Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής και η δημοκρατία

8
53

Το παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας λαμβάνει χώρα κάθε πέντε χρόνια και φιλοξενείται φέτος στην Ελλάδα (4 – 10 Αυγούστου, Αθήνα) με τίτλο: «Η φιλοσοφία ως έρευνα και τρόπος ζωής». Είναι αξιέπαινη η ελληνική οργανωτική επιτροπή που ανέλαβε την πρόκληση της διοργάνωσης σε χαλεπούς καιρούς, αποδεικνύοντας ότι η πατρίδα μας είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις ενός παγκόσμιου συνεδρίου ακόμη και υπό αντίξοες συνθήκες.

Ωστόσο, δύναται ν’ αναρωτηθεί κανείς αν η ενασχόληση με τη φιλοσοφία δεν συνιστά πολυτέλεια κατά την παρούσα περίοδο. Αραγε δεν υφίστανται επιτακτικότερα ζητήματα και πλέον επείγουσες ανάγκες για να διοχετεύσουμε την ενεργητικότητα και τον χρόνο μας; Εκ πρώτης όψεως μια τέτοια απορία μοιάζει ίσως εύλογη. Είναι όμως όντως έτσι ή μήπως η εικόνα μας για τη φιλοσοφία εξαντλείται στον τρόπο με τον οποίο αυτή ασκείται στα πανεπιστήμια;

