Υπάρχει μια στιγμή στην ιστορία της ανθρώπινης συνείδησης όπου ο στοχασμός παύει να είναι εργαλείο γνώσης και γίνεται δοκιμασία ύπαρξης. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν σκέπτεται πλέον για να εξηγήσει τον κόσμο, αλλά για να αντέξει το βάρος του. Η ρήση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη: «Κράτα τον νου στον άδη και μη απελπίζου», μοιάζει να γεννιέται ακριβώς μέσα σε αυτή τη σκοτεινή περιοχή, όπου η σκέψη αγγίζει τα όριά της και η ψυχή καλείται να υπάρξει χωρίς βεβαιότητες. Δεν είναι μια ηθική προτροπή ούτε μια απαισιόδοξη σύλληψη· είναι μια μυστική άσκηση ελευθερίας.
Ο άδης εδώ δεν είναι μόνο ο τόπος των νεκρών· είναι η εμπειρία της εσωτερικής ερήμου. Είναι το σημείο όπου καταρρέουν οι αυταπάτες του εγώ, οι μικρές παρηγορίες της αυτάρκειας, οι ψευδείς εικόνες της αθωότητάς μας. Ο άνθρωπος της ερήμου δεν διαφεύγει από αυτό το σκοτάδι· το κατοικεί. Και όμως, η δεύτερη φράση: «μη απελπίζου», ανατρέπει κάθε τραγικότητα. Διότι η απελπισία γεννιέται όταν ο άνθρωπος πιστέψει πως το σκότος είναι η τελική αλήθεια. Ο Σιλουανός, αντίθετα, υπονοεί ότι ακόμη και μέσα στο πιο βαθύ υπαρξιακό χάσμα μπορεί να διασωθεί ένας πυρήνας σχέσης, μια άρρητη εμπιστοσύνη προς το Είναι.
Η παιδιά (το παιγχνίδι) της ερήμου είναι ακριβώς αυτή η παράδοξη δυνατότητα του πνεύματος να παίζει ενώ βρίσκεται ενώπιον του μηδενός. Όχι με ελαφρότητα, αλλά με ιερότητα. Ο στοχασμός γίνεται παιγνίδι όταν παύει να υπηρετεί την κυριαρχία και αποδέχεται την αβεβαιότητα. Όπως το παιδί μεταμορφώνει τον κόσμο χωρίς να τον κατέχει, έτσι και ο ασκητής μεταμορφώνει τον πόνο χωρίς να τον αρνείται. Στην έρημο, η σκέψη μαθαίνει να κινείται όχι ως εξουσία αλλά ως ακρόαση.
Ίσως για αυτό οι μεγάλοι ασκητές δεν ήταν εχθροί του ανθρώπινου δράματος αλλά οι βαθύτεροι γνώστες του. Δεν επιδίωκαν να διαφύγουν από την ανθρώπινη κατάσταση· εισέρχονταν σε αυτήν μέχρι τέλους. Η άσκηση δεν ήταν άρνηση της ζωής αλλά ένας άλλος τρόπος να την υπομείνουν και να τη φωτίσουν. Να κρατά κανείς τον νου του στον άδη σημαίνει να μην αποκρύπτει τίποτε από την αλήθεια της φθοράς, της ενοχής, της μοναξιάς. Να μην αποστρέφει το βλέμμα. Αλλά το: «μη απελπίζου» διασώζει τον άνθρωπο από την πιο ύπουλη μορφή αλαζονείας: την πεποίθηση ότι το κακό έχει τον τελευταίο λόγο.
Έτσι, ο στοχασμός ως ιερό παιγνίδι, δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, αλλά μια λεπτή μορφή συμφιλίωσης μαζί της. Είναι η τέχνη να στέκεσαι στο χείλος του σκότους χωρίς να παραδίνεις την ψυχή σου στο σκοτάδι. Και ίσως εκεί, μέσα στην πιο άνυδρη έρημο της ύπαρξης, να γεννιέται η μόνη αληθινή ελπίδα: όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως σιωπηλή αντοχή του φωτός μέσα στον άνθρωπο.
