Ὁ ἅγιος Βενέδικτος ὁ ἐκ Νουρσίας εἶναι μεγάλη ἐκκλησιαστική προσωπικότητα τοῦ Δυτικοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ κατά τόν 6ου αἰώνα. Ὑπῆρξε ὁ ἀνανεωτής συνάμα δέ καί θεμελιωτής τοῦ Μοναχισμοῦ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἔχει γραφεῖ «Ὁ χριστιανικός μοναχισμός τῆς Δύσεως, ὁ ὁποῖος ἀφανίστηκε τόν 5ο αἰ. ἀπό τίς βαρβαρικές ἐπιδρομές τῶν γερμανικῶν φυλῶν, ἀναδιοργανώθηκε τόν 6ο αἰ. ἀπό τόν ὅσιο Βενέδικτο».[1] Μοναδική πηγή γιά τό βίο καί τήν πολιτεία τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου εἶναι τό δεύτερο βιβλίο τῶν Διαλόγων τοῦ μεγάλου πάπα Ρώμης ἁγίου Γρηγορίου Α´ τοῦ Μεγάλου (540-604 μ.Χ.)
Κατήγετο ἀπό τή Νουρσία τῆς κεντρικῆς Ἰταλίας. Γεννήθηκε περί τό 480μ.Χ. ἀπό γονεῖς εὔπορους καί ἔτυχε ἐπιμελημένης ἀγωγῆς. Περίπου δεκαεπτά χρονῶν ἐγκατέλειψε τίς σπουδές του στή Ρώμη καί ἀκολούθησε τή μοναχική ζωή. Στή περιοχή Σουμπιάκο, νότια τῆς Ρώμης, ἀσκήτευσε ἐπί τρία χρόνια σέ μία ἐρημική καί δυσπρόσιτη σπηλιά. Ἔμεινε σ’ἐκείνη τήν ἔρημη καί φρικώδη σπηλιά, ὅπως εἴπαμε ἐπί τρία ἔτη, «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ γιγνωσκόμενος», ἄγνωστος σ’ὅλο τόν κόσμο ἐκτός ἀπό ἕνα μοναχό, ὀνόματι Ρωμανό, πού τόν δίδαξε τά πρῶτα βήματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ὁ Ρωμανός μιά φορά τήν ἑβδομάδα τοῦ ἔφερνε φαγητό ἀπό τό δικό του σιτηρέσιο. Τό σπήλαιο ὅπου ἀσκήτευε ὁ ὅσιος βρισκόταν σ’ ἕνα ἀπόκρημνο καί ψηλό βράχο καί ὁ Ρωμανός κρεμοῦσε τόν ἄρτο ἀπό ἕνα σχοινί πού τοῦ εἶχε κρεμάσει ἕνα κουδούνι καί εἰδοποιοῦσε τόν ὅσιο ὅτι ἦλθε ὁ ἄρτος. Ὅπως ἔχει γραφεῖ «ποιούς πειραμούς πέρασε στό φοβερό ἐκεῖνο σπήλαιο, μόνο ὁ Θεός γνωρίζει, πού ἐνισχύοντας τόν δοῦλο του τόν ἀνέδειξε νικητή κατά τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας. Μιά μέρα ἡ ἐνθύμηση κάποιας γυναίκας πού εἶχε δεῖ κάποτε στόν κόσμο τόν τάραξε τόσο ἔντονα, ὥστε τόν ἔριξε σέ ἀκηδία καί ἀπογοήτευση γιά τό ἡσυχαστήριό του, καί προσπαθοῦσε νά τόν πείσει νά τό ἐγκαταλείψει καί νά γυρίσει στόν κόσμο. Ἀλλά ἀφοῦ συνῆλθε καί μετενόησε ἔγκαιρα γιά αὐτόν τόν ρεμβασμό τῆς φαντασίας του, ρίχτηκε γυμνός μέσα σέ τσουκνίδες καί ἀγκάθια, κυλίσθηκε γιά πολύ ἀνάμεσά τους καί βγῆκε ἐντελῶς καταματωμένος∙ ἀπό τότε πιά δέν πειράχθηκε ἀπό τέτοιους πειραμούς, ἀλλά μένοντας ἀπείραστος ὑμνοῦσε καί εὐχαριστοῦσε τή θεία Πρόνοια πού τόν σκέπαζε».[2]
