Για την σύγκρουση των πολιτισμών

0
122

Μετά την λήξη του ψυχρού πολέμου το 1991 και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι τόνοι στην Δύση τουλάχιστον ήταν θριαμβικοί και επικράτησε μια άνευ προηγουμένου ευφορία. Το κλίμα της περιόδου το εξέφρασε ο Φράνσις Φουκουγιάμα με το διαβόητο έργο του «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος» που εκδόθηκε το 1992.Σύμφωνα με τον Φουκουγιάμα,μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου η «φιλελεύθερη δημοκρατία» θα γνώριζε παγκόσμια διάδοση, αποτελώντας στο εξής την μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης στον πλανήτη. Μια ειρηνική και χωρίς διαιρέσεις σε αντίπαλα στρατόπεδα διεθνής τάξη καθίστατο δυνατή. Απέναντι σε αυτήν την προσέγγιση και την διάχυτη ευφορία της εποχής ορθώθηκε μια αντίπαλη άποψη από τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Σάμιουελ Χάντινγκτον, πρώτα με ένα άρθρο του στο Foreign Affairs το 1993 και στην συνέχεια με ένα ολοκληρωμένο βιβλιο, το1996.(«Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης». Εκδόσεις Πατάκη 2017).

Ο Χάντινγκτον, που σημειωτέον ήταν δάσκαλος του Φουκουγιάμα, υποστήριξε ότι η εποχή των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων έληξε μεν, αλλά δεν θα ακολουθείτο από μια διαρκή ειρήνη. Ο κόσμος θα επέστρεφε σε πολιτισμικής φύσεως συγκρούσεις. Οι πολιτισμοί κατά τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα είναι επτά κατά βάσιν. Ο κινεζικός, ο ιαπωνικός, ο ινδικός, ο ισλαμικός, ο σλαβοορθόδοξος, ο δυτικός και ο λατινοαμερικανικός. Άνθρωποι που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς απαντούν διαφορετικά σε θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούν στις σχέσεις Θεού και ανθρώπου, ατόμου και ομάδας, πολίτη και Κράτους. Κατά  τον Χάντινγκτον η θρησκεία είναι η κύρια διαμορφωτική δύναμη των πολιτισμών, αν και  φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο και η γεωγραφική θέση των διαφόρων κρατών.

Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας προέβλεψε ότι στο μέλλον οι συγκρούσεις μεταξύ εθνών που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς θα είναι οξύτερες, διαρκέστερες και πιο συχνές από τις συγκρούσεις μεταξύ εθνών που ανήκουν στον ίδιο πολιτισμό. Οι συγκρούσεις αυτές κατά τον Χάντινγκτον θα σημειώνονται στα σημεία γεωγραφικής επαφής και γειτνίασης μεταξύ των πολιτισμών. Ο Αμερικανός συγγραφέας του εξεταζόμενου βιβλίου έκανε κυρίως λόγο για την σύγκρουσή της Δύσης με τους υπόλοιπους, μια σύγκρουση που θα πήγαζε από την προσπάθεια της Δύσης να προωθήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις φιλελεύθερες αξίες ανά τον κόσμο. Ο Χάντινγκτον δεν αποδέχονταν ότι ο δυτικός πολιτισμός διέθετε πρότυπα καθολικής ισχύος και πίστευε ότι ο κινεζικός πολιτισμός και το Ισλάμ θα συνεργασθούν εναντίον της Δύσης.

Η προσέγγιση του Χάντινγκτον κατακεραυνώθηκε αρχικά ως κινδυνολογική και απλουστευτική. Μετά τις επιθέσεις όμως της 11/9/2001 στους δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, γνώρισε ευρεία αποδοχή και απήχηση, υπηρετώντας κατά ορισμένους σκοπιμότητες της εποχής, όπως την στήριξη των πολέμων κατά της τρομοκρατίας. Η πιο συνηθισμένη κριτική, εν πάση περιπτώσει, που ασκήθηκε στο έργο του Χάντινγκτον είναι ότι μεταχειρίζεται τους πολιτισμούς ως ενιαία μπλοκ, ενώ στην πραγματικότητα είναι έντονα διαφοροποιημένοι στο εσωτερικό τους. Αν και, για παράδειγμα, οι αντιπαλότητες ΗΠΑ και Κίνας ή Ρωσίας και Δύσης, μπορούν να προσεγγισθούν με τους όρους που θέτει το εξεταζόμενο βιβλίο, οι οξείες σε αρκετές περιπτώσεις αντιθέσεις στους κόλπους του Ισλάμ συνηγορούν για το αντίθετο.