Και τότε ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι η αλήθεια δεν κατοικεί ούτε στην αθωότητα ούτε στην παντογνωσία, αλλά σε μια πληγωμένη εγρήγορση. Η συνείδηση ωριμάζει όταν παύει να ζητά τη σωτηρία της μέσω της λήθης. Ο άδης του Σιλουανού δεν είναι η τιμωρία· είναι η μνήμη του πεπερασμένου. Είναι η αδιάκοπη υπενθύμιση ότι κάθε ύπαρξη φέρει μέσα της μια ρωγμή. Όμως ακριβώς μέσα από αυτή τη ρωγμή εισέρχεται το φως· Η ελπίδα δεν καταργεί το σκοτάδι· μαθαίνει να επιμένει μέσα του. Σαν να χρειάζεται η ψυχή να αγγίξει τον πυθμένα της για να μάθει ότι δεν στηρίζεται τελικά στον εαυτό της.
Η έρημος, για αυτό, δεν είναι γεωγραφία αλλά τρόπος ύπαρξης. Είναι η σιωπή μέσα στην οποία τα πράγματα απογυμνώνονται από τη χρησιμότητά τους και αποκαλύπτονται ως μυστήριο. Εκεί ο χρόνος χάνει τη βία της προόδου και γίνεται αναμονή. Ο ασκητής δεν κατακτά· υπομένει. Δεν συσσωρεύει· αδειάζει. Και μέσα σε αυτό το άδειασμα γεννιέται μια παράδοξη πληρότητα, σαν η ψυχή να αποκτά χώρο μόνο όταν παύει να είναι γεμάτη από τον εαυτό της. Η παιδιά του στοχασμού είναι ακριβώς αυτή η άχρηστη, σχεδόν παιδική, επιμονή να συνομιλεί κανείς με το άρρητο χωρίς να απαιτεί απαντήσεις.
Ίσως τελικά η βαθύτερη μορφή πίστης να μην είναι η βεβαιότητα αλλά η αντοχή απέναντι στην απουσία. Να συνεχίζεις να κρατάς αναμμένη μια μικρή εσωτερική φλόγα ακόμη και όταν ο ουρανός παραμένει σιωπηλός. Το «μη απελπίζου» τότε αποκτά και κοσμική σημασία: γίνεται η τελευταία αντίσταση του ανθρώπου απέναντι στο μηδέν. Όχι ως ηρωισμός, αλλά ως ταπεινή επιμονή της ζωής να υπερβαίνει τον εαυτό της. Και ίσως εκεί, στο σημείο όπου η σκέψη γονατίζει χωρίς να συντρίβεται, να αρχίζει η αληθινή σοφία της ερήμου.
Η αθυμία αποτελεί ίσως την πιο λεπτή και δυσδιάκριτη μορφή πνευματικής δοκιμασίας. Δεν έχει τη βία της απόγνωσης ούτε τη δραματικότητα της συντριβής. Εμφανίζεται ως μια ανεπαίσθητη υποχώρηση της ψυχής από τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος εξακολουθεί να πράττει, να σκέπτεται και να κινείται, αλλά έχει πάψει να προσδοκά. Ο κόσμος δεν του φαίνεται εχθρικός· του φαίνεται αδιάφορος. Και αυτή η αδιαφορία είναι συχνά βαρύτερη από τον πόνο, διότι αφαιρεί από την ύπαρξη το στοιχείο της σχέσης. Η αθυμία δεν αρνείται το νόημα· το αφήνει να σβήσει αργά, όπως μια φλόγα που δεν την πολεμά ο άνεμος αλλά η έλλειψη οξυγόνου.
Από την αθυμία έως την απελπισία η απόσταση είναι μικρή αλλά ουσιώδης. Η πρώτη είναι η κόπωση της ελπίδας· η δεύτερη η άρνησή της. Στην αθυμία ο άνθρωπος εξακολουθεί να υποφέρει από την απουσία του νοήματος· στην απελπισία παύει ακόμη και να το αναζητά. Για αυτό και οι νηπτικοί πατέρες θεωρούσαν την απελπισία μία από τις πλέον επικίνδυνες καταστάσεις της ψυχής. Όχι επειδή είναι η μεγαλύτερη αμαρτία, αλλά επειδή κλείνει όλες τις οδούς προς τη μεταμόρφωση. Η απελπισία είναι μια ιδιότυπη μεταφυσική βεβαιότητα ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Και ακριβώς γι’ αυτό κρύβει μέσα της ένα παράδοξο ίχνος υπερηφάνειας: προδικάζει το τέλος της ιστορίας πριν ακόμη αυτή ολοκληρωθεί.
