Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς απέδωσε κάποτε στον σύγχρονο πολιτισμό τα χαρακτηριστικά ενός νεο-αρειανισμού. Σύμφωνα με τον Σέρβο αυτόν άγιο του 20ού αιώνα, στο βιβλίο του Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ο «αρειανισμός δεν έχει ακόμη ταφεί, σήμερα είναι περισσότερο της μόδας παρά ποτέ άλλοτε… Έχει διαχυθεί ως ψυχή στο σώμα της σύγχρονης Ευρώπης… Με τη ζύμη του αρειανισμού έχει ζυμωθεί και η φιλοσοφία της Ευρώπης και η επιστήμη της και ο πολιτισμός της και εν μέρει η θρησκεία της»[1]. Κατά τον άγιο Ιουστίνο, η πηγή αυτού του νεο-αρειανισμού είναι το γεγονός ότι ο δυτικός άνθρωπος κατέστησε τον εαυτό του μέτρο όλων των πραγμάτων και ο,τιδήποτε υπερχειλίζει και υπερβαίνει τον έλεγχό του το αρνείται και το απαξιώνει.
Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του πνεύματος, που θεωρούμε ότι είναι το πρωτείο της ευφυΐας και να το συνδέσουμε με κάποιες σκέψεις πάνω στη σύγχρονη φιλοσοφία και πράξη της εκπαίδευσης. Τι είναι άραγε το πρωτείο της ευφυΐας; Είναι η θεωρητική και πρακτική εδραίωση της ευφυΐας στον θρόνο ενός παντεπόπτη νου και η αξιολόγηση κάθε έμβιας και άβιας ύπαρξης με βάση αποκλειστικά την ευφυΐα. Οποιοσδήποτε δεν λογίζεται και δεν βαθμολογείται μάλιστα ως ευφυής, με βάση όμως τα ειδικά κριτήρια αυτού του παντεπόπτη, μόλις που θα μπορούσε να αξιωθεί της ίδιας της προσωνυμίας του ανθρώπου. Και παρά τα οικουμενικά ρητορικά κηρύγματα περί αλληλεγγύης και συμπερίληψης και ειδικών ικανοτήτων, αυτό το πρωτείο παραμένει αδιαπραγμάτευτο. Ο λόγος είναι ότι η ευφυΐα αποτελεί την αιχμή του δόρατος για την εξάσκηση μιας αποκλειστικής, παγκόσμιας ηγεμονίας.
Η ευφυΐα βεβαίως συνδέεται άμεσα με τον ορθολογισμό, είναι η πηγή του, δηλαδή πρόκειται για μια αντιμετώπιση των πάντων που έχει καταλήξει σήμερα να είναι αλγοριθμική. Γεννημένος, με τη νεότερη μορφή του, μέσα στον ρωμαιοκαθολικό σχολαστικισμό, ανανέωσε κατόπιν τη δυναμική του απορρίπτοντας κάθε θεολογική αναφορά για να αγκιστρωθεί τελικά στην επιστήμη και την αυτο-αναφορικότητά της, ως σωσίβιο. Η εμπιστοσύνη στη Θ. Πρόνοια και η δέσμευση από το θρησκευτικό ιερατείο αντικαταστάθηκε ασμένως από την εμπιστοσύνη στην επιστημονική και τεχνολογική πλέον πρόνοια και από το νέο ιερατείο των επιστημόνων/τεχνοκρατών. Εχθρός του ορθολογισμού ήταν και είναι η δεισιδαιμονία και ο ανορθολογισμός που συνδέθηκαν άρρηκτα με τη θρησκευτικότητα μέχρι σήμερα, αν και, πλέον, ψυχαναλυτές, ανθρωπολόγοι, σημειολόγοι και φιλόσοφοι έφτασαν να αναδεικνύουν την πρωτοκαθεδρία του ασυνειδήτου, της μυστηριακής, φαντασιακής διάστασης, ακόμη και στις πιο ορθολογικές ενέργειες των ανθρώπων. Είναι σήμερα λοιπόν που από το κυρίαρχο IQ προσορμιστήκαμε στο EQ (στην Emotional Intelligence), είναι σήμερα που περιγράφονται, μελετώνται και διδάσκονται τα 8 ή 10 πλέον είδη της νοημοσύνης, είναι σήμερα που η εντατική ενασχόληση με την αστρολογία και τις παραθρησκευτικές σέκτες έχει γίνει must σε πολλούς κύκλους, μορφωμένων και μη.
Αλλά, παρά την οικουμενική και επιστημονική αυτή διολίσθηση, αυτός ο ορθολογισμός παραμένει αμετανόητος! Και το δεσμευμένο από αυτόν πρωτείο της ευφυΐας καλά κρατεί! Η αιτία αυτής της εμμονής, όπως μια σειρά από δυτικούς κυρίως στοχαστές έχει πειστικά δείξει, είναι ότι το πνεύμα της τεχνολογικής καινο-θηρίας που έχει ιδιαζόντως καταλάβει τη Δύση, δεν είναι τόσο παιγνιώδες και ανακουφιστικό όσο προβάλλεται, αλλά είναι απότοκος του παντοδύναμου πνεύματος της ισχυο-θηρίας, το οποίο πρωτίστως την ενδιαφέρει, μια ισχυο-θηρία που είναι βεβαίως, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, μιλιταριστική.
