Το πρωτείο της ευφυΐας στον νεο-αρειανισμό: Σκέψεις πάνω στη σύγχρονη φιλοσοφία της παιδείας

5
2770

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς απέδωσε κάποτε στον σύγχρονο πολιτισμό τα χαρακτηριστικά ενός νεο-αρειανισμού. Σύμφωνα με τον Σέρβο αυτόν άγιο του 20ού αιώνα, στο βιβλίο του Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ο «αρειανισμός δεν έχει ακόμη ταφεί, σήμερα είναι περισσότερο της μόδας παρά ποτέ άλλοτε… Έχει διαχυθεί ως ψυχή στο σώμα της σύγχρονης Ευρώπης… Με τη ζύμη του αρειανισμού έχει ζυμωθεί και η φιλοσοφία της Ευρώπης και η επιστήμη της και ο πολιτισμός της και εν μέρει η θρησκεία της»[1]. Κατά τον άγιο Ιουστίνο, η πηγή αυτού του νεο-αρειανισμού είναι το γεγονός ότι ο δυτικός άνθρωπος κατέστησε τον εαυτό του μέτρο όλων των πραγμάτων και ο,τιδήποτε υπερχειλίζει και υπερβαίνει τον έλεγχό του το αρνείται και το απαξιώνει.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του πνεύματος, που θεωρούμε ότι είναι το πρωτείο της ευφυΐας και να το συνδέσουμε με κάποιες σκέψεις πάνω στη σύγχρονη φιλοσοφία και πράξη της εκπαίδευσης. Τι είναι άραγε το πρωτείο της ευφυΐας; Είναι η θεωρητική και πρακτική εδραίωση της ευφυΐας στον θρόνο ενός παντεπόπτη νου και η αξιολόγηση κάθε έμβιας και άβιας ύπαρξης με βάση αποκλειστικά την ευφυΐα. Οποιοσδήποτε δεν λογίζεται και δεν βαθμολογείται μάλιστα ως ευφυής, με βάση όμως τα ειδικά κριτήρια αυτού του παντεπόπτη, μόλις που θα μπορούσε να αξιωθεί της ίδιας της προσωνυμίας του ανθρώπου. Και παρά τα οικουμενικά ρητορικά κηρύγματα περί αλληλεγγύης και συμπερίληψης και ειδικών ικανοτήτων, αυτό το πρωτείο παραμένει αδιαπραγμάτευτο. Ο λόγος είναι ότι η ευφυΐα αποτελεί την αιχμή του δόρατος για την εξάσκηση μιας αποκλειστικής, παγκόσμιας ηγεμονίας.

Η ευφυΐα βεβαίως συνδέεται άμεσα με τον ορθολογισμό, είναι η πηγή του, δηλαδή πρόκειται για μια αντιμετώπιση των πάντων που έχει καταλήξει σήμερα να είναι αλγοριθμική. Γεννημένος, με τη νεότερη μορφή του, μέσα στον ρωμαιοκαθολικό σχολαστικισμό, ανανέωσε κατόπιν τη δυναμική του απορρίπτοντας κάθε θεολογική αναφορά για να αγκιστρωθεί τελικά στην επιστήμη και την αυτο-αναφορικότητά της, ως σωσίβιο. Η εμπιστοσύνη στη Θ. Πρόνοια και η δέσμευση από το θρησκευτικό ιερατείο αντικαταστάθηκε ασμένως από την εμπιστοσύνη στην επιστημονική και τεχνολογική πλέον πρόνοια και από το νέο ιερατείο των επιστημόνων/τεχνοκρατών. Εχθρός του ορθολογισμού ήταν και είναι η δεισιδαιμονία και ο ανορθολογισμός που συνδέθηκαν άρρηκτα με τη θρησκευτικότητα μέχρι σήμερα, αν και, πλέον, ψυχαναλυτές, ανθρωπολόγοι, σημειολόγοι και φιλόσοφοι έφτασαν να αναδεικνύουν την πρωτοκαθεδρία του ασυνειδήτου, της μυστηριακής, φαντασιακής διάστασης, ακόμη και στις πιο ορθολογικές ενέργειες των ανθρώπων. Είναι σήμερα λοιπόν που από το κυρίαρχο IQ προσορμιστήκαμε στο EQ (στην Emotional Intelligence), είναι σήμερα που περιγράφονται, μελετώνται και διδάσκονται τα 8 ή 10 πλέον είδη της νοημοσύνης, είναι σήμερα που η εντατική ενασχόληση με την αστρολογία και τις παραθρησκευτικές σέκτες έχει γίνει must σε πολλούς κύκλους, μορφωμένων και μη.

Αλλά, παρά την οικουμενική και επιστημονική αυτή διολίσθηση, αυτός ο ορθολογισμός παραμένει αμετανόητος! Και το δεσμευμένο από αυτόν πρωτείο της ευφυΐας καλά κρατεί! Η αιτία αυτής της εμμονής, όπως μια σειρά από δυτικούς κυρίως στοχαστές έχει πειστικά δείξει, είναι ότι το πνεύμα της τεχνολογικής καινο-θηρίας που έχει ιδιαζόντως καταλάβει τη Δύση, δεν είναι τόσο παιγνιώδες και ανακουφιστικό όσο προβάλλεται, αλλά είναι απότοκος του παντοδύναμου πνεύματος της ισχυο-θηρίας, το οποίο πρωτίστως την ενδιαφέρει, μια ισχυο-θηρία που είναι βεβαίως, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, μιλιταριστική.

Καινο-θηρία και ισχυο-θηρία είναι δεμένες άρρηκτα σαν το φως με τη σκιά. Όπως θα μας υπενθυμίσει ο Σάλομον: «Δεν αγοράζει κανείς ειδήμονες, τεχνικούς και συσκευές για να γνωρίσει την αλήθεια, αλλά για να αυξήσει την ισχύ»[2]. Και αυτή η ισχύς έχει απόλυτη ανάγκη την ευφυΐα για να πολλαπλασιαστεί καρκινικά, για να επιτύχει ακόμη περισσότερη ισχύ, για να θέσει στα πόδια της την παγκόσμια εξουσία. Ευφυΐα και δημιουργικότητα, τεχνολογική όμως και όχι ανθρωπιστική δημιουργικότητα, συνεπιμελούνται τον σύγχρονο κόσμο.

Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός στηρίχθηκε εξ ολοκλήρου πάνω στο πρωτείο της ευφυΐας, που εκφράστηκε αποφθεγματικά με το καρτεσιανό cogito. Στηρίχθηκε κυρίως σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κωδική ευφυΐα, δηλαδή μια τεχνολογική, αλγοριθμική νοημοσύνη, που δεξιώθηκε την ευρύτατη μαθηματικοποίηση και ποσοτικοποίηση του κόσμου, δηλαδή τον πλήρη έλεγχο του κόσμου με ένα και μοναδικό εργαλείο. Όχι μια συνολοποιητική, πνευματική νοημοσύνη, που, τουλάχιστον, ισοστατεί ανάμεσα στο υλικό, το ψυχικό και το νοητικό, αλλά μια ευφυΐα παραγωγική και αποτελεσματική, που γεννά και διασπείρει κώδικες, που επιζεί και βιοπορίζεται από κώδικες. Διότι ο κώδικας είναι ακριβώς το αρχιμήδειο σημείο κάθε σύγχρονου εγχειρήματος, διότι συμπυκνώνει εντός του την επιθυμητή δομή και φύση ενός πνεύματος υποχρεωτικής και αέναης επιπτύχωσης των πάντων.

Η σύνδεση ευφυΐας και εκπαίδευσης έγινε έκτοτε αναπόδραστη. Δεν κατοχυρώνεται πλέον η ευφυΐα, χωρίς μια πιστοποιημένη, ανώτατη ειδικά εκπαίδευση και μάλιστα σε κορυφαία εκπαιδευτικά ιδρύματα του κόσμου. Παρότι η λεγόμενη θυμοσοφία αναγνωρίζεται που και που ως μια απλοϊκή ή πρωτόγονη μορφή ευφυΐας, η οποία όμως στέκεται αρωγός μόνο στη διαχείριση των τεκταινομένων και όχι στην ιλιγγιώδη επιτάχυνση της ιστορίας, η κωδική ευφυΐα αποδεικνύεται ως το αποκλειστικό κριτήριο των πάντων στο σύγχρονο, ηγεμονικό πλέον, σύνδρομο τεχνο-επιστήμης και καταναλωτισμού. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι η δόξα, το χρήμα και η ηδονή, τρεις από τις θεμελιώδεις εξαρτήσεις του ανθρώπου από τον κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου, εξάγονται πλέον ευθέως από αυτό το πρωτείο.