Το «μη απελπίζου» του Σιλουανού αποκτά εδώ το βαθύτερο νόημά του. Δεν είναι μια ψυχολογική παρηγοριά ούτε μια αισιόδοξη συμβουλή. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στην τυραννία του φαινομενικού. Ο άνθρωπος καλείται να παραμείνει πιστός σε ένα φως που δεν βλέπει, σε μια δυνατότητα που δεν κατέχει, σε μια παρουσία που δεν αποδεικνύεται. Η υπέρβαση της αθυμίας και της απελπισίας δεν συντελείται μέσω της βεβαιότητας αλλά μέσω της υπομονής. Όχι της παθητικής αναμονής, αλλά εκείνης της ενεργητικής καρτερίας που επιτρέπει στην ψυχή να παραμένει ανοιχτή ακόμη και όταν όλα μοιάζουν κλειστά. Ίσως τελικά η νίκη επί της απελπισίας να μην είναι τίποτε άλλο παρά η ταπεινή απόφαση να συνεχίσει κανείς να ελπίζει χωρίς εγγυήσεις, να αγαπά χωρίς ανταλλάγματα και να αναζητά το φως ακόμη και όταν βαδίζει μέσα στη νύχτα.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ζεϊμπέκικος χορός", 1993) είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.
Ευχαριστώ.
Το άρθρο αυτό, με αφορμή τη διάσημη φράση του Χριστού προς τον άγιο Σιλουανό, είναι καλό.
Ας δούμε όμως, πώς αυτή προέκυψε:
“Ὁ Ἅγιος ἐκμυστηρεύεται τὶς λεπτομέρειες τῆς ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων ποὺ ὁδήγησαν στὸ συμβάν, ὅταν γιὰ πρώτη φορά τοῦ ἀνακοινώθηκαν αὐτὰ τὰ λόγια. Ὅπως διηγεῖται, μία νύχτα, ἐνῶ βρισκόταν στὸ κελί του, ξαφνικὰ ἐμφανίστηκαν πολλοὶ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι τὸν περικύκλωσαν ἀσφυκτικά, καὶ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ γονατίσει μπροστὰ στὶς εἰκόνες γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Δὲν ἤθελε νὰ δώσει τὴν ἐντύπωση ὅτι γονάτιζε μπροστὰ σὲ κάποιο δαίμονα. Τότε ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ἱκέτευσε τὸν Θεό, ὅπως ὁ Ἴδιος γράφει: «“Εἰπέ μοι τί πρέπει νὰ πράξω, ἵνα ἀπέλθουν ἀπ’ ἐμοῦ;” Καὶ ἐγένετο εἰς ἐμὲ ἀπάντησις παρὰ τοῦ Κυρίου εἰς τὴν ψυχήν: “Οἱ ὑπερήφανοι πάντοτε οὕτω πάσχουν ἐκ τῶν δαιμόνων”» . Πάνω σὲ αὐτὸ ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ρώτησε, ὅπως προαναφέρθηκε: «Πῶς μπορῶ νὰ γίνω ταπεινός;» Ἔτσι ἀκριβῶς ὁ Ἅγιος ἄκουσε τὰ ἀνεκτίμητης ἀξίας λόγια: «Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ᾅδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου» (H. Boosalis, «Η ορθόδοξη πνευματική ζωή κατά τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη», Θεσσαλονίκη, 2000, σσ. 158-159).