Καινο-θηρία και ισχυο-θηρία είναι δεμένες άρρηκτα σαν το φως με τη σκιά. Όπως θα μας υπενθυμίσει ο Σάλομον: «Δεν αγοράζει κανείς ειδήμονες, τεχνικούς και συσκευές για να γνωρίσει την αλήθεια, αλλά για να αυξήσει την ισχύ»[2]. Και αυτή η ισχύς έχει απόλυτη ανάγκη την ευφυΐα για να πολλαπλασιαστεί καρκινικά, για να επιτύχει ακόμη περισσότερη ισχύ, για να θέσει στα πόδια της την παγκόσμια εξουσία. Ευφυΐα και δημιουργικότητα, τεχνολογική όμως και όχι ανθρωπιστική δημιουργικότητα, συνεπιμελούνται τον σύγχρονο κόσμο.
Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός στηρίχθηκε εξ ολοκλήρου πάνω στο πρωτείο της ευφυΐας, που εκφράστηκε αποφθεγματικά με το καρτεσιανό cogito. Στηρίχθηκε κυρίως σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κωδική ευφυΐα, δηλαδή μια τεχνολογική, αλγοριθμική νοημοσύνη, που δεξιώθηκε την ευρύτατη μαθηματικοποίηση και ποσοτικοποίηση του κόσμου, δηλαδή τον πλήρη έλεγχο του κόσμου με ένα και μοναδικό εργαλείο. Όχι μια συνολοποιητική, πνευματική νοημοσύνη, που, τουλάχιστον, ισοστατεί ανάμεσα στο υλικό, το ψυχικό και το νοητικό, αλλά μια ευφυΐα παραγωγική και αποτελεσματική, που γεννά και διασπείρει κώδικες, που επιζεί και βιοπορίζεται από κώδικες. Διότι ο κώδικας είναι ακριβώς το αρχιμήδειο σημείο κάθε σύγχρονου εγχειρήματος, διότι συμπυκνώνει εντός του την επιθυμητή δομή και φύση ενός πνεύματος υποχρεωτικής και αέναης επιπτύχωσης των πάντων.
Η σύνδεση ευφυΐας και εκπαίδευσης έγινε έκτοτε αναπόδραστη. Δεν κατοχυρώνεται πλέον η ευφυΐα, χωρίς μια πιστοποιημένη, ανώτατη ειδικά εκπαίδευση και μάλιστα σε κορυφαία εκπαιδευτικά ιδρύματα του κόσμου. Παρότι η λεγόμενη θυμοσοφία αναγνωρίζεται που και που ως μια απλοϊκή ή πρωτόγονη μορφή ευφυΐας, η οποία όμως στέκεται αρωγός μόνο στη διαχείριση των τεκταινομένων και όχι στην ιλιγγιώδη επιτάχυνση της ιστορίας, η κωδική ευφυΐα αποδεικνύεται ως το αποκλειστικό κριτήριο των πάντων στο σύγχρονο, ηγεμονικό πλέον, σύνδρομο τεχνο-επιστήμης και καταναλωτισμού. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι η δόξα, το χρήμα και η ηδονή, τρεις από τις θεμελιώδεις εξαρτήσεις του ανθρώπου από τον κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου, εξάγονται πλέον ευθέως από αυτό το πρωτείο.
Στην προσπάθεια παγκόσμιας επιβολής αυτού του πρωτείου διεξάγονται λοιπόν συνεχείς διαγ(κ)ωνισμοί ευφυΐας, με εξαιρετική διαφημιστική προβολή μάλιστα όσων ξεπερνούν τα προκαθορισμένα όρια των δεικτών, προσπορίζοντας στους νικητές αυξημένο εγχώριο και διεθνές prestige. Αυτό το prestige είναι λόγος αναγκαίος και ικανός για το brain drain, αλλά και δέλεαρ για εταιρείες και ιδρύματα που αναζητούν εναγωνίως από την παγκόσμια περιφέρεια τον ιδιοφυή άνθρωπο, για να τον εντάξουν στα παραγωγικά, τεχνολογικά projects τους, έτσι ώστε να ανταγωνιστούν και να προωθήσουν αποτελεσματικότερα τα πρωτοπόρα κάθε φορά προϊόντα τους. Ο στόχος είναι να γεννηθούν οπαδοί του «τεχνολογικού έρωτος», κατά την έκφραση του Jacob Hommes[3].