Αμφιλεγόμενη ιδιότητα
Πράγματι, η φιλοσοφία στην, κατά το μάλλον ή ήττον, γραφειοκρατική και ιεραρχική δομή του πανεπιστημίου διδάσκεται κυρίως ως ιστορία της φιλοσοφίας, μεταδίδεται σχεδόν αποκλειστικά ως συστηματικό σώμα γνώσεων συνήθως μέσω διαλέξεων και σπανιότερα με τη μορφή διαλόγου. Αφορά περισσότερο την περιοδολόγηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, την σχολαστική ερμηνεία και τον υπομνηματισμό κειμένων παρά την εκμάθηση ενός φιλοσοφείν. Αλλωστε ενδεικτική είναι η ύπαρξη μιας άτυπης λογοκρισίας, η οποία αποτρέπει έναν καθηγητή φιλοσοφίας ν’ αυτοχαρακτηριστεί ως φιλόσοφος ακόμη και όταν η αυτοκατανόησή του το επιτρέπει. Φαίνεται ότι η ιδιότητα «φιλόσοφος» υπερβαίνει το σύνολο των ακαδημαϊκών τίτλων και προσόντων. Σε αντίθεση με την ιδιότητα του επιστήμονα, η ιδιότητα του φιλοσόφου μοιάζει αμφιλεγόμενη. Αλλωστε ουκ ολίγοι φιλόσοφοι έχουν κατηγορηθεί ως τσαρλατάνοι (Hegel, Nietzsche, Heidegger, Derrida).
Η εξέταση των αιτίων αυτής της κατάστασης υπερβαίνει προφανώς τα όρια και τις προθέσεις του κειμένου, προϋποθέτοντας τη διερεύνηση του αβυσσαλέου ερωτήματος: «Τι είναι η φιλοσοφία;». Ο τρόπος προσέγγισης αυτού του ερωτήματος και τα πορίσματα από την πραγμάτευσή του θα μας επέτρεπαν να σκεφθούμε περί του αν και του πώς διδάσκεται και θεραπεύεται το φιλοσοφείν, ενώ συγχρόνως θα καθιστούσε ευκρινέστερη τη σημασία της φιλοσοφίας σήμερα.
Ωστόσο, ο τίτλος του φετινού παγκοσμίου συνεδρίου «η φιλοσοφία ως έρευνα και τρόπος ζωής» μας προσφέρει δυνάμει μια πρώτη απάντηση. Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι η φιλοσοφία συνιστά μια διανοητική δραστηριότητα που ασκείται και διδάσκεται ως έρευνα με καλώς ορισμένο αντικείμενο διαιρούμενο σε γνωστικούς τομείς όπως η οντολογία, η γνωσιοθεωρία, η ηθική και πληθώρα άλλων.
Προσπερνώντας τις απορίες που αφορούν τις μεθόδους της φιλοσοφίας και την αντικειμενικότητα των αποφάνσεών της στρέφομαι στο δεύτερο τμήμα του τίτλου «η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής». Θεωρώ ότι αυτή η διάσταση σχετίζεται εγγύτερα με τις αρχικές παρατηρήσεις μας για την κατάσταση της φιλοσοφίας σήμερα. Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής ή ακριβέστερα ως τρόπος του βίου, όπως την ενσαρκώνει υποδειγματικά ο Σωκράτης, περικλείει το σκέπτεσθαι ως προϋπόθεση και συστατικό αποτελώντας συγχρόνως και ένα σύνολο πρακτικών εντός του κόσμου. Πρακτικών που επιλέγονται, κατακτώνται και ασκούνται από προαίρεση έως ότου γίνουν έξη. Ο Σωκράτης εξετάζει και διαμορφώνει τη ζωή του σε βίο ως φιλόσοφος και πολίτης επιμελούμενος εαυτόν εντός μιας δημοκρατικής πολιτείας και όχι ως μελετητής κειμένων. Φρονώ ότι αυτή η διάσταση της φιλοσοφίας υποτιμήθηκε διά μακρών εντός των πανεπιστημίων υποθάλποντας μια στρεβλωμένη θεώρηση με συνέπεια την παραμέληση ή ακόμη και την απαξίωσή της στην κοινωνία.
Life style και new age
Ως εκ τούτου οι απαντήσεις στα ερωτήματα που αφορούν το νόημα του βίου αναζητούνται, ακόμη και όταν δεν αναγνωρίζονται ή δεν τίθενται ρητά, όχι πια στη φιλοσοφία, αλλά στο life style ως κατανάλωση, στον εσωτερισμό του new age, σε εγχειρίδια αυτοβοηθείας ή στη θρησκεία. Ομως η σημασία της φιλοσοφίας δεν περιορίζεται στον επικουρικό της ρόλο κατά τη νοηματοδότηση του βίου στο επίπεδο του υποκειμένου, διότι διαθέτει, όπως υπαινίχθηκα, μια πολιτική πτυχή εγγενώς συνδεδεμένη με αυτή.
Η ταυτόχρονη ανάδυση φιλοσοφίας και δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα δεν συνιστά τυχαίο συμβάν, αλλά τουναντίον εκφράζει έναν εσωτερικό δεσμό. Την αμφισβήτηση της παράδοσης και την αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης μέσω της διερώτησης και του διαλόγου. Ο δημοκρατικός πολίτης είναι ένας φιλοσοφών πολίτης που εισέρχεται στη δημόσια σφαίρα νουνεχής τιμώντας το επιχείρημα και σεβόμενος τον συνομιλητή του. Διαθέτει ισχυρές πεποιθήσεις, όμως αναγνωρίζει τη σχετικότητά τους έχοντας επίγνωση ότι η δημόσια διαβούλευση βασίζεται στη δόξαν και όχι στο επιστημονικό ειδέναι. Είναι επιφυλακτικός, δίχως να γίνεται καχύποπτος. Παθιασμένος, ουδέποτε όμως εμπαθής ή μνησίκακος. Η φιλοσοφία ως τρόπος του βίου συνεισφέρει στην καλλιέργεια και την εδραίωση ενός δημοκρατικού ήθους ενδυναμώνοντας την εύρυθμη λειτουργία και την δημιουργικότητα της δημόσιας σφαίρας.
Στην παρούσα ιστορική συγκυρία για την Ελλάδα, όπου προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για μια αναστοχαστική δημόσια σφαίρα, προκειμένου το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας, των αξιών και των τρόπων του βίου ν’ αποτελέσουν αντικείμενα νηφάλιου διαλόγου, η σημασία της φιλοσοφίας είναι ανεκτίμητη όσο παραμένει επίκαιρη η ρήση του Σωκράτη ότι «ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω».
* Ο κ. Θεοφάνης Τάσης διδάσκει σύγχρονη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Klagenfurt. Είναι Marie Curie εταίρος στην Ακαδημία της Louvain και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Saint – Louis στις Βρυξέλλες. Το τρέχον ακαδημαϊκό έτος δίδαξε το μάθημα «Αρχιτεκτονικές του Εαυτού» στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (FU Berlin). Το τελευταίο του βιβλίο «Πολιτικές του Βίου: Η Ειρωνεία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ευρασία.

