Η τελευταία συνέντευξη του Καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη στον Γιώργο Σαχίνη δημιούργησε ευνοήτως κύμα μεγάλο συναίνεσης, καθώς καταγγέλλει με συντριπτικά στοιχεία την καθολική νέκρωση της χώρας. Επειδή ωστόσο το ορμητικό consensus στην ετεροκαταδίκη έχει βαθιές ρίζες στις κοινωνίες, καθώς λειτουργεί ψυχολογικά ως συνεκτική αποφόρτιση των κοινωνικών ομάδων και ως εκ τούτου είναι συχνά και ολίγο προβληματικό πνευματικά, ας επιτραπεί σε έναν ανησυχούντα θεωρητικό να επιχειρήσει ένα άλλο διάβασμα, τόσο της γραμματικής της συνέντευξης, όσο, και κυρίως, των αιτίων ένεκα των οποίων συμβαίνει ό,τι (πράγματι) συμβαίνει. Αλλά θα χρειαστεί να ταξιδέψουμε λίγο, διανοητικά. Ζητώ την προσοχή των αναγνωστών και μαζί την υπομονή τους.
Έχουν περάσει τριανταπέντε χρόνια από τότε που ο δημιουργικός Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και ανθρωπολόγος Bruno Latour δημοσίευσε το σημαντικό του έργο που στα Ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως Δεν υπήρξαμε ποτέ Μοντέρνοι (Nous n’avons jamais été modernes: Essai d'anthropologie symétrique, 1991), μια ιδιαίτερα διεισδυτική θέση του οποίου είναι πως, στην μοντέρνα εποχή, εκσυγχρονισμός οποιουδήποτε λαού σημαίνει απαρεγκλίτως εκδυτικισμός του. Δεν είναι χωρίς σημασία πως, στο έργο αυτό, ο μοντερνισμός παρουσιάζεται ως ένα είδος υπερβολής, με το μεταμοντερνισμό να ακολουθεί πιστά, στηριζόμενοι και οι δύο σε πολύ παλαιότερες σχάσεις, μεσαιωνικές και προνεωτερικές, σαν αυτές μεταξύ φύσης και κοινωνίας, υποκειμένου και αντικειμένου, εξουσίας και λαού, ενώ ταυτόχρονα θεωρούν και οι δύο πως ακυρώνουν επαναστατικά ολόκληρο το μεσαιωνικό και προνεωτερικό ιστορικό οικοδόμημα – κάτι που μεγενθύνει, αρκετά μυθολογικά ωστόσο, την απόσταση από τα παραπάνω, καθώς και από τις θεωρούμενες ως μη-Δυτικές κοινωνίες. Ούτε πρέπει να αγνοήσουμε το ότι ο Latour θεωρεί τον αντιμοντερνισμό, ο οποίος απλώς επιχειρεί την παλινόρθωση παλαιότερων ιδεών περί Θεού, κοινωνίας, ιστορίας κλπ, ως ανεπαρκή και ανίσχυρη απάντηση στον μεταμοντερνισμό – αντίθετα προτείνει τον μη-μοντερνισμό ή αμοντερνισμό ως την κατάλληλη απάντηση, ακριβώς μέσω της επιδίωξης του τελευταίου, όπως τον ορίζει ο Γάλλος στοχαστής, να διορθωθούν συμμετρικά οι παραπάνω, αλλά και άλλες συναφείς σχάσεις.
Και δεν είναι δυνατόν να μην συνδέσουμε την θεωρία που στηρίζει αυτό το είδος της νομιζόμενης, μυθικής δηλαδή τελικά, απόστασης από οτιδήποτε προηγήθηκε ή ταυτοχρόνως σε άλλες κοινωνίες συνυπάρχει, με τον παραλλήλως βαίνοντα προοδοκεντρισμό της νεωτερικότητας, όπως τον αποκάλεσε ο Hans Jonas, στο γνωστό έργο του Η Αρχή της Ευθύνης (1979). Η κριτική του αφορά στο νεώτερο Δυτικό αποσυνδεμένο Εγώ (το αποσυνδεμένο από τις κοινές πηγές νοήματος που οριοθέτησαν την Δυτική αυτοκατανόηση, ήτοι την αρχαιοελληνική έννοια της φύσεως και την Χριστιανική Βίβλο), το οποίο προχωρεί ήδη, όπως μας έδειξε ο Alasdair McIntyre, σε μια ηθική συγκινησιοκρατική, ή αυτό που εγώ αποκαλώ ηθική του γούστου. Στη Δύση, μας λέγει λοιπόν ο Jonas , η ιστορία αυτού του αποσυνδεμένου από το νόημα του κόσμου υποκειμένου είναι ‘προοδο-καθοριζόμενη’, η συνεχής πρόοδος της κοινωνίας θεωρείται ως δόγμα εγγενές στην ιστορική πορεία και μαζί απόλυτη ιστορική προσταγή: πρόκειται για αναγκαστική πρόοδο μέσω μιάς, αδιερώτητης σχεδόν, «αυτοεκπληρούμενης προφητείας». Όλα όσα κάνουμε απλά στο όνομα της προόδου και ως «προοδευτικοί» είναι λοιπόν εξ ορισμού «σωστά», διότι «η κοινωνία πάει μπροστά» και μάλιστα ανυπερθέτως και αυταποδείκτως. Προσωπικά θεωρώ πως η στάση αυτή είναι απότοκος μιάς εκκοσμίκευσης της εσχατολογίας, η οποία κατάγεται από τον Χέγκελ. Κατά τον Γιόνας πάντως αυτό οδήγησε στην εγκατάσταση της ουτοπίας στο κέντρο της Δυτικής αυτοσυνειδησίας, μαζί με τα όνειρα μιάς δήθεν ανθρώπινης τελειότητας, χωρίς μάλιστα αντιφάσεις, μέσα στο τωρινό χωρόχρονο. Δεν το βλέπουμε ακριβώς αυτό στις μεσσιανίζουσες αξιώσεις των σύγχρονων κέντρων της υψηλής τεχνολογίας και βιοτεχνολογίας; Αλοίμονο όμως, η τρομερή ιστορική εμπειρία του εικοστού αιώνα έχει ήδη δείξει, κατά τον φιλόσοφό μας, κάτι εντελώς άλλο: ότι «ο