Στο ηγεμονικό αυτό πλαίσιο αναζητείται και καλλιεργείται, μέσα στην ίδια την εκπαίδευση, η έννοια του «μικρού επιστήμονα»[4], ενός παιδιού δηλαδή, το οποίο, με μια έγκαιρη και στοχευμένη προσοικείωση με τα ρομποτικά λ.χ. τεχνουργήματα ή με εκείνα, πλέον, της Τεχνητής Νοημοσύνης, θα αναλάβει, όταν ενηλικιωθεί, να εξακτινώσει τα δεδομένα σχέδια της ιλιγγιοποίησης της ιστορίας, αυτής της εμπύραυλης προόδου προς ένα μέλλον που είναι κιόλας εδώ. Γι’ αυτό και «τώρα, δεν είναι πλέον το παιδί που έχει ανάγκη το μέλλον, αλλά μάλλον το μέλλον που έχει ανάγκη το παιδί»[5], όπως θα τονίσει ο Γάλλος φιλόσοφος Finkiekraut. Είναι το μέλλον που αποζεί από την παιδικότητα, είναι αυτό που «τρέφεται» από τα παιδιά, είναι αυτό που η υλικότητά του ή η αϋλία του συγκροτείται από σπάργανα και συντηρείται μέσα στη εκρηκτική γειτονία των πολλαπλών γεννήσεων.
Η προώθηση της παν-ιδέας της ευφυΐας στο ευρύτερο κοινό έγινε εφικτή μέσω της διαφήμισης. Από το παλιό εκείνο motto «οι ξύπνιοι οδηγούν Ρενώ» της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα «έξυπνα όπλα», τις «έξυπνες συσκευές», τα «smart gadgets» του σήμερα και τα extra gadgets του εγγύτατου αύριο, καθώς και τα «έξυπνα όπλα», ο ευφυής είναι πρωτίστως ο έ-ξυπνος, δηλαδή ο επιτέλους αφ-υπνισμένος από ένα παρελθόν που κατοχυρώνεται ως εξάπαντος οπισθοδρομικό, φονταμενταλιστικό, μισαλλόδοξο, άξιο του ageism και ευεπίφορο μιας νεαροποίησης, ένα παρελθόν από το οποίο έφτασε ο καιρός να αφυπνιστούμε σε μια καινούργια πραγματικότητα.
Μάλιστα είναι τόσο προσκολλημένος ο κόσμος στην ευφυΐα, τόσο πολύ βιοπορίζεται από αυτήν, νοητικά, συναισθηματικά, συμβολικά κλπ., ώστε και η παραμικρή αμφισβήτησή της αγγίζει τα όρια της ανηθικότητας: είναι ανήθικο να την κατηγορείς, κακόηθες να της ρίχνεις την ευθύνη λ.χ. για τις καταστροφές στον κόσμο, αυτή που θεωρείται, αδιαφοροποίητα, και ως δώρο του Θεού. Το παράδοξο είναι ότι τέτοιες απόψεις αποκαλύπτουν τον Θεό ως δωροδότη μιας ευφυΐας, οι θιασώτες και κάτοχοι της οποίας έχουν αυτο-επιφορτιστεί ακριβώς να Τον αρνηθούν! Διότι είναι γνωστό ότι πολλοί από τους ευφυείς δωρολήπτες έχουν ήδη απαξιώσει την ίδια την πηγή τους, σφετερίζονται την εκροή της, δεσμεύοντάς την αποκλειστικά στον εαυτό τους και την ισχύ τους. Επιπλέον, είναι αυτοί που έχουν εγκλωβίσει τον Θεό στο μισητό σύμπαν της ανορθολογικότητας και των προλήψεων και επιχειρούν μέσω ευφυών θεωριών και επιτευγμάτων να ακυρώσουν την ιστορία Του και την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, αν λ.χ. η ευφυΐα ακινητοποιεί τον κόσμο σε ένα σύμπαν εγκλειστικής αυταρχικότητας, βελούδινης[6] ή μη, όπως έχει συμβεί τους τελευταίους αιώνες με πλείστα ευφυή προϊόντα, μπορεί να θεωρείται ακόμη ως θεϊκό δώρο;
Τι συμβαίνει όμως με το πρωτείο της ευφυΐας στην Ορθόδοξη παράδοση και πνευματικότητα; Υπάρχει; Και πώς αποτιμάται; Είναι γεγονός ότι υπήρξαν μέσα σε αυτήν λαϊκοί ή κληρικοί παντός βαθμού, αναγνωρισμένοι ως άγιοι αλλά και με πιστοποιημένη μεγάλη μόρφωση, που σημαίνει ότι κατείχαν και μια ιδιαίτερη ευφυΐα αλλά και ένα μεγαλειώδες συγγραφικό έργο, ο αριθμός τους όμως ήταν εξαιρετικά περιορισμένος, αν κανείς δει τα στατιστικά δεδομένα του καθ’ ημάς αγιολογίου. Ήδη ο Απ. Παύλος το είχε προαναγγείλει διαπιστώνοντας απλώς τα αποτελέσματα του ευαγγελικού προσκλητήριου της εποχής του: «Βλέπετε γαρ την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς»[7]. Όσον αφορά τους αγίους ειδικά του 20ού ή του 21ου αιώνα, δηλαδή μιας εποχής όπου η μόρφωση και η ευφυΐα θεωρούνται πλέον εκ των ουκ άνευ, παρατηρούμε ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πολύ περιορισμένης εκπαίδευσης. Αυτή η στατιστική υστέρηση άραγε τι σηματοδοτεί;
Η λέξη ευφυΐα δεν υπάρχει ούτε στην Παλαιά ούτε στην Καινή Διαθήκη, αλλά νομίζω ότι κάποιοι θα ήταν πρόθυμοι να την αντικαταστήσουν με τη λέξη σοφία, εφόσον και σήμερα, που η λέξη σοφία χρησιμοποιείται σπανιότερα από τους συγχρόνους μας, υποκινείται συχνά η ταύτιση της ευφυΐας με τη σοφία, την αυθεντική δηλαδή γνώση, την ιδιαίτερη γνωστική ικανότητα της αυθεντίας, της επιστημονικής όμως αυθεντίας.