Ωστόσο, δύναται ν’ αναρωτηθεί κανείς αν η ενασχόληση με τη φιλοσοφία δεν συνιστά πολυτέλεια κατά την παρούσα περίοδο. Αραγε δεν υφίστανται επιτακτικότερα ζητήματα και πλέον επείγουσες ανάγκες για να διοχετεύσουμε την ενεργητικότητα και τον χρόνο μας; Εκ πρώτης όψεως μια τέτοια απορία μοιάζει ίσως εύλογη. Είναι όμως όντως έτσι ή μήπως η εικόνα μας για τη φιλοσοφία εξαντλείται στον τρόπο με τον οποίο αυτή ασκείται στα πανεπιστήμια;

Αμφιλεγόμενη ιδιότητα
Πράγματι, η φιλοσοφία στην, κατά το μάλλον ή ήττον, γραφειοκρατική και ιεραρχική δομή του πανεπιστημίου διδάσκεται κυρίως ως ιστορία της φιλοσοφίας, μεταδίδεται σχεδόν αποκλειστικά ως συστηματικό σώμα γνώσεων συνήθως μέσω διαλέξεων και σπανιότερα με τη μορφή διαλόγου. Αφορά περισσότερο την περιοδολόγηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, την σχολαστική ερμηνεία και τον υπομνηματισμό κειμένων παρά την εκμάθηση ενός φιλοσοφείν. Αλλωστε ενδεικτική είναι η ύπαρξη μιας άτυπης λογοκρισίας, η οποία αποτρέπει έναν καθηγητή φιλοσοφίας ν’ αυτοχαρακτηριστεί ως φιλόσοφος ακόμη και όταν η αυτοκατανόησή του το επιτρέπει. Φαίνεται ότι η ιδιότητα «φιλόσοφος» υπερβαίνει το σύνολο των ακαδημαϊκών τίτλων και προσόντων. Σε αντίθεση με την ιδιότητα του επιστήμονα, η ιδιότητα του φιλοσόφου μοιάζει αμφιλεγόμενη. Αλλωστε ουκ ολίγοι φιλόσοφοι έχουν κατηγορηθεί ως τσαρλατάνοι (Hegel, Nietzsche, Heidegger, Derrida).
 
Η εξέταση των αιτίων αυτής της κατάστασης υπερβαίνει προφανώς τα όρια και τις προθέσεις του κειμένου, προϋποθέτοντας τη διερεύνηση του αβυσσαλέου ερωτήματος: «Τι είναι η φιλοσοφία;». Ο τρόπος προσέγγισης αυτού του ερωτήματος και τα πορίσματα από την πραγμάτευσή του θα μας επέτρεπαν να σκεφθούμε περί του αν και του πώς διδάσκεται και θεραπεύεται το φιλοσοφείν, ενώ συγχρόνως θα καθιστούσε ευκρινέστερη τη σημασία της φιλοσοφίας σήμερα.
 
Ωστόσο, ο τίτλος του φετινού παγκοσμίου συνεδρίου «η φιλοσοφία ως έρευνα και τρόπος ζωής» μας προσφέρει δυνάμει μια πρώτη απάντηση. Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι η φιλοσοφία συνιστά μια διανοητική δραστηριότητα που ασκείται και διδάσκεται ως έρευνα με καλώς ορισμένο αντικείμενο διαιρούμενο σε γνωστικούς τομείς όπως η οντολογία, η γνωσιοθεωρία, η ηθική και πληθώρα άλλων.
Προσπερνώντας τις απορίες που αφορούν τις μεθόδους της φιλοσοφίας και την αντικειμενικότητα των αποφάνσεών της στρέφομαι στο δεύτερο τμήμα του τίτλου «η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής». Θεωρώ ότι αυτή η διάσταση σχετίζεται εγγύτερα με τις αρχικές παρατηρήσεις μας για την κατάσταση της φιλοσοφίας σήμερα. Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής ή ακριβέστερα ως τρόπος του βίου, όπως την ενσαρκώνει υποδειγματικά ο Σωκράτης, περικλείει το σκέπτεσθαι ως προϋπόθεση και συστατικό αποτελώντας συγχρόνως και ένα σύνολο πρακτικών εντός του κόσμου. Πρακτικών που επιλέγονται, κατακτώνται και ασκούνται από προαίρεση έως ότου γίνουν έξη. Ο Σωκράτης εξετάζει και διαμορφώνει τη ζωή του σε βίο ως φιλόσοφος και πολίτης επιμελούμενος εαυτόν εντός μιας δημοκρατικής πολιτείας και όχι ως μελετητής κειμένων. Φρονώ ότι αυτή η διάσταση της φιλοσοφίας υποτιμήθηκε διά μακρών εντός των πανεπιστημίων υποθάλποντας μια στρεβλωμένη θεώρηση με συνέπεια την παραμέληση ή ακόμη και την απαξίωσή της στην κοινωνία.
 