Στην προσπάθεια παγκόσμιας επιβολής αυτού του πρωτείου διεξάγονται λοιπόν συνεχείς διαγ(κ)ωνισμοί ευφυΐας, με εξαιρετική διαφημιστική προβολή μάλιστα όσων ξεπερνούν τα προκαθορισμένα όρια των δεικτών, προσπορίζοντας στους νικητές αυξημένο εγχώριο και διεθνές prestige. Αυτό το prestige είναι λόγος αναγκαίος και ικανός για το brain drain, αλλά και δέλεαρ για εταιρείες και ιδρύματα που αναζητούν εναγωνίως από την παγκόσμια περιφέρεια τον ιδιοφυή άνθρωπο, για να τον εντάξουν στα παραγωγικά, τεχνολογικά projects τους, έτσι ώστε να ανταγωνιστούν και να προωθήσουν αποτελεσματικότερα τα πρωτοπόρα κάθε φορά προϊόντα τους. Ο στόχος είναι να γεννηθούν οπαδοί του «τεχνολογικού έρωτος», κατά την έκφραση του Jacob Hommes[3].

Στο ηγεμονικό αυτό πλαίσιο αναζητείται και καλλιεργείται, μέσα στην ίδια την εκπαίδευση, η έννοια του «μικρού επιστήμονα»[4], ενός παιδιού δηλαδή, το οποίο, με μια έγκαιρη και στοχευμένη προσοικείωση με τα ρομποτικά λ.χ. τεχνουργήματα ή με εκείνα, πλέον, της Τεχνητής Νοημοσύνης, θα αναλάβει, όταν ενηλικιωθεί, να εξακτινώσει τα δεδομένα σχέδια της ιλιγγιοποίησης της ιστορίας, αυτής της εμπύραυλης προόδου προς ένα μέλλον που είναι κιόλας εδώ. Γι’ αυτό και «τώρα, δεν είναι πλέον το παιδί που έχει ανάγκη το μέλλον, αλλά μάλλον το μέλλον που έχει ανάγκη το παιδί»[5], όπως θα τονίσει ο Γάλλος φιλόσοφος Finkiekraut. Είναι το μέλλον που αποζεί από την παιδικότητα, είναι αυτό που «τρέφεται» από τα παιδιά, είναι αυτό που η υλικότητά του ή η αϋλία του συγκροτείται από σπάργανα και συντηρείται μέσα στη εκρηκτική γειτονία των πολλαπλών γεννήσεων.

Η προώθηση της παν-ιδέας της ευφυΐας στο ευρύτερο κοινό έγινε εφικτή μέσω της διαφήμισης. Από το παλιό εκείνο motto «οι ξύπνιοι οδηγούν Ρενώ» της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα «έξυπνα όπλα», τις «έξυπνες συσκευές», τα «smart gadgets» του σήμερα και τα extra gadgets του εγγύτατου αύριο, καθώς και τα «έξυπνα όπλα», ο ευφυής είναι πρωτίστως ο έ-ξυπνος, δηλαδή ο επιτέλους αφ-υπνισμένος από ένα παρελθόν που κατοχυρώνεται ως εξάπαντος οπισθοδρομικό, φονταμενταλιστικό, μισαλλόδοξο, άξιο του ageism και ευεπίφορο μιας νεαροποίησης, ένα παρελθόν από το οποίο έφτασε ο καιρός να αφυπνιστούμε σε μια καινούργια πραγματικότητα.

Μάλιστα είναι τόσο προσκολλημένος ο κόσμος στην ευφυΐα, τόσο πολύ βιοπορίζεται από αυτήν, νοητικά, συναισθηματικά, συμβολικά κλπ., ώστε και η παραμικρή αμφισβήτησή της αγγίζει τα όρια της ανηθικότητας: είναι ανήθικο να την κατηγορείς, κακόηθες να της ρίχνεις την ευθύνη λ.χ. για τις καταστροφές στον κόσμο, αυτή που θεωρείται, αδιαφοροποίητα, και ως δώρο του Θεού. Το παράδοξο είναι ότι τέτοιες απόψεις αποκαλύπτουν τον Θεό ως δωροδότη μιας ευφυΐας, οι θιασώτες και κάτοχοι της οποίας έχουν αυτο-επιφορτιστεί ακριβώς να Τον αρνηθούν! Διότι είναι γνωστό ότι πολλοί από τους ευφυείς δωρολήπτες έχουν ήδη απαξιώσει την ίδια την πηγή τους, σφετερίζονται την εκροή της, δεσμεύοντάς την αποκλειστικά στον εαυτό τους και την ισχύ τους. Επιπλέον, είναι αυτοί που έχουν εγκλωβίσει τον Θεό στο μισητό σύμπαν της ανορθολογικότητας και των προλήψεων και επιχειρούν μέσω ευφυών θεωριών και επιτευγμάτων να ακυρώσουν την ιστορία Του και την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, αν λ.χ. η ευφυΐα ακινητοποιεί τον κόσμο σε ένα σύμπαν εγκλειστικής αυταρχικότητας, βελούδινης[6] ή μη, όπως έχει συμβεί τους τελευταίους αιώνες με πλείστα ευφυή προϊόντα, μπορεί να θεωρείται ακόμη ως θεϊκό δώρο;

Τι συμβαίνει όμως με το πρωτείο της ευφυΐας στην Ορθόδοξη παράδοση και πνευματικότητα; Υπάρχει; Και πώς αποτιμάται; Είναι γεγονός ότι υπήρξαν μέσα σε αυτήν λαϊκοί ή κληρικοί παντός βαθμού, αναγνωρισμένοι ως άγιοι αλλά και με πιστοποιημένη μεγάλη μόρφωση, που σημαίνει ότι κατείχαν και μια ιδιαίτερη ευφυΐα αλλά και ένα μεγαλειώδες συγγραφικό έργο, ο αριθμός τους όμως ήταν εξαιρετικά περιορισμένος, αν κανείς δει τα στατιστικά δεδομένα του καθ’ ημάς αγιολογίου. Ήδη ο Απ. Παύλος το είχε προαναγγείλει διαπιστώνοντας απλώς τα αποτελέσματα του ευαγγελικού προσκλητήριου της εποχής του: «Βλέπετε γαρ την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς»[7]. Όσον αφορά τους αγίους ειδικά του 20ού ή του 21ου αιώνα, δηλαδή μιας εποχής όπου η μόρφωση και η ευφυΐα θεωρούνται πλέον εκ των ουκ άνευ, παρατηρούμε ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πολύ περιορισμένης εκπαίδευσης. Αυτή η στατιστική υστέρηση άραγε τι σηματοδοτεί;

Η λέξη ευφυΐα δεν υπάρχει ούτε στην Παλαιά ούτε στην Καινή Διαθήκη, αλλά νομίζω ότι κάποιοι θα ήταν πρόθυμοι να την αντικαταστήσουν με τη λέξη σοφία, εφόσον και σήμερα, που η λέξη σοφία χρησιμοποιείται σπανιότερα από τους συγχρόνους μας, υποκινείται συχνά η ταύτιση της ευφυΐας με τη σοφία, την αυθεντική δηλαδή γνώση, την ιδιαίτερη γνωστική ικανότητα της αυθεντίας, της επιστημονικής όμως αυθεντίας.

Η λέξη σοφία λοιπόν παρουσιάζεται 53 φορές μέσα στην Καινή Διαθήκη. Έτσι, είναι κλασική η διατύπωση του Απ. Παύλου: «… αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνῃ, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνῃ τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήσῃ»[8]. Ο Θεός είναι αυτός που θα απωλέσει «την σοφίαν των σοφών» και θα αθετήσει «την σύνεσιν των συνετών»[9]. Είναι αυτός που «εμώρανεν την σοφίαν του κόσμου τούτου», ρωτώντας μάλιστα ρητορικά ο Απόστολος: «Πού σοφός; πού γραμματεύς; πού συζητητής του αιώνος τούτου;»[10]. Πού είναι επίσης και εκείνοι «οι κομψοί των ασεβών», τους οποίους «εφίμωσε» η αγ. Αικατερίνη;

Η σοφία μάλιστα αυτή δεν είναι γένους ιουδαϊκού, για το οποίο το Ευαγγέλιο είναι «σκάνδαλο» επειδή οι Ιουδαίοι ζητούν «σημεία», αλλά ελληνικού, δηλαδή διαλεκτικού, είναι χρήση λόγου περίπλοκου και εκλεπτυσμένου, για το οποίο αυτό το Ευαγγέλιο αποτελεί «μωρία». Γιατί όμως ο Θεός πριμοδοτεί, τόσο απόλυτα μάλιστα, τα «μωρά», τα «ασθενή», τα «αγενή» και τα «εξουθενωμένα», μη διστάζοντας μάλιστα να τα αποκαλέσει και ως «μη όντα» (!), δηλαδή εμφανίζοντάς τα ως εντελώς αντίθετα από αυτά που εκθειάζει ο σύγχρονός του πολιτισμός; Πέντε συνεχόμενες λέξεις ανθρώπινου εξευτελισμού για να μην μείνει σε κανέναν καμιά αμφιβολία για ποιους και σε ποιους τελικά απευθύνεται! Η απάντηση είναι σαφής: «Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας»[11].