Η λέξη σοφία λοιπόν παρουσιάζεται 53 φορές μέσα στην Καινή Διαθήκη. Έτσι, είναι κλασική η διατύπωση του Απ. Παύλου: «… αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνῃ, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνῃ τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήσῃ»[8]. Ο Θεός είναι αυτός που θα απωλέσει «την σοφίαν των σοφών» και θα αθετήσει «την σύνεσιν των συνετών»[9]. Είναι αυτός που «εμώρανεν την σοφίαν του κόσμου τούτου», ρωτώντας μάλιστα ρητορικά ο Απόστολος: «Πού σοφός; πού γραμματεύς; πού συζητητής του αιώνος τούτου;»[10]. Πού είναι επίσης και εκείνοι «οι κομψοί των ασεβών», τους οποίους «εφίμωσε» η αγ. Αικατερίνη;
Η σοφία μάλιστα αυτή δεν είναι γένους ιουδαϊκού, για το οποίο το Ευαγγέλιο είναι «σκάνδαλο» επειδή οι Ιουδαίοι ζητούν «σημεία», αλλά ελληνικού, δηλαδή διαλεκτικού, είναι χρήση λόγου περίπλοκου και εκλεπτυσμένου, για το οποίο αυτό το Ευαγγέλιο αποτελεί «μωρία». Γιατί όμως ο Θεός πριμοδοτεί, τόσο απόλυτα μάλιστα, τα «μωρά», τα «ασθενή», τα «αγενή» και τα «εξουθενωμένα», μη διστάζοντας μάλιστα να τα αποκαλέσει και ως «μη όντα» (!), δηλαδή εμφανίζοντάς τα ως εντελώς αντίθετα από αυτά που εκθειάζει ο σύγχρονός του πολιτισμός; Πέντε συνεχόμενες λέξεις ανθρώπινου εξευτελισμού για να μην μείνει σε κανέναν καμιά αμφιβολία για ποιους και σε ποιους τελικά απευθύνεται! Η απάντηση είναι σαφής: «Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας»[11].
Ο Απ. Παύλος δεν φείδεται λοιπόν καθόλου να συνδέσει το κήρυγμά του με τη μωρία, την εξουθενωμένη από τους ευφυείς και λογίους του αρχαίου κόσμου απλοϊκότητα, που εκλαμβάνεται από αυτούς και ως βραδύνοια, αμβλύνοια ή ηλιθιότητα, για να δείξει τη ριζική και ουσιαστική μεταστροφή των όρων και των δεδομένων της νέας αυτής θεϊκής προσέγγισης. Αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν ήταν πάντοτε έτσι. Εξ αρχής ο Θεός συνέδεσε τη σοφία του δημιουργημένου από Εκείνον ανθρώπου με τη δική Του σοφία, ελπίζοντας ότι η δωροληψία της θα καταστήσει ικανή και την ανθρώπινη σωτηρία. Αλλά η πρώτη εκείνη σοφία με την Πτώση αποκόπηκε, ανεξαρτητοποιήθηκε από τη δεύτερη, την απέρριψε, παρά την επιθυμία του Θεού. Για τον λόγο αυτόν έγινε ακατάλληλη για να επιτελέσει τον θεμελιώδη στόχο της Δημιουργίας: να γνωρίσει ο άνθρωπος τον Θεό και κατά συνέπεια να σωθεί δι’ Αυτού. Η γνώση λοιπόν συναρτάται με τη σωτηρία. Αφού όμως αυτή η δωρεά απορρίφθηκε, η ευδοκία Του κινητοποίησε άλλα μέσα για να σώσει και πάλι τον άνθρωπο, προσφέροντάς του ένα κήρυγμα/μήνυμα χωρίς λεκτικούς, φιλοσοφικούς ακροβατισμούς, που δεν αποβλέπουν δηλαδή στον νου, τη διανοητική ικανότητα και ευφυΐα του, αλλά στην ίδια τη βαθύτατη ψυχή του ανθρώπου, γεγονός που μπορούσε πλέον να επιτευχθεί μόνο διαμέσου της πίστης.
Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι επρόκειτο περί «ευ-δοκίας», όχι παραχώρησης, όχι ελέους, όχι ανοχής, αλλά περί μας ιδιάζουσας ευεργεσίας, δηλαδή μιας πλήρως εμπρόθετης ενέργειας. Θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε ότι ολόκληρο το είναι του Θεού συντάσσεται με αυτήν την ευδοκία ειδικά στη μωρία του κηρύγματος. Μωρό, απλοϊκό, κήρυγμα και πίστη συνδυάζονται έτσι άρρηκτα και αποκτούν μια κοσμογονική σημασία, αλλάζοντας πλήρως τις προδιαγραφές του κόσμου, σε τέτοιο βαθμό ώστε η πίστη φαίνεται εν πολλοίς να αδυνατεί να εκδηλωθεί όταν υπάρχει και μάλιστα ηγεμονεύει η, αποκομμένη από τον Θεό, ανθρώπινη σοφία. Διότι η πίστη δύναται να εγερθεί και να καλλιεργηθεί μόνο όταν υπάρχει ανθρώπινη αδυναμία και η βαθιά επίγνωσή της, όταν αφαιρούνται τα εχέγγυα της σοφίας, οι βεβαιότητες ότι δια μιας εξαιρετικά ευφυούς πρακτικής εμπειρίας θα συντονιστεί ο κόσμος με τις επιθυμίες μας. Η πίστη δημιουργεί από μόνη της μιαν άλλην ισχύ, ανεξάρτητη αλλά και αμέτοχη της ορθολογικής ισχυο-θηρίας.
Περαιτέρω, ο Απ. Παύλος θα σπεύσει να διευκρινίσει, για να μην θεωρηθεί αυτός ο διανοητικός υποβιβασμός ως εντέλει αν-ίσχυρος, δηλαδή υπονομευμένος, από μέρους των νεοφώτιστων χριστιανών της Κορίνθου: «Το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί»[12]. Εδώ διαδραματίζει εξαιρετικό αλλά παράδοξο ρόλο το «μωρόν» και το «ασθενές», τα οποία παρουσιάζονται στα μάτια των σοφών και ισχυρών ανθρώπων ότι είναι ιδιώματα «του Θεού», ανατρέποντας την μεταπτωτική κατάσταση του κόσμου και επαναφέροντας την έννοια της ισχύος, μεταπλασμένης όμως ως δυνατότητας επιβίωσης αλλά και σωτηρίας.
Έτσι η σοφία δεν απορρίπτεται από το Ευαγγέλιο, αλλά εντάσσεται σε άλλο πλαίσιο, έχοντας μια θεμελιώδη, υπερκόσμια, εξω-ιστορική, θεϊκή αναφορά, η οποία δεν είναι ποτέ αυτο-αναφορική. Αυτή η σοφία είναι «ου του αιώνος τούτου, ουδὲ των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων», διότι «λαλούμεν σοφίαν Θεού εν μυστηρίω, την αποκεκρυμμένην, ην προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών»[13]. Σε αυτή την άνωθεν σοφία «εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι»[14]. Έτσι η σοφία είναι θεϊκή αλλά ταυτόχρονα μυστηριώδης, δεν είναι δηλαδή σοφία που επιζητείται διακαώς η απο-μυστικοποίησή της, η απο-κωδικοποίησή της, όπως συμβαίνει λ.χ. με την τεχνολογική, για να έχει ένα απτό, πρακτικό και παραγωγικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, αρκετοί κοσμικοί στοχαστές είναι πλέον έτοιμοι και εκείνοι να παραδεχθούν ότι το ίδιο «το πραγματικό είναι ένα μυστήριο»[15], ότι «το αληθινό μυστήριο του κόσμου είναι το ορατό, όχι το αόρατο»[16], ότι «μας κατοικεί το ίδιο μας το μυστήριο»[17], ότι «δεν υπάρχει τέλος στο μυστήριο»[18] κλπ.
Έτσι, κατά τον Απ. Παύλο, όποια σοφία έχουν αποκτήσει οι άνθρωποι κατέρχεται άνωθεν, ως δωρεά, ανάλογα με το δοχείο της πίστης τους και της ασκητικής τους βιωτής, δεν αποτελεί προϊόν διανοητικής ή τεχνικής επεξεργασίας. Είναι μάλιστα μια σοφία, την οποία ο Θεός προόρισε από την αρχή της Δημιουργίας με σκοπό όχι τίποτε υποδεέστερο αλλά την ίδια τη δόξα των ανθρώπων, την τιμή, την εσχατολογική αποτίμησή τους ως των αγαπημένων Του παιδιών. Γι’ αυτό ακριβώς και δεν είναι ανθρωπίνως διδακτή αλλά και υπερβαίνει κάθε είδους σύγκριση με τα ανθρώπινα παρασκευάσματα: «Λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ᾿ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες»[19]. Έχει μια υπερφυσική καταγωγή και μια μεταφυσική απόληξη, τίποτε ανθρώπινο δεν μπορεί, δεν επιτρέπεται να εμφιλοχωρήσει μέσα της.
