Ο Πωλ Βεν για τον Μέγα Κωνσταντίνο

2
497

O Μέγας Κωνσταντίνος είναι μια από τις πιο παρεξηγημένες και αμφισβητούμενες μορφές της παγκόσμιας Ιστορίας. Οι ιστορικοί, προπάντων οι ξένοι, είναι προκατειλημμένοι εναντίον του. Για αυτό και είναι μια ευχάριστη έκπληξη να βλέπει κανείς να δικαιώνεται το έργο του, και μάλιστα από έναν κορυφαίο ιστορικό της ύστερης αρχαιότητας, τον Πωλ Βεν (Paul Veyne). Αναφέρομαι στο βιβλίο του τελευταίου, «Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός» (Εστία, β έκδοση 2019), το οποίο επικεντρώνεται ακριβώς στη μορφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. 

Ο Πωλ Βεν ξεκινά θυμίζοντάς μας ότι το έτος 312 έγινε κάτι απροσδόκητο, η μεταστροφή του Κωνσταντίνου, που ήταν το αποτέλεσμα ενός οράματος με το χριστόγραμμα («Εν τούτω νίκα»). Ο Κωνσταντίνος είδε το εν λόγω όραμα λίγο πριν την μάχη στην Μουλβία Γέφυρα, όπου θα αντιμετώπισε στρατιωτικά τον Μαξέντιο. Τι είδους άνθρωπος ήταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος και είχε αυτή την μεταστροφή; Μερικοί λένε ότι ασπάστηκε τη νέα θρησκεία από υπολογισμό, άλλοι ότι ήταν προληπτικός, αλλά ο Βεν διαφωνεί. «Κατά τη γνώμη μου, γράφει, ήταν ένας άνδρας με όραμα. Η μεταστροφή του του επέτρεπε να συμμετάσχει σε μια υπερφυσική εποποιία… να αναλάβει την καθοδήγηση της Αυτοκρατορίας και να διασφαλίσει έτσι τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Αισθανόταν ότι, για τη σωτηρία αυτή, η βασιλεία του … είχε να διαδραματίσει τεράστιο ρόλο» (σ. 12). Επιπλέον, ο Κωνσταντίνος ήταν ένας άνθρωπος ειλικρινής: πράγματι θεωρούσε ότι «ήταν εκλεκτός, ότι ήταν προορισμένος από τη θεία βούληση να παίξει έναν προνοιακό ρόλο στη χιλιαστική οικονομία της Σωτηρίας» (σ. 13). Ήταν ένας ευφάνταστος ηγεμόνας, «μεγαλομανής» (ο όρος εδώ σημαίνει ότι συνελάβε ένα άκρως τολμηρό σχέδιο), «άνθρωπος της δράσης, γεμάτος σύνεση όσο και γεμάτος ενέργεια». Την 28η Οκτωβριου του 312 «ο Θεός τον οδήγησε στην περίφημη νίκη της Μουλβίας Γέφυρας. Ο Μαξέντιος συντρίφθηκε και σκοτώθηκε από τα στρατεύματα του Κωνσταντίνου, που διαφήμιζαν την προσωπική θρησκεία του αρχηγού τους, του οποίου ήταν όργανα: οι ασπίδες τους έφεραν … το λεγόμενο χριστόγραμμα» (σ. 14-5). Η νίκη, για τον Κωνσταντίνο είχε επιτευχθεί χάρη στον Θεό των Χριστιανών. Και ο Θεός αυτός, πράγμα που ο Κωνσταντίνος καταλάβαινε καλά, σύναπτε με τα πλάσματά του «μια σχέση μόνιμη, αμοιβαία και προσωπική», αντίθετα από τους θεούς του παγανισμού, «που ζούσαν για τον εαυτό τους» (σ. 18), που είχαν με τους πιστούς τους σχέσεις συμβατικές και περιστασιακές.

Είναι πολύ βασικό να καταλάβουμε, ειδικά σε μια εποχή όπου η κάθε λογής ετερόδοξη προπαγάνδα συκοφαντεί τις μεγάλες χριστιανικές μορφές, ότι ο Κωνσταντίνος κάθε άλλο παρά ήθελε να επιβάλει την νέα θρησκεία με τη βία στους υπηκόους του. Αποκαλούσε ρητά τον παγανισμό «δεισιδαιμονία», ωστόσο ο τελευταίος απολάμβανε πλήρη ανεκτικότητα από την πλευρά του. Είναι αλήθεια παράλληλα ότι οι μεγάλες αποφάσεις που πήρε ο Κωνσταντίνος μετά τον 312 «αποσκοπούν να προετοιμάσουν ένα χριστιανικό μέλλον για τον ρωμαϊκό κόσμο».