Αυτή η φράση λοιπόν δεν είναι ούτε αποτέλεσμα στοχασμού, ούτε κάποιο διανοητικό “παιχνίδι”, όπως διαβάζουμε στον υπότιτλο του παρόντος άρθρου, αλλά μια φάση της σχέσης του Αγίου με τον Θεό. Αυτός είχε δει τον Χριστό στην αρχή της μοναχικής ζωής του, τον έχασε λόγω κάποιας απροσεξίας και τον αναζητούσε για δεκατέσσερα χρόνια με έντονους ασκητικούς αγώνες και προσευχές. Όταν έφτασε στα όρια της απόγνωσης, τότε ο Χριστός τού αποκάλυψε πως η αιτία της απόκρυψής Του ήταν η έλλειψη της χριστοειδούς ταπεινώσεως από τον Σιλουανό. Του υπέδειξε και τη μέθοδο για να τον ξαναδεί. Επομένως, η εν λόγω φράση δεν είναι αποτέλεσμα στοχασμού αλλ’ αποκαλύψεως, διδαχής από τον ίδιο τον Θεό. Δείχνει την οδό μέσω της οποίας ο άνθρωπος φτάνει στη χριστοειδή ταπείνωση, κατά το “Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν” (Μτ. 11, 29). Πρόκειται για την καταγραφή της κοινωνίας του Αγίου με τον Χριστό. Γι’ αυτό κι ο Μπούσαλης τονίζει στο παραπάνω βιβλίο:
“Αὐτὴ ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ λοιπὸν εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα χριστοκεντρική. Γιὰ νὰ κατορθώσει κάποιος τὴν ταπείνωση ποὺ προαπαιτεῖται γιὰ τὴν τήρησιν τοῦ νοῦ εἰς τὸν ᾅδην, πρέπει νὰ τοποθετήσει τὸν ἑαυτό του ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νὰ τὸν δεῖ μὲ τὰ μάτια τοῦ Δημιουργοῦ του, δηλαδὴ ἔτσι ὅπως εἶναι στὴν πραγματικότητα” (ο.π. σ. 163).
Κι όπως μας διδάσκει ο άγιος Σωφρόνιος, ο βιογράφος του αγίου Σιλουανού, ο άδης δεν είν’ απλώς “η μνήμη του πεπερασμένου”, αλλ’ η βίωση της θεοεγκατάλειψης από κάποιον που είδε τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο:
“Σημειωτέον ὅτι ὁ ἅγιος Σιλουανὸς δὲν ἀναφερόταν ἁπλῶς μεταφορικὰ στὴν κόλαση. Ἐννοοῦσε μία πραγματική, προσωπική, συνεχὴ καὶ ὑπαρξιακὴ ἀντιμετώπιση τῶν βασάνων τῆς καταδίκης. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἐξηγεῖ σαφῶς γιὰ ποιό πράγμα μιλοῦσε ὁ ἅγιος Σιλουανός: «Δὲν ἐννοοῦσε μόνον λόγους, ἀλλὰ πραγματικὸν βίωμα τῶν κολάσεων τοῦ ἅδου, αἵτινες ἐνεφυτεύθησαν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (ό.π. σ. 165).
Ο Χριστός, με την κάθοδό του στον άδη, μας άνοιξε αυτόν τον δρόμο. Ωστόσο, λίγοι μπορούν να φτάσουν στη βίωση της κόλασης από τον άγιο Σιλουανό, στο μέγεθος του πόνου του, όχι μόνο για τον αμαρτωλό και αχάριστο απέναντι στον Χριστό εαυτό του που τον έκανε άξιό της, αλλά και για όσους Τον αγνοούν· και λίγοι έχουν αποκτήσει τη χριστοειδή ταπείνωσή του, ώστε να δεχτούν την αποκάλυψή Του. Ένας αγώνας σαν αυτόν του Αγίου θέλει γερό πνευματικό στομάχι και διάκριση. Άλλες μέθοδοι ταιριάζουν για τους ασθενείς και νηπίους πνευματικά, κι άλλες για τους δυνατούς και υγιείς (βλ. Α΄ Κορ. 9,22)· και χρειάζεται πολλή προσοχή όταν κανείς προσπαθεί να εφαρμόσει τη διδασκαλία του Χριστού προς τον άγιο Σιλουανό χωρίς να έχει το πνευματικό υπόβαθρο του τελευταίου.
Το άρθρο αποτελεί μια εξαιρετική υπαρξιακή και φιλοσοφική ανάπτυξη της ρήσης «Κράτα τον νου στον άδη και μη απελπίζου». Δεν επιχειρεί να υποκαταστήσει την πατερική ερμηνεία του Αγίου Σωφρονίου ούτε να αναλύσει εξαντλητικά το ιστορικό και αγιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Χριστός απηύθυνε τα λόγια αυτά στον Άγιο Σιλουανό. Αυτό είναι αυτονόητο και δεν νομίζω ότι χρειαζόταν ιδιαίτερη διευκρίνιση.
Το κειμενο πετυχαίνει κάτι διαφορετικό και εξαιρετικά δύσκολο. Κατανοεί ότι ο «Άδης» δεν είναι μόνο μια μεταθανάτια πραγματικότητα, αλλά και η εμπειρία της εσωτερικής ερήμου, της κατάρρευσης των αυταπατών, της μοναξιάς, της ενοχής και της φθοράς. Αποδίδει με ιδιαίτερη δύναμη το παράδοξο της ρήσης: να μην αποστρέφεσαι το σκοτάδι, αλλά ούτε να του αναγνωρίζεις τον τελευταίο λόγο. Η διατύπωση ότι η απελπισία είναι η πεποίθηση πως το κακό έχει τον τελευταίο λόγο είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά εύστοχη.