πραγματικά μή αντιφατικός άνθρωπος της ουτοπίας μπορεί μόνον να είναι ο ισοπεδωμένος, συμπεριφορικά ρυθμισμένος ανθρωπάκος της μελλοντολογικής ψυχικής μηχανικής». Γι’αυτό και θα προτείνει ο Γερμανός στοχαστής μιαν ‘ευρετική του φόβου’, πέρα από την τυφλή αισιοδοξία της προόδου, μια στάση δηλαδή η οποία επιβάλλει να ακούμε κατά προτεραιότητα την απαισιόδοξη πρόβλεψη για οποιαδήποτε ανάπτυξη στο χώρο της επιστήμης και της Τεχνικής γενικά (τεχνητή νοημοσύνη, γενετική μηχανική, σύγχρονη φαρμακοτεχνική κλπ) παρά την αισιόδοξη, η οποία άλλωστε αποτελεί πάντοτε απήχημα των οικονομικών συμφερόντων που οργανώνονται γύρω από εταιρείες και πανεπιστήμια. Θα προτείνει επίσης και μια νέα κατηγορική προσταγή, ως ηθική της ευθύνης, που θέτει την προστασία της ακεραιότητας της ανθρώπινης φύσης και την αποφυγή του υπαρξιακού κινδύνου στο παρόν και στο μέλλον ως το μόνο αδιαπραγμάτευτο κριτήριο πραγματικής προόδου – η ανθρώπινη φύση πρέπει να επανακαθοριστεί ως ιερή. Το απώτερο ερώτημα εδώ είναι το εξής: μιλώντας ανθρωπολογικά, πώς και ποιος και με ποια κριτήρια θα ορίσει το τί ακριβώς είναι πρόοδος και πώς ακριβώς ελέγχεται ότι είναι τέτοια; Εάν η πρόοδος θεωρείται ότι σχετίζεται αποκλειστικά με την παραπάνω αυτονόητη πρόοδο την οποία κατοικτείρει ο Γιόνας, που δεν προέρχεται δηλαδή από τίποτε άλλο παρά από την υπερφίαλη αυτοβεβαίωση ενός συγκεκριμένου τεχνογραφειοκρατικού (για να θυμηθούμε τον Κώστα Αξελό) εκβλαστήματος, ενός πολιτισμού, η συγκεκριμένη εξέλιξη του οποίου τόσο αμφισβητείται από μια σειρά εξεχόντων στοχαστών – και να προσθέσω στους δύο παραπάνω τους Heidegger, Norbert Elias, Charles Taylor, Jacques Ellul, Slavoj Zizek, Remi Brague, John Milbank, Sergej Khoruzhiy, Jacques Lacan, Karl-Gustav Jung, Καστοριάδη και άλλους. Με ποιο ηθικό δικαίωμα και στηριγμένοι σε ποιά συγκριτική μελέτη αποφασίζουμε λοιπόν πως πρόοδος είναι η παραπάνω και μόνον, και εν συνεχεία ασκούμε σκληρότατη κριτική πάνω σε οτιδήποτε δεν ανταποκρίνεται σε αυτήν ακριβώς την ιδέα της προόδου που είναι αυτή ακριβώς που επικρίνει ο Jonas και οι παραπάνω υπόλοιποι;
Πώς όμως σχετίζονται όλα αυτά με το σχόλιο που θέλει να είναι το άρθρο αυτό στην αναμενόμενα σημαντική συνέντευξη του καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη (στο εξής ΓΙ) στο κανάλι Κρήτη TV στις 24/7/26; Σχετίζονται καταρχήν διότι αναγκαστικός εκδυτικισμός και προοδοκεντρισμός με παράλληλη απαξίωση του παρελθόντος ως, στην καλύτερη περίπτωση, ασθενικού προανακρούσματος του τωρινού παραδείσου και στη χειρότερη, ως βάρους εννοιών ατελέσφορων, αποτελούν τα κριτήρια με τα οποία και μόνον σχεδιάζεται και αξιολογείται σήμερα, από μερικές ισχυρότατες διεθνείς ομάδες επιρροής και εξουσίας, η ιστορική παρουσία όλων ανυπερθέτως των σημερινών ανθρώπινων κοινωνιών, ή αποφασίζεται η απαξίωσή τους και η χρήση τους , στην καλύτερη περίπτωση, ως πιθανό απόθεμα για άντληση εγκεφάλων που θα λιπάνουν την μηχανή αυτής ακριβώς της προόδου. Μια ολόκληρη ομάδα λαών έτσι, με πολύ μεγαλύτερη σοφία από αυτήν της Silicon Valley, οι οποίοι, ακριβώς εξαιτίας της σοφίας αυτής, είναι πιο δυσκίνητοι προς την αβάσταχτη ελαφρότητα αυτής της προόδου, τοποθετούνται ήδη στα περιθώρια της ιστορίας, με μικρές μάλιστα πιθανότητες γρήγορης μετάνοιας. Θέλω να πω πως η κατανόηση της προόδου με άλλους παράλληλους όρους θεωρείται επίφοβη και πιθανώς καταστροφική του ονείρου για έναν, κατά Huxley, γενναίο νέο κόσμο που έρχεται, η δε δυσκινησία των εν λόγω λαών (ή καλύτερα, ο δισταγμός, η δειλία τους) ερμηνεύεται ως περίπου αναπηρία τους. Και αυτό είναι βέβαια άδικο, ακριβώς επειδή ο τρόπος και οι πηγές γένεσης θεμελιωδών θεσμών των λαών αυτών υπήρξε πολύ διαφορετικός από αυτόν της Δύσης και, καθώς προχωρούν προς τον (αναπόφευκτο) εκδυτικισμό τους, έχουν συχνά (και νόμιμα) την αίσθηση της αυτοαποξένωσης και μη πλήρους κυριότητας της ιστορίας τους– αυτή δε είναι και η κύρια πηγή, πέρα από τις, κατά καιρούς, κυβερνητικο-οικονομικές ατασθαλίες, αυτού που εγώ αποκαλώ εθνική κατάθλιψη. Η δε άμετρη και συνεχής και απαρηγόρητη κατάθλιψη οδηγεί τελικά, όπως θα δούμε, και σε πλήρη και εφηρμοσμένο μηδενισμό.
