Λάμπρος Καμπερίδης, βίοι λαθραίοι

Έξι ακολουθίες για ασυνόδευτο τοπίο

0
1126

  Αν ήθελε κανείς να αναφερθεί στο βιβλίο του Λάμπρου Καμπερίδη με λίγες λέξεις θα έλεγε πως πρόκειται για ένα έργο της ξενιτειάς - εξωτερικής και εσωτερικής-, του νόστου, της απώλειας και του μάταιου. Οι ήρωές του, ‘ριγμένοι’, σε μια άξενη ζωή πασχίζουν να επιβιώσουν, ψάχνοντας ταυτόχρονα –μάλλον στα τυφλά –να βρουν το μυστικό νόημα που θα τους οδηγήσει στη ‘χαμένη πατρίδα’, στην ‘εστία’, στο κέντρο της ύπαρξής τους, που θα τους δώσει ταυτότητα και το περιπόθητο ‘νόημα’. Αυτό το νόημα θα φωτίσει και θα δικαιώσει τις σκοτεινές τους περιπλανήσεις.

   Κεντρικό πρόσωπο ο Ανδρόνικος –πιθανόν ένα προσωπείο του συγγραφέα -, νέος, ξεριζωμένος απ’ την πολύπαθη Ιωνία. Αυτός μας ξεναγεί στις ιστορίες όλων των προσώπων. Μία φορά έφυγε από την Πόλη μετά τα Σεμπτεμβριανά του ’56 κι άλλη μια φορά το ’72 λίγο πριν από τα γεγονότα της Κύπρου. Και τις δυο φορές προσπάθησε να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στην Ελλάδα, τη χώρα που ευφυώς περιγράφεται ως «η χώρα των ελλειμματικών προοπτικών, των ενδιάθετων ονείρων και των ναυαγισμένων πιθανοτήτων». Δεν τα κατάφερε. Του αρνήθηκαν την ταυτότητά του και βρέθηκε στον Καναδά, να αγωνίζεται με το τέρας της γραφειοκρατίας που του αρνιόταν την ταυτότητά του και την άδεια παραμονής, αφού τον συνέχεαν με έναν αρμένιο τρομοκράτη. Ζει σε μια πολυκατοικία που έχει χωριστεί σε μικρά δωμάτια που φιλοξενούν ανθρώπους όλων των φυλών, ανθρώπους που βρέθηκαν να ζητιανεύουν ένα τόπο να ζήσουν, ξεριζωμένοι, τραυματισμένοι, χαμένοι σε ένα λαβύρινθο, σ’ έναν « άτοπο τόπο, σε τοπίο ασυνόδευτο βυθισμένο σε άχρονο χρόνο».

  Στις εσωτερικές του περιπλανήσεις ο ήρωάς μας έχει έναν καθοδηγητή: τον σεβάσμιο Αρσένη, λόγιο Ρώσο με ελληνική παιδεία, που του δείχνει διακριτικά διεξόδους στα αδιέξοδα, που του μαθαίνει μονοπάτια μέχρι να βρει στο τέλος τον ‘τόπο του’, ‘ το κέντρο της καρδιά του’.

  Τα πρόσωπα που μπαίνουν στο έργο του Καμπερίδη είναι κόσμοι ολόκληροι με συναρπαστικά τραγικές ιστορίες απ’ όλα τα μέρη της γης. Η μάνα Λη, ο Ντάνι, ο Παπς από τη Τρινιντάντ, οι Ρώσοι εμιγκρέδες, η Φύλλις, ο Μπέλα –πρόσφυγας από την Τσεχία –μετά την εισβολή των Ρώσων το ’56 –που έχει χάσει δικούς του και περιουσία και στο τέλος αυτοκτονεί. Ακόμα ο Πάτρικ Χώουκς, ινδιάνικης καταγωγής από ένα έθνος που χάθηκε και δεν του ανήκει πια καμιά ταυτότητα. Αυτός θα μας ξεναγήσει στην αυθεντική ενδοχώρα της Αμερικής. Τέλος ο Χαλίλ, ο Παλαιστίνιος, ζωγράφος και χριστιανός ορθόδοξος που συνεχώς νοσταλγεί την Ιερουσαλήμ και ο Πάμπο ο Κύπριος που έφυγε μετά την εισβολή.