Εξίσου σημαντική βρίσκω τη διάκριση μεταξύ αθυμίας και απελπισίας. Η πρώτη ως κόπωση της ελπίδας και η δεύτερη ως άρνησή της αποδίδουν με μεγάλη ακρίβεια μια βαθιά ανθρώπινη και πνευματική εμπειρία.
Παράλληλα, το άρθρο κατορθώνει να μεταφέρει τη ρήση από το αυστηρά μοναστικό πλαίσιο στη σύγχρονη υπαρξιακή εμπειρία, δείχνοντας πώς μπορεί να συνομιλήσει με τον άνθρωπο που βιώνει τον πόνο, την αβεβαιότητα και το υπαρξιακό κενό. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό ήταν και ένα από τα μεγάλα ζητούμενα του ίδιου του Αγίου Σωφρονίου, ο οποίος, ως κορυφαίος θεολόγος του 20ού αιώνα, αφιέρωσε τη ζωή του στο να καταστήσει την εμπειρία της ορθόδοξης ασκητικής και μυστικής παράδοσης κατανοητή και υπαρξιακά προσιτή στον σύγχρονο άνθρωπο, χωρίς να αλλοιώσει το περιεχόμενό της.
Αν υιοθετούσαμε την άποψη ότι κάθε απόπειρα υπαρξιακής ή φιλοσοφικής ανάπτυξης ενός πατερικού λόγου συνιστά παρερμηνεία, τότε θα έπρεπε, για λόγους συνέπειας, να θέσουμε πρώτα στο «σκαμνί» ακόμη και τα κείμενα του Αγίου Παϊσίου. Εκείνος, με μοναδική απλότητα και παιδαγωγική σοφία, μετέφερε διαρκώς βαθύτατες πατερικές αλήθειες στη γλώσσα και στα βιώματα των ανθρώπων της εποχής του. Μη γένοιτο. Η Εκκλησία πάντοτε ερμηνεύει το ίδιο αμετάβλητο βίωμα με τρόπο που να μπορεί να γίνει κατανοητό από κάθε εποχή, χωρίς να προδίδει την αλήθεια του.
Η διάκριση, λοιπόν, ανάμεσα στην πατερική-θεολογική ερμηνεία της ρήσης και στη φιλοσοφική αξιοποίηση του υπαρξιακού της περιεχομένου είναι αυτονόητη. Υπό αυτή την έννοια, αισθάνομαι ότι παραβιάζουμε ανοικτές θύρες. Το άρθρο δεν διεκδικεί να αντικαταστήσει την αποκάλυψη με τον στοχασμό ούτε να παρουσιάσει τη διδασκαλία του Αγίου Σωφρονίου ως ακαδημαϊκή πραγματεία. Επιχειρεί να αναδείξει πώς ένας λόγος που γεννήθηκε μέσα στην εμπειρία της Αποκάλυψης μπορεί να φωτίσει την υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου.
Ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα γόνιμο και υψηλού επιπέδου κείμενο. Η φιλοσοφική του ανάγνωση όχι μόνο δεν αναιρεί την πατερική ερμηνεία, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα που θα οδηγήσει πολλούς αναγνώστες να αναζητήσουν στη συνέχεια την πατερική διδασκαλία του Αγίου Σιλουανού και του Αγίου Σωφρονίου.
«Στην έρημο, η σκέψη μαθαίνει να κινείται όχι ως εξουσία αλλά ως ακρόαση.»
