Η άλωση της Πόλης ως τόπου και τρόπου

0
853

Με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ο ελληνισμός δεν στερήθηκε απλά μια σπουδαίας γεωστρατηγικής σημασίας περιοχή, ούτε ένα ειδυλλιακό τοπίο για τους εσπερινούς του περιπάτους. Το πάρσιμο της Πόλης στέρησε από τον ελληνισμό τον τόπο όπου:

α.Άνθισε ένας ανεπανάληπτος πολιτισμός.

β.Πραγματώθηκε ένας πρωτόγνωρος ανθρωπισμός.

γ.Υιοθετήθηκε ένας ευρηματικός τρόπος άσκησης της πολιτικής, της διπλωματίας, της άμυνας, της δημόσιας διοίκησης.

δ.Καλλιεργήθηκε ένας οικουμενικός τρόπος θέασης και θεώρησης των πραγμάτων.

ε.Χαράχθηκαν αποκαλυπτικά το Χριστολογικό και τα υπόλοιπα δογματικά μνημεία της Χριστιανικής πίστης.

Η σοβαρότητα, ο αντίκτυπος, η τραγικότητα αν θέλετε αυτής της απώλειας, δύναται να συλληφθεί πληρέστερα και στις πραγματικές της διαστάσεις, εφόσον αποφευχθεί η παγίδα που στήνει το ατόπημα ο τόπος να λογίζεται απλά και μόνο ως τοπίο και το τοπίο  απλά και μόνο ως πεδίο εκδήλωσης κάποιων φυσικών νομοτελειών, απογυμνωμένα δηλαδή από τις εκπλήξεις που επιφυλάσσουν στο χειροπιαστό της Ιστορίας, τόσο η ανθρώπινη όσο και η θεία ελεύθερη ενεργητικότητα. Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο δοκίμιό του «τα δημόσια και τα ιδιωτικά» (ίκαρος, 2007, σ. 8), είπε το εξής απαράμιλλο:

«…ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.»

Με την Άλωση, η οποία είχε τόσο τα εξωγενή όσο και τα εσωτερικά αίτιά της, ο ελληνισμός απώλεσε τον (υλικό) καμβά επάνω στον οποίο, με την παλέτα της ψυχής του, αποτύπωνε τις ιδιαιτερότητές του. Κοντολογίς, ο ελληνισμός στερήθηκε τον τόπο όπου αναδύθηκε ο ιδιαίτερος τρόπος ―ο δικός του μοναδικός τρόπος― να βιώνει τον βίο του. Κι αυτός ο (απο)χωρισμός ενείχε από μόνος του ―δηλαδή πέραν και πλέον των μεθόδων και των συνθηκών που αυτός συνέβη― βία, συνιστούσε βιασμό που επέφερε πόνο αφάνταστο και ανεπούλωτο, όπως όταν η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα της, το οποίο πάντα θα της λείπει, το οποίο πάντα θα το γυρεύει. Παρ’ όλα αυτά, κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα, η Πόλη ως τρόπος ύπαρξης εξακολούθησε να υπάρχει και να εμπνέει, καθώς μεταφέρονταν με τον ελληνισμό, σε κάθε σημείο που εκείνος σύστηνε τις νέες του κοινότητες. Ο ελληνικός κόσμος βίωνε τον τρόπο της Πόλης όπου βρισκόταν κι όπου στεκόταν, κυρίως μέσω στου κοινοτισμού και της θείας Λειτουργίας.

Μπορεί η Κωνσταντινούπολη ως χώρος να αλώθηκε στα 1453μ.Χ., ωστόσο η Πόλη ως κοσμοαντίληψη, έπρεπε να περάσουν επιπλέον 400 χρόνια από την Άλωση για να αλλοτριωθεί και κατά συνέπεια να αλωθεί. Αναφέρομαι στα χρόνια που ακολούθησαν της Επανάστασης του 1821 και της σύστασης του νέου ελληνικού κράτους, όπου σταδιακά η εθελόδουλη ξενοδουλεία, ο μεταπρατικός μιμητισμός, ο επαρχιωτισμός κ.α. συρρίκνωσαν τον ελληνισμό και νοοτροπικά. Για να ακριβολογήσω του… άλλαξαν τα φώτα. Τα πάντα αλλοτριώθηκαν. Τα πάντα! Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνονταν η Άλωση, ώστε από θρήνος και μοιρολόι ―που σήμαιναν με ζωντάνια, όσο κι αν αυτό ηχεί παράδοξο, το συλλογικό ήθος και τη λαϊκή παράδοση, υποβαθμίστηκε σε μεμψιμοιρία, συναισθηματική ανάμνηση, κούφιο βερμπαλιστικό νταηλίκι, δηλαδή σε νεκρίλα.

Η δεύτερη Άλωση της Πόλης, η οποία είχε τόσο τα εξωγενή όσο και τα εσωτερικά αίτιά της, συντελέστηκε στο νου και στην καρδιά του νεότερου ελληνισμού και ήταν επιδραστικότερη ―καταφανώς επί το χείρον― της πρώτης, καθώς επενέβη στο κέντρο του ελευθέρως σκέπτεσθε, βούλεσθε και πράττετε, παραμορφωτικά και ευνουχιστικά.

Ένα από εκείνα τα στοιχεία τα οποία προσδίδουν στην ιστορική αναδρομή αξία, είναι η προσφορά της στην σχηματοποίηση του τι μέλλει γενέσθαι στο τώρα. Συνεπώς, αποτελεί ένδειξη σύνεσης και ωριμότητας οι όποιες αλυτρωτικές βλέψεις κι οι όποιοι επίμονοι/επίπονοι καημοί, να προσανατολίζονται και να επικεντρώνονται στη λύτρωση της οντολογικής, της μέσα μας Πόλης. Εφόσον κατορθωθεί η παλινόρθωση της Πόλης κι όλων όσων αυτή πρεσβεύει, στο νου, την καρδιά και εν γένει στο ανθρώπινο όλον, τότε απελευθερωμένοι θα δούμε να συμβαίνουν θαύματα, γύρω μας κι εντός μας. Το να καταστήσουμε εαυτούς μικρές Αγίες Σοφίες και μικρές Ρωμανίες, το άνοιγμά μας στις δυνάμεις εκείνες που ξέρουν να ανακαινίζουν, αποτελεί θαύμα μέγα, το οποίο επαγωγικά δύναται να λειτουργήσει ως παράδειγμα και ως απαίτηση θέσμισης νέου τρόπου ύπαρξης και συνύπαρξης, καθώς και ως κομιστής μηνύματος οικουμενικού, υπό την έννοια του καλέσματος επαναπροσδιορισμού του βίου, βάσει των αρχικά στο εν λόγω κείμενο αναφερομένων επιτευγμάτων όπως αυτά συντελέστηκαν στον χώρο της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, σε μια σύγχρονη δυτική κοινωνία που θαρρώ πως το έχει ανάγκη, καθόσον εδώ και καιρό δείχνει να βαδίζει στις σκοτεινές ατραπούς της έλλειψης νοήματος, της ασυνεννοησίας και της αβεβαιότητας, γεγονός που προμηνύει συνέπειες των οποίων και μόνο ο συλλογισμός τους τρομάζει.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