Ο Απ. Παύλος δεν φείδεται λοιπόν καθόλου να συνδέσει το κήρυγμά του με τη μωρία, την εξουθενωμένη από τους ευφυείς και λογίους του αρχαίου κόσμου απλοϊκότητα, που εκλαμβάνεται από αυτούς και ως βραδύνοια, αμβλύνοια ή ηλιθιότητα, για να δείξει τη ριζική και ουσιαστική μεταστροφή των όρων και των δεδομένων της νέας αυτής θεϊκής προσέγγισης. Αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν ήταν πάντοτε έτσι. Εξ αρχής ο Θεός συνέδεσε τη σοφία του δημιουργημένου από Εκείνον ανθρώπου με τη δική Του σοφία, ελπίζοντας ότι η δωροληψία της θα καταστήσει ικανή και την ανθρώπινη σωτηρία. Αλλά η πρώτη εκείνη σοφία με την Πτώση αποκόπηκε, ανεξαρτητοποιήθηκε από τη δεύτερη, την απέρριψε, παρά την επιθυμία του Θεού. Για τον λόγο αυτόν έγινε ακατάλληλη για να επιτελέσει τον θεμελιώδη στόχο της Δημιουργίας: να γνωρίσει ο άνθρωπος τον Θεό και κατά συνέπεια να σωθεί δι’ Αυτού. Η γνώση λοιπόν συναρτάται με τη σωτηρία. Αφού όμως αυτή η δωρεά απορρίφθηκε, η ευδοκία Του κινητοποίησε άλλα μέσα για να σώσει και πάλι τον άνθρωπο, προσφέροντάς του ένα κήρυγμα/μήνυμα χωρίς λεκτικούς, φιλοσοφικούς ακροβατισμούς, που δεν αποβλέπουν δηλαδή στον νου, τη διανοητική ικανότητα και ευφυΐα του, αλλά στην ίδια τη βαθύτατη ψυχή του ανθρώπου, γεγονός που μπορούσε πλέον να επιτευχθεί μόνο διαμέσου της πίστης.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι επρόκειτο περί «ευ-δοκίας», όχι παραχώρησης, όχι ελέους, όχι ανοχής, αλλά περί μας ιδιάζουσας ευεργεσίας, δηλαδή μιας πλήρως εμπρόθετης ενέργειας. Θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε ότι ολόκληρο το είναι του Θεού συντάσσεται με αυτήν την ευδοκία ειδικά στη μωρία του κηρύγματος. Μωρό, απλοϊκό, κήρυγμα και πίστη συνδυάζονται έτσι άρρηκτα και αποκτούν μια κοσμογονική σημασία, αλλάζοντας πλήρως τις προδιαγραφές του κόσμου, σε τέτοιο βαθμό ώστε η πίστη φαίνεται εν πολλοίς να αδυνατεί να εκδηλωθεί όταν υπάρχει και μάλιστα ηγεμονεύει η, αποκομμένη από τον Θεό, ανθρώπινη σοφία. Διότι η πίστη δύναται να εγερθεί και να καλλιεργηθεί μόνο όταν υπάρχει ανθρώπινη αδυναμία και η βαθιά επίγνωσή της, όταν αφαιρούνται τα εχέγγυα της σοφίας, οι βεβαιότητες ότι δια μιας εξαιρετικά ευφυούς πρακτικής εμπειρίας θα συντονιστεί ο κόσμος με τις επιθυμίες μας. Η πίστη δημιουργεί από μόνη της μιαν άλλην ισχύ, ανεξάρτητη αλλά και αμέτοχη της ορθολογικής ισχυο-θηρίας.

Περαιτέρω, ο Απ. Παύλος θα σπεύσει να διευκρινίσει, για να μην θεωρηθεί αυτός ο διανοητικός υποβιβασμός ως εντέλει αν-ίσχυρος, δηλαδή υπονομευμένος, από μέρους των νεοφώτιστων χριστιανών της Κορίνθου: «Το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων εστί»[12]. Εδώ διαδραματίζει εξαιρετικό αλλά παράδοξο ρόλο το «μωρόν» και το «ασθενές», τα οποία παρουσιάζονται στα μάτια των σοφών και ισχυρών ανθρώπων ότι είναι ιδιώματα «του Θεού», ανατρέποντας την μεταπτωτική κατάσταση του κόσμου και επαναφέροντας την έννοια της ισχύος, μεταπλασμένης όμως ως δυνατότητας επιβίωσης αλλά και σωτηρίας.

Έτσι η σοφία δεν απορρίπτεται από το Ευαγγέλιο, αλλά εντάσσεται σε άλλο πλαίσιο, έχοντας μια θεμελιώδη, υπερκόσμια, εξω-ιστορική, θεϊκή αναφορά, η οποία δεν είναι ποτέ αυτο-αναφορική. Αυτή η σοφία είναι «ου του αιώνος τούτου, ουδὲ των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων», διότι «λαλούμεν σοφίαν Θεού εν μυστηρίω, την αποκεκρυμμένην, ην προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών»[13]. Σε αυτή την άνωθεν σοφία «εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι»[14]. Έτσι η σοφία είναι θεϊκή αλλά ταυτόχρονα μυστηριώδης, δεν είναι δηλαδή σοφία που επιζητείται διακαώς η απο-μυστικοποίησή της, η απο-κωδικοποίησή της, όπως συμβαίνει λ.χ. με την τεχνολογική, για να έχει ένα απτό, πρακτικό και παραγωγικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, αρκετοί κοσμικοί στοχαστές είναι πλέον έτοιμοι και εκείνοι να παραδεχθούν ότι το ίδιο «το πραγματικό είναι ένα μυστήριο»[15], ότι «το αληθινό μυστήριο του κόσμου είναι το ορατό, όχι το αόρατο»[16], ότι «μας κατοικεί το ίδιο μας το μυστήριο»[17], ότι «δεν υπάρχει τέλος στο μυστήριο»[18] κλπ.

Έτσι, κατά τον Απ. Παύλο, όποια σοφία έχουν αποκτήσει οι άνθρωποι κατέρχεται άνωθεν, ως δωρεά, ανάλογα με το δοχείο της πίστης τους και της ασκητικής τους βιωτής, δεν αποτελεί προϊόν διανοητικής ή τεχνικής επεξεργασίας. Είναι μάλιστα μια σοφία, την οποία ο Θεός προόρισε  από την αρχή της Δημιουργίας με σκοπό όχι τίποτε υποδεέστερο αλλά την ίδια τη δόξα των ανθρώπων, την τιμή, την εσχατολογική αποτίμησή τους ως των αγαπημένων Του παιδιών. Γι’ αυτό ακριβώς και δεν είναι ανθρωπίνως διδακτή αλλά και υπερβαίνει κάθε είδους σύγκριση με τα ανθρώπινα παρασκευάσματα: «Λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ᾿ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες»[19]. Έχει μια υπερφυσική καταγωγή και μια μεταφυσική απόληξη, τίποτε ανθρώπινο δεν μπορεί, δεν επιτρέπεται να εμφιλοχωρήσει μέσα της.

Ο Απ. Παύλος λοιπόν καυχάται ότι «ουκ εν σοφία σαρκική, αλλ᾿ εν χάριτι Θεού ανεστράφημεν εν τω κόσμῳ»[20], ο δε Απ. Πέτρος θα γράψει στην δεύτερη επιστολή του ότι «ο αγαπητός ημών αδελφός Παύλος κατά την αυτώ δοθείσαν σοφίαν έγραψεν υμίν»[21]. Η σοφία λοιπόν αυτή παρα-δίδεται, προσφέρεται, δωρίζεται, και ο Απ. Ιάκωβος θα επιμείνει: «Ει δε τις υμών λείπεται σοφίας, αιτήτω παρά του διδόντος Θεού πάσιν απλώς και ουκ ονειδίζοντος, και δοθήσεται αυτώ»[22]. Έτσι, αν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει την έλλειψη αυτής της σοφίας καλείται από τον Απόστολο να τη ζητήσει από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος, όπως βεβαιώνει, την δωρίζει μάλιστα με απλοχεριά χωρίς να περιφρονεί και να εξευτελίζει ούτε τον άνθρωπο ούτε το αίτημά του. Ο όρος όμως για την εκπλήρωση αυτού του αιτήματος είναι αμετάκλητος: «Αιτείτω δε εν πίστει, μηδέν διακρινόμενος· ο γαρ διακρινόμενος έοικε κλύδωνι θαλάσσης ανεμιζομένω και ριπιζομένω˙ μη γαρ οιέσθω ο άνθρωπος εκείνος ότι λήψεταί τι παρά του Κυρίου˙ ανήρ δίψυχος ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού»[23]. Η ακλόνητη πίστη και όχι η διανοητική επεξεργασία είναι η βασική προϋπόθεση για τη λήψη της θεϊκής σοφίας.