Είπαμε ότι ο μεγάλος αυτοκράτορας ήταν πλήρως ανεκτικός απέναντι στον παγανισμό, ωστόσο υπήρχε και μια εξαίρεση: «δεν θα ανεχθεί τον παγανισμό στους τομείς που αφορούν το πρόσωπό του» (σ. 20), δηλαδή στην αυτοκρατορική λατρεία. Περαιτέρω, «το πιο επείγον στα μάτια του δεν ήταν να προσηλυτιστούν οι παγανιστές, αλλά να καταργηθούν οι μαγικές θυσίες ζώων στους ψεύτικους θεούς». Αυτό ωστόσο δεν τόλμησε ο ίδιος να το κάνει γενική πραγματικότητα, άφησε όμως να το απαγορεύσει ο γιος του. Ακόμη, το πιο ανήκουστο, «θα ασκήσει απένταντι στους ‘αδελφούς του τους επισκόπους’, με ταπεινότητα αλλά χωρίς δισταγμό, το ανήκουστο, απαράμιλλο, αυτόκλητο αξίωμα ενός είδους προέδρου της Εκκλησίας. Θα αναμειχθεί στις εκκλησιαστικές υποθέσεις και θα στραφεί με μένος, όχι κατά των παγανιστών, αλλά κατά των κακών χριστιανών, σχισματικών ή αιρετικών» (σ. 20). 

Είπαμε πως ο Κωνσταντίνος δεν ανεχόταν να μιαίνεται το πρόσωπό του από την παγανιστική λατρεία. Όταν ήρθε στη Ρώμη για μια σημαντική επέτειο της βασιλείας του, «άφησε το λαό να χαρεί τις μεγαλοπρεπείς γιορτές, απαγόρευσε όμως κάθε θυσία ζώων, απολυμαίνοντας έτσι τις παγανιστικές τελετές» (σ. 24). Απαγόρευσε στον αυτοκρατορικό ιερέα να θυσιάσει ζώα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα υπήρχαν πια  ειδωλόθυτα. Ένα άλλο «πονηρό» (σ. 26) μέτρο που πήρε ο Κωνσταντίνος ήταν η καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας. Το μέτρο αυτό ελήφθη στην πραγματικότητα για να διευκολυνθούν οι χριστιανοί στην λατρεία τους, ωστόσο δεν δυσαρεστήθηκαν και οι παγανιστές, γιατί για αυτούς η Κυριακή ήταν μια μέρα αφιερωμένη στον θεό-Ήλιο. Χωρίς να τα βάλει, δηλαδή, με τους παγανιστές, ευνόησε τους χριστιανούς, και ενώ οικοδόμησε πλήθος χριστιανικών ναών, δεν ανέγειρε κανένα παγανιστικό ιερό. Έτσι βαθμιαία άρχισε να ενδυναμώνεται ο χριστιανισμός, σε σημείο που θα γίνει, στα τέλη του 4ου αιώνα, αυτός η εθιμική θρησκεία της Αυτοκρατορίας.