Δεν νομίζω λοιπόν ότι ο ΓΙ διαφωνεί και καλά με τα παραπάνω, αλλά το πρόβλημα είναι πως, ασυνείδητα, η παραπάνω αυτονόητη ιδεολογία προμηθεύει κριτήρια, ΤΑ κριτήρια, για οποιαδήποτε αξιολόγηση της ιστορικής διάστασης και του διαμετρήματος όλων των ανθρώπινων κοινοτήτων σήμερα. Δεν μπορώ αλλιώς να εξηγήσω πώς στον αυτονοήτως (και δικαίως) καταγγελτικό λόγο του ΓΙ λείπει παντελώς η παρηγορία των πραγματικών και τεράστιων βημάτων εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης που πραγματοποίησε ο λαός αυτός κατά τους τελευταίους δύο αιώνες με τον ρυθμό και τον τρόπο του. Ως παλιός ψυχολόγος, μπορώ να καταλάβω την τεράστια ψυχοθεραπευτική ισχύ και σημασία της τόνωσης του καταπεσμένου ψυχικού τόνου του καταθλιπτικού με την μνεία επιτευγμάτων και κατορθωμάτων – και αυτό ισχύει απαράλλακτα και στις συλλογικές καταθλίψεις και μπορώ με ευκολία να αποδείξω πως τέτοιου ακριβώς είδους υπήρξε η παρέμβαση, καταρχήν, κάποιων προικισμένων πλασμάτων που αποκλήθηκαν Δάσκαλοι του Γένους, σε καιρούς που η εθνική κατάθλιψη της μη κυριότητας τουλαού αυτού πάνω στη ιστορία του είχε φτάσει στο απόγειό της. Μετά δε την απελευθέρωση, όταν δηλαδή κατά τον ευφυή Παπαδιαμάντη, ο λαός αυτός ‘ήλλαξεν αυθέντας’, υπήρξε βέβαια μια μέριμνα, ή αγωνία, μαρτυρούμενη από πολλά κείμενα του 19ου αιώνα, για το ‘πώς μας βλέπουσιν οι ξένοι’, μαρτυρώντας για μια ασυνείδητη συντήρηση του πυρήνα της κατάθλιψης αυτής – αυτό όμως που την έβγαλε στο φως και την επέβαλε εκκωφαντικά παντού ως αυτονόητο μέτρο κοινωνικο-ιστορικής αυτοσυνειδησίας υπήρξε, μετά την μεταπολίτευση, το έργο κάποιων αριστερών κοινωνιολόγων, δεξιών ιστορικών και του Στέλιου Ράμφου. Και οι μεν πρώτοι ανέλαβαν εργολαβικά να αποδείξουν, με μαρξιστικά ή μή εργαλεία, την απόλυτη υπανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας και την ενγένει παράλυσή της ενώπιον των αγαθών κελευσμάτων του (μετα)Διαφωτισμού, ενώ ο τελευταίος αφιέρωσε τριάντα χρόνια της ζωής του για να αποδείξει, με πάθος ινστρούχτορα, την εγγενή δήθεν ανικανότητα του Βυζαντινού και Μετα-βυζαντινού λεγόμενου στοχασμού από τον τέταρτο ως τον δέκατο όγδοο αιώνα να έρθει σε κοινωνία με την περίλαμπρη Δυτική μετανεωτερικότητα, την οποία εξιδανίκευσε απίστευτα, ενάντια στην ίδια την συνεχώς εξελισσόμενη, εδώ κι ενάμιση αιώνα, πολυεπίπεδη αυτοκριτική της. Θα επιστρέψω στην ανάλυση αυτή παρακάτω, γιατί εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Σε γονιμότερες ωστόσο πνευματικά εποχές, η διελκυστίνδα μεταξύ ‘πεφωτισμένης’ Δύσης και ‘εσκοτισμένης’ Ανατολής, που αρχίζει, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους και διεξάγεται ήδη κατά το 19ο αιώνα με τους Κουμανούδηδες και Σαρίπολους από τη μία και τους Παπαρρηγόπουλους και Βυζάντιους από την άλλη, τον Κωστή Παλαμά και την γενιά του ’30 εν συνεχεία και την γενιά του ’60 εντέλει, υπήρξε σαφώς περισσότερο υποσχόμενη και πολυεπίπεδη, καθώς την αναζήτηση του οικείου συνόδευε και κάποια γνώση του αλλοτρίου. Αυτό βοήθησε μια κάποια εξισορρόπιση κατευθύνσεων και τάσεων, επιτρέποντας μια, στην πραγματικότητα, εντυπωσιακή ανάπτυξη της Ελληνικής αυτοσυνειδησίας, κοινωνίας και οικονομίας – αφού όλα αυτά πάνε πάντα μαζί. Επιπλέον, στο ιδιαίτερα εύστοχο βιβλίο του Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική, (2019) ο Γιάννης Βούλγαρης αποδεικνύει ότι ουδέποτε υπήρξε καθαρή, ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ ‘παραδοσιοκρατίας’ και ‘εκσυγχρονισμού’, ή ‘Δύσης’ και ‘Ανατολής’, ή λαϊκισμού και προόδου, ή δημοκρατίας και ολιγαρχίας στην νεώτερη Ελλάδα – ήταν κυρίως οι διανοούμενοι που διεξήγαγαν τέτοιες συζητήσεις, αν και, όπως υπονοήθηκε, με μεγαλύτερη συνήθως διάθεση επικοινωνίας από ότι συνήθως πιστεύεται. Ούτε λοιπόν η κοινωνική τάξη, ούτε η θρησκεία, ούτε οι εθνοτικές διαφορές, ούτε το δικαίωμα ψήφου, λέγει ορθά ο Βούλγαρης , αποτέλεσαν πηγές συγκρούσεων στη Ελλάδα, ενώ ο εκδημοκρατισμός υπήρξε και πρώιμος και απρόσκοπτος και επιπλέον η διαπίδυση και ώσμωση μεταξύ σύγχρονου και παραδοσιακού σαφώς πιο πραγματική. Κάποιες παρεμφερείς διαπιστώσεις, αν και όχι με την ενάργεια του Βούλγαρη, επιχειρεί και ο Στάθης Καλύβας στο βιβλίο του Καταστροφές και Θρίαμβοι. Οι 7 κύκλοι της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας (2015). Και οι δύο ωστόσο συγγραφείς αδυνατούν να διαβλέψουν το βαθμό καταλυτικής επίδρασης της βιωμένης Ορθόδοξης λαϊκής αυτοσυνειδησίας, με τον ενσαρκωτισμό της, την βαθύτατη αίσθηση της ιστορικότητας και της κοινότητας ως πεδίου θεο-ανθρώπινης συνεργίας, και τον ιερό υλισμό της, την πληρότητα δηλαδή του φυσικού ως δώρου του Θεού, στην θετικότητα αυτή προς ό,τι γνήσιο εκόμισε ο Διαφωτισμός, πλην δηλαδή της αθεϊας του. Το ζήτημα επίσης είναι πως η πρόοδος αυτή υπήρξε αβίαστη και δεν τσάκισε την κοινωνία και αυτό ισχύει πάντοτε, το ότι δηλαδή ο εκσυγχρονισμός, όταν δεν είναι επιθετικός, επιβαλλόμενος με βία, βρισιές και κατάρες ενάντια στην πνευματική ταυτότητα μιάς κοινωνίας, τότε και μόνον τότε έχει μέλλον, ως ισορροπημένος ή διαλογικός εκσυγχρονισμός, που ξετυλίγεται σύμφωνα με την ιδιοπροσωπία κάθε λαού και την ιστορική του αυτοσυνειδησία.
Το πρόβλημα θα δημιουργηθεί λοιπόν, για να επανέλθω, με την στυγνή εφαρμογή της μαρξιστικής ανάλυσης των παραπάνω κοινωνιολόγων, μαζί και των εξίσου ακρίτως Διαφωτισμένων κριτηρίων κάποιων δεξιών ιστορικών λίγο αργότερα (οι πλείστοι των οποίων ευρίσκονται εν ζωή ακόμη) σε μια εθνική οντότητα από την οποία ήταν και είναι όλοι τους παντελώς υπαρξιακά αποκομμένοι, καταδικάζοντάς την ριζικά ως υπανάπτυκτη, ως ευρισκόμενη εκτός ιστορίας, ως εγγενώς ανίκανη να προσλάβει τον φυσιολογικό κατ’αυτούς εκδυτικισμό, προοδοκεντρισμό, Διαφωτισμό, εκσυγχρονισμό κλπ. Έχασαν έτσι τον ιδιοπρόσωπο ρυθμό της, την πλαστικότητα και την πραγματικότητα των επιτευγμάτων της, που της επέτρεψαν όχι μόνον να επιβιώσει, αλλά και να συντηρεί απαράμιλλης σοφίας κοινοτικά και ιστορικά επιτεύγματα με πανανθρώπινη αξία, όπως μας έδειξε ο καθηγητής Κοντογιώργης, σε μια σειρά έργων του. Χάθηκε έτσι σιγά-σιγά όχι μόνον η νεοελληνική ταυτότητα, αλλά και η ίδια η περί αυτής διερώτηση…
Και εδώ ακριβώς ευρίσκεται και η ουσία και η αιτία του προβλήματος που μας συντρίβει όλους σήμερα: καθώς όλοι αυτοί αποτέλεσαν τις αποκλειστικές πηγές μεταπολιτευτικά για την διαμόρφωση εξουσίας και παιδείας στην Ελλάδα (με το ΠΑΣΟΚ καταρχάς, αν και ποτέ στις δεκαετίες που ακολούθησαν δεν συνέβη πραγματική, ριζική αλλαγή παραδείγματος) έπεισαν τους πάντες για την πολιτιστική υπανάπτυξη αυτή, και βοήθησαν τους πολιτικούς να χτίσουν την πολιτική τους ακριβώς πάνω στην αποθέωση αυτή της εθνικής ανημπόριας, αναπηρίας και κατάθλιψης, ανοίγοντας έτσι αναπόφευκτα το δρόμο για την μόνη ιστορική μοίρα του ανιάτως υπανάπτυκτου: τον έμπρακτο και εφηρμοσμένο μηδενισμό. Ο μηδενισμός αυτός έγινε, στην πράξη, επίσημη, καταρχάς, κρατική πολιτική: Υπάρχει άραγε κανείς νοήμων Έλληνας σήμερα που να μην βλέπει την τυχοδιωκτική και