Ο Απ. Παύλος λοιπόν καυχάται ότι «ουκ εν σοφία σαρκική, αλλ᾿ εν χάριτι Θεού ανεστράφημεν εν τω κόσμῳ»[20], ο δε Απ. Πέτρος θα γράψει στην δεύτερη επιστολή του ότι «ο αγαπητός ημών αδελφός Παύλος κατά την αυτώ δοθείσαν σοφίαν έγραψεν υμίν»[21]. Η σοφία λοιπόν αυτή παρα-δίδεται, προσφέρεται, δωρίζεται, και ο Απ. Ιάκωβος θα επιμείνει: «Ει δε τις υμών λείπεται σοφίας, αιτήτω παρά του διδόντος Θεού πάσιν απλώς και ουκ ονειδίζοντος, και δοθήσεται αυτώ»[22]. Έτσι, αν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει την έλλειψη αυτής της σοφίας καλείται από τον Απόστολο να τη ζητήσει από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος, όπως βεβαιώνει, την δωρίζει μάλιστα με απλοχεριά χωρίς να περιφρονεί και να εξευτελίζει ούτε τον άνθρωπο ούτε το αίτημά του. Ο όρος όμως για την εκπλήρωση αυτού του αιτήματος είναι αμετάκλητος: «Αιτείτω δε εν πίστει, μηδέν διακρινόμενος· ο γαρ διακρινόμενος έοικε κλύδωνι θαλάσσης ανεμιζομένω και ριπιζομένω˙ μη γαρ οιέσθω ο άνθρωπος εκείνος ότι λήψεταί τι παρά του Κυρίου˙ ανήρ δίψυχος ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού»[23]. Η ακλόνητη πίστη και όχι η διανοητική επεξεργασία είναι η βασική προϋπόθεση για τη λήψη της θεϊκής σοφίας.
Όλη αυτή η μικρή περιήγηση περί της σοφίας-ευφυΐας μέσα στην Ορθόδοξη παράδοση είναι ενδεχομένως αρκετή, ώστε να γίνει κατανοητή η αντιστροφή στην ποιότητα, την κατεύθυνση και τις ποικίλες διαστάσεις που εμφιλοχωρούν ανάμεσα στην ανθρώπινη ευφυΐα και τη θεϊκή σοφία, αν και μια πληρέστερη έρευνα στην Πατερική ειδικά γραμματεία θα μπορούσε να μας προσπορίσει περισσότερα εχέγγυα. Η πρώτη λοιπόν σοφία είναι αυτοαναφορική, ισχυο-θηρική, φιληδονική και δοξομανής. Ακόμη και αν επενδύεται με προσχήματα φιλανθρωπίας, αλληλεγγύης κλπ., ακόμη και αν κατασκευάζει φαντασμαγορικά τεχνολογικά επιτεύγματα, θεραπευτικά, ανακουφιστικά και διευκολυντικά, ακόμη και όταν χρησιμοποιεί το αποπλανητικό ιδεολόγημα περί καλής και κακής χρήσης της επιστήμης/τεχνολογίας[24], παραμένει ένα καθαρά ανθρώπινο δημιούργημα, άκρως ευεπίφορο επιπλέον σε μια, αδιόρατη συχνά, δαιμονική προσβολή, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλα τα ανθρώπινα.
Η δεύτερη όμως σοφία είναι πάνω απ’ όλα μυστήριο, το οποίο «ου φέρει έρευναν˙ πίστει μόνη τούτο πάντες δοξάζομεν, κράζοντες μετά σου και λέγοντες· Ανερμήνευτε Κύριε, δόξα σοι»[25]. Αυτός ο αινιγματικός χαρακτήρας της διαχέεται σε αμέτρητο πλήθος κειμένων αλλά και περιστατικών από τη ζωή των αγίων. Εκεί, αυτά που αποκαλούμε «θαύματα» αποτελούν αποκυήματα μιας θεϊκής σοφίας μέσω των εταστικών διαύλων απλών, απαίδευτων συχνά ανθρώπων, που αναγνωρίζονται όμως ως άγιοι από την Εκκλησία μας. Άγιοι που συνδυάζουν απλότητα, ταπείνωση, πίστη και αγάπη, θεμελιώδεις δηλαδή ποιότητες που βρίσκονται σε πλήρη απεξάρτηση, αδιαπραγμάτευτο απεγκλωβισμό από επεξεργασμένους, αλγοριθμικούς κώδικες ευφυΐας, που επιζητούν με συντονισμένη επιμέλεια, ζήλο αλλά και άπλετη χρηματοδότηση την απο-μυστηριοποίηση του κόσμου προς δόξαν ενός κυρίαρχου υποκειμένου.