Δεν λείπει η ιστορία των μελών της οικογένειας του Ανδρόνικου, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, η σχέση με τον πατέρα, οι χωρισμοί κι συναντήσεις τους, ο πόνος των αποχωρισμών.

  Η τελευταία ιστορία είναι της Μαρίκας-Ρόζας και του Λευκάδιου Χερν και η συγκλονιστική σκηνή της συνάντησής τους. Καρδιές λεηλατημένες που γυμνώθηκαν η μια στην άλλη, θεραπεύοντας τραύματα απωλειών και χωρισμών. Ο μαγικός χρόνος που η ζωή αναδημιουργείται μέσα από το βλέμμα μιας αγαπώσας ψυχής.

  Ο Ανδρόνικος, μέσα από τις δικές του περίπλοκες διαδρομές κι αναδρομές φαίνεται να ξετυλίγει σταδιακά  τον μίτο της ύπαρξής του που θα τον οδηγήσει στο μυστικό άσυλο, στην εστία, στο φως της ελπίδας, όταν όλα βρίσκουν τη θέση τους και το νόημά τους. Οδηγός του ο Αρσένης και συνοδός του η Ξένια, εκείνη που τον δέχτηκε ολόκληρο και επιβεβαίωσε την μοναδική του ιδιοπροσωπία, ώστε να συμπορευτούν με τη σφραγίδα της αγάπης στην καρδιά «που αν και δεν θα καταργούσε την ξενιτεία θα τη μεταμόρφωνε όμως από τόπο εκδημίας σε τόπο συνοδίας, ακολουθώντας τα βήματα του άλλου Πατέρα». Αυτή είναι η τελική συμφιλίωση με τον πλάνητα βίο του και η αίσθηση πως θα μπορούσε επί τέλους να κάνει δικό του τον άγνωστο μέχρι τώρα τόπο.

  Με την απαρίθμηση όλων αυτών των προσώπων θα νόμιζε κανείς πως έχουμε να κάνουμε με ένα έργο αφήγησης έστω και περίπλοκης ή με αφορμές που φέρνουν στο φως τραγικά ιστορικά γεγονότα. Εδώ όμως βρισκόμαστε στην καρδιά της λογοτεχνίας. Μιας λογοτεχνίας που δεν είναι απλά τέχνη του λόγου, αλλά οι λέξεις υπηρετούν την αλήθεια του βιώματος που ξεχειλίζει και κατακλύζει τον αναγνώστη με την αυθεντικότητα και την παραφορά του. Εδώ δεν έχουν θέση οι σύγχρονες τεχνικές που έχουν μετατρέψει τη λογοτεχνία σε ευφυές κατασκεύασμα, αλλά γυρίζουμε στην πηγή της που η ομορφιά του λόγου, το υπαρξιακό βάθος και η ανθρώπινη περιπέτεια  συνδιαλέγονται σε μια  αξεδιάλυτη ενότητα.

  Κι ας μιλήσουμε για την ομορφιά του λόγου. Ο πλούτος της γλώσσας, ο βαθύς λυρισμός, οι καίριες περιγραφές τόσο της φύσης, όσο και των ψυχικών τοπίων εντυπωσιάζουν. Οι εικόνες των δασών, των ποταμών, των σκιερών δέντρων, των παγωμένων τοπίων, του χορού του χιονιού, της διαύγειας του γαλανού μεσογειακού ουρανού, οι εικόνες της Πόλης, του λατερνατζή, των μουσικών της Ανατολής, αφήνουν τον αναγνώστη άναυδο από τις εκφάνσεις της ομορφιάς στον κόσμο μας. Ο συγγραφέας μας κατορθώνει «να σε κάνει να βλέπεις τη σιωπή, να αφουγκράζεσαι την ερημιά, να ακούς την απουσία, να περπατάς στη νεκρή πόλη, να κατοικείς το ασυνόδευτο τοπίο».