Όλη αυτή η μικρή περιήγηση περί της σοφίας-ευφυΐας μέσα στην Ορθόδοξη παράδοση είναι ενδεχομένως αρκετή, ώστε να γίνει κατανοητή η αντιστροφή στην ποιότητα, την κατεύθυνση και τις ποικίλες διαστάσεις που εμφιλοχωρούν ανάμεσα στην ανθρώπινη ευφυΐα και τη θεϊκή σοφία, αν και μια πληρέστερη έρευνα στην Πατερική ειδικά γραμματεία θα μπορούσε να μας προσπορίσει περισσότερα εχέγγυα. Η πρώτη λοιπόν σοφία είναι αυτοαναφορική, ισχυο-θηρική, φιληδονική και δοξομανής. Ακόμη και αν επενδύεται με προσχήματα φιλανθρωπίας, αλληλεγγύης κλπ., ακόμη και αν κατασκευάζει φαντασμαγορικά τεχνολογικά επιτεύγματα, θεραπευτικά, ανακουφιστικά και διευκολυντικά, ακόμη και όταν χρησιμοποιεί το αποπλανητικό ιδεολόγημα περί καλής και κακής χρήσης της επιστήμης/τεχνολογίας[24], παραμένει ένα καθαρά ανθρώπινο δημιούργημα, άκρως ευεπίφορο επιπλέον σε μια, αδιόρατη συχνά, δαιμονική προσβολή, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλα τα ανθρώπινα.

Η δεύτερη όμως σοφία είναι πάνω απ’ όλα μυστήριο, το οποίο «ου φέρει έρευναν˙ πίστει μόνη τούτο πάντες δοξάζομεν, κράζοντες μετά σου και λέγοντες· Ανερμήνευτε Κύριε, δόξα σοι»[25]. Αυτός ο αινιγματικός χαρακτήρας της διαχέεται σε αμέτρητο πλήθος κειμένων αλλά και περιστατικών από τη ζωή των αγίων. Εκεί, αυτά που αποκαλούμε «θαύματα» αποτελούν αποκυήματα μιας θεϊκής σοφίας μέσω των εταστικών διαύλων απλών, απαίδευτων συχνά ανθρώπων, που αναγνωρίζονται όμως ως άγιοι από την Εκκλησία μας. Άγιοι που συνδυάζουν απλότητα, ταπείνωση, πίστη και αγάπη, θεμελιώδεις δηλαδή ποιότητες που βρίσκονται σε πλήρη απεξάρτηση, αδιαπραγμάτευτο απεγκλωβισμό από επεξεργασμένους, αλγοριθμικούς κώδικες ευφυΐας, που επιζητούν με συντονισμένη επιμέλεια, ζήλο αλλά και άπλετη χρηματοδότηση την απο-μυστηριοποίηση του κόσμου προς δόξαν ενός κυρίαρχου υποκειμένου.

Το πρωτείο της ευφυΐας αποτελεί λοιπόν ένα προβληματικό, εμπερίστατο επ-οικοδόμημα, ειδικά όταν σήμερα εγκατέλειψε την πνευματική σοβαρότητα, την τραγικότητα και τη μέριμνα, και πασπαλίζεται από αλαφροΐσκιωτες παιγνιώσεις και ηδονιστικές διεκδικήσεις. Ελπίζουμε ότι έχει γίνει κατανοητό ότι το πρόβλημα δεν είναι η ευφυΐα, αλλά το πρωτείο της, η ηγεμονία της, η αυτοαναφορικότητά της, η ισχυο-θηρία της, απορρίπτοντας κάθε άλλη προσέγγιση. Προβληματικός είναι και ένας πολιτισμός που την χρησιμοποιεί ως εργαλείο πασπαρτού, απαξιώνοντας παράλληλα οτιδήποτε δεν συνάδει με τις συγκεκριμένες προδιαγραφές του. Προβληματική είναι, τέλος, και η παιδεία και η εκπαίδευση, που επιφυλάσσουν και πριμοδοτούν αποκλειστικά την τεχνοκρατική κωδική ευφυΐα για τους εκπαιδευόμενους, απαξιώνοντας παράλληλα και τις ανθρωπιστικές επιστήμες ως αντιπαραγωγικές, ως μη-χρησιμοθηρικές αλλά και ως «μπαρόκ αναφορές»[26]. Αν λοιπόν κυριαρχεί σήμερα ένας πολιτισμικός και θρησκευτικός νεο-αρειανισμός, κατά τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, τότε αυτό ακριβώς το πρωτείο της ευφυΐας είναι η αιχμή του δόρατος του συγκεκριμένου πνεύματος, το οποίο δεν το πρεσβεύει και το εναγκαλίζεται απλώς, αλλά κυρίως βιο-πορίζεται, ρεαλιστικά και συμβολικά, από αυτό. Κι αυτή ειδικά η διάσταση του βιοπορισμού είναι ένα όντως ακαταμάχητο εμπόδιο στην απεξάρτηση των ανθρώπων από το πρωτείο της ευφυΐας. Διότι δεν πρόκειται απλώς για το ψωμοτύρι του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά για ένα σφιχτό πλέγμα ιδιοπαθειών, οι οποίες κατευθύνουν πλήρως τη ζωή του: η δόξα, το χρήμα και η ηδονή αποτελούν τα νεύρα του.

Εντέλει, το ερώτημα το οποίο γεννιέται είναι: μπορούν να γίνουν διορθωτικές παρεμβάσεις σε αυτό το σύγχρονο ηγεμονικό μοντέλο του πρωτείου της ευφυΐας; Θα μπορούσε να γίνει εφικτή λ.χ. μια «δίαιτα της ευφυΐας: το ευνοϊκό κατάλυμα, η θεραπεία, ο ορίζοντας όπου ο οργανισμός ανθίζει αυτοπεριοριζόμενος», όπως ζητούσε ο μελετητής του Αριστοτέλη Pierre Aubenque[27]; Θα μπορούσε το πρωτείο της ευφυΐας να αντικατασταθεί από το πρωτείο της απλότητας, της ταπείνωσης, της πίστης και της αγάπης, από το πρωτείο της αγιότητας; Θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο και ανθρωπίνως ανέφικτο, διότι έχει τόσο βαθιά εδραιωθεί μέσα μας και τόσο πολύ αυτοπροωθείται παντού, με έναν μυστικιστικό μάλιστα τρόπο, η ευφυΐα ως παναξία και πανάκεια όλων των δεινών και γεννήτρια όλων των ωφελειών, ώστε θα πρέπει να αλλάξει η ίδια η δομή του κόσμου προς ένα καινούργιο, πλήρως ριζοσπαστικό, πνευματικό μοντέλο. Είναι, επιπλέον, τόσο άρρηκτα δεμένο, ενσωματωμένο, σωματο-ψυχικά με την ίδια τη σκηνοθετημένη δομή του σύγχρονου πολιτισμού, ώστε είναι πραγματικά α(κατα)νόητο πώς θα μπορούσε να αποδεσμευτεί. Είναι ο πολιτισμός που τροφοδοτείται από την ευφυΐα και είναι η ευφυΐα που μεταγγίζει το αίμα της στον πολιτισμό.

Αν μπορούσε κάποτε να εκλείψει αυτό το πρωτείο, όχι η ευφυΐα, να κατέβει δηλαδή στο ταπεινό επίπεδο των ισόκυρων, έστω, εκδοχών ανάμεσα στις άλλες ανθρώπινες ποιότητες, τότε θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να προσδιορίσουμε με τι θα ήταν δυνατόν να μοιάζει μια ευφυΐα αποδεσμευμένη από το πρωτείο της. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει όχι μια απλή διευθέτηση/διαχείριση των όρων και των ορίων, αλλά έναν ηφαιστειώδη, κοσμογονικό και αφόρητα έμπονο μετασχηματισμό των πάντων. Συνεπώς, θα γινόταν με έναν κρότο ή με έναν λυγμό[28]; Έχουμε μπροστά μας όλες τις δυνατότητες ανοιχτές για να αναγνωρίσουμε κάποτε τη ριζική πραγματικότητά τους.

 

Σημειώσεις

[1] Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, μετ. Επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2020, 129-130.

[2] Ζαν-Ζακ Σάλομον, Επιβιώνοντας της Επιστήμης, μετ. Αθανασίας Τριανταφυλλοπούλου, Αθήνα 2003, 115.

[3] Carl Mitcham, Η Τεχνολογική Σκέψη. Το μονοπάτι μεταξύ μηχανοτεχνίας και φιλοσοφίας, μετ. Χαράλαμπος Κόκκινος – Γιάννης Νιάδας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 2005, 352.

[4] A. Σμυρναίος, «Φιλοσοφώντας για και με τα παιδιά: Όταν η φιλοσοφία συναντά την ιστορία και την παιδαγωγική», στο: Ludwig Duncker-Χρήστος Γκόβαρης (επιμ.), Φιλοσοφώντας με παιδιά στο Δημοτικό Σχολείο: Θεωρία και Παραδείγματα,  Αθήνα 2020, 81-99.

