Το σαρακοστό «Πολυτεχνείο» μεταξύ Εθνικής Εορτής και Τελετουργικής Νομιμοποιητικής Αφήγησης

1
215

Στὸν σαρακοστὸ ἑορτασμὸ τοῦ «Πολυτεχνείου» ἔχουν ἀλλάξει πάρα πολλὰ πράγματα: γιὰ τὴν ἀκρίβεια, σχεδὸν τὰ πάντα εἶναι ἀγνώριστα. Κι αὐτὸ ποὺ κάποτε λειτουργοῦσε ὡς ἡ ἱδρυτικὴ (καὶ νομιμοποιητικὴ) ἑορτὴ τοῦ καθεστῶτος, τὰ «τελετουργικά του βαφτίσια», ἡ ἀναγωγὴ στὴν πράξη ποὺ ἀναδεικνύει καὶ ἀγλαΐζει τὴν κατοπινὴ περίοδο τῆς «Μεταπολίτευσης», ἀντιμετωπίζεται πλέον μὲ ἕναν κόμπο, μὲ μιὰ δυσπιστία. Ὄχι βέβαια γι’ αὐτὸ καθ’ αὐτὸ τὸ ἑορταζόμενο γεγονός, ἀλλὰ γιὰ τὰ ὅσα ἔγιναν στὸ ὄνομά του, γιὰ τὰ ὅσα χτίστηκαν ὠς συνέχειά του. Ἂν «ἀπὸ τοὺς καρπούς τους τοὺς γνωρίζετε», τότε οἱ καρποὶ τῆς γενιᾶς τῆς «Μεταπολίτευσης» ἀποδεικνύονται κάπως πικροὶ – κι αὐτὸ ἀντανακλᾶ ἀναπόφευκτα στὴν ἱδρυτικὴ στιγμὴ τῶν ἀναμνήσεών της.

Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἡ νεώτερη γενιὰ τῶν πιστῶν τῆς ἀφήγησης τοῦ «Πολυτεχνείου» γιὰ τὴν μοίρα καὶ τὴν φύση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους τὸ ἔχουν παρατήσει, τὸ ἔχουν ἀντικαταστήσει σχεδὸν ὁλοσχερῶς μὲ τὴν ἐπέτειο τοῦ φόνου τοῦ μαθητῆ Ἀλ. Γρηγορόπουλου: ἐκείνη εἶναι ἡ μέρα ποὺ τοὺς συγκινεῖ ὡς ἡ κατ’ ἐξοχὴν συνεκτικὴ ἀφήγηση («τὸ ἑκάστοτε κράτος εἶναι κακό, σκοτώνει, καὶ ἡ ἀποστολή μας εἶναι νὰ τὸ σκοτώσουμε»), ὄχι τόσο ἡ 17η Νοεμβρίου, ὅσο κι ἂν ἡ κρατικὴ σχολικὴ διαδικασία πασχίζει γιὰ τὸ ἀντίθετο.

Πέρυσι τέτοια ἐποχὴ ἐμφανίστηκαν δύο σχετικὰ ἄρθρα: τὸ «Τριάντα εννιά «πολυτεχνεία» είναι αρκετά!» (σ.σ.: σε αντίστιξη με το σύνθημα «Ένα-δύο-τρία, πολλά Πολυτεχνεία!») τοῦ παιδαγωγοῦ Νίκου Ράπτη καὶ ἡ προσπάθεια τοῦ ὑποφαινομένου γιὰ ἐπέκταση τοῦ προβληματισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, δημοσιευμένη μὲ τὸν τίτλο «Το ‘Πολυτεχνείο’ ως η καθεστωτική εορτή της χρεοκοπημένης Μεταπολίτευσης». Παραπέμπουμε στὸ πρῶτο καὶ παραθέτουμε τὸ δεύτερο: ἴσως οἱ προβληματισμοὶ τῶν ἄρθρων νὰ ἔχουν νόημα καὶ σήμερα, στὸ σαρακοστὸ πλέον «Πολυτεχνεῖο».

**************************

Το 1973, στα γεγονότα του «Πολυτεχνείου», συνέβη κάτι πραγματικά εκπληκτικό: Έλληνες φοιτητές διακινδύνευσαν την ζωή τους και την ελευθερία τους με τον πλέον σαφή τρόπο, προκειμένου να διαδηλώσουν ενάντια στην Χούντα των Συνταγματαρχών – και, ει δυνατόν, να την ρίξουν. Αυτός ο έρωτας ελευθερίας σίγουρα αξίζει να τιμηθεί και να εορταστεί. Να μείνει ζωντανός στην μνήμη, να διδάσκει. 

