Ο Οριενταλισμός, οι σιωπές της ιστορίας …και ο Παπαδιαμάντης

0
110

Στα 1978 ο Αμερικανοπαλαιστίνιος διανοητής Έντουαρντ Σαΐντ δημοσίευσε το εμβληματικό έκτοτε βιβλίο του Οριενταλισμός, καταδικάζοντας με αυτό την δυτικοκεντρική αντίληψη του 18ου και του 19ου αιώνα για τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτές εκλήφθηκαν συλλήβδην ως στατικές, παθητικές, ανοργάνωτες και οπισθοδρομικές, σε αντίθεση με τις δυτικές κοινωνίες που εκλαμβάνονταν εκ προοιμίου ως ανεπτυγμένες και προοδευτικές, λογικές και ευέλικτες. Ο Οριενταλισμός αυτός αποτελούσε ουσιαστικά «ένα εργαλείο δυτικής προβολής και θέλησης για τη διακυβέρνηση της Ανατολής», επακόλουθο της διαρκούς ισχυο-θηρίας των δυτικών, η οποία εκφραζόταν όχι μόνο πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά αλλά πλέον και πολιτιστικά, επιβάλλοντας έτσι πάνω της το Βάρος του Λευκού Ανθρώπου, όπως υπερηφανευόταν ο Ρ. Κίπλιγκ.

Βεβαίως, ήδη οι έννοιες του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού και της πνευματικής και διανοητικής αποικιοκρατίας στις οποίες αναφερόταν είχαν ήδη επεξεργαστεί και από άλλους διανοητές, όπως ήταν ο Αντόνιο Γκράμσι και ο Μισέλ Φουκώ. Αλλά ο Σαΐντ τις κρυστάλλωσε ακόμη περισσότερο, επικρίνοντας μάλιστα, όχι μόνο τους δυτικούς οριενταλιστές, αλλά και τους επίδοξους κλώνους τους, τις αραβικές δηλαδή ελίτ, οι οποίες λειτουργούσαν μέσα σε μια ατμόσφαιρα «αυτο-οριενταλισμού». Αυτές δηλαδή οι ελίτ με τους «οργανικούς τους διανοουμένους» είχαν εσωτερικεύσει και ουσιαστικοποιήσει τη ρομαντική εκδοχή των αλλοδαπών οριενταλιστών για την αμείλικτη αναγκαιότητα ενός αναπόδραστα βίαιου και άμεσου εκσυγχρονισμού των υπανάπτυκτων κοινωνιών τους, όντας μάλιστα απόλυτα βέβαιοι ότι ο δυτικός κόσμος που εισέβαλλε απρόσκλητα σε αυτές ανήκε ανέκαθεν στη «σωστή μεριά της ιστορίας».

Αυτή όμως η κοινή αντίληψη των οριενταλιστών και των αυτο-οριενταλιστών ήταν ικανή να μετασχηματίσει και την ιστορία/ιστοριογραφία. Παρόλο που η Μέση Ανατολή μετείχε πάντοτε μιας μακραίωνης ιστορικής παράδοσης, εφόσον σπουδαίοι πολιτισμοί είχαν αναδυθεί μέσα από τα εδάφη της, η ευρωκεντρική, ηγεμονική αντίληψη για την ιστορία τους κατέτασσε, όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά στην κατηγορία των «λαών χωρίς ιστορία», λαών δηλαδή οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως τη Δύση να αρθρώσει με τον ορθολογικό και επιστημονικό της λόγο τη δική τους ιστορία. Εξού και οι επιβαλλόμενες πλέον «σιωπές της ιστορίας», δηλαδή η αποσιώπηση των στοιχείων εκείνων μιας θελκτικής και ταυτόχρονα απωθητικής ετερότητας της Ανατολής, που δεν μπορούσε να προσληφθεί από τους δυτικούς στοχαστές παρά μόνο μέσα από φίλτρα αποκλειστικά  επεξεργασμένα από το παντοδύναμο πρίσμα της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, του Προτεσταντισμού και της Επιστημονικής Επανάστασης, που υπήρξαν και το υπαρξιακό τους σωσίβιο. Μάλιστα, χειρότερη και από την αποσιώπηση ήταν η διαστρέβλωση αυτών των στοιχείων, η μετάφρασή τους με όρους που ανέδιδαν πλήρη απαξίωση και επιπλέον λοιδορία.