[5] Alain Finkiekraut, Η αχαριστία. Συζήτηση για την εποχή μας με τον Αντουάν Ρομπιτάιγ, μετ. Βίκυ Ιακώβου, Scripta, Αθήνα 2005, 108.

[6] π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Η ανοικτή ιστορία και οι εχθροί της. Η άνοδος του βελούδινου ολοκληρωτισμού, Αθήνα 2020.

[7] Α΄ Προς Κορινθίους, 1, 26.

[8] Ό.π., 26-28.

[9] Ό.π., 19.

[10] Ό.π., 20.

[11] Ό.π., 21.

[12] Ό.π., 25.

[13] Ό.π., 2, 6-7.

[14] Προς Κολασσαείς, 2, 3.

[15] Jean Baudrillard, Paroxysm: Interviews with Phillippe Petit, transl. Chris Turner, Verso, London & New York 1998, 38.

[16] Oscar Wilde, The Picture of Dorian Gray, Alma, London 2008, 23.

[17] «Ζω ολοένα και περισσότερο με τη συνειδητοποίηση και την αίσθηση της παρουσίας του άγνωστου μέσα στο γνωστό, του αινίγματος μέσα στο τετριμμένο, του μυστηρίου σε κάθε πράγμα και κυρίως των προόδων μιας νέας άγνοιας σε κάθε πρόοδο της γνώσης… δεν ζούμε απλώς μια μυστηριώδη περιπέτεια. Μας κατοικεί το ίδιο μας το μυστήριο», εφόσον «το μη διανοηθέν και το αδιανόητο είναι πιο παρόντα παρά ποτέ». Εντγκάρ Μορέν, Η Μέθοδος 5. Η ανθρωπινότητα της ανθρωπότητας. Η ανθρώπινη ταυτότητα, μετ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 2005, 413.

[18] «‘Μυστήριο’, ‘μυστηριώδης’ είναι λέξεις στρωμένες με σημασίες χιλιάδων χρόνων. Στην καρδιά αυτών των σημασιών βρίσκεται η κατανόηση πως το μυστήριο είναι η πιο πολύπλοκη αλήθεια, η βαθύτερη σιγή, ενδεδυμένη μέσα σε αφηγήσεις, παιχνίδια ή ιερά σημεία. Το να είναι κάτι μυστηριώδες σημαίνει ότι υπάρχει έργο να γίνει, όχι μόνο από τον αφηγητή, όχι μόνο από τον συγγραφέα, όχι μόνο από τον κληρικό, αλλά από το ακροατήριο, τον αναγνώστη, τον έμπιστο. Δεν υπάρχει τέλος στο μυστήριο, μόνο άλλη μια μετάφραση, άλλη μια αφήγηση». Greg Dening, «Writing, rewriting the beach. An essay», στο: Alun Munslow & Robert A. Rosenstone (eds.), Experiments in Rethinking History, Routledge, New York and London 2004, 32.

[19] Α΄ Προς Κορινθίους, 2, 13.

[20] Β΄ Προς Κορινθίους, 1, 12.

[21] Β΄ Πέτρου, 3, 15.

[22] Ιακώβου, 1, 5.

[23] Ό.π., 1, 6-8.

[24] Αντώνη Σμυρναίου, «Επιστημονικό φαντασιακό vs. Ορθόδοξη θεολογία: Σύγκλιση, συνοδοιπορία ή αντίστιξη;», στο: Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για τα 100 χρόνια του περιοδικού Θεολογία:  Η Ορθόδοξη θεολογία εν πορεία στην “άυλη πραγματικότητα” της ύστερης νεωτερικότητας, Θεολογία 95, 3 (2024), 77-78.

[25] Ανδρέου Ιεροσολυμίτου, Τροπάριο Αίνων των Χριστουγέννων.

[26] Σάλομον, ό.π., 313.

[27] Ό.π., 419.

[28] «Έτσι τελειώνει ο κόσμος/ έτσι τελειώνει ο κόσμος/ έτσι τελειώνει ο κόσμος/ όχι με έναν κρότο, μα με έναν λυγμό». T.S. Eliot, «Κούφιοι άνθρωποι» (1925).

 

Αντώνης Λ. Σμυρναίος, Καθηγητής Παν. Θεσσαλίας

 

Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, δημιουργίες από την συλλογή του Γιώργου Κόρδη «Όμορφη Πόλη» (1995).