Όμως, ευτυχώς στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας έχουμε πολλά παραδείγματα παρόμοιων ηρωικών πράξεων -όχι μόνο ατομικών, αλλά και συλλογικών, όπως του Πολυτεχνείου- και αιματηρών συγκρούσεων. Πράξεων αντίστασης σε παράνομες, αντιδημοκρατικές εξουσίες. Δίκαια αιτήματα που πληρώθηκαν με αίμα. Καμμία όμως από τις υπόλοιπες δεν τιμάται με τον ίδιο τρόπο όσο το Πολυτεχνείο. 

Ο υπερτονισμός του Πολυτεχνείου εξυψώνει επίσης και την ιστορική σημασία της συγκεκριμένης Χούντας: η Ελλάδα πέρασε πολλές στρατιωτικές δικτατορίες. Όχι μόνον δεν απετέλεσε η δικτατορία του Παπαδόπουλου την αιμοσταγέστερη της νεώτερης ιστορίας, αλλά αν εξαιρέσουμε την τραγωδία της Κύπρου -που έλαβε χώρα επί Ιωαννίδη- ήταν… μάλλον light: σίγουρα περισσότερο αδιάφορη από την αρκετά σκληρώτερη του Ιωαννίδη. Επίσης, υπάρχουν πραξικοπήματα και στρατιωτικές δικτατορίες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας που κατά έναν ανεξήγητο τρόπο παρουσιάζονται ως και με θετικό τρόπο, ακόμα και από την Αριστερά – διότι, απ’ ότι φαίνεται, εκείνες ήταν «καλές» δικτατορίες, «καλά» πραξικοπήματα, στην αλλόκοτη συλλογική μας ιστορική λογική…

Τί λοιπόν καθιστά το όντως ηρωικό Πολυτεχνείο ηρωικότερο από παρόμοιες πράξεις που δεν μνημονεύονται τόσο συχνά, και την χούντα του Παπαδόπουλου χειρότερη από τρισχειρότερες δικτατορίες που δεν μονοπωλούν τόσο το συλλογικό μας ενδιαφέρον; 

Ο σχετικά πρόσφατος χαρακτήρας των γεγονότων θα μπορούσε να αποτελεί μιαν απάντηση – μεσολαβούν μόλις 38 χρόνια. Ναι μεν αυτό σχετίζεται με την ένταση της μνήμης των ζώντων, αλλά μάλλον αποτελεί αντίστροφο επιχείρημα δεδομένου του τί έχουμε θεσμοθετήσει ως κράτος: η Πολιτεία έχει θεσπίσει ολοήμερη σχολική αργία και εκτενή θεωρητική σχολική προετοιμασία για τρία μόνο εθνικά ιστορικά γεγονότα: την Επανάσταση του 1821, το Όχι του 1940 και το Πολυτεχνείο του 1973. 

Έτσι, η χούντα του ’67-’74 και η αντίσταση σ’ αυτήν εξισώνεται σε ιστορική σημασία για το νέο ελληνικό κράτος των 190 χρόνων με την Επανάσταση που το γέννησε και με την ηρωική του στάση στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο – ενώ παρόμοιες δικτατορίες και παρόμοιες αντιστάσεις αφήνουν την Πολιτεία παγερά αδιάφορη… Την ίδια Πολιτεία που έχει εξοβελίσει από την σχολική πραγματικότητα το ασύλληπτου ηρωισμού και ιστορικής σημασίας έπος της ΕΟΚΑ, ή τον Μακεδονικό Αγώνα.

Υφίσταται μία και μόνο εξήγηση γι’ αυτήν την προτίμηση:

Με το «Πολυτεχνείο» εορτάζονται δύο πράγματα. Ο ηρωισμός της πράξης αφ’ ενός, αλλά και αυτό που θέλει να αναγνωρίζει το καθεστώς της Μεταπολίτευσης ως την ιδρυτική της στιγμή, και ακόμα παραπέρα την μεγαλύτερή της στιγμή, την νομιμοποιητική για ό,τι θα ακολουθούσε.

Η «γενιά του Πολυτεχνείου» γνώριζε, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ότι μόνο η επαναλαμβανόμενη ηρωοποίησή της ως συνόλου θα μπορούσε να της προσφέρει τα «κλειδιά» της νέας πολιτικής περιόδου.

Ο υπερτονισμός του εορτασμού αφ’ ενός χαρίζει… δυνατές συγκινήσεις στην ίδια την γενιά που έζησε τα γεγονότα («αχ βρε Μαρία, αχ Μίμη, τί ωραίοι και αγωνιστές που ήμασταν τότε»), αφ’ ετέρου εγκαθιδρύει την περίπου ημίθεη φύση της στο διαγενεακό της περιβάλλον –ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Ο ενθουσιαστικός αυτοθαυμασμός αυτής της γενιάς εγκαθιδρύει παράλληλα την τοτεμική της εξουσία απέναντι στην επόμενη, δίδει κυκλούμενη άφεση αμαρτιών και μόνιμη θέση αυθεντίας. 