Ἡ φήμη του ὡς ἁγίου ἀσκητοῦ ἁπλώθηκε σέ ὅλη τήν περιοχή καί πολλοί μοναχοί κατέφευγαν σ᾿ αὐτόν γιά πνευματική καθοδήγηση. Ἐκεῖ κοντά ὑπῆρχε ἕνα μοναστῆρι, τοῦ ὁποίου οἱ μοναχοί τόν προσεκάλεσαν νά δεχθεῖ νά ἀναλάβει τήν ἡγουμενία. Ὁ Ξηροποταμηνός μοναχός π. Ζαχαρίας ἐξιστορεῖ: «Ὁ Βενέδικτος γιά μεγάλο διάστημα ἀρνοῦνταν λέγοντάς τους ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δέν συμβιβάζονται οἱ ἀρχές τους μέ τίς δικές του∙ στό τέλος ὅμως ἐνέδωσε στίς ἐπίμονες ἐνστάσεις τους. Ἀναλαμβάνοντας τή διοίκηση τοῦ μοναστηριοῦ ὁ Βενέδικτος καί προσπαθώντας νά διορθώσει τίς φαῦλες ἕξεις τῶν μοναχῶν ἐκείνων ὑπέπεσε στή δυσμένειά τους, οἱ ὁποῖοι, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπ’αὐτόν μελέτησαν νά τόν δηλητηριάσουν. Ἐνῶ καθόταν στήν τράπεζα, τοῦ πρόσφεραν ποτήρι, γιά νά τό εὐλογήσει κατά τή συνήθεια τοῦ μοναστηριοῦ∙ ἀφοῦ ἅπλωσε τό χέρι του καί τό σφράγισε μέ τό σημεῖο τοῦ Τίμιου Σταυροῦ, τό ποτήρι τήν ἴδια στιγμή ἔσπασε. Τότε, ἀφοῦ κατενόησε ὁ ἅγιος αὐτό πού συνέβη, σηκώθηκε, προσκαλεῖ ὅλους τούς μοναχούς καί τούς λέγει μέ πρόσωπο γαλήνιο: “Ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρήσει, ἀδελφοί μου∙ γιατί μοῦ συμπεριφερθήκατε μέ αὐτόν τόν τρόπο; Δέν σᾶς εἶπα ἀπό τήν ἀρχή, ὅτι δέν συμβιβάζονται οἱ ἀρχές μας; Λοιπόν, νά βρεῖτε ἡγούμενο κατά τήν ἀρέσκειά σας”. Καί σάν εἶπε αὐτά, ἐγκαταλείπει τό μοναστήρι καί ἀναχωρεῖ στό ἀγαπητό του ἐρημητήριο, ἐκεῖ ὅπου ἔκανε προηγουμένως τούς ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες του».[3]
Κατόπιν ἄφησε τό ἀσκηταριό του καί ἵδρυσε δώδεκα μοναστήρια, στά ὁποῖα τοποθέτησε ἀνά δώδεκα μοναχούς.Βέβαια δέν ἔλειψαν οἱ πειρασμοί ἀπό μοναχούς πού ζηλοφθονοῦσαν τήν φήμη καί τήν ἀρετή του. Τό 529 ἵδρυσε στό ὄρος Κασίνο, ἀνάμεσα στή Ρώμη καί τή Νεάπολη, τή Μονή Μοντεκασίνο, τό ἱστορικό του κοινόβιο, διεξάγοντας παράλληλα πρός τήν αὐστηρή ἡσυχαστική ἀγωγή καί ἱεραποστολικό ἔργο καί εὐαγγελισμό πολλῶν εἰδωλολατρῶν στό Χριστιανισμό. Ὁ π. Ζαχαρίας σημειώνει γιά τό Μοντεκασίνο: «Τό Μοντεκασίνο λειτούργησε καί ὡς σχολεῖο, στό ὁποῖο πολλοί γονεῖς ἐμπιστεύονταν τή μόρφωση καί τήν πνευματική οἰκοδομή τῶν παιδιῶν τους. Ἔτσι ὁ ἅγιος συνέβαλε καθοριστικά καί στήν πνευματική καί πολιτιστική ἐξύψωση τῆς περιοχῆς»[4]. Σέ κοντινό τόπο ἡ δίδυμη ἀδελφή του Σχολαστική ὀργάνωσε γυναικεῖο μοναστήρι, τό ὁποῖο ὁ ἅγιος ἐπισκεπτόταν μία φορά τό χρόνο, λίγο πρίν τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Ὁ ὅσιος ἔζησε ὡς ἡγούμενος στό μοναστήρι του μέχρι τήν ὁσιακή κοίμησή του περί τό 547 (ἤ κατ᾿ ἄλλους τό 543), λίγο μετά τήν κοίμηση τῆς ἀδελφῆς του. Μάλιστα ἤλεγξε καί ἐπέπληξε μέ ἀρχοντική παρρησία («παρρησία πού τόν καθιστοῦσε ἀνώτερο ἀπό κάθε πολιτικό βαθμό καί βασιλική ἀρχή») τόν Τοτίλα, ἡγεμόνα τῶν Ὀστρογότθων, γιά τίς ὠμότητές του, τίς φρικαλεότητες καί λεηλασίες του[5]. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 21 Μαρτίου στή Δυτική Ἐκκλησία καί στίς 11Ἰουλίου ὡς προστάτη τῆς Εὐρώπης.[6] Ἡ Ἀνατολική Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη του στίς 14 Μαρτίου. Νά σημειώσουμε πώς τό ὄνομα Βενέδικτος σημαίνει “εὐλογημένος” καί τό ἀντίστοιχο ἑλληνικό ὄνομα εἶναι Εὐλόγιος.