                                      *********************

Στο σημείο αυτό ο Πωλ Βεν κάνει μια εκτενή παρένθεση, για να μιλήσει περί του χριστιανισμού ως «θρησκείας αριστουργήματος», αλλά και για το άλλο μεγάλο «αριστούργημα» που είναι η Εκκλησία. Θα προσπαθήσουμε εδώ να δώσουμε μια περιεκτική εικόνα των απόψεων του ιστορικού. Ο Βεν λοιπόν πιστεύει ότι, όπως μπορούμε να κρίνουμε και να συγκρίνουμε τα έργα τέχνης, έτσι μπορούμε να κρίνουμε και να συγκρίνουμε και τις θρησκείες. «Ο αρχέγονος χριστιανισμός όφειλε τη ραγδαία  επιτυχία του μέσα στους κόλπους της ελίτ στη μεγάλη πρωτοτυπία του, στο ότι ήταν μια θρησκεία της αγάπης. Την όφειλε επίσης στην υπεράνθρωπη αυθεντία που πήγαζε από το δάσκαλό του, τον Κύριο Ιησού» (σ.30). «Η πρωτοτυπία του χριστιανισμού είναι… ο γιγαντισμός του θεού του, του δημιουργού ουρανού και γης- ένας γιγαντισμός ξένος στους παγανιστικούς θεούς και κληρονομημένος από τον βιβλικό Θεό. Ο τελευταίος είναι τόσο μεγάλος ώστε, παρά τον ανθρωπομορφισμό του (ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα του), μπόρεσε να γίνει ένας μεταφυσικός Θεός: μολονότι διατηρεί τον ανθρώπινο, ζωντανό, παθιασμένο, προστατευτικό χαρακτήρα του, ο γιγαντισμός του ιουδαϊκού Θεού θα του επιτρέψει μια μέρα να αναλάβει το ρόλο του θεμελίου και του δημιουργού της συμπαντικής τάξης και του Αγαθού, ένα ρόλο τον οποίο έπαιζε ο υπέρτατος θεός στον χλωμό ντεϊσμό των Ελλήνων φιλοσόφων» (σ. 32). Ο χριστιανισμός ήταν μια θρησκεία της αγάπης: ο Θεός του ήταν «παθιασμένος για την τύχη της ανθρωπότητας… για την τύχη καθεμίας ψυχής ξεχωριστά, της δικής μου και της δικής σου, και όχι μόνο για την τύχη των βασιλείων, των αυτοκρατοριών ή της ανθρωπότητας γενικώς» (σ. 33-4). «Ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, θυσιάστηκε για τους ανθρώπους. Ο άλλος μεγάλος λόγος της επιτυχίας της χριστιανικής σέκτας είναι η μορφή του Κυρίου, η αυθεντία του, το χάρισμά του» (σ.34). «Ο Χριστός δεν ήταν ένα μυθολογικό ον που ζούσε σε μια παραμυθένια χρονικότητα. Σε αντίθεση με τους παγανιστικούς θεούς, ‘έδειχνε πραγματικός’, ακόμα και ανθρώπινος» (σ. 35-6). Ο χριστιανισμός περαιτέρω είχε έναν ηθικοπλαστικό ζήλο. «Ο ακρογωνιαίος ρόλος που παίζει η ηθική στον χριστιανισμό ήταν εντελώς ξένος στον παγανισμό. Ακόμα μια χριστιανική πρωτοτυπία» (σ. 36). Ο Πωλ Βεν επίσης πιστεύει ότι «οι μεταστροφές στον χριστιανισμό δεν οφείλονται σε μια ελπίδα για το επέκεινα, αλλά σε κάτι πολύ ευρύτερο: στην ανακάλυψη από τον νεοφώτιστο ενός αχανούς θεϊκού σχεδίου, του οποίου παραλήπτης ήταν ο άνθρωπος και σε σχέση με το οποίο η αθανασία, ακόμα και η αβεβαιότητα της σωτηρίας, δεν ήταν παρά δευτερεύοντα στοιχεία». (σ.42). Επισημαίνεται ότι «μέσα από την ιστορικομεταφυσική εποποιία της Δημιουργίας και της Λύτρωσης, με όλες τις φωτοσκιάσεις της, γνώριζε κανείς τώρα από που ερχόταν και για τι προοριζόταν». Και ακόμη: «Ο κόσμος δεν κατοικείται πια από δύο ζωντανά είδη, τους θεούς και τους ανθρώπους, που αντιπαρατίθενται: ο Θεός περικλείει όλον αυτό τον κόσμο στην απέραντη αγάπη του και του ετοιμάζει ένα υψηλό πεπρωμένο. Ο πιστός νιώθει στην καρδιά του την ίδια αγάπη, ή ακόμη την ίδια την αγάπη, και βρίσκει τον Θεό να είναι παρών μέσα του» (σ.43). Και περαιτέρω: «Η νέα θρησκεία επιβαλλόταν επίσης με την οξυμμένη της αίσθηση της αδελφοσύνης, της αγάπης για τον πλησίον, αυτής της μίμησης της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους… Επιβαλλόταν με το κοινοτικό συναίσθημά της» (σ. 44).