παντελώς ασυνάρτητη και δίχως αύριο τοτινή οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, τον λαϊκισμό και συνάμα τον συνειδητό αποπροσανατολισμό του λαού, την καταρράκωση των θεσμών, τον άλογο πολλαπλασιασμό πανεπιστημίων και πανεπιστημιακών τμημάτων χωρίς καμμιά σχέση με την αγορά εργασίας, τον εσμό των κομματικών αποβλήτων που χρίστηκαν εν μια νυκτί ‘καθηγητές’, τον καρκινικό πολλαπλασιασμό των άνευ καθηκόντων δημοσίων υπαλλήλων, την προκλητική διασπάθιση του δημόσιου χρήματος σε συνθήκες πλήρους ατιμωρησίας και ‘ασυλίας’, την ηθική καταστροφή της δημόσιας διοίκησης, τον εξισωτισμό καιτον τριτοκοσμικό λαϊκισμό, την ισοπέδωση προς τα κάτω, τον κομματοκρατικό ημετερισμό παντού, την …αχρηστοκρατία πράγματι, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του ΓΙ; Η απόλυτη πίστη στην απόλυτη υπανάπτυξη του τόπου γέννησε τον σχεδόν αυτονόητο μηδενισμό του υπανάπτυκτου – είναι τόσο περίεργο αυτό;
Εν συνεχεία και παρά τα ελάχιστα διαλείμματα πολιτικού… ορθολογισμού ο μηδενισμός αυτός έγινε το μόνιμο μοτίβο της Ελληνικής πολιτικής, με κορύφωση τον ανεκδιήγητο ΣΥΡΙΖΑ και αυτά που ζούμε σήμερα. Οι σύγχρονοι πολιτικοί είναι αυτονοήτως πνευματικά ξένοι προς τον τόπο που, προς ίδιο κυρίως όφελος, διοικούν, και δίνουν συνηθέστατα την εντύπωση κοινών τυχοδιωκτών μάλλον, παρά ταγών και ηγετών. Το επιπλέον ζήτημα ωστόσο εδώ είναι το ότι, όπως έλεγε ο Άρθουρ Καίστλερ, η πορεία της διαφθοράς είναι αμφίδρομη: οι πολιτικοί διαφθείρουν τον λαό για να τον κυβερνήσουν και εν συνεχεία διαφθείρονται έτι περαιτέρω από τον λαό που οι ίδιοι διέφθειραν. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι, αίφνης, μόνον το κυβερνητικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και ο αριθμός των πολιτών που θα ήταν διατεθειμένοι να το αποσιωπήσουν εάν ανήκαν και αυτοί στους ευεργετημένους…Οι έτοιμοι προς διαφθοράν πολίτες χρειάζονται διεφθαρμένους πολιτικούς από τους οποίους διαφθείρονται αλλά και επωφελούνται, επιδεικνύοντας εν συνεχεία τον ίδιο ακριβώς τυχοδιωκτισμό με τους ταγούς τους. Δεν είπε τυχαία ο Πλάτων ότι η πολιτεία, το κράτος, είναι ‘παιδαγωγείον’, σχολείο δηλαδή, το οποίο διδάσκει το δικό του ήθος στους πολίτες – ακριβώς για τον λόγον αυτό πρέπει κατά Πλάτωνα οι φιλόσοφοι και μόνον να κυβερνούν. Αλλά βεβαίως οι πολίτες έχουν και οι ίδιοι ευθύνη για όσα αποδέχονται ως διδασκαλία και ήθος. Η κακή διδασκαλία δεν εξαναγκάζει κανέναν να την αποδεχθεί και η αποδοχή και εφαρμογή της δηλώνει και την δική μας διάθεση προς διαφθορά.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα, το πιο δυσεπίλυτο: η πνευματική και ηθική συν-υπευθυνότητα (σχεδόν) πάντων. Το ότι οι συντριπτικότατα περισσότεροι που ευρίσκονται ή εισέρχονται στην πολιτική σήμερα δεν είναι παρά υποψήφιοι ή εν ενεργεία γκάγκστερς και λαμόγια, με μοναδικό ή κύριο σκοπό τους την χείρωση δημόσιων αγαθών –ως συνειδητοί και κυνικοί μηδενιστές δηλαδή – και την πλήρη αιχμαλώτευση του κράτους και της κοινωνίαςˑ το ότι σήμερα οσμίζεται κανείς στον αέρα φιλοδοξίες δικτατορικές και καθορά δια γυμνού οφθαλμού τον βιασμό των θεσμών κατά βούλησηˑ το ότι το δημογραφικό έχει φτάσει σε επίπεδο αυτογενοκτονίαςˑ το ότι το δημόσιο χρήμα συνεχίζει να υπάρχει αντικείμενο κλοπής από τους εν ασυλία διατελούντεςˑ όλα αυτά δεν είναι παρά ο κρατικός μηδενισμός. Όμως η αποδοχή και ενίσχυση τέτοιων συμπεριφορών, καθώς και χρήση τους προς ίδιον όφελος, όταν αυτό είναι εφικτό, δεν είναι παρά όψεις ανακυκλούμενης συνενοχής