Ἡ ἀρετή καί οἱ πολλές θαυματουργίες του προσείλκυσαν πλῆθος ἀνθρώπων ἀπό ὅλη τήν Ἰταλία, οἱ ὁποῖοι διψοῦσαν γιά αὐθεντικό χριστιανικό λόγο καί ἔμπρακτη εὐαγγελική ζωή καί πολιτεία. Πλῆθος εἶναι τά θαύματά πού ἐπιτελοῦσε ὡς προσεπικύρωση τῆς ἁγίας του ζωῆς. Ἐμεῖς ἐδῶ θά περιοριστοῦμε μόνο σέ δύο − ἕνα θαυμαστό γεγονός πού ἔκανε ὅταν ἦταν νέο παιδί ἀκόμα καί μία φοβερή νεκρανάσταση – πού ἀναφέρει μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Μέγας Γρηγόριος ὁ Διάλογος, Πάπας Ρώμης, στό δεύτερο βιβλίο τῶν Διαλόγων του: «Μιά μέρα ἡ παραμάνα τοῦ ὁσίου δανείστηκε ἀπό τίς γειτόνισσες ἕνα σκαφίδι γιά νά καθαρίσει σιτάρι. Καθώς, ὅμως, τό ἀπέθεσε ἀπρόσεκτα πάνω στό τραπέζι, αὐτό ἔπεσε κι ἔσπασε σέ δύο κομμάτια. Ὅταν, λοιπόν, ἡ παραμάνα ἀντίκρισε σπασμένο τό σκεῦος πού εἶχε πάρει δανεικό, ἄρχισε νά κλαίει γοερά. Ὁ νεαρός Βενέδικτος βλέποντάς την νά κλαίει ἔτσι, τή συμπόνεσε. Παίρνοντας μαζί του τά δύο κομμάτια τοῦ σκαφιδιοῦ, πῆγε κάπου ἀπόμερα, γονάτισε καί ἄρχισε νά προσεύχεται μέ δάκρυα. Ὅταν σηκώθηκε, βρῆκε δίπλα του τό σκεῦος ἀκέραιο χωρίς νά ἔχει πάνω του τό παραμικρό ἴχνος ἀπό τό σπάσιμο. Ἀμέσως ἔτρεξε στήν παραμάνα του, τήν παρηγόρησε καί τῆς ἔδωσε πίσω τό σκαφίδι».[7] Καί «Μιά μέρα ὁ ὅσιος, πού ποτέ δέν περιφρονοῦσε τίς χειρωνακτικές ἐργασίες, βγῆκε μαζί μέ τούς ἀδελφούς νά δουλέψει στούς ἀγρούς. Ἦρθε τότε στό μοναστήρι καί τόν ζήτησε ἕνας χωρικός, βαστώντας στήν ἀγκαλιά του τό σῶμα τοῦ νεκροῦ γιοῦ του καί θρηνώντας σπαρακτικά. Ὅταν τοῦ εἶπαν πώς ὁ γέροντας δούλευε σ᾿ ἕνα χωράφι μέ τούς ἀδελφούς, ἄφησε τό λείψανο τοῦ παιδιοῦ του στήν πύλη τῆς μονῆς κι ἔτρεξε νά τόν βρεῖ. Καί νά! Τήν ἴδια ὥρα ἐκεῖνος γύριζε κιόλας μέ τούς ἀδελφούς ἀπό τό χωράφι. Μόλις τόν ἀντίκρισε ὁ πονεμένος πατέρας ἄρχισε νά κραυγάζει: −Δῶσε μου πίσω τό παιδί μου! Δῶσε μου πίσω τό παιδί μου! Ὁ ὅσιος κοντοστάθηκε ἀπορημένος καί τόν ρώτησε: −Ἐγώ σοῦ πῆρα τό παιδί σου; − Πέθανε! ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. Ἔλα νά τό ἀναστήσεις! Ἀκούγοντας αὐτά τά λόγια ὁ μακάριος γέροντας στενοχωρήθηκε πολύ. Φύγετε, ἀδελφοί! εἶπε. Φύγετε! Τέτοια πράγματα δέν εἶναι γιά μᾶς, ἀλλά γιά τούς ἁγίους ἀποστόλους. Γιατί, ἄνθρωπέ μου, θέλεις νά μᾶς φορτώσεις βάρη πού δέν μποροῦμε νά τά σηκώσουμε; Ὁ χωρικός ὅμως μέσα στόν ἀβάσταχτο πόνο του, συνέχισε νά τόν ἱκετεύει ἐπίμονα. −Δέν φεύγω ἀπό ᾿δῶ, ἔλεγε, σοῦ τ᾿ ὀρκίζομαι, ἄν δέν ἀναστήσεις τόν γιό μου.