Όλη αυτή η οριενταλιστική περιπέτεια, παρότι επιχειρούσε να προβληθεί ως αντικειμενική και ρεαλιστική, υπάκουε στην αρχή εκείνη, που ο Γερμανός ιστορικός Κόσελλεκ αποτύπωσε με χαρακτηριστική ενάργεια στο έργο του: προσερχόμαστε δηλαδή να γράψουμε αλλά και να διαβάσουμε ιστορία, όχι ως tabula rasa, αλλά με μια εγγενή, βαθιά, οντολογική «προ-απόφαση», έχοντας ήδη μέσα μας μια «πιθανή ιστορία», με βάση την οποία αξιολογούμε τις ιστορικές πηγές και συναρθρώνουμε την ιστοριογραφική μας εκδοχή. Κραταιό παράδειγμα αυτής της προ-ειλημμένης διαγωγής ήταν το ίδιο το Βυζάντιο, όπως θα τονίσει πρόσφατα, ανάμεσα σε άλλους, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγου Αντώνης Καλδέλλης. Το Βυζάντιο λοιπόν από τον πρώιμο Μεσαίωνα ακόμη και μέχρι σήμερα ταυτίστηκε πλήρως από πολλούς δυτικούς διανοητές με τη διαφθορά, τη δεισιδαιμονία, το έγκλημα, τον σκοταδισμό και την κάθε είδους πολιτιστική και κοινωνική υποβάθμιση.

Ό,τι ανέλυαν όμως οι Σαΐντ, Γκράμσι και Φουκώ, καθώς και άλλοι, για εκείνες τις τόσο γειτονικές μας κοινωνίες, θα μπορούσαμε, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, να τα εφαρμόσουμε και στη νεοελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα, η οποία μόλις είχε εξέλθει από την αιματηρή διύλιση της Ελληνικής Επανάστασης. Η Βαυαροκρατία, η οποία επιχείρησε, κατά τις δίκες της βεβαίως  προδιαγραφές, το ιστορικό πείραμα της ανα-γέννησης της ελληνικής κοινωνίας μετά από τετρακόσια τόσα χρόνια τουρκικού ζυγού, εγκαθίδρυσε όχι απλώς μια ξενοκρατία, αλλά τις πραγματικές και κυρίως τις συμβολικές δομές ενός απαράβατου και αναπόδραστου εξευρωπαϊσμού, ο οποίος, ως γνωστόν, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ισχύει και συνεχώς να γιγαντώνεται.

Έτσι, παρά τις μετα-αποικιακές σπουδές που τον αμφισβήτησαν σε άλλες περιοχές του πλανήτη, αυτός ο εξευρωπαϊσμός παραθεωρεί και κυρίως χλευάζει ο,τιδήποτε δεν συνάδει με τις προ-αποφάσεις του. Παρά λοιπόν την προτροπή ακόμη και του ίδιου του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας αλλά και άλλων ξένων να σκύψουν οι Βαυαροί με στοργή πάνω στην ελληνική πραγματικότητα, οι οριενταλιστές αλλά και οι εγχώριοι αυτο-οριενταλιστές κλώνοι τους εξάντλησαν τη βιαιότητά τους απέναντι στην παράδοση του ελληνικού λαού στο όνομα της εισαγόμενης αλήθειας τους. Όπως θα γράψει χαρακτηριστικά ο Λέο φον Κλέντζε στα 1838, «αν θέλαμε να βρούμε ένα βαθύτερο αίτιο για αυτήν τη φανερή αποτυχία της  Αντιβασιλείας, θα το βρίσκαμε ίσως στο γενεαλογικό δέντρο του νέου κράτους. Πατέρας του ο ενθουσιώδης ευρωπαϊκός φιλελληνισμός και μητέρα του η αμηχανία  της ευρωπαϊκής πολιτικής… Ένα τέτοιο παιδί θα έπρεπε να μετανοήσει για την καταγωγή του και να εξαλείψει τα ίχνη της με το γάλα μιας γνήσιας Ελληνίδας τροφού…». Αυτή όμως η «γνήσια Ελληνίδα τροφός» συνεχώς βρισκόταν στο στόχαστρο μέσα στο 19ο αιώνα ως οπισθοδρομική και δεισιδαιμονική.