5 Σχόλια

  1. Το κείμενο είναι υποδειγματικό.
    Συγχαρητήρια. Εκ των κορυφαίων σας κειμένων.
    Ίσως βοήθησε το γεγονός ότι δεν ήταν τόσο μακροσκελές όσο προγούμενα.
    Θέλω να σταθώ, ανοίγοντας ένα παράθυρο διαλόγου, σε κάποιες καίριες επισημάνσεις σας για προφανή και εκρηκτικά προβλήματα, που όμως κανείς δεν τα σημειώνει. Και γι’ αυτό η συμβολή σας είναι σημαντική.
    Άλλωστε αυτό κάνει ένας σπουδαίος διανοητής: σημειώνει αβίαστα το δήθεν προφανές. Το ίδιο κάνει και ο αληθινός καλλιτέχνης.
    Για παράδειγμα, με απόλυτη φυσικότητα αναδεικνύεται στο κείμενο το πώς η κατάσταση αυτή που κυριαρχεί στον σημερινό κόσμο, κατάσταση ισχύος και ανορθολογισμού κατά βάσιν (παρά τα, συχνά, αντιθέτως λεγόμενα), κατ’ ουσίαν στρατολογεί ιδιοφυίες με έναν καλά οργανωμένο τρόπο.
    Θα προσέθετα εδώ: Πώς το κατορθώνει αυτό;
    Φροντίζοντας να διασφαλίζει το έδαφος καλλιέργειάς τους (ένα είδος φυτώριου), εν συνεχεία στέλνοντας “scouters” (ανιχνευτές ταλέντων) για να αναζητήσουν τις ταλαντούχες ιδιοφυίες, και τέλος προσφέροντάς τους τα εχέγγυα για την απρόσκοπτη ένταξη τους στην σύγχρονη επιστημονική δουλοπαροικία.
    Πρόκειται δηλαδή για ένα είδος παιδομαζώματος κυριολεκτικώς. Κάθε ικμάδα παιδική, κάθε μόχθος οικογενειακός ή κοινωνικός, κάθε προϊόν της Παράδοσης και του Πολιτισμού ακόμα και σε επικράτειες με ιστορία χιλιετιών, ρίχνονται στη χοάνη της αξιοποίησής τους. Και βεβαίως-πολυειπωμένο αυτό-με τη σύμφωνη γνώμη των ιδίων των νεο-σκλάβων και των οικογενειών τους ή των κοινωνιών τους, και με περαιτέρω αισθήματα ανακούφισης και ευχαρίστησης. Δηλαδή, πρόκειται για το άκρον άωτον της αλλοτρίωσης, όπως ακριβώς διαβάζαμε περί αυτής σε κείμενα που γράφηκαν σχεδόν πριν από έναν αιώνα. Εδώ, θέλω να σημειώσω το εξής: Η (εκούσια) εσωτερίκευση του αισθήματος δουλείας, άνευ εξωτερικού καταναγκασμού, μπορεί να συμβεί σαφώς μέσα από μια-ενός είδους-παραπλάνηση ως αποτέλεσμα προπαγάνδας ή καθοδήγησης των ενστίκτων (καταναλωτική κοινωνία, υποσχέσεις ευζωίας στη βάση εξασφάλισης πλούοτου, δόξας, ισχύος-ένα ακαταμάχητο τρίπτυχο-ακόμη κι αυτή η αξιοποίηση της ευφυίας η οποία κολακεύει εξ ορισμού τον κάθε άνθρωπο) ή και εκφοβισμού στο πλαίσιο της βιοπολιτικής εξουσίας (τόσο πλέον συχνού και τετριμμένου στις μέρες μας, με κορυφή του παγόβουνου την πανδημία), αλλά για να αυτονομηθεί πραγματικά και να εδραιωθεί ως αυτοαναπαραγόμενος μηχανισμός εκούσιας προσέλευσης στον βωμό αλλότριων συμφερόντων, απαιτείται ουσιαστική αλλοτρίωση του ανθρώπου. Δηλαδή, το φαινόμενο κατά το οποίο ο άνθρωπος όχι απλώς αγνοεί το ποιος είναι, αλλά διακαώς ενστερνίζεται έναν αλλότριο “εαυτό” δια του οποίου μάχεται και τα ύστατα υπολείμματα αλήθειας εντός του.
    Ένα δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι η πολύ εύστοχη παρατήρηση που επικαλείσθε, του Σάλομον: ότι δεν αγοράζει κανείς ειδήμονες και τεχνικούς και συσκευές για να γνωρίσει την αλήθεια, αλλά για να αυξήσει την ισχύ. Αυτό είναι τόσο προφανές, και μάλιστα στη χώρα μας-γράφτηκαν ευτυχώς πολλά στο Αντίφωνο-εν μέσω της πανδημίας. Περαιτέρω ο δημόσιος διάλογος συνολικά διεξάγεται υπό τέτοιους όρους. Κακώς για παράδειγμα η χρήση των social media παρουσιάζεται ως ένας τρόπος ανώνυμης επίδειξης ισχύος. Η εστίαση γίνεται στην ανωνυμία, στη θρασυδειλία. Ενώ δεν επιδεικνύεται απλώς ισχύς. Αντιθέτως αγοράζεται και πωλείται ευθέως. Από ισχυρούς και μη ισχυρούς. Όλοι διεκδικούν ισχύ. Όροι όπως “τοξικός”, χρησιμοποιούνται για να αφανίσουν κυριολεκτικώς, κι όχι απλώς συμβολικώς, τον Άλλον. Κι αυτό εμφανώς πλέον αφορά και την παιδική ηλικία. Τα παιδιά προσέρχονται στον στίβο της ζωής αθλημένα, καλά προπονημένα στην διεκδίκηση, ούτε καν απλώς αναζήτηση ή διερεύνηση, της ισχύος. Είναι πεπεισμένα για την αξία της και λυσσαλέα διεκδικούν το δικαίωμα να ασκήσουν ισχύ. Κι όπως είναι γνωστό η φύση των πραγμάτων εμφανίζεται κατεξοχήν με διττές-εναλλακτικές μορφές ή λειτουργίες. Τα θύματα είναι και θύτες, και οι θύτες είναι και θύματα, διατηρώντας τη νοηματοδότηση αυτών των αντιφάσεων ακριβώς πάνω στον κοινό παρονομαστή της ισχύος. Κανείς δεν διανοείται να τεθεί ενάντια στην ισχύ του ειδήμονος. Επιμένω: περισσότερο και από την θεοποίηση και ανορθολογική θρησκειοποίηση της Επιστήμης, αυτό που ιεροποιείται είναι η ισχύς. Αυτό δηλαδή είναι το ταμπού. Θα έλεγα εδώ ότι τρόπον τινά το ασυνείδητο επιστρέφει ως συνειδητό. Η διάχυτη εξωτερίκευση των συναισθημάτων υπηρετεί την ανάδυση των συνοδών ενορμήσεων οι οποίες πλέον τίθενται στην υπηρεσία ενός ανώτερου σκοπού, που αυτή τη φορά δεν είναι ιδεολογίες ή η Τέχνη ή άλλες παραδοσιακές στοχεύσεις, αλλά είναι η Ισχύς η ίδια. Ατόφια, καθαρή ισχύς.
    Η εικόνα εκατοντάδων πλέον, αν όχι χλιάδων, νέων Ελλήνων να ακκίζονται ως πειραματόζωα, αυτοθυσιαζόμενοι στον βωμό των κάθε είδους συμφερόντων είναι αποκαρδιωτική. Μπορεί να καθαγιάζεται μέσα από κολακείες και εκφοβισμούς που σταθερά κινούνται πέριξ της γενικευμένης ιατρικοποίησης κάθε πτυχής της ανθρώπινης δραστηριότητας που έχει ως κεντρικό άξονα το ζήτημα του θανάτου, αλλά η εικόνα είναι σαφής: Για την ισχύ αξίζει να θυσιάσω ακόμη και την ευγενέστερη πλευρά του εαυτού μου. Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή αναφωνούν όλοι συντονισμένα, την ώρα που εργάζονται συστηματικά στους δυνάστες τους. Αντίδωρο; Η ισχύς, ασχέτως με ποιο ένδυμα θα καλυφθεί.
    Το τρίτο σημείο στο οποίο θα ήθελα να επιμείνω είναι η “μωρία” ως εναλλακτική της “σοφίας” για την προσέγγιση της αληθείας. Μιλώ σχηματικά, βεβαίως. Ορθότατα, παραπέμποντας σε κείμενα της Αγίας Γραφής, τονίζεται ότι έως κι ο ίδιος ο Θεός “επιλέγει” τη μωρία, τον μωρόν λόγο θα έλεγα, ώστε να προσορμίσει τον άνθρωπο στα οικεία. Διόλου τυχαία, συνομολογούμε άπαντες (σε εκλάμψεις ειλικρίνειας…) ότι στα παιδιά βασιλεύει το αληθές, συμφωνόντας και επαυξάνοντας με αντίστοιχες ευαγγελικές νύξεις. Πάντοτε, όταν θέλουμε στ’ αλήθεια να βοηθήσουμε, επιστρατεύουμε τον απλό λόγο, διότι εμφανέστατα ισχύει, πως κάθε απόπειρα τεχνητής περιπλοκής στη ζωή μας συνιστά εν τέλει απόπειρα συσκοτίσεως ημών και των άλλων. Σε σχέση με την Επιστήμη όμως, με την λογική, με την θύραθεν παιδεία, με την ευφυΐα μας, την καλώς εννούμενη ως δυνατότητα του ανθρώπου ελευθέρως να αξιοποιήσει τις θείες δωρεές προς δικήν του σωτηρία, πώς τελικώς νοείται η “μωρία”; Ως παραίτηση, ως μοιρολατρεία; Θα προσέθετα εδώ, στις εύστοχες παρατηρήσεις περί της ταπείνωσης, της πίστεως και της αγάπης ως εξ ίσου ή μάλλον ως πλέον δυνατές επιλογές-στάσεις ζωής, καθώς και στις παρατηρήσεις για την καθ’ ημάς κυριαρχία αγίων με εικόνα κατώτερης παιδείας σύμφωνα με τα κοσμικά δεδομένα και κριτήρια, ότι η “μωρία” μπορεί να είναι και το αποτέλεσμα μιας αναγκαστικής εκ των πραγμάτων απαλλαγής από το εξουθενωτικό βάρος του διάκοσμου της κάθε κοσμικής σοφίας όπως αυτή συμπυκνώνεται τελικώς στην ανθρώπινη διάνοια, εκεί δηλαδή που ρυμουλκεί η σύγχρονη εποχή όλες τις εκφράσεις της ανθρώπινης λειτουργίας αφαιμάσσοντας κυριολεκτικώς την ζωτικότητα όλης της ανθρωπότητας.
    Αυτού του είδους η κατάληξη δεν είναι κατ’ αρχήν ούτε μια αρχαιελληνική έξις περί την αρετήν, πολλώ δέ μάλλον η προσδοκώμενη (σύμφωνα με την ορθόδοξη μας παράδοση) ελεύθερη κατάφαση στην σωτηρία μας. Όμως επ’ ουδενί πρέπει να υποτιμάται. Υπάρχουν στιγμές και περίοδοι, οπότε κανείς συντρίβεται, κι ολόκληρες κοινωνίες ενίοτε, και στα ερείπια ορθώνονται σεσωσμένοι οι κάθε λογής κεκαλυμμένοι πολύτιμοι λίθοι, στοιβαγμένοι σε σωρούς, αναξιοποίητοι, κι όμως σεσωσμένοι εξ αίτιας της ιδιαίτερης “ύλης” από την οποία πλάστηκαν.
    Ή όπως λέμε κάποτε: όλα εκείνα σώθηκαν εξαιτίας μιας μεγάλης πυρκαγιάς…
    Και τότε, πάνω σε κείνα τα συντρίμμια, οφείλουμε ο καθένας μας κι ολοι μαζί, να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρχουν ακόμη ζωντανά πρόσωπα, ζωντανά κυριολεκτικώς αλλά και κατ’ ουσίαν-θα έλεγα με ζωντανό τον πόθο της σωτηρίας-ώστε να διεκδικήσουν εκ νέου την ισχύ αυτή που φαίνεται ασθενής αλλά που οδηγεί ευθέως στη σωτηρία.
    Καλούμαστε όλοι, λοιπόν, αντί να σώσουμε τα φαινόμενα, να σώσουμε την πραγματικότητα, πάση θυσία.