Τότε πιά ὁ ὅσιος τόν ρώτησε: −Καί ποῦ εἶναι τό σῶμα του; −Τό ᾿χω ἀπιθωμένο μπροστά στήν πύλη τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ προχώρησε ὡς ἐκεῖ μέ τούς ἀδελφούς, γονάτισε καί ἔγειρε πάνω ἀπό τό σῶμα τοῦ παιδιοῦ. Ὕστερα σηκώθηκε πάλι, ὕψωσε τά χέρια του στόν οὐρανό καί εἶπε: −Κύριε, μήν κοιτάξεις τίς ἁμαρτίες μου ἀλλά τήν πίστη αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού ἱκετεύει ν᾿ ἀναστηθεῖ ὁ γιός του, καί δῶσε πίσω στό σῶμα τήν ψυχή πού πῆρες. Πρίν καλά-καλά τελειώσει τήν προσευχή του, τό σῶμα τοῦ παιδιοῦ ἄρχισε νά τρέμει, καθώς ἡ ψυχή ξαναγύριζε σ᾿ αὐτό. Ὅλοι οἱ παρόντες τό εἶδαν μέ δέος. Καί ὁ ὅσιος, πιάνοντας τό παιδί ἀπό τό χέρι, τό ἔδωσε ζωντανό στόν πατέρα του».[8]
Ὁ ἅγιος ἵδρυσε τό μοναστικό Τάγμα τῶν Βενεδικτίνων καί θεωρεῖται πατριάρχης τοῦ δυτικοῦ μοναχισμοῦ. Στό Μοντεκασίνο συνέθεσε τόν περίφημο Κανόνα τῶν Μοναχῶν (Regula Monachorum), σέ δημώδη Λατινική, κατά τό πρότυπο τῶν Ὅρων τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος Κανών ἀποτέλεσε τό πρότυπο τοῦ Δυτικοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Γιά τόν Κανόνα τό Πατριαρχικόν Ἴδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν σημειώνει: «Στήν κυριότερη ἀπό τίς μονές πού ἵδρυσε ὁ ἅγιος Βενέδικτος, τό Μόντε Κασσίνο, συνέταξε τόν Κανόνα τῶν Μοναχῶν (Regula Monachorum), ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερης ἐπιρροῆς ἔργα στήν ἱστορία τοῦ χριστιανικοῦ μοναχισμοῦ».[9]
Τό πνεῦμα πού διακρίνει τόν Κανόνα εἶναι ἡ μετριοπάθεια καί ἡ ἀποφυγή τῶν ἀκροτήτων. Εἶχε ὡς πρότυπο τούς Ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπως εἴπαμε, καί συνταίριαξε ἁρμονικά τήν Ἀνατολική καί Δυτική μοναστική παράδοση.Ὅπως ἔχει γραφεῖ «Οἱ μοναστικοί κανόνες τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου, πού θεσπίστηκαν γιά τό κοινόβιο τοῦ Μόντε Κασίνο ἀποτέλεσαν τήν πηγή γιά τόν καθορισμό τῶν ἀρχῶν τῆς κοινοβιακῆς ἄσκησης στόν Δυτικό μοναχισμό {…} Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου στηρίχθηκε βασικά στούς Ὅρους τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί στίς σχετικές παραδόσεις τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά παρουσιάζει χαρακτηριστικά στοιχεῖα τῆς προσαρμογῆς στή Δυτική νοοτροπία καί ἀξιόλογη πρωτοτυπία καί πληρότητα, γι᾿ αὐτό καί κέρδισε καθολική ἀναγνώριση στή Δυτική Ἐκκλησία. Ὅλες οἱ μοναστικές μεταρρυθμίσεις στή Δύση κατά τούς μέσους χρόνους ἄντλησαν τό περιεχόμενό τους ἀπό τόν Κανόνα τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου καί χαρακτηρίστηκαν ὡς ἐπιστροφή στίς ἀρχές του».[10]