Έτσι, σύμφωνα με τον M. Herzfeld η ελληνική περίπτωση, παρά την υβριδικότητά της, παρουσίαζε τα γνωρίσματα μιας «κρυπτο-αποικιοκρατίας» (crypto-colonialism), η οποία θα εκφραστεί αφενός με μια κατ’ όνομα μόνο ανεξαρτησία, εφόσον η Ελλάδα βρέθηκε υπό την ασφυκτική κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων, και αφετέρου έναν φιλελληνικό εκβιασμό, εφόσον η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους βασίστηκε στην απαίτηση της Δύσης να αποδείξουν οι σύγχρονοι Έλληνες ότι είναι άξιοι απόγονοι της κλασικής αρχαιότητας. Αυτό δημιούργησε ένα διαρκές σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι σε ένα απραγματοποίητο ιδεώδες που πρώτοι όρισαν οι Ευρωπαίοι, ένα σύμπλεγμα που εμφάνιζε μάλιστα τα απαξιωτικά γνωρίσματα μιας «νηπιότητας», σύμφωνα με την Έλλη Σκοπετέα, απέναντι στη δυτική, αυτεξούσια ωριμότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα πλήθος ελληνικών κειμένων της εποχής εκείνης επανέρχεται ακατάπαυστα η φράση για τον «σοφό Ευρωπαίο καθηγητή», ο οποίος γνωρίζει τα πάντα πριν από μας για μας και στη γνώμη του πρέπει να υποταχθούμε.

Ποιοι άραγε αντιστάθηκαν σε αυτό το πολιτιστικό, αποικιοκρατικό σύστημα κατά τον 19ο αιώνα; Ελάχιστοι, είναι αλήθεια. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, ως κορυφαίους, τον Κωνσταντίνο Οικονόμο, τον Μακρυγιάννη, τον Κοσμά Φλαμιάτο, τον Παπουλάκο και …τον Παπαδιαμάντη. Οι προηγούμενοι επέλεξαν την οδό της εξωστρέφειας, της δυναμικής παρέμβασης στα πολιτικά δρώμενα, γι’ αυτό και κινδύνευσαν από τις εξουσίες της εποχής, εξαναγκαζόμενοι να σιωπήσουν και κάποιοι τελικά να συντριβούν.

Ο τελευταίος όμως, ακολουθώντας την παράδοση που αναγόταν στο ησυχαστικό κίνημα των Κολλυβάδων του 18ου αιώνα, επέλεξε μια οδό σεμνή και ντροπαλή, όπως σεμνός και ντροπαλός μαρτυρείται ότι ήταν και ο ίδιος: επέλεξε ή καλύτερα τον επέλεξε η λογοτεχνική οδός, εφόσον οι εκάστοτε επιλογές των ανθρώπων δεν είναι ποτέ αποκλειστικό ατομικό ιδίωμα, αλλά προϊόντα μιας συναστρίας παραγόντων. Ίσως γιατί είχε διδαχθεί από το τραγικό παράδειγμα των παράτολμων προπατόρων του, είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας, μέσω αυτής της οδού υπέβαλλε στην ελληνική κοινωνία και διανόηση του τέλους του 19ου αιώνα μια λησμονημένη από τον εκσυγχρονισμό παράδοση, λαϊκή, θρησκευτική και ησυχαστική, που αντιμετωπιζόταν μέχρι τότε, αλλά και κατόπιν, με τη σιωπή της ιστορίας, τον εμπαιγμό και τη συκοφαντία. Ο Παπαδιαμάντης την πήρε από το χέρι για να την διαπορθμεύσει στον 20ό αιώνα, δίνοντας μια λογοτεχνική χροιά στη μυστική φωνή της.

Κι αυτή η μετάβαση έγινε μέσα σε μια εποχή που η νεωτερικότητα ετοίμαζε και διατυμπάνιζε ανοιχτά πλέον την ηγεμονία της αλλά και τον φαταλισμό αυτής της ηγεμονίας. Όπως θα σημειώσει ο Κωστής Παπαγιώργης, «ο Παπαδιαμάντης, ο πιο σοβαρός άνδρας που έζησε σε αυτό τον τόπο, παρουσίαζε όλα τα συμπτώματα του κομπλεξικού (ντροπαλός, δειλός μέχρι παρεξηγήσεως, άγευστος γυναικών, πένης και με εμφάνιση ζητιάνου - ούτε στην εφημερίδα που εργαζόταν δεν είχε το θάρρος να εισέλθει). Πάντως, δεν έζησε πολύ μέσα στον τραγικό 20ό αιώνα για να δικαιώσει με τη ζωή του την αποτίμηση του Ανδρέα Ταρκόφσκι ότι είναι «η ντροπή εκείνη που θα σώσει τον κόσμο»!