Το πρωτείο της ευφυΐας αποτελεί λοιπόν ένα προβληματικό, εμπερίστατο επ-οικοδόμημα, ειδικά όταν σήμερα εγκατέλειψε την πνευματική σοβαρότητα, την τραγικότητα και τη μέριμνα, και πασπαλίζεται από αλαφροΐσκιωτες παιγνιώσεις και ηδονιστικές διεκδικήσεις. Ελπίζουμε ότι έχει γίνει κατανοητό ότι το πρόβλημα δεν είναι η ευφυΐα, αλλά το πρωτείο της, η ηγεμονία της, η αυτοαναφορικότητά της, η ισχυο-θηρία της, απορρίπτοντας κάθε άλλη προσέγγιση. Προβληματικός είναι και ένας πολιτισμός που την χρησιμοποιεί ως εργαλείο πασπαρτού, απαξιώνοντας παράλληλα οτιδήποτε δεν συνάδει με τις συγκεκριμένες προδιαγραφές του. Προβληματική είναι, τέλος, και η παιδεία και η εκπαίδευση, που επιφυλάσσουν και πριμοδοτούν αποκλειστικά την τεχνοκρατική κωδική ευφυΐα για τους εκπαιδευόμενους, απαξιώνοντας παράλληλα και τις ανθρωπιστικές επιστήμες ως αντιπαραγωγικές, ως μη-χρησιμοθηρικές αλλά και ως «μπαρόκ αναφορές»[26]. Αν λοιπόν κυριαρχεί σήμερα ένας πολιτισμικός και θρησκευτικός νεο-αρειανισμός, κατά τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, τότε αυτό ακριβώς το πρωτείο της ευφυΐας είναι η αιχμή του δόρατος του συγκεκριμένου πνεύματος, το οποίο δεν το πρεσβεύει και το εναγκαλίζεται απλώς, αλλά κυρίως βιο-πορίζεται, ρεαλιστικά και συμβολικά, από αυτό. Κι αυτή ειδικά η διάσταση του βιοπορισμού είναι ένα όντως ακαταμάχητο εμπόδιο στην απεξάρτηση των ανθρώπων από το πρωτείο της ευφυΐας. Διότι δεν πρόκειται απλώς για το ψωμοτύρι του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά για ένα σφιχτό πλέγμα ιδιοπαθειών, οι οποίες κατευθύνουν πλήρως τη ζωή του: η δόξα, το χρήμα και η ηδονή αποτελούν τα νεύρα του.
Εντέλει, το ερώτημα το οποίο γεννιέται είναι: μπορούν να γίνουν διορθωτικές παρεμβάσεις σε αυτό το σύγχρονο ηγεμονικό μοντέλο του πρωτείου της ευφυΐας; Θα μπορούσε να γίνει εφικτή λ.χ. μια «δίαιτα της ευφυΐας: το ευνοϊκό κατάλυμα, η θεραπεία, ο ορίζοντας όπου ο οργανισμός ανθίζει αυτοπεριοριζόμενος», όπως ζητούσε ο μελετητής του Αριστοτέλη Pierre Aubenque[27]; Θα μπορούσε το πρωτείο της ευφυΐας να αντικατασταθεί από το πρωτείο της απλότητας, της ταπείνωσης, της πίστης και της αγάπης, από το πρωτείο της αγιότητας; Θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο και ανθρωπίνως ανέφικτο, διότι έχει τόσο βαθιά εδραιωθεί μέσα μας και τόσο πολύ αυτοπροωθείται παντού, με έναν μυστικιστικό μάλιστα τρόπο, η ευφυΐα ως παναξία και πανάκεια όλων των δεινών και γεννήτρια όλων των ωφελειών, ώστε θα πρέπει να αλλάξει η ίδια η δομή του κόσμου προς ένα καινούργιο, πλήρως ριζοσπαστικό, πνευματικό μοντέλο. Είναι, επιπλέον, τόσο άρρηκτα δεμένο, ενσωματωμένο, σωματο-ψυχικά με την ίδια τη σκηνοθετημένη δομή του σύγχρονου πολιτισμού, ώστε είναι πραγματικά α(κατα)νόητο πώς θα μπορούσε να αποδεσμευτεί. Είναι ο πολιτισμός που τροφοδοτείται από την ευφυΐα και είναι η ευφυΐα που μεταγγίζει το αίμα της στον πολιτισμό.
Αν μπορούσε κάποτε να εκλείψει αυτό το πρωτείο, όχι η ευφυΐα, να κατέβει δηλαδή στο ταπεινό επίπεδο των ισόκυρων, έστω, εκδοχών ανάμεσα στις άλλες ανθρώπινες ποιότητες, τότε θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να προσδιορίσουμε με τι θα ήταν δυνατόν να μοιάζει μια ευφυΐα αποδεσμευμένη από το πρωτείο της. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει όχι μια απλή διευθέτηση/διαχείριση των όρων και των ορίων, αλλά έναν ηφαιστειώδη, κοσμογονικό και αφόρητα έμπονο μετασχηματισμό των πάντων. Συνεπώς, θα γινόταν με έναν κρότο ή με έναν λυγμό[28]; Έχουμε μπροστά μας όλες τις δυνατότητες ανοιχτές για να αναγνωρίσουμε κάποτε τη ριζική πραγματικότητά τους.
Σημειώσεις
[1] Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, μετ. Επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2020, 129-130.
[2] Ζαν-Ζακ Σάλομον, Επιβιώνοντας της Επιστήμης, μετ. Αθανασίας Τριανταφυλλοπούλου, Αθήνα 2003, 115.