Παρόμοια πράγματα λέγονται και για το «άλλο αριστούργημα», όπως είπαμε, την Εκκλησία. «Ο χριστιανισμός διακρινόταν από ένα γνώρισμα ακόμα πιο εμφατικό: ήταν μια θρησκεία ομολογίας πίστης. Δεν αρκούσε να είναι κανείς χριστιανός, έπρεπε να λέει ότι είναι χριστιανός, να το ομολογεί, γιατί είχε με τον Θεό… μια προσωπική σχέση την οποία αγνοούσε ο παγανισμός»(σ. 49). «Ο χριστιανισμός ήταν ένας πλήρης οργανισμός, πράγμα που δεν ήταν ο παγανισμός… Ηταν επίσης μια σχεδόν πλήρης εναλλακτική κοινωνία, αναδιένεμε τον πλούτο με την ελεημοσύνη» (σ.50). Είναι αλήθεια ότι «η θρησκεία του Χριστού δεσπόζει σε όλα τα πράγματα της ζωής, καθώς ολόκληρη η ζωή είναι προσανατολισμένη στον Θεό και υπόκειται στον Νόμο Του». Είχε επίσης μια ιδιαιτερότητα μοναδική στον κόσμο: «Η θρησκεία αυτή ήταν Εκκλησία, μια πίστη που ασκούσε αυθεντία σε όσους τη συμμερίζονταν, βασισμένη σε μια ιεραρχία, σε έναν κλήρο κατά φύση ανώτερο από τους λαϊκούς και σε ένα γεωγραφικό πλαίσιο» (σ. 51). Οπότε «νομιμοποιώντας την Εκκλησία, εγκαθιδρύοντάς την, ευνοώντας την, κάνοντάς την προσωπική θρησκεία του, ο Κωνσταντίνος θα οχυρώσει έναν πλήρη οργανισμό, θα θέσει σε κίνηση ένα θαυμαστό μηχανισμό, που επρόκειτο να πλαισιώσει και να εκχριστιανίσει σιγά σιγά τη μάζα του πληθυσμού και να φτάσει να στείλει μάλιστα ιεραποστόλους σε ξένους λαούς… ο χριστιανισμός ήταν μια οικουμενική θρησκεία». (σ. 51-2). Οι χριστιανοί «ζούσαν σε κοινότητες οικογενειών που υπάκουαν στους επισκόπους τους, χωρίς επαφή με τις λόγιες ή ακραίες αιρέσεις, και σέβονταν την Αυτοκρατορία και τις κατεστημένες εξουσίες… Το να είναι κανείς καλός χριστιανός σήμαινε κατ’ αρχήν να είναι ενάρετος, έτσι ώστε, εκ του αντιθέτου, ο παγανισμός έμοιαζε να συγκεντρώνει όλες τις διαστροφές» (σ. 56). Περαιτέρω: «Η συνάντηση του χριστιανισμού με την ελληνική φιλοσοφία υπήρξε αποφασιστικό συμβάν. Η δογματική αυτή θρησκεία διεκδικούσε αξία ίδια με εκείνη των φιλοσοφικών σεκτών της εποχής, με την έννοια που είχε η λέξη ‘φιλοσοφία’ στην Αρχαιότητα- όχι μόνο θεωρία δηλαδή, αλλά κανόνας ζωής, διδασκαλία που έπρεπε να τίθεται σε εφαρμογή» (σ.59).