Αυτός λοιπόν ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα, που έγραφε ακριβώς για να βιοποριστεί, ο οποίος όσο ζούσε δεν ευτύχησε να δει ούτε μια μικρή συλλογή διηγημάτων του τυπωμένη σε βιβλίο, επεδείκνυε μια παράδοξη αμεριμνησία ακόμη και για τα ίδια τα γραπτά του.  Ήταν τόσο αυθυπόστατος, ώστε, σύμφωνα με τη γνωστή μαρτυρία του Γ. Δροσίνη, από τη στιγμή που άφηνε το εκάστοτε κείμενό του στο γραφείο μιας εφημερίδας, «ούτε το συλλογίζουνταν πια, ούτε ζητούσε να μάθει πότε θα δημοσιευθεί, ούτε και διορθώσεις έβλεπε από το τυπογραφείο: τα χειρόγραφά του ήταν έκθετα ριγμένα στη βρεφοδόχο του Βρεφοκομείου…». Ίσως γιατί εκείνες οι «πίσω του σελίδες» είχαν πάρει ήδη το δημιουργικό δρόμο τους προς τον 20ό και τον 21ο αιώνα, αλλά και προς την αιωνιότητα. Με το που έπαιρνε επίσης το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Καχριμάνη, όπου έτρωγε  για 27 ολόκληρα χρόνια, καθώς και το νοίκι για το δωμάτιό του, έστελνε λεφτά στην οικογένειά του, μοίραζε στους φτωχούς, χωρίς να κρατά τίποτε για τον εαυτό του. Εμφανιζόταν πάντα ως ένας «διακονιάρης» κατά την έκφραση και την έκπληξη του Ανδρέα Συγγρού, ζώντας ακριβώς ως «κρυψίβιος», όπως θα μαρτυρήσει και ο Καμπούρογλους.  Μας τον περιγράφουν σαν έναν ανεξάρτητο και αντισυμβατικό ίσκιο ανθρώπου που κάρπιζε όμως ασταμάτητα, αλλά χωρίς να παραλείπει να δηλώνει εμφατικά ότι «δεν μοιάζω με κανέναν, είμαι ο εαυτός μου». Δεν πρόκειται για την αλαζονική δήλωση ενός αυτοπροσδιορισμού που αποζητά μόνο δικαιώματα, εφόσον ο ίδιος εναγκαλιζόταν σαφώς και μετείχε ενεργά στον ετεροπροσδιορισμό που του απένειμε η δική του ελληνική παράδοση, προς την οποία αισθανόταν μόνο υποχρεώσεις.

Αυτή λοιπόν η sui generis ιδιοσυγκρασία του «loser», όπως θα λέγαμε σήμερα, ή και του μποέμ, ίσως και εξαιτίας αυτής, εμβόλισε το ενυπάρχον μεγα-τάλαντό του και τον κληροδότησε με την απαράμιλλη ικανότητα να αναλύει με βαθύτατο και αριστουργηματικό τρόπο τους ηττημένους της ζωής, τους άπραγους, τους αλκοολικούς, τους φτωχούς, όσους αγωνίζονταν ενάντια στην καταφρόνια, την αρρώστια και τον θάνατο, όντας παγιδευμένοι μέσα στην κοινωνική τους αορατότητα. Διότι, όπως θα καταλήξει και ο Παπαγιώργης, «η βαθύτητα ανήκει κατά κανόνα σε παγιδευμένους ψυχισμούς, όχι στην αναπεπταμένη σημαία κάθε αυτοσχέδιου τολμητία». Αλλά μέσα από το λογοτεχνικό του εκείνο σύμπαν, που δεν ήταν καθόλου αλαφροΐσκιωτο, δεν θα πάψει, αυτός ο ονειροπόλος, απόμακρος, μετριόφρων και εσωστρεφής άνθρωπος, να αναδεικνύει έντονους κοινωνικούς προβληματισμούς, να κάνει εύστοχες κοινωνικές διαγνώσεις και να ασκεί απερίφραστη κοινωνική κριτική απέναντι στις πολιτικές, οικονομικές αλλά και στις θρησκευτικές εξουσίες της εποχής του, ειδικά όταν αναφερόταν στην Αθήνα, την «πόλη της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως έλεγε. Μέσω των ηρώων του προσέγγιζε εταστικά και συμπαθητικά τα διαιώνια προβλήματα των ανθρώπων: την αδικία, την υποκρισία, την αμαρτία και τη μετάνοια, την υπομονή, τον μόχθο και τον πόνο, τη συμπόνια, την αυταπάρνηση, την καλοσύνη και τη νοσταλγία. Αναγνώριζε ως τα βάθη του ότι «ο άνθρωπος είναι ένα μισάνοιχτο όν», όπως θα σημειώσει ο Γκαστόν Μπασελάρ, ένα όν που ενώ σκύβει στο έδαφος ταυτόχρονα ατενίζει παρακλητικά τον ουρανό, προσμένοντας, τι άλλο;, το θαύμα.