Εν τέλει, το «Πολυτεχνείο» επελέγη για να διαδραματίσει τον ρόλο της «τελετουργικής γιορτής του Καθεστώτος» – όπως στην χούντα εορταζόταν η «εθνοσωτήριος επανάστασις», και όπως στο μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς εορταζόταν ο «Γράμμος-Βίτσι». Πρόκειται για μια εξαιρετική επιλογή, καθ’ ότι η αυτοθυσιαστική και αντιστασιακή φύση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου μεταγγίζει την γνησιότητα και την αθωότητά της και στο ίδιο το καθεστώς, κάτι που λειτούργησε άψογα τις προηγούμενες δεκαετίες. 

Τώρα όμως, που το καθεστώς της Μεταπολίτευσης είναι πτώμα οδωδός και τυμπανιαίο, μήπως πρέπει να αποσυνδέσουμε την όντως ηρωϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου από την νομιμοποιητική της, αυτοαγιογραφική χρήση εκ μέρους μιας αδίστακτης πολιτικής κάστας; Και να διερωτηθούμε αν είναι η χούντα του ’67-’74 και η εξέγερση εναντίον της όντως ένα από τα τρία σημαντικώτερα γεγονότα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, όπως εμπράκτως διδάσκουμε στα παιδιά μας;

Και μια που αναφέρθηκε το τί διδάσκουμε στα παιδιά μας, πρέπει να σημειωθεί η εξής παρατήρηση του παιδαγωγού Ν. Ράπτη: στην σχολική διαδικασία, εκ των πραγμάτων λόγω της εποχής του το Πολυτεχνείο λαμβάνει πολύ μεγαλύτερη έκταση από τις υπόλοιπες δύο σχολικές εορτές: το πλήθος των οπτικοακουστικών μέσων, τα ντοκυμαντέρ, η βιντεοσκόπηση, οι μαρτυρίες καθιστούν το Πολυτεχνείο πολύ πιο «πραγματικό» ερέθισμα. Από πολύ μικρή ηλικία, από το Δημοτικό. Και το «ηθικό δίδαγμα» του ερεθίσματος, αν αφαιρέσει κανείς τα ιστορικά συμβεβηκότα όπως συνήθως τα αφαιρεί το μυαλό του μικρού παιδιού, είναι το πόσο σωστές είναι οι καταλήψεις σχολείων και σχολών, η σύγκρουση, η ρήξη και η πάλη με το κράτος. Όπως έχει γραφτεί πολλές φορές από πολλές γραφίδες στο παρελθόν, το σχολείο της Μεταπολίτευσης ετοιμάζει συνεχώς και εμμονικά τα παιδιά για την αντίσταση σε μια αενάως επερχόμενη στρατιωτική δικτατορία, που όλο είναι εδώ και ποτέ δεν έρχεται – λες και η κασσέτα της προηγούμενης δικτατορίας παίζεται σε επανάληψη.

Όμως, το γεγονός ότι τότε μιλάγαμε για ένα παράνομο στρατιωτικό καθεστώς, ενώ σήμερα για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, είναι καταδικασμένο να παραμείνει «ψιλά γράμματα» για το παιδί, συγκρινόμενο με την πληθώρα των ερεθισμάτων, μια μικρή υποσημείωση με αστερίσκο με την οποία κανείς δεν ασχολείται.«Οι απεγνωσμένες και αμήχανες υπενθυμίσεις των εκπαιδευτικών (ή μερίδας τους) πως “τότε είχαμε δικτατορία ενώ τώρα δημοκρατία και άρα αυτές οι ‘μορφές πάλης’ δικαιολογούνταν τότε αλλά όχι τώρα”, είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό. Παιδαγωγικά, το μήνυμα του ‘Πολυτεχνείου’ είναι σαφές: από τη μια είναι το κράτος, από την άλλη ο λαός· το κράτος είναι πάνοπλο και αδίσταχτο, ο λαός αθώος και ιδεαλιστής· το κράτος πνίγει τον λαό στο αίμα, αλλά στο τέλος η επανάσταση νικάει.»