Life style και new age
Ως εκ τούτου οι απαντήσεις στα ερωτήματα που αφορούν το νόημα του βίου αναζητούνται, ακόμη και όταν δεν αναγνωρίζονται ή δεν τίθενται ρητά, όχι πια στη φιλοσοφία, αλλά στο life style ως κατανάλωση, στον εσωτερισμό του new age, σε εγχειρίδια αυτοβοηθείας ή στη θρησκεία. Ομως η σημασία της φιλοσοφίας δεν περιορίζεται στον επικουρικό της ρόλο κατά τη νοηματοδότηση του βίου στο επίπεδο του υποκειμένου, διότι διαθέτει, όπως υπαινίχθηκα, μια πολιτική πτυχή εγγενώς συνδεδεμένη με αυτή.
 
Η ταυτόχρονη ανάδυση φιλοσοφίας και δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα δεν συνιστά τυχαίο συμβάν, αλλά τουναντίον εκφράζει έναν εσωτερικό δεσμό. Την αμφισβήτηση της παράδοσης και την αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης μέσω της διερώτησης και του διαλόγου. Ο δημοκρατικός πολίτης είναι ένας φιλοσοφών πολίτης που εισέρχεται στη δημόσια σφαίρα νουνεχής τιμώντας το επιχείρημα και σεβόμενος τον συνομιλητή του. Διαθέτει ισχυρές πεποιθήσεις, όμως αναγνωρίζει τη σχετικότητά τους έχοντας επίγνωση ότι η δημόσια διαβούλευση βασίζεται στη δόξαν και όχι στο επιστημονικό ειδέναι. Είναι επιφυλακτικός, δίχως να γίνεται καχύποπτος. Παθιασμένος, ουδέποτε όμως εμπαθής ή μνησίκακος. Η φιλοσοφία ως τρόπος του βίου συνεισφέρει στην καλλιέργεια και την εδραίωση ενός δημοκρατικού ήθους ενδυναμώνοντας την εύρυθμη λειτουργία και την δημιουργικότητα της δημόσιας σφαίρας.
 
Στην παρούσα ιστορική συγκυρία για την Ελλάδα, όπου προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για μια αναστοχαστική δημόσια σφαίρα, προκειμένου το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας, των αξιών και των τρόπων του βίου ν’ αποτελέσουν αντικείμενα νηφάλιου διαλόγου, η σημασία της φιλοσοφίας είναι ανεκτίμητη όσο παραμένει επίκαιρη η ρήση του Σωκράτη ότι «ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω».
 
* Ο κ. Θεοφάνης Τάσης διδάσκει σύγχρονη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Klagenfurt. Είναι Marie Curie εταίρος στην Ακαδημία της Louvain και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Saint – Louis στις Βρυξέλλες.

πηγή: http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_columns_2_28/07/2013_528044

8 Σχόλια

  1. Όπως συνήθως συμβαίνει με τους στοχαστές και τους ακαδημαϊκούς στον ευρωπαϊκό χώρο, έτσι και στο παρόν άρθρο ο συγγραφέας αποδίδει στη φιλοσοφία κατ’ εξοχήν χρησιμότητα από την άποψη της επιβοήθησης δημιουργίας “δημοκρατικών” πολιτών, με την σημασία που προσγράφει στην δημοκρατικότητα στην σχετική θέση του κειμένου. Είναι ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας είναι διατεθειμένος να αναγνωρίσει στην φιλοσοφία τον ρόλο της απόπειρας νοηματοδότησης του βίου, όπως σωστή είναι και η παρατήρησή του ότι εν τέλει στις ημέρες μας τον ρόλο αυτό στις πλατιές μάζες παίζει το life style και το new age.

    Τα παραπάνω αποτελούν, κατά την άποψή μου, καλές μεν προθέσεις, δεν δεν μας πάνε όμως ούτε μακριά ούτε πολύ περισσότερο ψηλά. Οι ακαδημαϊκά ασχολούμενοι με την φιλοσοφία σήμερα είναι οι πρώτοι που της στερούν τον κατ’ εξοχήν ρόλο της, της [i]αυτοσυνείδητης δηλαδή γνώσεως περί Θεού και κόσμου[/i], περιορίζοντας τις γνωστικές τους απαιτήσεις σε όλο και στενότερα πλαίσια δια τον φόβον να μην χαρακτηριτούν αντιεπιστημονικοί. Έτσι στα πανεπιστήμια η σπουδή της φιλοσοφίας είναι κυρίως ιστορική, η δε έρευνα κατ’ ουσίαν φιλολογική.