και κοινού πλέον και πεπεισμένου μηδενισμού. Αφορά δε αυτό μια κοινωνική μερίδα πολύ μεγαλύτερη από όσο η κοινωνική ευσχημοσύνη μας επιτρέπει να ομολογήσουμε, διότι σχετίζεται υπαρξιακά με την καταθλιπτική αυτο-υποτίμηση μέσα στην οποία διάγει η Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια. Πρόκειται για μια κοινωνία που στο consensus της, βαθμιαία και μηδενιστικά, στην πράξη, εγκατέλειψε τα μέγιστα μαθήματα που η ίδια εδίδαξε, μέσω του αρχαιοελληνικού λόγου και της ελληνικότατα γραμμένης Καινής Διαθήκης, σε όλη την ανθρωπότητα. Και είναι ακριβώς η πνευματική νόσηση αυτή μιας ολόκληρης κοινωνίας στην πλειονότητά της που ατυχώς αποκρύπτεται από έναν οιονδήποτε καταγγελτικό λόγο που όμως κατηγορεί πάντοτε ‘εκείνους’, τους ‘αχρηστοκράτες’ δηλαδή, αθωώνοντας εμάς τους υπολοίπους. Για να καταφύγω ωστόσο στην ψυχολογία ξανά, νοσούν πάντοτε, μα πάντοτε, όπως πειραματικά γνωρίζουμε, συλλογικότητες και όχι απλώς και μόνον άτομα. Το ότι το ΠΑΣΟΚ έκαμε 30 σχεδόν χρόνια στην εξουσία δεν οφείλεται παρά στην εκούσια συνενοχή και τύφλωση κάποιων εκατομμυρίων Ελλήνων – το αυτό συμβαίνει δε και σήμερα. Ωστόσο μια τέτοια αυτονόητη διαπίστωση δεν ανεβάζει και πολύ τα νούμερα της τηλεθέασης, μιας και το να συντρέχουμε και να χειροκροτούμε καταγγελίες που αφορούν πάντα κάποιους άλλους είναι απίστευτη αποφόρτιση των ενοχών μας και της κατάθλιψης που τις συνοδεύει – μια κάθαρση ανέξοδη και κυρίως ανεύθυνη. Ο λαός αυτός τελειώνει λόγω κοινού πνευματικού μαρασμού και είναι ο κοινός αυτός μαρασμός η αιτία ένεκα της οποίας δεν αναφαίνονται σήμερα στον ορίζοντα ηθικά πολιτικά μεγέθη. Σήμερα, τον νεαρό υποψήφιο Καποδίστρια επιχειρεί να μετατρέψει σε λαμόγιο ο ίδιος ο πατέρας του, ενώ την ίδια στιγμή κάνει ενθουσιώδες like κάτω από την συνέντευξη του καθηγητή Ιωαννίδη… Μπορεί να είμαστε θύματα των διανοουμένων μας, και, εν συνεχεία, των πολιτικών μας, αλλά έχουμε πλέον τώρα αρρωστήσει κι εμείς.
Και μπορεί πράγματι αυτή η ασθένεια να είναι ασθένεια προς θάνατον, ακριβώς επειδή δεν την αναλύουμε σωστά και αδυνατούμε να την πολεμήσουμε μέσα μας. Όταν πεισθώ ότι οι πάντες φταίνε εναντίον μου, σηκώνομαι και φεύγω τάχιστα – όπως φοβούμαι πως θα κάνουν και οι φοιτητές μου μόλις ακούσουν τον κ. Ιωαννίδη. Εάν οι Τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, για παράδειγμα, ήθελαν να αδειάσουν άμεσα την Ελλάδα από τους υπόλοιπους νέους που έμειναν, δεν θα ήταν καλή ιδέα να διάλεγαν προς τούτο έναν συμβολικώς τρελά επιτυχημένο Έλληνα του εξωτερικού που θα περιέγραφε τον τόπο του με όρους μεταξύ Γολγοθά και Νταχάου; Δεν υπονοώ κάτι βεβαίως για τον κ. Ιωαννίδη που είναι ένας εξαιρετικά προικισμένος και πολλαπλά ευαίσθητος άνθρωπος, με αποθέματα ανθρωπισμού μεγάλα, πράγμα το οποίο υπεισέρχεται και στην ίδια του την επιστημονική έρευνα, καθιστώντας την τόσο πρωτότυπη. Το γεγονός παρά ταύτα πως η συνέντευξή του παραμένει σπαραγμός χωρίς πνευματική ανάλυση και υπέρβαση και στρέφεται εναντίον ενόχων μεν, αφήνοντας ωστόσο απέξω την κοινή πλέον ευθύνη, καταποντίζει κάθε πιθανότητα ίασης, διότι προστρέχω σ’αυτήν την τελευταία μόνον εάν πεισθώ πως είμαι ασθενής. Επιπλέον λειτουργεί απλώς ως σειρήνα συναγερμού: ο Τιτανικός βυθίζεται, ο σώζων εαυτόν σωθείτω. Αυτό στην ψυχοπαθολογία ονομάζεται κρίση πανικού. Το άλλο επίσης που λείπει από την συνέντευξη αυτή είναι η κριτική της Αμερικής και της Δύσης εν γένει, σε μιαν εποχή όπου η βιβλιογραφία βογγάει στην κυριολεξία από έργα τέτοιας κριτικής, σαν αυτή, για παράδειγμα, που συναντάει κανείς και στην αρχή αυτού εδώ του άρθρου. Ο ΓΙ φαίνεται να ομιλεί μέσα από τον παράδεισο του Stanford, όπου ακόμη και το γεγονός ότι η Αμερική βρίσκεται στην ίδια σχεδόν θέση με την Ελλάδα στη διαφθορά (ένα μόλις σκαλί πάνω) περνάει ασχολίαστο. Γιατί έτσι;