Ὁ μοναχός Ζαχαρίας σημειώνει πώς «Ὁ Κανόνας παρουσιάζει ἕναν φιλελευθερισμό καί ἀνθρωπισμό, μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τῶν ὅρων»[11]. Γιά νά πάρουμε μία μικρή γεύση τοῦ ἐλευθεριακοῦ καί ἀνθρωπιστικοῦ πνεύματος του θά παραθέσουμε δύο ὁδηγίες-ὑποθῆκες τοῦ ὁσίου πρός τόν ἑκάστοτε ἐπιγενόμενο καθηγούμενο τῆς Μονῆς πού κατέγραψε στόν Κανόνα: «Ποτέ νά μή διακρίνει πρόσωπο στό μοναστήρι. Ποτέ νά μήν ἀγαπᾶ τόν ἕνα περισσότερο ἀπό τόν ἄλλο…Ποτέ νά μήν προτιμᾶ τόν εὐγενή ἀπό τόν δοῦλο, ἐκτός ἐάν ὑπάρχει κάποια εὔλογη αἰτία»[12]. Καί «Προπάντων δέ νά παρέχεται ἰδιαίτερη φροντίδα στήν ὑποδοχή τῶν φτωχῶν καί τῶν προσκυνητῶν, ἐπειδή σέ αὐτούς περισσότερο φιλοξενεῖται ὁ Χριστός∙ γιατί ὅσον ἀφορᾶ στούς πλουσίους, αὐτό ἀκριβῶς τό δέος πού προκαλοῦν ὑποβάλλει τόν ἰδιαίτερο σεβασμό γι’αὐτούς».[13]
Ὁ Ε´ καί ὁ ΣΤ´ ἦσαν ταραγμένοι αἰῶνες. Ἡ Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία θραύεται καί μαζί της θραύονται ὁ νόμος καί ἡ τάξη, πού αὐτή ἐγγυᾶτο. Βαρβαρικά φῦλα εἰσέρχονται στήν ἐπικράτειά της προκαλώντας τήν καταστροφή τοῦ παλαιοῦ κόσμου. Τό 476 μ. Χ. καταλύεται ἡ Δυτική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἐπικρατεῖ χάος, ταραχή καί ἀναρχία. Μέσα σ’αὐτό γενικά ἐπικρατοῦν χάος τά μοναστήρια τῶν Βενεδικτίνων εἶναι νησῖδες ἀσφάλειας καί γαλήνης, ἐπιτελώντας ταυτόγχρονα τεράστιο ἐκπολιτιστικό ἔργο: Ὁ Will Durant γράφει σχετικά: «Κατά τήν ἐποχήν τῶν πολέμων καί τῆς ἀναρχίας, τῆς ἀμφιβολίας καί τῶν πλανῶν, τά μοναστήρια τῶν βενεδικτίνων ἦσαν σωτήρια καταφύγια.Ἐδέχοντο τούς κατεστραμμένους χωρικούς, τούς σπουδαστάς πού ἐπιθυμοῦσαν ἤρεμον ζωήν, τούς ἀνθρώπους πού εἶχαν κουρασθῆ ἀπό τόν ἀγῶνα καί τόν θόρυβον τῆς κοσμικῆς ζωῆς καί τούς συνεβούλευαν:“Ἐγκαταλείψατε τήν ὑπερηφάνειαν καί τήν ἐλευθερίαν σας καί θά εὕρητε ἐδῶ τήν ἀσφάλειαν καί τήν γαλήνην”. Εἰς ὁλόκληρον τήν Εὐρώπην ἱδρύθησαν μοναστήρια βενεδικτίνων, ἀνεξάρτητα τά μέν ἀπό τά δέ, ὑποκείμενα μόνον εἰς τόν πάπαν, ὑποδείγματα κοινοτικῆς ζωῆς, νησίδας μέσα εἰς τήν μαινομένην θάλασσαν τοῦ ἀτομικισμοῦ. Ὁ Κανών καί τό Τάγμα τῶν βενεδικτίνων ὑπῆρξαν τά διαρκέστερα δημιουργήματα τοῦ μεσαιωνικοῦ ἀνθρώπου. Τό Μόντε Κασίνο διατηρεῖται ὡς σύμβολον τῆς σταθερότητος καί τῆς διαρκείας»[14]. Ὁ Βασίλειος Στεφανίδης στήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία γράφει περί τῶν Βενεδικτίνων: «Οἱ Βενεδικτῖνοι ἐπεξετάθησαν εἰς ὅλην τήν Δύσιν καί ἐπέδρασαν ἐκπολιτιστῶς ἐπί τῶν βαρβάρων λαῶν αὐτῆς. Προσεκτικῶς ἔκοπτον δάση, πετρώδη καί ἑλώδη ἐδάφη μετέβαλλον εἰς εὔφορα λιβάδια καί ἀγρούς, κατεσκεύαζον συνοικισμούς καί ὁδούς. Οὕτως εἰς χώρας πτωχάς καί βαρβάρους ἔφερον εὐπορίαν καί πολιτισμόν. Οἱ Βενεδικτῖνοι ἠσχολήθησαν καί μέ τά γράμματα».