    Η φιλοσοφία δεν είναι εμπειρική επιστήμη, στερείται επομένως εκείνης τα πλεονεκτήματα, αποφεύγει όμως εξίσου και τους περιορισμούς της. Σε πείσμα δε διαφόρων συγχρόνων λογικοθετικιστών εξεγέρσεων, έχει οικείο αντικείμενο, είναι [i]επιστήμη των κατηγοριών[/i]. Η εποχή μας πάντως φοβάται να την καλλιεργήσει ως τέτοια, ως αναζήτηση δηλαδή της αλήθειας, διότι υπό αυτό το πρίσμα έχει βαρύτητα και προκαλεί άχθη και στενοχώριες. Προτιμά λοιπόν να την βλέπει ως εναν ήπιο διαπραγματευτή ανάμεσα στις ακρότητες των κοινωνικών διαμαχών, που οδηγεί όμως σε μια ανώφελη ειρήνευση, την ειρήνευση της αδιαφορίας στο πλαίσιο του πολιτισμού της ξαπλώστρας.

    Η διαμάχη όμως βγαίνει από την πόρτα μόνο για να επανέλθει από το παράθυρο. Έτσι οι “καλοπροαίρετοι” μεταπολεμικοί Γερμανοί εκήρυξαν το ευαγγέλιο της συμφιλίωσης ως Toleranz και multikulturelle Gesellschaft. Διαπιστώνοντας δε, ότι άβυσσος τους χωρίζει από τις άλλες “κουλτούρες”, ασκούν την ανεκτικότητα και τον σεβασμό της διαφορετικότητας ουσιαστικά ως αδιαφορία. Αφήνουμε τον άλλον να υπάρχει, όσο δεν μας ενοχλεί. Εκεί, όμως που μας ενοχλεί, π.χ. στα οικονομικά τού επιβάλλουμε επιτροπεία. Αν μάλιστα δεν συμμορφωθεί, …

    Η φιλοσοφία λοιπόν, παρά τις επικλήσεις του Habermas, για kommunikatives Handeln, δεν μπορεί να παίξει εν τέλει τον ρόλο της καταλλαγής. Και πώς να τον παίξει, όταν απουσιάζει ο αληθινός medius terminus, η πραγματική Mitte, ο Θεάνθρωπος. Πώς μπορεί η φιλοσοφία να ενώνει χωρίς Θεό; Την αφήνουμε λοιπόν να παίζει τον ρόλο ενός μη ενοχλητικού διαφωτιστή, ο οποίος καλεί σε διάλογο χωρίς εμπάθειες. Αλλά όταν ο πραγματικός διαφωτισμός λαμβάνει χώρα, το ξεσκέπασμα δηλαδή των πραγματικών μας προθέσεων, της τραβάμε το χαλί κάτω από τα πόδια, κατηγορώντας την ότι είναι πολύ spekulativ.

  2. Συνέδρια ουσίας ή κοινωνικοπολιτικές συνάξεις;