  2. Αγαπητέ κ. Δαλαμάγκα, σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια, αλλά σας ευχαριστώ επίσης και χαίρομαι πολύ για το παράθυρο διαλόγου που θέλετε (και θέλω) να ανοίξουμε γι’ αυτά τα κρίσιμα προβλήματα… Οι επισημάνσεις σας είναι περισσότερο από καίριες (καθώς και η γλώσσα εκφοράς τους!) γιατί πρόκειται για ζητήματα ανέγγιχτα για τους πολλούς, αλλά ακόμη και στους ακαδημαϊκούς κύκλους, όπως μπορώ να γνωρίζω. Η “προφανής” αντιμετώπισή τους…σπάει όντως κόκαλα με την αφέλειά της, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε μια υπερβάλλουσα υπναγωγία, όπως έχω αλλού αποκαλέσει αυτήν την κατάσταση! Το προφανές, ως το κατ’ εξοχήν ορατό, αποτελεί ένα μείζον πρόβλημα… (Εξάλλου, όπως έλεγε ακριβώς και ο Oscar Wilde, “το μυστήριο του κόσμου είναι το ορατό, όχι το αόρατο”!).
    Ο Πατερικός λοιπόν συνδυασμός φιληδονίας, φιλοδοξίας, ισχυο-θηρίας και φιλοχρηματίας διαρρέει εγκάρσια κάθε επιστημονικό και καταναλωτικό εγχείρημα, με παντοτινή καύσιμη ύλη.. το “παιδομάζωμα”, όπως πολύ σωστά γράφετε, με τη σύντονη μάλιστα γνώμη όλων: παιδιών, γονέων, πολιτείας, δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών, εκκλησιαστικών συχνά κλπ. Αυτός ο συνδυασμός ή, αν θέλετε, η συμπαιγνία πρέπει όμως να λαμβάνεται καίρια υπόψη και να προηγείται σε κάθε αποτίμηση των επιτευγμάτων, όχι να έπεται, όπως συνήθως γίνεται, ως απλώς παράπλευρη απώλεια ή ζημία.
    Όσον αφορά μάλιστα το τρίτο σημείο που πολύ σωστά επίσης αναφέρετε, έχω προτείνει ακριβώς διάφορες προσεγγίσεις σε αυτό στο τελευταίο βιβλίο μου “Παιδαγωγική του Πολέμου: φιλοσοφικές και ιστορικές συζυγίες” (Αρμός, 2025). Ευχαριστώ και πάλι!

  3. Το κείμενο του αγαπητού κ. Αντώνη Σμυρναίου, προβάλλει την κατίσχυση της “ευφυίας” πάνω στη σύγχρονη κοινωνία (στους ανθρώπους και στις ποικίλες λειτουργίες της). Η έννοια “ευφυία” που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, ή καλύτερα το πολιτισμικό φαινόμενο που περιγράφει ο εν λόγω όρος, ερμηνεύεται πληρέστερα στο άρθρο όταν προσδιορίζεται ως απότοκο «του παντοδύναμου πνεύματος της ισχυο-θηρίας»• έννοια που θυμίζει το «τεχνικό πνεύμα» του Σπύρου Κυριαζόπουλου. Η «ευφυία» συζητείται τέλος εν αναφορά προς την ουμανιστική σοφία – το νέο-αρειανισμό – και τη Σοφία του Θεού.
    Το άρθρο εμπλουτίζει την κριτική του Ορθολογισμού και της άκριτης πίστης στην Επιστήμη, που έχει ήδη προηγηθεί με κορυφαίες μελέτες που προήλθαν τόσο από ιδιοφυείς επιστήμονες και φιλοσόφους όσο και βαθιά θεολογικά πνεύματα.
    Ανταποκρινόμενος στην πρόθεση διαλόγου του συγγραφέα καταθέτω δύο σύντομα σχόλια. Τα κριτικά αυτά σχόλια στην τεχνοεπιστήμη δεν προέρχονται από κάποια θεμελιώδη άρνηση της τεχνοεπιστήμης. Βασικό υποστηρικτικό επιχείρημα της εκτίμησης του γράφοντος στην τεχνοεπιστήμη συνιστά η προσωπική του ορμή για πρωτότυπη επιστημονική έρευνα του Διαστήματος και της σχέσεως Διαστήματος-Γης επί μισό αιώνα. Η κριτική προέρχεται από πολύ συγκεκριμένη πείρα αλλά και αγάπη για την Επιστήμη και τους αδελφούς στους οποίους φθάνουν οι εφαρμογές της.
    Α. Στην ουσία του προβλήματος που διερευνά ο συγγραφέας θα επιθυμούσα να ελκύσω την προσοχή του αναγνώστη σε μια σύντομη φράση. Πρόκειται περί αυτού που συμβαίνει γύρω μας ή πολύ κοντά μας, και σχετίζεται με το σχολιαζόμενο μυστήριο του «ορατού-αοράτου»: «ισχυο-θηρία που είναι βεβαίως, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, μιλιταριστική»!
    «Ισχυο-θηρία μιλιταριστική»! Και όμως μοιάζει παράδοξο ότι απασχολεί ελάχιστα την κοινωνία μας πως εκπαιδεύεται στην αυτοκαταστροφή της μέσω μιας «ευφυούς» μιλιταριστικής τεχνοεπιστήμης, που διαπερνά πλήθος από επιστημονικές έρευνες (ακόμη και με την επίκληση προσχηματικών αγαθών κοινωνικών στόχων).
    Β. Ένα δεύτερο σύντομο σχόλιο αφορά και επιτείνει σχόλιο του κ. Δαλαμάγκα αλλά και τις όψεις του ίδιου του άρθρου του κ. Σμυρναίου. Το φαινόμενο της τεχνοεπιστήμης ως εφαρμογή της ορθολογιστικής “ευφυίας” δεν απειλεί μόνο την κοινωνική «πρόοδο» αλλά και το άλλο διαφημιζόμενο αγαθό της επιστήμης: την “ελευθερία της σκέψης”. ¨Ο επιστήμονας που εργάζεται σε ορισμένες προχωρημένες περιοχές της τεχνοεπιστήμης και διατηρεί κριτικό επιστημονικό, κοινωνικό και ηθικό αισθητήριο διακρίνει ή και υφίσταται σοβαρές συνέπειες εκ του γεγονότος ότι η ελεύθερη έρευνα περιορίζεται δραματικά, καθόσον οι στόχοι της προσδιορίζονται από τους ήδη προδιαγεγραμμένους στόχους των χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων. Η ελευθερία της επιστημονικής σκέψης και δημιουργίας μπορεί να υφίσταται μόνο σταυρικά: απειλούμενη από το πολιτικοστρατιωτικό σύμπλεγμα και οργανισμούς που ελέγχονται από αυτό.
    Τελειώνω με θερμά συγχαρητήρια στον κ. Σμυρναίο για τη δημιουργική ανακίνηση του θέματος.

    • π. Γεώργιε, σας ευχαριστώ πολύ για τις καίριες επισημάνσεις σας, οι οποίες προέρχονται μάλιστα από έναν καθηγητή αστροφυσικής με διεθνές επιστημονικό έργο 50 τόσων χρόνων, κι αυτό έχει προφανώς ιδιάζουσα βαρύτητα…
      Θα συνεισφέρω λοιπόν στα σχόλιά σας:
      Α. Η ουσιαστικά και τυπικά ¨μιλιταριστική ισχυο-θηρία” θα έπρεπε να προωθεί εγγενώς μηνύματα έντονου προβληματισμού και επιφύλαξης κραταιάς για την τεχνολογική πρόοδο της εποχής μας, αλλά φαίνεται πώς θεωρείται πλέον αναπόδραστη “κανονικότητα”, η οποία δεν πρέπει καν να αγγιχτεί, όπως τόσα πολλά άλλα στοιχεία που συγκροτούν τις σύγχρονες κοινωνίες.
      Ίσως γιατί υπόκειται σε εκείνη την παράδοξη “μυστικιστική αυτο-προώθηση του καινοτομείν”, που διαπίστωνε εδώ και πολλές δεκαετίες ο J. Ellul.
      Ίσως γιατί η τεχνοκρατική-καταναλωτική κοινωνία έχει αποκτήσει την ικανότητα να απορροφά και να αδρανοποιεί την ίδια της την άρνηση, όπως το βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα…

      Β. Όσον αφορά το δεύτερο σχόλιο, που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, θα παραπέμψω στο βιβλίο μου “Παιδαγωγική του Πολέμου: Φιλοσοφικές και ιστορικές συζυγίες” (σ. 279-280), όπου περιγράφω “το αφελές, εκμαυλιστικό ιδεολόγημα περί καλής και κακής χρήσης της τεχνολογίας, το οποίο επιχειρεί να απενοχοποιήσει την τεχνολογία και να ενοχοποιήσει τους ανθρώπους που την ανακαλύπτουν ή την χειρίζονται”, μεταφέροντας την πλήρη ευθύνη σε αυτούς (βεβαίως όχι ότι δεν έχουν μερίδιο ευθύνης και αυτοί…):
      “Διότι ο κάθε επιστήμονας, ακόμη και ο πιο έντιμος ή υποψιασμένος, είναι εξαιρετικά δεσμευμένος, απόλυτα μάλιστα εγκλωβισμένος, ναρκισσιστικά αλλά και βιοποριστικά, στον χρηματοδότη του, το εργαστήριο, την εταιρεία, το ίδρυμα, την πολιτικο-οικονομική ελίτ και υπακούει μόνο στις εντολές εκείνων. Ποια ευθύνη άραγε υφίσταται, όταν και η παραμικρή ακόμη επιφύλαξη ή διαφοροποίηση εναντίον της πάντοτε ηγεμονικής προσδοκίας τους είναι ικανή να τον αποβάλλει από κάθε επιστημονική διαδικασία;
      Αντίθετα, απωθώντας αυτήν την ευθύνη, πολύ συχνά εγκαθίσταται μέσα του ανερώτητη μάλιστα η ανευθυνότητα, όπως θα δούμε παρακάτω.
      Επιπλέον, είναι γνωστό ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις ο κάθε ερευνητής γνωρίζει μόνο ένα μικρό τμήμα του συνολικού project και (συχνά επιθυμεί ο ίδιος ή/και υποχρεώνεται να) αγνοεί τον στόχο, τη συνολική διαδικασία και τις βραχυπρόθεσμες, αλλά και κυρίως τις μακροπρόθεσμες, συνέπειες του εκάστοτε επιστημονικού εγχειρήματος. Πού να εγκατασταθεί λοιπόν η διαθρυλούμενη ευθύνη, όταν ειδικά ο ναρκισσευόμενος βιοπορισμός ή ο βιοποριστικός ναρκισσισμός αποτρέπουν τον επιστήμονα από κάθε βαθύτερη εξέταση; Ήδη με την ένταξή του στα διάφορα projects, τα αφειδώς μάλιστα χρηματοδοτούμενα και διαφημιζόμενα (και εδώ είναι το κρισιμότατο σημείο!), δηλώνει την μέχρι τέλους υποταγή του, και όχι μόνο στο αντίστοιχο τεχνικό δελτίο. Σε αντίθετη περίπτωση, το ποινολόγιο που θα υποστεί θα του είναι αφόρητο”.
      Σας ευχαριστώ και πάλι!