[15] Σημειωτέον ὅτι Βενεδικτῖνοι μοναχοί ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου, Πάπα Ρώμης (540-604), ἐξεχριστιάνισαν τήν Ἀγγλία.[16]
Μεγάλη λοιπόν ἦταν ἡ συμβολή πού εἶχαν τά μοναστήρια πού ἵδρυσε ὁ ἅγιος στή διάσωση τοῦ παλαιοῦ κλασσικοῦ πολιτισμοῦ μετά τήν κατάρρευση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ὅπως ἤδη ἔχουμε πεῖ, ὁ ἀρχαῖος ἑλληνορωμαϊκός πολιτισμός κατέρρευσε ὑπό τήν ἐπέλαση τῶν βαρβάρων, ἀφήνοντας μόνο ἐρείπια καί ἀποκεφαλισμένα λείψανα. Καί ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ «Ὁ Κασσιόδωρος ἀπό τή μία πλευρά καί ὁ Βενέδικτος τῆς Νουρσίας ἀπό τήν ἄλλη διαφύλαξαν τούς θησαυρούς αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ».[17]
Ὁ ἱστορικός τῆς Μεσαιωνικῆς φιλοσοφίας Frederick Copleston γράφει χαρακτηριστικά: «Ὁ ἅγιος Βενέδικτος ἔζησε ἀπό τό 480 ἕως τό 543 καί τά μοναστήρια του ἐμπνεόμενα ἀπό τόν Κανόνα του λειτούργησαν ὡς δίαυλοι χάρη στίς ὁποῖες τά κατάλοιπα τοῦ παλαιοῦ πολιτισμοῦ διατηρήθηκαν καί κληρονομήθηκαν στά “βαρβαρικά” ἔθνη».[18]
Ἐπίσης ὁ Μπέρτραντ Ράσσελ γράφει στήν Ἱστορία τῆς Δυτικῆς φιλοσοφίας:«Ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Μόντε Κασσίνο ἦταν ὀνομαστή καί ὁ κόσμος ὀφείλει κατά ποικίλους τρόπους πολλά στίς φιλολογικές προτιμήσεις τῶν μετέπειτα Βενεδικτίνων».[19]
Μάλιστα ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´ ἐπέλεξε τό ἐπίσημο ὄνομά του ἐμπνεόμενος ἀπό τόν ἅγιο Βενέδικτο ἐκ Νουρσίας καί τόν Βενέδικτο ΙΕ´, ἐνῶ σέ ὁμιλία του τό 2008 ὑπογράμμισε ὅτι «ὁ ἅγιος Βενέδικτος ἄσκησε σημαντική ἐπιρροή στήν ἀνάπτυξη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ καί βοήθησε τήν Εὐρώπη νά βγεῖ ἀπό τό σκοτάδι πού ἀκολούθησε τήν πτώση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας».[20]
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἀνακηρύχθηκε ἀπό τήν Παπική Ἕδρα τόν Αὔγουστο τοῦ 1958 ὡς Πατήρ τῆς Εὐρώπης καί Πάτρων τῆς Δύσεως.[21]
Ἀπολυτίκιον Ἦχος α´
Τὴν φερώνυμον κλῆσιν ἀληθεύουσαν ἔδειξας, τοῖς ἀσκητικοῖς σου ἀγῶσι, θεοφόρε Βενέδικτε· υἱός γὰρ εὐλογίας τεθηλώς, ἀρχέτυπον ἐγένου καὶ κανών, τοῖς ἐκ πόθου μιμουμένοις τὴν σὴν ζωήν, καὶ ὁμοφώνως κράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ´