                                        *****************

Επιστρέφουμε στον Μέγα Κωνσταντίνο, για τον οποίο διατυπώθηκε η άποψη πως ήταν «ένας συγκρητιστής σε πνευματική σύγχυση…, ο οποίος όπως λέγεται μπέρδευε τον Χριστό με τον Ανίκητο Ήλιο, τον αυτοκρατορικό θεό» (σ.63). Ωστόσο, όπως λέγει ο Πωλ Βεν, τα πολυάριθμα κείμενά του «μαρτυρούν σε κάθε γραμμή τους τον πιο ορθόδοξο χριστιανισμό: Θεός, Χριστός, Λόγος, Ενσάρκωση. Η θεολογία του είναι ενίοτε αφελής, ποτέ όμως συγκεχυμένη» (σ. 64-5). Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν συγκρητιστής, αλλά ειλικρινής πιστός. «Πρέπει άραγε… να επαναλάβουμε ότι η θρησκεία, στην οποία αναμειγνύονται σχεδόν πάντοτε συμφέροντα απολύτως εγκόσμια, είναι μολοντούτο ένα ιδιάζον πάθος που μπορεί από μόνο του να αποτελέσει διακύβευμα πολιτικής διαπάλης;» (σ. 65). Ο Κωνσταντίνος θεωρούσε ότι είχε κάνει έργο την πεποίθηση των χριστιανών ότι από την Ανάσταση του Χριστού και μετά η παντοδυναμία των παγανιστικών θεών είχε διαρραγεί, και απέμενε η εγκαθίδρυση της επίγειας βασιλείας του Χριστού, για να πραγματωθεί η πίστη για όλους τους ανθρώπους» (σ. 66). Πίστευε ότι «με τη βοήθεια της αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους, είχε διανοίξει για μια ανθρωπότητα που εξακολουθούσε να πλανιέται στα σκοτάδια την οδό της σωτηρίας, την οποία φωτίζει το ασύγκριτο θείο φως» (σ.67). Δεν αποτάθηκε στον χριστιανικό Θεό από πρόληψη, επειδή φαντάστηκε ότι ο Θεός αυτός θα του έδινε τη νίκη στους πολέμους πιο εύκολα από ό,τι οι παγανιστικοί θεοί, ούτε το χριστόγραμμα που έφεραν οι στρατιώτες του ήταν ένα μαγικό σύμβολο: το τελευταίο ήταν απλώς η ομολογία πίστης. Ο Κωνταντίνος μεταστράφηκε στον χριστιανισμό όχι για να κερδίσει τις μάχες, όπως θα έκανε ένας παγανιστής αυτοκράτορας, αλλά επειδή πίστευε στο μέγα μυστήριο της Ενσάρκωσης και της Λύτρωσης, της Ανάστασης. Για αυτό και στα μάτια του Ευσεβίου ήταν ο νέος Μωυσής του νέου Ισραήλ. Δεν διατείνεται πως είναι επί γης ό,τι ο Θεός στους ουρανούς, αλλά εμπνέεται και βοηθιέται προσωπικά από τον Θεό. Θεωρούσε ότι είχε αναλάβει από τον Θεό μια προσωπική αποστολή: να Τον υπηρετήσει. Και πίστευε πια πως είχε αλλάξει την τύχη της ανθρωπότητας. Ο Κωνσταντίνος, όπως γράφει στα κείμενά του, ήταν σίγουρος πως ήταν ο εκλεκτός. Είχε άλλωστε γίνει ο πρώτος ιεροκήρυκας της Αυτοκρατορίας, καθώς συγκαλούσε κάθε εβδομάδα τους αυλικούς του στο παλάτι και τους εξηγούσε συστηματικά τη θεία Πρόνοια, τόσο σε γενικές γραμμές όσο και και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Ο Πωλ Βεν αποδέχεται ότι ο Κωνσταντίνος είδε πραγματικά το περίφημο όραμα με το χριστόγραμμα, ωστόσο γράφει ότι «τίποτε ασφαλώς δεν ήταν πιο συνηθισμένο εκείνη την εποχή από το να παίρνει κανείς μια απόφαση έπειτα από ένα όνειρο, το οποίο θεωρούσε μήνυμα εξ Ουρανού» (σ. 72-3). «Μόνο για εμάς τους νεωτερικούς, είναι το όνειρο αυτό ένα ιστορικό αξιοπερίεργο που φέρει τη σφραγίδα της εποχής του και για το οποίο οι ιστορικοί δεν σταματούν να μιλούν». Ο Πωλ Βεν  λέγει  ότι, κατά τη γνώμη του, το όνειρο αυτό ήταν μια «απλή ψυχολογική ιδιοτροπία». Το ερμηνεύει ως εξής: «Ο Κωνσταντίνος είδε σε όνειρο, στην αλληγορική και μεταφορική μορφή που προσιδιάζει στην ονειρική γλώσσα, την ίδια του την απόφαση να μεταστραφεί στον Θεό των χριστιανών» (σ.73). Μπόρεσε να δημιουργήσει η ψυχοσύνθεσή του ένα «ξεκάθαρο αλλά άγνωστο μέχρι τότε χριστιανικό σύμβολο, το οποίο θα ονομαζόταν χριστόγραμμα» (σ. 74). «Και ναι, γράφει ο Βεν, η νίκη στη Μουλβία Γέφυρα ήταν ένα θαύμα… δεν ήταν σπάνιο μια νίκη να αποδίδεται στην παρέμβαση μιας θεότητας. Αν αναχθεί στο λανθάνον περιεχόμενό του, το όνειρο του 312 μ.Χ. δεν καθόρισε την μεταστροφή του Κωνσταντίνου. Απεναντίας, αποδεικνύει ότι είχε μόλις αποφασίσει να μεταστραφεί, ή, αν είχε ήδη μεταστραφεί κάποιους μήνες νωρίτερα, να επιδείξει δημοσίως τα σημάδια της μεταστροφής του» (σ. 74-5). 