Στο έργο λοιπόν αυτού του «αγίου των ελληνικών γραμμάτων», του «κοσμοκαλόγερου», του «Έλληνα Ντοστογιέφσκι», όπως έχει χαρακτηριστεί, θα αποθησαυριστεί ακριβώς «ο παράξενος τρόπος των Ελλήνων», κατά τον Χρήστο Βακαλόπουλο, ο μη-ορθολογικός, ο μη-νεωτερικός, ο ποτισμένος ως τα βάθη του από τον θρησκευτικό του προσανατολισμό, τον οποίο βίωνε μέσα στον μυστικό χώρο της δικής του αυλής που ήταν όμως γι’ αυτόν ολόκληρος ο κόσμος, παρά τις αστοχίες του ακόμη και απέναντι στην ίδια του τη θρησκεία. Και ο Παπαδιαμάντης δεν θα διστάσει καθόλου να επιμείνει και να αγκαλιάσει αυτόν «τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων», επιλέγοντας στον «Λαμπριάτικο Ψάλτη» να δηλώσει: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε …να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστό μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια Ελληνικά ήθη».

«Μετά λατρείας, μετ’ έρωτος και μετά στοργής»: αυτή είναι η ακραιφνής συμπεριφορά ενός σοβαρού, ευαίσθητου και ελεήμονα ανθρώπου και συγγραφέα, που όχι μόνο καταδέχεται αλλά και αναδέχεται το φορτίο της κατ’ εξοχήν ανθρωπινότητας, καθρεφτίζοντάς το μάλιστα πάνω στο ίδιο το σώμα του, τα ρούχα του, την τροφή του, την καθημερινή διαγωγή του. Μιας ανθρωπινότητας που άνω θρώσκει συνεχώς ακόμη και αν κυλίεται, επίσης συνεχώς, στο τέλμα, χωρίς όμως να διολισθαίνει ο σκηνοθέτης της ούτε σε εξιδανικεύσεις ούτε σε ηθικολογίες ή αποτροπιασμούς. Διότι, όπως θα τονίσει και ο Πωλ Βαλερύ, «το να είσαι ανθρώπινος σημαίνει να νιώθεις [έστω] αόριστα ότι υπάρχει κάτι απ’ όλους μέσα στον καθένα και κάτι από τον καθένα μέσα σε όλους».

Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε λοιπόν ο ευγενής αλλά και γενναιόφρων διαρρήκτης της ιστορικής σιωπής για την ησυχαστική αλλά και τη λαϊκή παράδοση, τις οποίες συνάρμοσε σε ένα ενιαίο σύνολο χωρίς να παραλείψει όμως να σημειώσει και να καταγγείλει και τις, εντελώς ανθρώπινες εξάλλου, ατασθαλίες τους. Όταν στα μακρινά εκείνα τέλη του 19ου αιώνα, οι λογοτέχνες «έπαιζαν με τον πνευματισμό» και τα «κινούμενα τραπεζάκια», καλώντας πνεύματα νεκρών στη βίλλα λ.χ. του Σουρή, θεωρώντας ότι απολαμβάνουν με τον τρόπο αυτό ένα μυστικιστικό αντίδοτο στον επελαύνοντα εξορθολογισμό του κόσμου, ο Παπαδιαμάντης συναυλιζόταν με τον άγιο Νικόλαο Πλανά και τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη στο ταπεινό εκκλησάκι του αγ. Ελισσαίου, αναπαράγοντας, με έναν τρόπο χθόνιο και με μια ψαλμωδία βυζαντινή, την ησυχαστική κληρονομιά σε ένα αθηναϊκό περιβάλλον προϊούσας εκκοσμίκευσης.