[3] Carl Mitcham, Η Τεχνολογική Σκέψη. Το μονοπάτι μεταξύ μηχανοτεχνίας και φιλοσοφίας, μετ. Χαράλαμπος Κόκκινος – Γιάννης Νιάδας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 2005, 352.
[4] A. Σμυρναίος, «Φιλοσοφώντας για και με τα παιδιά: Όταν η φιλοσοφία συναντά την ιστορία και την παιδαγωγική», στο: Ludwig Duncker-Χρήστος Γκόβαρης (επιμ.), Φιλοσοφώντας με παιδιά στο Δημοτικό Σχολείο: Θεωρία και Παραδείγματα, Αθήνα 2020, 81-99.
[5] Alain Finkiekraut, Η αχαριστία. Συζήτηση για την εποχή μας με τον Αντουάν Ρομπιτάιγ, μετ. Βίκυ Ιακώβου, Scripta, Αθήνα 2005, 108.
[6] π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Η ανοικτή ιστορία και οι εχθροί της. Η άνοδος του βελούδινου ολοκληρωτισμού, Αθήνα 2020.
[7] Α΄ Προς Κορινθίους, 1, 26.
[8] Ό.π., 26-28.
[9] Ό.π., 19.
[10] Ό.π., 20.
[11] Ό.π., 21.
[12] Ό.π., 25.
[13] Ό.π., 2, 6-7.
[14] Προς Κολασσαείς, 2, 3.
[15] Jean Baudrillard, Paroxysm: Interviews with Phillippe Petit, transl. Chris Turner, Verso, London & New York 1998, 38.
[16] Oscar Wilde, The Picture of Dorian Gray, Alma, London 2008, 23.
[17] «Ζω ολοένα και περισσότερο με τη συνειδητοποίηση και την αίσθηση της παρουσίας του άγνωστου μέσα στο γνωστό, του αινίγματος μέσα στο τετριμμένο, του μυστηρίου σε κάθε πράγμα και κυρίως των προόδων μιας νέας άγνοιας σε κάθε πρόοδο της γνώσης… δεν ζούμε απλώς μια μυστηριώδη περιπέτεια. Μας κατοικεί το ίδιο μας το μυστήριο», εφόσον «το μη διανοηθέν και το αδιανόητο είναι πιο παρόντα παρά ποτέ». Εντγκάρ Μορέν, Η Μέθοδος 5. Η ανθρωπινότητα της ανθρωπότητας. Η ανθρώπινη ταυτότητα, μετ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 2005, 413.
[18] «‘Μυστήριο’, ‘μυστηριώδης’ είναι λέξεις στρωμένες με σημασίες χιλιάδων χρόνων. Στην καρδιά αυτών των σημασιών βρίσκεται η κατανόηση πως το μυστήριο είναι η πιο πολύπλοκη αλήθεια, η βαθύτερη σιγή, ενδεδυμένη μέσα σε αφηγήσεις, παιχνίδια ή ιερά σημεία. Το να είναι κάτι μυστηριώδες σημαίνει ότι υπάρχει έργο να γίνει, όχι μόνο από τον αφηγητή, όχι μόνο από τον συγγραφέα, όχι μόνο από τον κληρικό, αλλά από το ακροατήριο, τον αναγνώστη, τον έμπιστο. Δεν υπάρχει τέλος στο μυστήριο, μόνο άλλη μια μετάφραση, άλλη μια αφήγηση». Greg Dening, «Writing, rewriting the beach. An essay», στο: Alun Munslow & Robert A. Rosenstone (eds.), Experiments in Rethinking History, Routledge, New York and London 2004, 32.
[19] Α΄ Προς Κορινθίους, 2, 13.
[20] Β΄ Προς Κορινθίους, 1, 12.
[21] Β΄ Πέτρου, 3, 15.
[22] Ιακώβου, 1, 5.
[23] Ό.π., 1, 6-8.
[24] Αντώνη Σμυρναίου, «Επιστημονικό φαντασιακό vs. Ορθόδοξη θεολογία: Σύγκλιση, συνοδοιπορία ή αντίστιξη;», στο: Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για τα 100 χρόνια του περιοδικού Θεολογία: Η Ορθόδοξη θεολογία εν πορεία στην “άυλη πραγματικότητα” της ύστερης νεωτερικότητας, Θεολογία 95, 3 (2024), 77-78.
[25] Ανδρέου Ιεροσολυμίτου, Τροπάριο Αίνων των Χριστουγέννων.
[26] Σάλομον, ό.π., 313.
[27] Ό.π., 419.
[28] «Έτσι τελειώνει ο κόσμος/ έτσι τελειώνει ο κόσμος/ έτσι τελειώνει ο κόσμος/ όχι με έναν κρότο, μα με έναν λυγμό». T.S. Eliot, «Κούφιοι άνθρωποι» (1925).
Αντώνης Λ. Σμυρναίος, Καθηγητής Παν. Θεσσαλίας
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, δημιουργίες από την συλλογή του Γιώργου Κόρδη «Όμορφη Πόλη» (1995).