Οι συγκρούσεις, συγκεκριμένα, στην Υεμένη, την Σομαλία και το Αφγανιστάν είναι ενδοισλαμικές. Το Ιράν, πάλι, συμπαρατάσσεται με την χριστιανική Αρμενία εναντίον του ομόδοξου του Αζερμπαϊτζάν. Η κάποια καταπίεση των μουσουλμάνων Ουιγούρων από τους Κινέζους δεν καταδικάζεται σχεδόν από καμία μουσουλμανική χώρα. Η άποψη του Χάντινγκτον μπορεί εν τέλει, λένε αρκετοί, να ενθαρρύνει συγκρούσεις που ισχυρίζεται ότι απλώς περιγράφει, ενώ υποτιμά εμφανώς κάποιες άλλες.

Παρά την από ορισμένες πλευρές εύστοχη κριτική που δέχθηκε το έργο του Αμερικανού πολιτικού επιστήμονα, η συμβολή του στην διαύγαση του μεταψυχροπολεμικού κόσμου είναι αναμφισβήτητη. Έφερε στην επιφάνεια την πολιτισμική προσέγγιση σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από την κρίση του δυτικού πολιτισμού και την μηδενιστική τροπή του, σε έναν κόσμο στα πλαίσια του οποίου αναβιώνουν ως απάντηση σε αυτήν την κρίση διάφορες προνεωτερικές παραδόσεις. Ίσως το μειονέκτημα των απόψεων του Χάντινγκτον να έγκειται περισσότερο στην ανιστορικότητά του παρά στην ουσιοκρατική προσέγγιση των πολιτισμών από μέρους του, την θεώρηση τους δηλαδή ως ομοιογενών μπλοκ.

Η περί σύγκρουσης των πολιτισμών θέση του ερείδεται, πράγματι, σε δεδομένα που αφορούν στις τρέχουσες εξελίξεις, πηγαίνοντας το πολύ μέχρι έναν αιώνα πίσω, με αποτέλεσμα να πριμοδοτείται η σύγκρουση εις βάρος άλλων μορφών αλληλεπίδρασης μεταξύ των πολιτισμών. Η συγκρουσιακή και χομπσιανής εμπνεύσεως προσέγγιση των διαπολιτισμικών σχέσεων διαψεύδεται ως μονομερής αν η μελέτη των πολιτισμών επεκταθεί στο απώτερο παρελθόν. Στο προνεωτερικό παρελθόν συναντά κανείς και ειρηνικού χαρακτήρα επαφές μεταξύ των πολιτισμών. Στην προ της ανάδυσης των εθνών-κρατών περίοδο τα έθνη συνυπήρχαν στους κόλπους πολυεθνικών επικρατειών, για παράδειγμα. Ή πάλι μπορεί να συναντήσουμε μη συγκρουσιακές μορφές διακρατικών σχέσεων, όπως στην περίπτωση της Κίνας με τα κράτη της περιφέρειάς της, στα πλαίσια της άγνωστης μέχρι πρόσφατα στην Δύση έννοιας της Τιάνξια («όλοι κάτω από τον ίδιο Ουρανό» κατά κυριολεξία). Άγνωστος παραμένει επίσης ο ρόλος γέφυρας που έπαιξε το Ισλάμ μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Οι ιστορικές αναφορές αυτού του είδους ερμηνεύουν καλύτερα την συμπεριφορά κρατών όπως η Κίνα στον σύγχρονο κόσμο απ’ ό,τι τα παραδοσιακά δυτικής αφετηρίας εργαλεία των διεθνολόγων. Το θέμα δεν είναι πάντως να πάμε από την σύγκρουση των πολιτισμών σε άχρωμα και άνευρα υβρίδιά τους, αλλά να βρεθούν τρόποι να υπερβαθεί η πόλωση μεταξύ ατομοκεντρισμού και ομαδισμού, που αποτελεί ένα από τα κύρια προβλήματα του καιρού μας.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα («Το κονταροχτύπημα», από τη συλλογή "Ερωτόκριτος") είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