Και μόνον για το γεγονός πως μετά το τέλος της παρακολούθησης της συνέντευξης αυτής, ένας αριθμός νέων θα έχει ήδη αποφασίσει την άτακτη και πανικόβλητη φυγή, πρέπει να προβληματιστούμε. Εάν οι προαναφερθέντες δάσκαλοι του γένους προκαλούσαν το ίδιο, σήμερα δεν θα υπήρχε τέτοιο γένος. Αντι γι’αυτό έσκυψαν με στοργή πάνω στο σώμα της ημιθανούς μάνας τους και η αγάπη τους έγινε πνοή ζωής και υγείας. Μετά την κριτική οφείλουμε λοιπόν να σκύψουμε στο αγαπημένο νοσούν σώμα (και είμαι σίγουρος πως ο ΓΙ μπορεί επίσης να το κάνει αυτό!) και να κάνουμε όποια …αποκοτιά επιβάλλει αυτή η αγάπη – έτσι έχουν γεννηθεί ιστορικά πολλές γόνιμες παρεμβολές στα εθνικο-κοινωνικο-εκπαιδευτικά μας πράγματα. Ως ιερέας στο εξωτερικό, παράλληλα προς τα ακαδημαϊκά μου καθήκοντα, έχω συναντήσει, επιπλέον, πολλούς νέους ανθρώπους οι οποίοι πανικόβλητοι έφυγαν κατ' αυτόν τον τρόπο από την πατρίδα τους και πέρασαν αμέτρητα χρόνια μαύρης δυστυχίας, ακριβώς γιατί κάποιοι τους υποσχέθηκαν ότι ΕΚΕΙ θα βρουν κατανόηση, υποδοχή, αναγνώριση, περίθαλψη και λαμπρή εν γένει επιτυχία. Ως ακαδημαϊκός επίσης (στο Καίμπριτζ από το 1999 και αλλού) συνάντησα την ίδια και χειρότερη …academic jealousy με την καταγγελόμενη Ελληνική, παρεμφερή οικειοποίηση πανεπιστημιακών πόρων με πλάγιες μεθόδους, παρόμοια ευνοιοκρατία (ακόμη και …αχρηστοκρατία), ιδιοτέλεια και… πώληση του εαυτού προς επίτευξη επιτυχίας. Βεβαίως υπήρχε δαψίλεια κονδυλίων, απείρως ωστόσο περισσότερος έλεγχος και ποδηγέτηση του πανεπιστημιακού, με ώρες ατέλειωτες γραφείου και ανελευθερία πλήρη σχεδόν ως προς την κατεύθυνση έρευνας και διδασκαλίας – γι’αυτό και τόσοι Έλληνες πανεπιστημιακοί επεδίωκαν διακαώς να βρουν μια θέση στην Ελλάδα, όπου η αξιοπρέπεια και η ελευθερία του πανεπιστημιακού είναι (το ομολογώ!) σαφώς ανώτερη. Γιατί να μην αναφέρονται όλα αυτά;
Ο καθηγητής Ιωαννίδης μου είναι στην κυριολεξία προσφιλής – ειδικά μάλιστα από τότε που ανακάλυψα το λογοτεχνικό του έργο. Είναι, θα έλεγα, ένα δώρο Θεού για όλους μας, με επιστημονική και ανθρωπιστική επάρκεια που θυμίζουν άλλες λαμπρότερες εποχές, όταν η επιστημονική δραστηριότητα δεν σήμαινε εγκλωβιστική μονομέρεια, αλλά άνοιγμα προς το Όλον. Η αγωνία του όμως θα πρέπει, θεωρώ, να αναληφθεί στοχαστικά και κριτικά και ως σήμα κινδύνου για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος και όχι για να θεωρηθεί ως συμφορά αναπότρεπτη, ή ακόμα χειρότερα, ως συντελεσθείσα…
Δεν ανήκω σ’αυτούς που θεωρούν ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω ελπίς… Παν τουναντίον. Αλλά η ελπίδα προϋποθέτει ανάλυση σε βάθος, ανάληψη ευθύνης σε προσωπικό επίπεδο, και κυρίως αλλαγή πνευματική, μετά-νοια στην κυριολεξία. Κάποτε ο Σολτζενίτσυν, όταν του δόθηκε το βραβείο Templeton, όντας αυτοεξόριστος στον Καναδά, άρχισε την ευχαριστήρια ομιλία του ενώπιον ενός ακροατηρίου λαμπρών λογίων με λόγια σαν αυτά: ‘Όταν ήμουν μικρός, είπε, άκουγα τη μάνα μου να λέει, ενώπιον συμφορών μεγάλων, πως «άφησαν οι άνθρωποι τον Θεό, γι’αυτό και όλες αυτές οι συμφορές». Τώρα πλέον και ο ίδιος εγώ, συνέχισε, αν με ρωτήσουν για τις μέγιστες συμφορές του αιώνα μου θα έδινα την ίδια απάντηση’. Δεν έχω προσωπικά