  Στην περιπλάνησή του με τον Πάτρικ στα ενδότερα της Αμερικής γνωρίζει τη νομαδική ζωή των Ρομά και τον ιερέα των Σου. Η χαμένη σοφία του λαού του διαχέεται στο τοπίο μαζί με την πίστη στο Πνεύμα που κυβερνά τα πάντα και γεμίζει ειρήνη τον κόσμο και την καρδιά. Αυτό ζωοποιεί και ραντίζει με ρανίδες ζωής ‘εν πνεύματι και ύδατι’. Και μας δίνει τη μοναδική εικόνα της δύσης του ήλιου: «Φως ιλαρό ξεχύθηκε στην πλάση, γλώσσες ασβέστου πυρός στεφάνωσαν τον ήλιο τον πορφυρογέννητο καθώς βασίλευε στη δύση του φλεγομένου ορίζοντα, ντυμένος ως περιβόλαιον την εσπερινή ευπρέπεια της ανέσπερης δόξας του Πατρός, την ώρα που πνοαίς αισίαις τον υμνούσαν οι δράκοντες στο χείλος της θάλασσας, της μεγάλης και ευρύχωρης, και τον συνόδευαν Τρίτωνες και Ναϊάδες στην πυρίπνοη στρωμνή του, πριν τυλιχτούν όλα στη νύχτα και βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι».   Αλλά και οι εικόνες της ψυχής δίνονται σπαρακτικά.  Και βέβαια δεν είναι μόνο οι εικόνες. Οι αντιθέσεις θέτουν και τον αναγνώστη σε διλήμματα: Ο ξένος και αδελφός, η ανθρώπινη μοναξιά κι η ψεύτικη ευδαιμονία, το ψύχος, το σκοτάδι και το ιλαρό φως, ο άτοπος τόπος, το ασυνόδευτο τοπίο και η περιχώρηση στο απροσπέλαστο, η κένωση στο τίποτα, αλλά κι ο κόσμος της γιαγιάς που με τα παραμύθια της γέμιζε τη ζωή του με φως, ήχους κι αρώματα. Με δυο λόγια, πάντα το άτοπο κι η χώρα των ζώντων, πάντα η ζωή κι ο θάνατος, η απουσία κι η παρουσία Εκείνου.

