές υπηρεσιών, και φέτος η κατάσταση φαίνεται χειρότερη. Για παράδειγμα, μόλις τον περασμένο μήνα ο ξενώνας Kirkwood στο Huddersfield ανακοίνωσε ότι αναγκάσθηκε να περιορίσει τα κρεβάτια του από 16 σε 12 και να μειώσει την υποστήριξη στο σπίτι, με αποτέλεσμα να εξυπηρετεί 800 λιγότερους ασθενείς κάθε χρόνο. Αυτό πλέον συμβαίνει παντού – από το St Giles στο Lichfield, το St Catherine’s στο Crawley, ως το Birmingham Hospice και το Hospiscare στο Exeter. Στα τέλη του προηγουμένου χρόνου, η Hospice UK υπολόγισε ότι 300 κλίνες στην Αγγλία [Σ.τ.Μ. εκτός Ουαλίας και Σκωτίας] είναι εκτός χρήσης λόγω ανεπαρκούς χρηματοδότησης. Και καθώς τα διοικητικά συμβούλια πρέπει να διαχειρίζονται τις δαπάνες τους με χρηματοδοτικούς περιορισμούς που καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο, μόνο το 60% περίπου των νοσοκομείων του NHS προσφέρει επί τόπου εξειδικευμένη ανακουφιστική φροντίδα επτά ημέρες την εβδομάδα, και μόνο στο ένα τρίτο υπάρχει πρόσβαση σε υπηρεσίες εκτός ωραρίου εργασίας.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν, και για ποιους, η κυβέρνηση θα είναι προετοιμασμένη να καλύπτει το 100% των δαπανών για υποβοηθούμενη θανάτωση. Αυτό που γνωρίζουμε ωστόσο είναι ότι, κατά μέσον όρο, ένας ασθενής σε ξενώνα καλύπτεται μόλις κατά το ένα τρίτο των δαπανών του από το δημόσιο. Κι έτσι, οι βουλευτές καλούνται να ψηφίσουν ένα νομοσχέδιο με πλήρη γνώση ότι, όποτε κι αν εφαρμοσθεί, οι υπηρεσίες που διατίθενται σε όλους εκείνους που προτιμούν την υποβοήθηση στη ζωή από την υποβοήθηση στον θάνατο είναι ανεπαρκείς. “Η έλλειψη μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής για αποτελεσματική παροχή ανακουφιστικής φροντίδας έχει οδηγήσει σε κατάτμηση των εξειδικευμένων υπηρεσιών ανακουφιστικής φροντίδας,” έλεγε η πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση για τη φροντίδα στο τέλος της ζωής, “με ανεπαρκείς παροχές, σύγχυση για το ποιος παίρνει την ευθύνη για κάθε ασθενή, και έλλειψη συμβουλευτικής και υποστήριξης του κοινού και του προσωπικού σε όλες τις υπηρεσίες.”
Αν το νομοσχέδιο περάσει, όλοι οι καταληκτικά ασθενείς θα αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα: θα μπορούν να ασκούν το δικαίωμα να ζητήσουν να θανατωθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία, με παραπομπή σε δύο γιατρούς και μια ομάδα ειδικών, αλλά θα συνεχίσουν να δυσκολεύονται να ασκήσουν το δικαίωμά τους για πρόσβαση σε ποιοτική φροντίδα στο τέλος της ζωής. Ενώ θα μπορούσα να απευθυνθώ απευθείας στην προτεινόμενη νέα επιτροπή για να ασκήσω το δικαίωμά μου στον θάνατο, η διαδικασία αν μου αποκλείεται η ποιοτική ανακουφιστική φροντίδα είναι δύσκολη και περίπλοκη. Πρώτα θα πρέπει να υποβάλω μια διαμαρτυρία στον πάροχο υγείας, π.χ. στην υπηρεσία συμβουλευτικής και διασύνδεσης με τους ασθενείς στα νοσοκομεία ή σε μια τοπική υπηρεσία παραπόνων στην πρωτοβάθμια φροντίδα. Όταν εξαντληθεί η διαδικασία αυτή, θα πρέπει να ζητήσω από τον βουλευτή μου να κάνει αίτηση στον διαμεσολαβητή (ombudsman) κοινοβουλίου και υπηρεσιών υγείας (PHSO), η ιστοσελίδα του οποίου λέει ότι ο τρέχων χρόνος αναμονής είναι επτά μήνες. Και όλα αυτά πριν ορισθεί ένας υπεύθυνος για την περίπτωσή μου, κάτι που επίσης παίρνει μήνες και καθυστερεί ακόμη περισσότερο τον χρόνο για μια απόφαση που θα πρέπει να θεωρείται επείγουσα.