Ἀνατολῆς τῆς νοητῆς φωστὴρ γενόμενος τῶν ἐν τῇ Δύσει Μοναστῶν ὤφθης διδάσκαλος διά βίου τε καὶ λόγου τούτους παιδεύων. Ἀλλ᾽ ἱδρῶσι τῶν λαμπρῶν κατορθωμάτων σου τῶν παθῶν ἡμῶν τὸν ρύπον ἀποκάθαρον τῶν βοώντων σοι, χαίροις Πάτερ Βενέδικτε.
Σημειώσεις
[1] Ὅσιος Βενέδικτος, Βίος, θαύματα, πνευματικές ὑποθῆκες, Ἱερά Μονή Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς, Ἰούνιος 2021, σελ.5
[2]Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, Ὁσίου Βενεδίκτου Regula Monachorum Κανόνας Μοναχῶν, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 2023, σελ. 38-39
[3] Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, ὅ.π., σελ. 40-41
[4] Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, ὅ.π., σελ. 44
[5] Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, ὅ.π., σελ. 46
[6] Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, ὅ.π., σελ. 51
[7] Ὅσιος Βενέδικτος, ὅ.π., σελ.17
[8] Ὅσιος Βενέδικτος, ὅ.π., σελ. 63-64
[9]https://60plus.gr/regula-monachorum-kanonas-monachon-tou-osiou-venediktou
[10] Ἐγκυκλοπαιδεία Πάπυρος, τόμος 14ος, λῆμμα Βενεδίκτου Κανών, σελ. 21. Συντάκτης τοῦ λήμματος εἶναι ὁ καθηγητής Β. Φειδᾶς
[11] Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, ὅ.π., σελ.79
[12] Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, ὅ.π., σελ. 143
[13] Μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός, ὅ.π., σελ. 249
[14] Will Durant, Παγκόσμιος ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ, τόμος Δ´,μετάφρασις Λεωνίδα Κάβουρα, Ἀθῆναι 1958, σελ. 609
[15]ΒασιλείουΚ.Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, τρίτη ἔκδοσις, ἐκδοτικός οἶκος «Ἁστήρ», Ἀθῆναο 1970, σελ.164
[16] Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης,Ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ,τόμος πρῶτος, μετάφραση Κ. Παπαδημητρακόπουλου, Ἐκδοτική, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 351
[17] https://amethystosbooks.blogspot.com/
[18] Frederick C. Copleston, Ἱστορία τῆς Μεσαιωνικῆς φιλοσοφίας, τόμος πρῶτος, μετάφραση-σχόλια Γιάννη Δημητρακόπουλου, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 2020, σελ, 115)
[19] Μπέρτραντ Ράσσελ, Ἱστορία τῆς Δυτικῆς Φιλοσοφίας, τόμος Α´, μετάφραση Αἰμ. Χουρμούζιου, ἐκδ. Ι.Δ. Ἀρσενίδης, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 601
[20] https://el.wikipedia.org/wiki Βενέδικτος ο εκ Νουρσίας
[21] Ἐγκυκλοπαιδεία Πάπυρος, τόμος 14ος, λῆμμα Βενέδικτος, σελ. 21
Πολύ ωραίο! Συνέχισε!