  Πέρα όμως από τον συναισθηματικό πλούτο και τον λυρισμό τίθενται και πάμπολλα ερωτήματα που αφορούν την ανθρώπινη ζωή και τον πολιτισμό μας. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποια: α) Η γελοιότητα της ψεύτικης ευδαιμονίας των διαφημίσεων,  ενώ ο άνθρωπος ταλανίζεται και ο περίγυρος αδιαφορεί β) το θέμα της ταυτότητας που δεν είναι μόνο θέμα αναγνώρισης από τις αρχές, αλλά βασικός πυρήνας της προσωπικότητας, δομικό στοιχείο της ψυχής και έχει απόλυτη σχέση με την καταγωγή, τη γλώσσα, την πατρίδα. ‘Η γλώσσα είναι ταυτότητα και πατρίδα, η μνήμη είναι η πατρίδα του ανθρώπου’ (Κ. Χαραλαμπίδης) γ) Η σημασία της ονοματοθεσίας, αφού ακόμα και τα τοπωνύμια μπορούν «να κατατροπώσουν την ιδέα της χαρτογράφησης της ουτοπίας, την πραγματογνωσία του μη τόπου. Τα ονόματα μπορούν να δώσουν ταυτότητα στο πρόσωπό του και να επενδύσει με την ύπαρξή του στο άτοπο κενό» δ) το βασικό θέμα της αξίας του ‘τώρα’. Η συνεχής αναμονή και η νοσταλγία τοποθετούν το υποκείμενο στο κενό, στην αίσθηση ότι ‘η ζωή μου συμβαίνει αλλού’ ή καλύτερα ‘αλλιώς’. Η προσπάθεια αναπαραγωγής κάθε τι χαμένου στερεί τον άνθρωπο από την ευκαιρία της δημιουργίας του τώρα. Η ζωή μας δεν είναι αλλού. Είναι μέσα στην καρδιά μας. Το πρόσωπο που έχουμε απέναντί μας είναι το πρόσωπο του πλησίον μας για το οποίο μιλάει ο Χριστός. Αν όχι εδώ και τώρα, τότε πού και πότε; ε) κι ένα επίκαιρο ερώτημα: έχει μείνει κάτι αληθινό στον κατασκευασμένο κόσμο της Αμερικής; Κάτι που να τον σώζει από την κατάρρευση; Και την απάντηση τη δίνει ο μόνος αρμόδιος, ο Πάτρικ ο Ινδιάνος, γιατί αυτός διασώζει τη μνήμη του πολιτισμού του: «Όταν λιώσουν τα χιόνια, όταν θα φυσάει αύρα λεπτή πάνω στο κουρασμένο πρόσωπο της γης και θα την ντύνει στο χάιδεμά της με απαλό χορτάρι, όταν θα καταφθάνουν από τον Νότο μιλιούνια κοπάδια οι χήνες, ξυπνώντας με τις ανυπόμονες κραυγές τους δέντρα, λουλούδια, λίμνες, ρεματιές, πεδιάδες, κοιλάδες και πλαγιές, θα πάμε να σου φανερώσω την ψυχή αυτού του κόσμου, την κληρονομιά του πατέρα μου, εκεί που το μεγάλο ποτάμι ξανοίγεται στην πλάση και πάει να σμίξει με τη μητέρα του, τη θάλασσα πριν γίνει ωκεανός. Σ’ εκείνα τα νερά, στα στενά που ξανοίγονται στο άπειρο, εκεί που το ποτάμι δεν είναι ποτάμι ούτε θάλασσα, σ’ εκείνον τον Βόσπορο θα βαπτιστείς στην αλήθεια που ψάχνεις, εκεί θα μυρωθείς με τη σφραγίδα του Πνεύματος που δίνει ζωή σε έναν κόσμο που αν τον αφήσει ασφράγιστο, χωρίς την πνοή Του, θα καταρρεύσει και θα πεθάνει». στ) και τέλος θέτει το μεγάλο θέμα της νοηματοδότησης του βίου μας, τη σύνδεση των φαινομενικά ασύνδετων γεγονότων που οδηγεί τον άνθρωπο από έναν άξενο τόπο σε έναν φιλόξενο, καρδιακό και φιλάνθρωπο.

   Εκείνο που ημερεύει την ψυχή του αναγνώστη είναι η τρυφεράδα και η αγάπη του συγγραφέα για τους ήρωες του έργου του. Τους σκεπάζει όλους καλούς και κακούς, τα παθήματά τους τον αφορούν και το βλέμμα του αγκαλιάζει στοργικά τοπία, φύση κι ανθρώπους σαν την βροχή που πέφτει επί δικαίων και αδίκων, σαν τον ήλιο που φωτίζει τους πάντες.

  Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε ακόμα γι’ αυτό το βιβλίο. Μένουμε εδώ με το ελπιδοφόρο πρόσημο πως εν τέλει η ζωή μας δεν είναι ασυνόδευτη. «Κάποιος σε ακολουθεί σαν σκιά για να σε σώσει από την απελπισία και τη μοναξιά».

Λάμπρος Καμπερίδης, βίοι λαθραίοι Έξι ακολουθίες για ασυνόδευτο τοπίο, Βιβλιοπωλείο της «ΕΣΤΙΑΣ» Αθήνα 2025 σ. 411.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