Κατανοώ την πίεση που δέχονται οι βουλευτές από εκείνους που βιώνουν απελπιστικό πόνο, και που θέλουν μια ανακούφιση που επί του παρόντος δεν τους είναι διαθέσιμη. Όμως, όπως μας λέει η πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση της επιτροπής για ανακουφιστική φροντίδα στο τέλος της ζωής, η ανακούφιση του πόνου είναι δυνατή σχεδόν σε όλα τα καταληκτικά νοσήματα και η κυβέρνηση θα πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίσει ότι η κατάσταση αυτή θα συνεχίσει να βελτιώνεται.
Κατανοώ επίσης ότι πολλοί θα υποδείξουν στους βουλευτές ότι το άθροισμα των ευθυνών τους είναι η αποφυγή περιττής βλάβης. Όμως, ανεξάρτητα από το αν βλέπετε τη ζωή ως δώρο, και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε θρησκευτικές πεποιθήσεις ή από την έλλειψή τους, οι προσωπικές προτιμήσεις των βουλευτών δεν μπορούν να διαχωρισθούν από τα καθήκοντα που έχουν ως μέλη μιας κοινότητας να διασφαλίσουν ότι ο τρόπος που μεταχειριζόμαστε τους θνήσκοντες αντανακλά τις αξίες μιας χώρας με αξιοπρέπεια και συμπάθεια. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να στηρίξουν τον αποκλειστικό ρόλο των γιατρών ως φροντιστών και μόνο· να αποφύγουν το ενδεχόμενο ιδιωτικής κερδοσκοπίας από ιατρονομικές εταιρείες που θα μπορούσαν κάλλιστα να εκμεταλλευθούν την υποβοηθούμενη θανάτωση ως κερδοφόρα επιχείρηση· να διασφαλίσουν τους ευάλωτους ανθρώπους, για την τύχη των οποίων όλα τα βασιλικά ιατρικά κολλέγια έχουν διατυπώσει ανησυχίες· να εμποδίσουν απαράδεκτες εξαναγκαστικές πιέσεις που μπορεί να ασκηθούν σε ανάπηρους ανθρώπους και σ’ εκείνους που είναι ανήμποροι ή ψυχικά επιβαρυμένοι· και να δείξουν έτσι ότι ως κοινωνία δίνουμε περισσότερη αξία στη ζωή απ’ ό,τι στον θάνατο.
Ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπισθούν οι ανησυχίες αυτές είναι η γρήγορη εφαρμογή της έκθεσης της επιτροπής για την φροντίδα στο τέλος της ζωής. Διότι καμία από τις υποχρεώσεις που έχουμε ο ένας προς τον άλλο δεν εξυπηρετείται καλά αν οι νόμοι μας εστιάζουν στους λίγους που επιθυμούν τον υποβοηθούμενο θάνατο και κάνουν πολύ λίγα για να στηρίξουν την πλειονότητα εκείνων που αντιμετωπίζουν τις τελευταίες μέρες τους και θέλουν – και αξίζουν – πρόσβαση στην καλύτερη ανακουφιστική φροντίδα.
Το πρωτότυπο άρθρο βρίσκεται εδώ: https://www.theguardian.com/commentisfree/2025/jun/16/mps-assisted-dying-bill-law-palliative-care
Μετάφραση: Αντώνης Παπαγιάννης, Δρ.Ι, Δρ.Θ., πνευμονολόγος
Σαλβαντόρ Νταλί: "Ύπνος", 1937.
Πολύ σημαντική η οπτική του συγκεκριμένου άρθρου. Γιατί συνήθως τονίζεται από τα «ανοικτά πνεύματα» μονομερώς το δικαίωμα στον υποβοηθούμενο θάνατο. Όπως η εμμονή στη μακροζωία μπορεί να συνεπάγεται επιμήκυνση μιας εξαθλιωμένης ζωής, παρόμοια και η έμφαση στον υποβοηθούμενο θάνατο, μπορεί να συνεπάγεται περιφρόνηση της κύριας ανάγκης για αξιοπρεπή τέλη και έλλειψη μέριμνας για την ανακούφιση, τη στήριξη και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ασθενών.