  4. Αγαπητέ κύριε Σμυρναίε, και πατέρα Γεώργιε,
    νομίζω πως η κλήση-παράκλησή μου για διάλογο εισακούσθηκε δεόντως! Και πολύ χαίρομαι γι’ αυτό!
    Διάλογος, κατά τη γνώμη μου, σημαίνει ακριβώς αυτό το άνοιγμα της συ-ζήτησης της αληθείας.
    Δεν συν-χωρεί μόνον δύο, αλλά επιβάλλει τη διεύρυνση της αναζήτησης.
    Νομίζω ο σχολιασμός επιλεγμένων σημείων βοηθά ως “εργαλείο”. Και επ’ ουδενί εννοώ επιλεκτικότητα στην προσέγγιση, παρά επιλογή του τί θα σχολιαστεί.
    Στην ίδια λοιπόν γραμμή θα συνεχίσω, ξεκινώντας από τα σχόλια του πατρός Γεωργίου:
    Ευχαριστώ κατ’ αρχάς για τη βοηθητική του διευκρίνιση πάνω στο σχόλιο μου, που όντως ήταν λίγο ασαφές, και γι’ αυτό θέλω περαιτέρω να το διευκρινίσω.
    Όταν μιλώ, λοιπόν, για χιλιάδες Έλληνες που θέτουν το ευγενέστερο και ικανότερο κομμάτι τους στην υπηρεσία του κυρίαρχου συστήματος (που είναι όπως περιγράψαμε ένα σύστημα ισχύος), αναφέρομαι σε όλη αυτή την πρωτοπορία νέων επιστημόνων μεταξύ 30-50 ετών κυρίως, που κυριολεκτικά αριστεύουν και διακρίνονται ιδίως στους τομείς της Ιατρικής (περιλαμβανομένων της Βιολογίας, Βιοχημείας, Γενετικής κ.α. συναφών κλάδων), της Πληροφορικής, της Αστροφυσικής, και βεβαίως των Μαθηματικών και της Στατιστικής (με μια πρόχειρη ταξινόμηση). Δυστυχώς όλο αυτό το δυναμικό κυριολεκτικώς υπηρετεί αυτό το σύστημα ισχύος έχοντας χάσει μεγάλο τμήμα από την ελευθερία της σκέψης του, που υποτίθεται είναι εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο για τον ερευνητή!
    Συμφωνώ και επαυξάνω και με το σχόλιο του πατρός Γεωργίου (και ήδηπροηγουμένως του κ. Σμυρναίου) ότι αυτό το δίπολο “ορατό-αόρατο” διαπερνά σχεδόν το σύνολο της απόπειρας προσέγγισης της αληθείας εν τω κόσμω. Όντως, αυτό που φαίνεται-το ορατό-είναι αυτό που πρωτίστως κρύβει (περιέχει εν κρυπτώ) την αλήθεια, κι όχι το αόρατο. Θα τολμούσα, λογοπαίζοντας, να ισχυριστώ ότι το αόρατο κρύβεται (από εμάς…), δεν κρύπτει. Ή όταν κρύπτει, το πράττει με τρόπον εν τέλει ανεξιχνίαστο (ανθρωπίνως), εξ ού και ο καθ’ ημάς αποφατισμός. Το μείζον, τουλάχιστον ως προς την ανθρώπινη κατάφαση, είναι να αποκαλυφθεί το ορατό, το φαίνεσθαι. Είναι παροιμιώδης επαναλαμβάνω η απλότητα, η ταχύτητα, η εντύπωση μιας αυτονόητης καμπής, που χαρακτηρίζει την αποκάλυψη ορατών κατά τα άλλα φαινομένων ώστε να δειχθεί η πραγματικότητα την οποίαν φέρουν.
    Και εξίσου παροιμιώδεις οι αντιδράσεις όσων “ενημερώνονται” για τις αποκαλύψεις…
    Άλλοι αντιδρούν λέγοντας “Μα το γνωρίζαμε, είναι τόσο απλό, άλλωστε”. Άλλοι αντιδρούν εντελώς αρνητικά, κι ακριβώς λόγω της απλότητας με την οποία ήλθε στο φως η αλήθεια, αλλά και λόγω της απλότητας που κάθε αλήθεια φέρει ως ειδοποιόν της στοιχείο (τα πολύπλοκα σπανίως αληθεύουν, διότι κατεξοχήν αποτελούν-ανθρώπινες- κατασκευές), σπεύδουν να απαξιώσουν τα αποκαλυφθέντα ισχυριζόμενοι ότι “Τα πράγματα είναι σύνθετα, δεν είναι τόσο απλά!” Συνηθίζω να λέω ότι τα πράγματα είναι πιο απλά από ότι ισχυριζόμαστε, ενάντια σε αυτή την τεχνητή παραγωγή σύνθεσης, περιπλοκής. Η όποια περιπλοκή δέ της αλήθειας είναι, πάντως, αλληλοεπιβεβαιούμενη και όχι αλληλοαναιρούμενη.
    Τέλος, θέλω να αναφερθώ στο πολύ σημαντικό σχόλιο του κ. Σμυρναίου για τη καλή-κακή χρήση της Τεχνολογίας, και γενικότερα για τη χρήση αυτού του διδύμου προς ίασιν πάσας νόσου. Νομίζω ότι παράλληλα με την μετακύλιση αμέσως ή εμμέσως, και συχνά, όντως, εκ των πραγμάτων, της ευθύνης (ενοχοποίηση) στον άνθρωπο για την εκάστοτε χρήση π.χ. της τεχνολογίας (η οποία απενοχοποιείται), και την συνακόλουθη πολλές φορές αδυναμία του ανθρώπου να ανταποκριθεί σ’ αυτό το βάρος, υπάρχει, ίσως, και μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση:
    Δεν είναι άραγε αυτή η μετακύλιση ευθυνών, αυτή η ενοχοποίηση του ανθρώπου σε παν το ενδοκοσμικό, μία ακόμη έκφραση της απόπειρας του ανθρώπου να γίνει/είναι παντοδύναμος; Στην προκειμένη δηλαδή περίπτωση, δεν βλέπω μόνο την αλλοτρίωση που περιέγραψα και η οποία οδηγεί στο να υπηρετείς τον δυνάστη σου. Βλέπω κατεξοχήν την αλλοτρίωση που πηγάζει από την απουσία αναφοράς στον Θεό. Ο άνθρωπος μπορεί κάλλιστα πια όχι μόνο να δημιουργήσει ό,τι θέλει ή να καταστρέψει ό,τι θέλει. Τώρα πλέον νιώθει ότι μπορεί, θέλει, και πάντως επιχειρεί να εμφυσήσει και χαρακτηριστικά στα δημιουργήματά του. Κυριολεκτικώς φαντασιώνεται να εμψυχώσει τις κατασκευές του, υλικές ή άυλες. Η συζήτηση, άλλωστε και για την Τεχνητή Νοημοσύνη, περιέχει αυτονοήτως την παραδοχή ότι θέτουμε πληροφορίες εντός μιας Μηχανής και την ωθούμε να σκέπτεται, ωσάν να δίδουμε ζωή στην ύλη που πλάθουμε. Κι ύστερα ξεκινά η συζήτηση για το αν η Μηχανή που σκέπτεται, σκέπτεται ορθώς ή λανθασμένα, και αν ποτέ θα μπορέσει να σκεφθεί όπως ο άνθρωπος. Όλη αυτή η συζήτηση δεν είναι κατεξοχήν συζήτηση του παντοδύναμου υπερανθρώπου απουσία Θεού;
    Ευχαριστώ για τη φιλοξενία και βεβαίως προσδοκώ συνέχιση του διαλόγου!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