Είναι αλήθεια ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν βαπτίσθηκε παρά στο τέλος της ζωής του. Αυτό κατά τον Βεν εξηγείται από το ότι «την εποχή εκείνη, η καθυστέρηση αυτή ήταν συνηθισμένη, καθώς το βάπτισμα θεωρούνταν ένα περαιτέρω δεσμευτικό βήμα, και όχι το κατώφλι της πίστης» (σ. 75). Ανέβαλε λοιπόν το βάπτισμα μέχρι τα τέλη της ζωής του, «διότι ήταν σίγουρος ότι το λουτρό της σωτηρίας και η δύναμη των απόκρυφων λόγων θα ξέπλεναν όλες τις αμαρτίες που τον είχε κάνει να διαπράξει η θνητή του φύση» (σ. 75). «Κάποιοι υπέθεσαν ότι ο Κωνσταντίνος καθυστέρησε τη βάπτιση επειδή είχε στη συνείδησή του τους φόνους της γυναίκας του Φαύστας και του χαρισματικού νόθου γιου του Κρίσπου. Θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι. Δεν είμαστε σίγουροι ότι «οι φόνοι αυτοί -των οποίων τα αίτια αγνοούνται- ήταν αμαρτίες στα μάτια του… επί έξι τουλάχιστον αιώνες, ήταν αποδεκτό ότι σε μια βασιλική οικογένεια ο φόνος των κοντινών συγγενών είναι νόμιμος προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του θρόνου. Ακόμα χειρότερα θα συμβούν μετά το θάνατο του ίδιου του Κωνσταντίνου» (σ. 76).

Την βαθύτερη αιτία αυτής της μεταστροφής, γράφει ο Βεν, εξακολουθούμε ακόμη να αγνοούμε. Τα απώτερα κίνητρα κάθε μεταστροφής είναι αδιαπέραστα, βρίσκονται στο ερμητικά σφραγισμένο «μαύρο κουτί» για το οποίο μιλούν οι ψυχολόγοι. Η πίστη προξενεί διάφορα συναισθήματα και δεν εξηγείται από αυτά. «Δεν θα κάνουμε λοιπόν εικασίες σχετικά με τη μεταστροφή του Κωνσταντίνου, διότι η πίστη είναι μια κατάσταση πραγμάτων της οποίας η αιτιότητα μας διαφεύγει» (σ. 79). Αυτό ωστόσο, μολονότι αληθές, δεν ακυρώνει το γεγονός ότι υπάρχουν και διάφορα οφέλη που αποκόμισε ο Κωνσταντίνος από τη μεταστροφή του. «Πολιτικό συμφέρον ή ευσεβής και ανιδιοτελής ζήλος; Μια αγνή ψυχή ή μια καθαρή διάνοια θα έκαναν αυτή τη διάκριση, για έναν άνθρωπο της δράσης όμως όπως ο Κωνσταντίνος ο δυναμισμός μιας διδασκαλίας και η υπερφυσική ευκαιρία που του πρόσφερε στην πολιτική δεν διακρίνονταν από την ίδια την αλήθεια αυτής της διδασκαλίας» (σ. 80). 

 Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου για τον λαό του φάνηκε ως μια ιδιοτροπία, και οι Αυτοκράτορες γενικώς μπορούσαν να έχουν ιδιοτροπίες. Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι «άξιζε στη λαμπρότητα του θρόνου του να συνδεθεί μαζί του η αληθινή θρησκεία, η μόνη που ήταν άξια να τον ανυψώσει και να δείξει την υψηλή έμπνευση του ηγεμόνα». Ο χριστιανισμός τότε ήταν κάτι το μοντέρνο και «το να είσαι μοντέρνος μπορεί να είναι ζήτημα μεγαλοπρέπειας για έναν κυρίαρχο» (σ. 81). «Για πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, η μεγαλοπρέπεια αυτή ήταν ‘προπαγάνδα’. Ωστόσο η λέξη αυτή είναι αναχρονιστική, ακούγεται λάθος… Προπαγάνδα ασκεί κανείς για να γίνει ή να παραμείνει άρχοντας, πείθοντας τους πολίτες του που δεν είναι πεισμένοι εκ των προτέρων, ενώ η μεγαλοπρέπεια επιδεικνυόταν επειδή κάποιος ήταν ο νόμιμος άρχοντας, πράγμα για το οποίο κάθε νομοταγής υπήκοος του βασιλιά θεωρούνταν πεπεισμένος εκ των προτέρων» (σ. 81). Το μεγαλείο του ηγεμόνα απαιτούσε ο θρόνος να περιβάλλεται και να διακοσμείται με τα πιο ωραία και τα πιο ευγενή πράγματα. «Στα μάτια όμως του Κωνσταντίνου, ο χριστιανισμός ήταν η μόνη θρησκεία που, με την αλήθεια της και τον υψηλό της χαρακτήρα, ήταν άξια ενός ηγεμόνα». Ισχύει  ότι «οι ιστορικοί που βλέπουν στον Κωνσταντίνο μόνο έναν καιροσκόπο πολιτικό δεν πάνε αρκετά μακριά. Κατα τη γνώμη τους, ο Κωνσταντίνος υποτίθεται ότι επιδίωξε τη στήριξη μιας ομάδας χριστιανών κατά των εχθρών του, του Μαξέντιου ή του Λικίνιου. Έτσι όμως αποδίδεται στον Κωνσταντίνο μία πολύ κοντόφθαλμη ψυχολογία» (σ. 82). Ο Κωνσταντίνος μπόρεσε να διακρίνει στον χριστιανισμό αυτό το κάτι παραπάνω που υπήρχε σε σχέση με τις παγανιστικές θρησκείες. Ο μεγάλος Αυτοκράτορας  δεν υιοθέτησε τον χριστιανισμό λόγω κάποιου ρεαλιστικού υπολογισμού, αλλά ένιωσε στη νέα θρησκεία ένα δυναμισμό που συγγένευε με την δική του ισχυρή προσωπικότητα. Τον είλκυσε ο δυναμισμός της πρωτοπορίας. Μπορεί να μην σκεφτόταν ότι το μέλλον ανήκει στους χριστιανούς, αλλά ένιωθε στον χριστιανισμό μια ενέργεια και ένα πνευμα εξουσίας, που ήταν συγγενή με τον δικό του χαρακτήρα. Ο Κωνσταντίνος μπορεί να θεωρηθεί «ιδεαλιστής», αφού το συμφέρον του δεν απαιτούσε τόσα όσα έκανε. «Δεν έθεσε την Αγία Τράπεζα στην υπηρεσία του θρόνου, αλλά τον θρόνο στην υπηρεσία της Αγίας Τράπεζας. Θεώρησε τις υποθέσεις και τις προόδους της Εκκλησίας βασική αποστολή του Κράτους» (σ. 84). Σκεφτόταν ότι «το καθήκον του ηγεμόνα δεν είναι στενά πολιτικό, αλλά συνίσταται στο να μεριμνά για τη σωτηρία των λαών του ή ακόμα και του ανθρώπινου γένους. Έπειτα, ανάμεσα στη σχέση ενός παγανιστή αυτοκράτορα με τους θεούς και τη σχέση του Κωνσταντίνου με τον Θεό του, η διαφορά είναι μεγάλη: η παγανιστική θρησκεία δεν ήταν παρά ένα κομμάτι της ζωής, το πιο σημαντικό ίσως, δεν κάλυπτε όμως τα πάντα, ενώ η θρησκεία του Χριστού κυριαρχεί σε όλα τα πράγματα της ζωής» (σ. 85). Ο χριστιανισμός αντικατέστησε τις περιστασιακές δημόσιες δεήσεις που απηύθυναν οι παγανιστές ιερείς κάθε χρόνο για τον αυτοκράτορα με τη βαθύτερη σχέση του αυτοκράτορα με την Θεία  Πρόνοια. «Η χριστιανική Θεία Πρόνοια δρα σε μόνιμη βάση και διασφαλίζει την τάξη του κοσμου προς δόξαν Θεού» (σ. 86). Η Αυτοκρατορία θα ευημερήσει αν αποδίδεται λατρεία στον αληθινό Θεό. «Εξίσου αναγκαία είναι η ενότητα όλων στην ορθοδοξία. ‘Αν πετύχω να αποκαταστήσω με τις προσευχές μου την κοινή ομόνοια μεταξύ όλων των υπηρετών του Θεού’, γράφει στον μελλοντικό αιρεσιάρχη Άρειο, ‘τότε και οι ανάγκες των δημόσιων υποθέσεων θα ωφεληθούν από τη μεταβολή’» (σ. 87).

Ο Πωλ Βεν παρατηρεί ότι «λέγεται μερικές φορές ότι τελικά το βαθύτερο κίνητρο της μεταστροφής του Κωνσταντίνου ήταν στενό, δεισιδαιμονικό και ιδιοτελές. ‘ο Θεός με προστάτεψε παντού και φροντίζει για μένα’, λέει ο ίδιος στο τέλος της ζωής του.  Ο Θεός αυτού του κατακτητή, γράφτηκε, ήταν προπάντων ένας πανίσχυρος προστάτης. Ασφαλώς δεν πρόκειται όμως τόσο για δεισιδαιμονία όσο για μεγαλομανία: όπως ο Ναπολέων, ο Κωνσταντίνος πίστευε στο άστρο του, και ο χριστιανισμός δεν ήταν τόσο το φυλαχτό του όσο η προσωπική εποποιία του» (σ. 88). Και ο Πωλ Βεν επιλέγει από όλα αυτά: «Ας πάψουμε να βλέπουμε τον Κωνσταντίνο μόνο με παρωπίδες. Αυτός ο εξαιρετικού διαμετρήματος χριστιανός ηγεμόνας είχε συλλάβει ένα τεράστιο εγχείρημα, όπου η ευσέβεια και η εξουσία θα ενώνονταν» (σ. 89). Ήθελε να δημιουργήσει ένα τεράστιο σύνολο που θα είναι εξολοκλήρου χριστιανικό και κατά συνέπειαν πολιτικά και θρησκευτικά ενιαίο. «Ο Κωνταντίνος το πραγματοποίησε συνειδητά, από ευσέβεια, όχι από ιδιοτέλεια ή αμέλεια» (σ. 90).

