
Για να καταλάβει κανείς το έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη πρώτα πρέπει να το μεταλάβει, όπως το Άγιο Φως το ξημέρωμα της Ανάστασης. Το πεζογραφικό, το εικαστικό και το ποιητικό έργο του αποτελούν μια ενότητα, η οποία μένει ατελής και ασυνεχής–– κάτι που την κάνει μοντερνιστική και σίγουρα γοητευτική. Ο Αρχιμανδρίτης Πορφύριος Προδομίτης γράφει για αυτό το εξής: «Είναι μοντέρνος ζωγράφος γιατί συνέλαβε το πνεύμα της διάλυσης και του θανάτου που επαγγέλεται η σημερινή εποχή. Οι πίνακες του δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο διαλυμένος κόσμος της μνήμης, που αποτελεί όμως μία αδιάσπαστη ενότητα εν ονόματι του Χριστού»(σελ.27). Ακριβώς και για τον ίδιο λόγο είναι μοντέρνος πεζογράφος και ποιητής. Ωστόσο θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι ο προφορικός λόγος του Ν.Γ.Πεντζίκη είναι εκείνος που επιτρέπει την ατελή, την ασυνεχή γραφή του.[1] Το κείμενο είναι μια εξωσωματική ομιλία, ή μάλλον ομίλημα, για το εν τω μεταξύ θανάτου και ζωής, ένα νεκρώσιμο παλίμψηστο.[2]
Στην Πορεία Φωτός η ανάλυση δεν αναφέρεται σε μνήμες· τις κατοικεί. Ο τόνος είναι ευθύβολος αλλά και λεπτεπίλεπτος, σαν να παρακολουθούμε έναν διάλογο που εξελίσσεται εντός σιωπής. Μέσα στις λιτές σελίδες της έκδοσης (80 σελίδες) και μέσα από ένα πλέγμα ομιλιών και περιστατικών, ο συγγραφέας δεν επιχειρεί μια βιογραφία· δημιουργεί έναν χώρο εμπειρίας, όπου οι φωνές του ίδιου του Πεντζίκη, των συνομιλητών του, και οι χριστιανικές εικόνες παλινδρομούν μεταξύ αφαίρεσης και παρουσίας. Το βιβλίο, όπως διαμορφώνεται από το προλογικό σημείωμα και τις συλλογές ομιλιών, μοιάζει με ένα καθρέφτισμα του Πεντζίκη όχι μόνο ως λογοτέχνη αλλά ως παιδαγωγού πνευματικής διάπλασης.
Αυτό που ξεχωρίζει είναι η αίσθηση ότι ο συγγραφέας δεν θέλει να λύσει το μυστήριο του Πεντζίκη· θέλει να το εγγράψει, να το συγχρωτίσει με την πύρινη γλώσσα του Ευαγγελίου.Σε αντιστοιχία με την ίδια την γραφή του Πεντζίκη, η Πορεία Φωτός αποφεύγει την ολοκλήρωση· αφήνει τη μορφή ανοικτή, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βιώσει την ατέλεια ως πηγή νόησης. Εκεί που πολλά βιβλία για λογοτέχνες επιλέγουν την εξήγηση, αυτή η έκδοση επιλέγει την εμπλοκή: δεν αφηγείται απαραίτητα μια αφήγηση, αλλά καλεί σε μια πορεία. Η «διαφορά» ανάμεσα στις καθιερωμένες βιογραφικές προσεγγίσεις και την εδώ παρουσίαση είναι καίρια — δεν πρόκειται για αποκάλυψη, αλλά για σύμπραξη.
Η στιλιστική λιτότητα και η πνευματική επιμονή που διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου καθιστούν την Πορεία Φωτός όχι απλώς μια ανάμνηση · αλλά μια εμπειρική στιγμή που συνεχίζει να αναβάλλει κάθε εγγύηση νοήματος. Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μάθημα που ένας αναγνώστης μπορεί να αποκομίσει — ότι η πνευματική παρουσία, όπως κάθε πραγματική παρουσία, αντλεί νόημα από την ίδια της την απουσία.
[1] Ο Ν.Γ.Π. είναι ο πρώτος χριστιανός από όσους συνάντησα, που ορίζει τόσην ευρυχωρία. Πιθανότατα, την τόσο πλατιά και πλούσια ιδιοσυγκρασία του την ευκολύνει σε τούτο η ελληνική χριστιανοσύνη· χάρη σ’ αυτήν, μπορεί να χωρέσει η ψυχή του όλα τα δικά μας, από τον Όμηρο […] ως τον τελευταίο σύγχρονο καλόγερο του Αγίου Όρους. Και μπορεί να μιλά για το ανθρώπινο σώμα, προστρέχοντας αδιάφορα είτε στον Απόστολο των Εθνών είτε στον Μεγάλο Πάνα. Γιώργος Σεφέρης, Οι ώρες της κυρίας Έρσης, Δοκιμές, Γ΄(Αθήνα: Ίκαρος, 1992), σελ.202.
[2] Έτσι λοιπόν σε στιγμές θλίψεων δια της τέχνης, ξεκινώντας από την απλή αίσθηση των χρωμάτων που ’χαν τα διάφορα εικονιζόμενα αντικείμενα, έφτανα να νιώθω κάτι από τον Παράδεισο, να εννοώ κάπως τα παγόνια και τις πέρδικες τα όμορφα ψάρια, παρ’ όλο που δια του βίου μου του παραφορτωμένου με αμαρτίες, απείχα πολύ από την Ευαγγελική διδασκαλία. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, (Αθήνα:Άγρα, 2005), 234-5.