την αθωότητα να απαντήσω τόσο άμεσα, παρά την ιδιότητά μου. Γνωρίζω όμως, από όση έρευνα μου δόθηκε να κάνω στη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την θεολογία, ότι είναι τόσο βαθιά σήμερα η κρίση του νοήματος του Είναι, τόσο τεράστια η α-πορία για τις πηγές μιας ηθικής που θα ξεπερνούσε την (παρανοειδή) ηθική του γούστου, τόσο τεράστια η ανάγκη να υπερβούμε τον παντοδύναμο και αυτονόητο ναρκισσισμό (ή τον αυτιστικό σχεδόν μετα-ναρκισσισμό, σύμφωνα με τον όρο που έχω προτείνει), τόσο απαραίτητο το να ξανασκεφτούμε την διυποκειμενικότητα με άλλους εντελώς όρους από τους ψυχολογικούς, τόσο, τέλος, αναγκαίο να σκεφτούμε το πώς θα αποφύγουμε αυτό που έρχεται ως, όπως νομίζω,‘βελούδινος ολοκληρωτισμός’, καθώς και τόσο μεγάλη ήσουν ακολουθούσα καταφανής κρίση που κατατρώγει τον Ελληνο-δυτικό πολιτισμό σήμερα, που τα κριτήρια που μας κατέτασσαν στους υπανάπτυκτους δεν ισχύουν πλέον, ούτε ως κακά αστεία. Αυτό είναι ένα πολύ καλό νέο! Σημαίνει δε, και προσωπικά είμαι απολύτως βέβαιος γι’αυτό, πως μπορούμε ξανά να σχεδιάσουμε την ταυτότητά μας εξαρχής, με νέους όρους, σε πλήρη επαφή (εννοώ σύγχρονη, ερμηνευτική επαφή και όχι… παλιλαλία) με το πνευματικό μας παρελθόν, από τον Όμηρο και τον Ηράκλειτο μέχρι τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Γεννάδιο Σχολάριο, τον Ευγένιο Βούλγαρι και τις γενιές του ’30 και του ’60, και με πλήρη γνώση του ανάλογου Δυτικού στοχασμού, από τον Αυγουστίνο μέχρι τον Heidegger, τον Lacan και τον Charles Taylor – είναι αλήθεια πως μια βαθιά και δίκαιη γνώση του Δυτικού φιλοσοφικο-θεολογικού στοχασμού δεν κατορθώθηκε από την προηγούμενη γενιά και γι’αυτό η συζήτησή μας με την Δύση δεν υπήρξε απροκατάληπτη. Είναι αυτός ένας από τους τρόπους να ξεπεραστεί η εθνική μας κατάθλιψη σε επίπεδο παιδείας καταρχάς και ο μηδενισμός σε επίπεδο θεσμών εν συνεχεία. Προσωπικά, πιστεύω στη δύναμη των ιδεών: όπως η τωρινή μας κατάσταση είναι αποτέλεσμα λαθεμένων ιδεών, έτσι και οι αγαθές ιδέες έχουν , για να θυμηθώ τον Νίτσε, και αυτές την χιλιόχρονη βασιλεία τους…
Ανέφερα τον προσφιλή σε μένα Charles Taylor, έναν από τους κορυφαίους στοχαστές της εποχής, και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Πριν λίγα χρόνια έδωσε μια εκπληκτική διάλεξη στην Αθήνα – δεν ήμουν παρών, την είδα αργότερα. Ήταν στην κυριολεξία εκπληκτικό να ακούς τον σημαντικότερο ζώντα ερμηνευτή της Δυτικής πνευματικής ιστορίας σήμερα να λέγει απευθυνόμενος προς το Ελληνικό κοινό του πως ‘χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για να χτίσουμε το μέλλον του Δυτικού Κόσμου, την βοήθεια της παράδοσής σας’, εννοώντας την Βυζαντινή λεγόμενη παράδοση. Και ήταν τραγικά απογοητευτικό (και για τον ίδιον, όπως έμαθα αργότερα) να του απαντούν από κάτω, αμφισβητώντας την λυσιτέλεια του αιτήματός του, ξαφνιασμένοι και έκπληκτοι, κάποιοι αρχαίοι και ανυποψίαστοι λάτρεις του Διαφωτισμού, που δεν φαντάστηκαν ποτέ ότι η παράδοσή ‘τους’ περιέχει στοιχεία άξια να χρησιμέψουν στον επανακαθορισμό της ανθρώπινης ταυτότητας στον μελλοντικό (Ελληνο)δυτικό κόσμο. Εάν και όταν αυτό αλλάξει,κάτι που δεν χρειάζεται πολύ χρόνο για να συμβεί, τότε και η εθνική κατάθλιψη, καθώς και ο συνακόλουθος θεσμικός μηδενισμός θα αρχίσουν να υποχωρούν, καθώς η υγιής αυτοεκτίμηση θα αρχίσει να ανεβαίνει…
*Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Η ζωγραφική παράσταση που συμπληρώνει τη σελίδα ("Φωτισμένη σκιά ελιάς", 2010) είναι έργο του Χρήστου Μποκόρου.