Βεβαίως, όλη αυτή η ιδιάζουσα διαγωγή του, η βιωτική και συγγραφική, δεν πέρασε χωρίς συνέπειες, όντας πάντοτε ο ίδιος ένα σημείο αμφιλεγόμενο. Πολλούς συγχρόνους αλλά και επιγόνους τους κατέλαβε, το λιγότερο, η αμηχανία: έκθετοι απέναντι στο αναμφισβήτητο λογοτεχνικό του τάλαντο, αλλά και υπόγεια ή απροκάλυπτα μαχητές της Ορθόδοξης ιδίως θρησκευτικότητάς του. Διότι αυτή ήταν ακριβώς το μέγα σκάνδαλο! Κάποιοι, όπως ο Κορδάτος, ο Δημαράς και ο Μουλάς, ήταν οξύτεροι, εκδηλώνοντας χωρίς αιδώ την αυτο-οριενταλιστική προ-απόφασή τους να πολεμήσουν τον ίδιο και τον κόσμο του. Θα γράψει λ.χ. ο Δημαράς: «Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή. Η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη». Δεν έφταιγε όμως η γλώσσα του, ούτε η επιτυχής ή μη συνάρθρωση των διηγημάτων του, για τέτοιου είδους απαξιωτικές αποστροφές, αλλά η βαθιά, αναχωρητική θρησκευτικότητά του, η οποία ήταν δυσανάγνωστη και δύσπεπτη σε ανθρώπους που ευφραίνονταν από μια νεωτερικότητα που κάλπαζε ακόμη ανεξέλεγκτα, χωρίς φραγμό, μη προβλέποντας βεβαίως ότι με τη σειρά της θα δημιουργούσε σε λίγα μόλις χρόνια από τότε τις δυο τρομακτικές εκατόμβες του 20ού αιώνα.

Αλλά αυτοί οι αρνητές του ήταν οι λιγότεροι, εφόσον μέχρι σήμερα το έργο του και ο ίδιος χιλιο-αναλύονται και κάθε πτυχή του ιχνηλατείται σε μια προσπάθεια να ερευνηθεί πληρέστερα η παράδοξη και γοητευτική ιδιαιτερότητά του. Έτσι, ο Ξενόπουλος, ο Παλαμάς, ο Άγρας, ο Νιρβάνας, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Λορεντζάτος, ο Κόντογλου, ο Παπαγιώργης, ο Βακαλόπουλος, ο Προγκίδης και πολλοί άλλοι, Έλληνες και ξένοι, προσέλαβαν θετικά έως πολύ θετικά την προσωπικότητά του και τα κείμενά του, χωρίς η θρησκευτικότητα αυτή να σταθεί εμπόδιο στην αποτίμησή τους. Ο Ελύτης λ.χ. θα μιλήσει για τη μαγεία του Παπαδιαμάντη, στο ομώνυμο βιβλίο του, και ζυγιάζοντας προσεκτικά τα πράγματα θα αποφανθεί: «Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο».

Η «πληρότητα μες στο ελάχιστο»: αυτός ήταν ο Παπαδιαμάντης! Απέδειξε με την ίδια τη ζωή του και το έργο του το αναμφισβήτητα οικουμενικό γεγονός ότι η ύψιστη σπουδαιότητα ενός ανθρώπου εξαρτάται όχι από τη συμπόρευση με τις κανονικότητες και τις συμβάσεις της κάθε εποχής, αλλά από τις εγκάρσιες ρωγμές, τις δυναμικές ρήξεις, μυστικές ή εμφανείς, που επιφέρει σε αυτές. Διότι, όπως συμβαίνει και με την ασκητική παράδοση που ο Σκιαθίτης αυτός ακολουθούσε, αυτό το ελάχιστο-πλήρες ήταν διαρκώς ευεπίφορο και ευρύχωρο στο θαύμα. Όπως και πάλι ο Ελύτης θα σημειώσει, «λησμονούμε ότι, χωρίς αγαθά υλικά, ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός, που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα»… Προς τα τέλη του 20ού αιώνα ο Τζ. Στάινερ θα ομολογήσει ότι αυτό που αποζητούμε τόσο πολύ σήμερα είναι «μια εγγυημένη προφητεία». Κι ο Παπαδιαμάντης υπηρέτησε με ζήλο τον προϊδεασμό αυτής της προφητείας για να φτάσει πλησίστια μέχρι τις μέρες μας…

 

*Ημέρες Παπαδιαμάντη» Σκιάθος, 19-20 Σεπτεμβρίου 2026

*Καθ. Νεοελληνικής Ιστορίας, Ιστορίας της Νεοελλ. Εκπαίδευσης και Διδακτικής της Ιστορίας ΠΤΔΕ, Παν. Θεσσαλίας

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ο ποιητής") είναι έργο του Γιώργου Κόρδη, από την συλλογή «Το Δώμα των Αθώων».

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