Εκτιμώ ότι το άρθρο δεν μιλάει για στοχασμό, ούτε για κάποιο διανοητικό “παιχνίδι”, δεν μιλάει για σκέψη. Μας βοηθάει να εμπιστευτούμε την ιερή «σιωπή μέσα στην οποία τα πράγματα απογυμνώνονται από τη χρησιμότητά τους και αποκαλύπτονται ως μυστήριο». Μιλάει για την «αληθινή ελπίδα: όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως σιωπηλή αντοχή του φωτός μέσα στον άνθρωπο». ὁ Ἅγιος ἄκουσε και μας παρέδωσε τὰ ἀνεκτίμητης ἀξίας λόγια: «Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ᾅδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου» και μας τα παράδωσε ως σωσίβιο σε κάθε βίωμα θεοεγκατάλειψης, υπαρξιακής αγωνίας από βάρος δοκιμασιών και πειρασμών κυρίως λόγω ελλείψεως ταπεινώσεως δηλαδή κενώσεως (« το άδειασμα …σαν η ψυχή να αποκτά χώρο μόνο όταν παύει να είναι γεμάτη από τον εαυτό της»). Συμφωνώ «χρειάζεται πολλή προσοχή όταν κανείς προσπαθεί να εφαρμόσει τη διδασκαλία του Χριστού προς τον άγιο Σιλουανό χωρίς να έχει το πνευματικό υπόβαθρο του τελευταίου». Ωστόσο, ο Χριστός απλώνει το χέρι Του μέσα από κάθε πρόσωπο που αφουγκράζεται τη σιωπή, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε να φορέσουμε σωστά το σωσίβιο του λόγου μπορούμε να γαντζωθούμε πάνω του και να μην καταποντιστούμε. Ευλογημένα είναι όσα και οι δύο μας παραθέσατε. Δεν διακρίνω αντίθεση αλλά μια λεπτή διάκριση.
Δεν διαφωνώ με τα σχόλια του συντάκτη του άρθρου πάνω στη φράση του αγίου Σιλουανού από τη σκοπιά του στοχαστή, γι’ αυτό και έγραψα πως το άρθρο είναι καλό. Διαφωνώ με το πώς αυτός παρουσιάζει τον άγιο Σιλουανού, τις προϋποθέσεις και τα κίνητρά του για να καταγράψει αυτή τη θεόσδοτη φράση.
Τα γραφόμενα από τον κ. Φαραντάκη:
“Η ρήση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη: «Κράτα τον νου στον άδη και μη απελπίζου», μοιάζει να γεννιέται ακριβώς μέσα σε αυτή τη σκοτεινή περιοχή, όπου η σκέψη αγγίζει τα όριά της και η ψυχή καλείται να υπάρξει χωρίς βεβαιότητες.”
…
Η παιδιά (το παιγχνίδι) της ερήμου είναι ακριβώς αυτή η παράδοξη δυνατότητα του πνεύματος να παίζει ενώ βρίσκεται ενώπιον του μηδενός. Όχι με ελαφρότητα, αλλά με ιερότητα. Ο στοχασμός γίνεται παιγνίδι όταν παύει να υπηρετεί την κυριαρχία και αποδέχεται την αβεβαιότητα.
…
Το «μη απελπίζου» του Σιλουανού αποκτά εδώ το βαθύτερο νόημά του. Δεν είναι μια ψυχολογική παρηγοριά ούτε μια αισιόδοξη συμβουλή. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στην τυραννία του φαινομενικού. Ο άνθρωπος καλείται να παραμείνει πιστός σε ένα φως που δεν βλέπει, σε μια δυνατότητα που δεν κατέχει, σε μια παρουσία που δεν αποδεικνύεται.”