                                  ****************

Σταματάμε λόγω έλλειψης χώρου την παρουσίαση των σκέψεων του Πωλ Βεν, που γράφει εν συνεχεία ότι ο Κωνσταντίνος έδρασε σαν «πρόεδρος» της ίδιας της χριστιανικής Εκκλησίας. Επιστρέφει στους χριστιανούς τα κατασχεμένα αγαθά στην περίοδο των διωγμών και εκχωρεί προνόμια στον κλήρο. Στέλνει χρήματα μόνο στους ορθοδόξους και όχι π.χ. στους δονατιστές, έβαλε να ανεγείρουν για τον επίσκοπο Ρώμης μια μεγάλη βασιλική, εμβάθυνε στην χριστιανική θεολογία σε συζητήσεις του με επισκόπους και βοήθησε παντοιοτρόπως στην εδραίωση του ορθόδοξου χριστιανισμού.

Ο Πωλ Βεν, με το θυμόσοφο και κατασταλαγμένο πνεύμα του, τελικά δικαιώνει τον μεγάλο Αυτοκράτορα, άσχετα από το αν εδώ ή εκεί κάποιος τελικά μπορεί να διαφωνήσει μαζί του. Πρόκειται για έναν σπουδαίο ιστορικό, που κατάφερε, αν και δυτικός, να νιώσει το μεγαλείο της ζωής και της δράσης του γενάρχη της Ρωμιοσύνης, του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

 

Το ζωγραφικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το Όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου”, 1746) αποτελεί δημιουργία του Στυλιανού Σταυράκη.

2 Σχόλια

  1. Λέει ο αρθρογράφος:

    > Ο Πωλ Βεν ξεκινά θυμίζοντάς μας ότι το έτος 312 έγινε κάτι απροσδόκητο, η μεταστροφή του Κωνσταντίνου, που ήταν το αποτέλεσμα ενός οράματος με το χριστόγραμμα («Εν τούτω νίκα»). Ο Κωνσταντίνος είδε το εν λόγω όραμα λίγο πριν την μάχη στην Μουλβία Γέφυρα, όπου θα αντιμετώπισε στρατιωτικά τον Μαξέντιο. Τι είδους άνθρωπος ήταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος και είχε αυτή την μεταστροφή;
    >

    Είναι πολύ αμφίβολη αυτή η έκφραση «θυμίζοντας μας…». Αυτό ακριβώς ειναι το θέμα του, και δεν είναι ακριβές να πεις πως ο Βέϊν «μας το θυμίζει».

    Δεν θυμούμαι και να μιλά για μεταστροφή ο Βέϊν. Και δεν έχωκαι πνεύμα να το ξαναελέγξω. Μπα…. εδώ…. δεν έχω καν μάτια.

    Μάλλον για σταδιακή αλλαγή. Αλλά σίγουρα, ό,τι ακολουθεί την φράση «η μεταστροφή του Κωνσταντίνου» ΔΕΝ βγήκε από την γραφίδα του Βέϊν. Η ιστορία δεν τα πάει καλά με τα θαύματα και με τα οράματα. Η συσχέτιση της μεταστροφής με ένα όραμα, λοιπόν, ανήκει στις αντιλήψεις του αρθρογράφου.

    Πιο πριν, λέει και τούτο:

    > είναι μια ευχάριστη έκπληξη να βλέπει κανείς να δικαιώνεται το έργο του [του Μεγάλου Κωνσταντίνου], και μάλιστα από έναν κορυφαίο ιστορικό της ύστερης αρχαιότητας, τον Πωλ Βεν (Paul Veyne).
    >

    Καμμιά έκπληξη. Η έκπληξη βρίσκει χώρο και έδαφος μόνο σε όσους δεν είναι εξοικοιωμένοι με όσα λέει η σημερινή ιστορία.

    Τώρα….. γιατί δεν είναι εξοικοιωμένοι…. Το πιο πιθανόν είναι ότι δεν διαβάζουν.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