Το σύνθημα «Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία» φανερώνει του λόγου το αληθές: είναι ή ήταν μέχρι πρότινος ένα απολύτως αποδεκτό σύνθημα για κάθε είδους πορεία νέων ανθρώπων, σχεδόν μπανάλ ή κλισέ για την ακρίβεια. Όμως, τα απολύτως φυσιολογικά «Πολυτεχνεία» αυτής της γενιάς δεν θα «έριχναν» παράνομα στρατιωτικά καθεστώτα, αλλά νόμιμες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες…

Αν υποθέσουμε ότι κάθε σχολική «διδασκαλία της Πολιτείας»/κρατική προπαγάνδα δημιουργεί δύο «τάξεις» μαθητών, αυτούς που την αποδέχονται και την αναπαράγουν και αυτούς που την αρνούνται και αντιδρούν σ’ αυτήν, τότε στα πλαίσια μιας νόμιμης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (και όχι του παρανόμου καθεστώτος μίας στρατιωτικής χούντας) η συγκεκριμένη διδασκαλία δημιουργεί, στα ακρώτατά της όρια,… κουκουλοφόρους και φασίστες. Από τη μία αυτούς που καταπίνουν την κρατική διδασκαλία (της σώμα με σώμα πάλης με το… ίδιο το κράτος) και την αναπαράγουν, τους «κουκουλοφόρους», από την άλλη αυτούς που από αντίδραση στην κρατική διδασκαλία εξωραΐζουν την χούντα και αποζητούν να μυηθούν στους τρόπους της, τους «φασίστες». Ανέκαθεν υπήρχαν υποδοχείς για την πρώτη ομάδα, αλλά η δεύτερη έμενε ευτυχώς αμήχανη, δεν είχε πού να στραφεί, δεν ολοκληρωνόταν ώστε να εκφραστεί ρητά: όμως σήμερα –κατά τραγικό τρόπο- υπάρχουν υποδοχείς και για την δεύτερη… Θα έχετε ακούσει ότι στα σχολεία υπάρχουν δύο και μόνο πολιτικές παρατάξεις: ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Βάλτε στην εξίσωση και το ότι η ένταξη του νέου στο «σύστημα» του μεταπολιτευτικού καθεστώτος δεν αποτελεί πλέον ελκυστική προοπτική, ώστε να γίνεται ενθουσιωδώς αποδεκτή η «τελετουργική μύηση», οπότε οι λόγοι της αποδοχής της διδασκαλίας της υφίστανται απίσχνανση (δεν εκφράζουμε εδώ τί θα θέλαμε ή τί θα θεωρούσαμε σωστό: εκφράζουμε το τί βλέπουμε να συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας). 

Μαζί με το τέλος ενός συγκεκριμένου πολιτικού Καθεστώτος, της Μεταπολίτευσης, ίσως πεθαίνει και ο τελετουργικός εορτασμός του, όπως κατέρρεαν τα επιβλητικά αγάλματα των επαναστατών στις χώρες της πρώην σοβιετικής ένωσης. Τώρα, που ακόμα η μεγάλη «παρέα» της «γενιάς του Πολυτεχνείου» προσπαθεί με νύχια και με δόντια να συνεχίσει να κρατά τα ηνία, αυτεξευτελιζόμενη σε όλο και μεγαλύτερη καταβαράθρωση της αξιοπρέπειάς της.  Ίσως είναι νωρίς για να τεθούν αυτές οι νύξεις -μόνο η φυσική, βιολογική φθορά της ηλικίας είναι ικανή να πείσει την γενιά του Πολυτεχνείου ότι δεν της ανήκουν τα σκήπτρα της αιώνιας εξουσίας και επιβολής- μα πιστεύουμε ότι συν τω χρόνω θα φανερώνεται ο ρεαλισμός τους.

 πηγή: Aντίφωνο

 

1 σχόλιο

  1. Είδα δύο κείμενα στο σάιτ αναφερόμενα στο Πολυτεχνείο 1973, τα οποία έχουν ανακρίβειες, διαστρεβλώσεις και αυθαίρετες ερμηνείες
    που δεν αντιστοιχούν στα πραγματικά γεγονότα (λ.χ. το Πολυτεχνείο έγινε το 1974 – Γ. Παύλος, και αναπαράγουν τον καθεστωτικό λόγο της ακροδεξιάς πτέρυγας της ΝΔ με εκφραστές τον Γεωργιάδη, Βορίδη, Κρανιδιώτη, Μπαλτάκο, Λαζαρίδη – Σ. Μητραλέξης).
    Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να παραπέμψω τους
    συγγραφείς τους στο
    βιβλίο μου “Πολυτεχνείο 1973. Η απαρχή του αυτόνομου κινήματος”, εκδ. Νησίδες, 2013, στο οποίο θα βρούν πολλά στοιχεία που τους απασχολούν
    και κυρίως το πολιτικό νόημα της εξέγερσης. Εάν πάντως θελήσουν να απαντήσουν ή να επικοινωνήσουν μαζί μου
    θα τους παρακαλούσα να μου γραψουν στο e mail που αναφέρω, διότι δεν έχω facebook ούτε ταξιδεύω συχνά στον ιντερνετικό χώρο.
    Σας ευχαριστώ πολύ
    Γιώργος Ν. Οικονόμου

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here