Τα παραπάνω είναι καλά κι αποδεκτά ως φιλοσοφικοί στοχασμοί. Αδικούν όμως τον άγιο Σιλουανό, όπως μας τον παρουσιάζουν τα γραπτά του και ο ο βιογράφος και μαθητής του άγιος Σωφρόνιος, η μόνη πηγή για τον άγιο Σιλουανό (κι έχω μάθει στη ζωή μου, όταν θέλω να γράψω κάτι, να μελετῶ προσεκτικά τις πηγές). Αδικούν κι όλους τους ασκητικούς Πατέρες (την «έρημο») που ο κ. Φαραντάκης μας τους παρουσιάζει ως στοχαστές. Δεν είναι φιλόσοφοι οι εν λόγω Πατέρες. Δεν είναι φιλόσοφος ο ολιγογράμματος άγιος Σιλουανός. Δεν αποσύρθηκαν στην έρημο για ν’ αποφύγουν το «φαινομενικό». Δεν ερεύνησαν τον Θεό διανοητικά, ούτε είχαν διανοητικές αμφιβολίες· κι αυτό διότι είχαν προσωπικά βιώματα και δεν στηρίζονταν ούτε σε βιβλία, ούτε σε συλλογισμούς και επιχειρήματα («Λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος· βίῳ δε τίς;» μας διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς). Γνώρισαν τον Χριστό «γνωστῶς καὶ εὐαισθήτως» και αποσύρθηκαν εκεί, για να συνεχίσουν απρόσκοπτοι την κοινωνία μαζί Του, να Τον γνωρίσουν βαθύτερα και ευκρινέστερα. Δεν έκαναν παιχνίδια, ούτε έχασαν ποτέ τη βεβαιότητα ότι Αυτός είναι ο Ων, το Α και το Ω του σύμπαντος. Κλονίστηκαν μόνο όταν Αυτός αποκρυβόταν, για να τους δοκιμάσει· με τη φαινομενική απουσία Του, να τους δώσει ευκαιρίες για περισσότερη μετάνοια, περισσότερη αναζήτηση του προσώπου Του, μεγαλύτερους και εντονότερους αγώνες, όχι στο διανοητικό πεδίο αλλά στο βιωματικό. Δεν αμφέβαλλαν για την ύπαρξή Του, αλλά τη διακοπή της σχέσης τους μαζί Του την ένιωσαν σαν κόλαση και αναζήτησαν τον Αγαπημένο. Αυτό που ο συντάκτης του άρθρου το βλέπει σαν αβεβαιότητα είναι η προσπάθεια τους να βρουν την αιτία για την οποία διακόπηκε αυτή η σχέση και να αποκαταστήσουν την κοινωνία μαζί Του.
Τα πατερικά κείμενα περιέχουν νοήματα που δεν προσεγγίζονται με την κοινή λογική. Ο άγιος Σιλουανός έγραψε «οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις ἀλλ’ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος», όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος συνεχίζοντας, μας διδάσκει ότι τα πνευματικά «συγκρίνονται» (δηλαδή, ερμηνεύονται) με πνευματικά κριτήρια και «νοῦν Χριστοῦ» (βλ. Α΄ Κορ. 2, 13, 16).
Οπότε, άλλο να παίρνει κανείς αφορμή από τα λόγια κάποιου Αγίου για ν᾿ αναπτύξει κάποιους στοχασμούς, κι άλλο να παρουσιάζει τον ίδιο και τους αγώνες του με βάση το «πνεῦμα του κόσμου» (ό.π. 2, 12), δηλαδή να τον παρουσιάζει όπως αυτός δεν υπήρξε.
Να πω και στον κ. Μιχόπουλο ότι η σωστή ερμηνεία της θείας Αποκαλύψεως, δηλαδή της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, βασίζεται στην ταυτότητα Πνεύματος και βιωμάτων, όχι στα εκφραστικά μέσα που μπορεί να ποικίλλουν κάθε εποχή. Γι’ αυτό, και ο ολιγογράμματος άγιος Παΐσιος είναι πολύ πιο αυθεντικός ερμηνευτής της από τους πολύτιτλους και πολύγραφους ερμηνευτές της που δεν έχουν τα δικά του βιώματα, δεν έχουν «νοῦν Χριστοῦ». Κι όταν κριτικάρω κάποια στοχαστικά κείμενα που ασχολούνται με πατερικά κείμενα, το κάνω διότι διαισθάνομαι πλημμελή γνώση τους ή/και άγνοια των κινήτρων των αγίων συντακτών τους. Κάθε απόπειρα υπαρξιακής ή φιλοσοφικής ανάπτυξης ενός πατερικού λόγου οφείλει να πατά σε στέρεο έδαφος, στις πρωτογενείς πηγές, εφόσον δηλώνει ότι παρουσιάζει τον Άγιο και κάποια λόγια του στο σημερινό περιβάλλον. Αν απλώς αυτοσχεδιάζει, ας μην εμπλέκει τα ιερά κείμενα και τους συντάκτες τους στους αυτοσχεδιασμούς του, με συγχωρείτε.
Eξαιρετικό κείμενο!…Συγχαρητήρια…
Τα θερμά μου συγχαρητήρια κύριε Φαραντάκη για το κείμενό σας.
Όταν κάτι είναι τόσο καλό, καλόν είναι να σιωπούμε. Εύγε και ευχαριστώ στον συντάκτη. Ουδέν έτερον σχόλιο.
Ένα μόνο σχόλιο λησμόνησα! Για τον κύριο Μιχόπουλο. Εξαιρετική η παρέμβασή του και τόσο εύστοχη η κατακλείδα της…