    Πολύ εύλογα αυτά που λέει ο κ Τάσης. Υπάρχει και μια άλλη καίρια πτυχή με η οποία σιγά-σιγά θα συνειδητοποιηθεί. Αφορά τον τρόπο που συνδέονται τα τρία επίπεδα ανάλυσης, δηλαδή του Ανθρώπου του Κράτους και του Διεθνούς συστήματος (εξ ου και η σημασία και η προσοχή που δόθηκε στην διεθνή βιβλιογραφία της εμβληματικής ανάλυσης του σημαντικότερου σύγχρονου διεθνολόγου Kenneth Waltz, στο The Man the State and War (στα Ελληνικά Ο Άνθρωπος, το Κράτος και ο Πόλεμος – Εκδόσεις Ποιότητα).
    Στο εσωτερικό του κράτους και παρά τους κατά καιρούς «ειδικούς» πολιτικής θεολογίας οι οποίοι παριστάνουν τους «φιλοσόφους» και εάν δεν είναι (τουλάχιστον) επιδέξιοι κήρυκες μεταμφιεσμένων αξιώσεων ισχύος είναι συνήθως φλύαροι τσαρλατάνοι, κανείς έχει κατιτί σημαντικό να πει εάν περιγράψει «τι είναι αυτό που συγκροτεί και συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο». Περίπου, με τρόπο αντίστοιχο και ανάλογο με τους κύριους άξονες της πολιτικής θεωρίας για το πώς συγκροτείται το Πολιτικό και Κοινωνικό στο εσωτερικό κάθε πολιτείας, τίθενται ερωτήματα για την φύση και τις λειτουργίες του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Μεταξύ άλλων, την πολιτικά άξια λόγου ηθική (και ποιος την προσδιορίζει), την ισχύ (και τις νομιμοποιητικές της βάσεις που βασικά είναι ανύπαρκτες λόγω απουσίας συγκροτημένης παγκόσμιας κοινωνίας και κατ’ επέκταση παγκόσμιου κοινωνικοπολιτικού συστήματος), τις διανεμητικές λειτουργίες της ισχύος (όπου ισχύει η καθημερινά καταμαρτυρούμενη ανελέητη αξιολογικά ελεύθερη Θουκυδίδεια προειδοποίηση ότι «ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται») και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, οι πηγές του δικαίου και η διαλεκτική σχέση δικαίου (ως διεθνής τάξη) και δικαιοσύνης (ως κατιτί βασικά ανύπαρκτου λόγω απουσίας παγκόσμιας κοινωνίας και διεθνούς ρυθμιστικής εξουσίας).
    Στο παρελθόν δεν είχαμε μια σοβαρή ανάπτυξη της πολιτικής σκέψης για τις προϋποθέσεις του εθνοκρατοκεντρικού συστήματος (ή αυτού που μπορούμε να ονομάζουμε «πολιτική θεωρία του διεθνούς συστήματος» ή κατ’ άλλους «πολιτική φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων»). Διασώζονται μόνο οι διεθνολόγοι της κλασικής παράδοσης (πχ ο Kenneth Waltz στον οποίο προαναφέρθηκα) οι οποίοι όμως περιορίστηκαν (πολύ σωστά πράττοντας) στην αξιολογικά ελεύθερη και ιδεολογικά αποστειρωμένη εξέταση των αιτιών πολέμου όπως τα περιέγραψε και ερμήνευσε το Υποδειγματικό «Πελοποννησιακός Πόλεμος».
    Αυτή η διαδρομή της πολιτικής σκέψης οφείλεται σε πολλούς και σπουδαίους λόγους που δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε εδώ. Κυρίως, οφείλεται στο γεγονός ότι το τέλος των κοσμοσυστυμάτων που διαδέχθηκαν την κλασική εποχή τα διαδέχθηκε η Νεοτερικότητα την οποία ο υπογράφων στο «Κοσμοθεωρία των Εθνών» διακρίνει σε «Νεοτερικότητα ως ένα φαρδύ δρόμο» και «μοντερνισμό ως υλισμό». Είναι βασικά, η φάση της ταραχώδους συγκρότησης του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος που επισημοποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε στον Μεσοπόλεμο με την Κοινωνία των Εθνών και το 1945 με τον ΟΗΕ.
    Συντομογραφικά και δολοφονικά για ένα τόσο μεγάλο ζήτημα, λέμε ότι ο μοντερνισμός είναι βασικά προ-πολιτική οπισθοδρόμηση. Κυριάρχησε αρχικά ως αντί-Θεοκρατικό σύστημα σκέψης που μετατράπηκε σε αντί-Εκκλησιαστικό, αντί-Θρησκευτικό και στην συνέχεια διολισθαίνοντας στον μηδενισμό στην αντί-πνευματική κατανόηση της δημόσιας σφαίρας με διακλαδώσεις στον συνεπή υλισμό του La Mettrie ή του de Sade, μεταξύ άλλων, και στην σημερινή ιλαροτραγική μεταμοντέρνα κοινωνικοπολιτική συγκρότηση της οποίας οι τρόικες δεν αποτελούν παρά μόνο μια ισχυρή τάση επιστροφής στο προ-πολιτικό μέλλον.
    Τους τελευταίους αιώνες η πολιτική σκέψη ναι μεν προεκτάθηκε στην διεθνή πολιτική αλλά αυτό έγινε, εξ αντικειμένου, μπερδεμένα, στρεβλά και πνευματικά-στοχαστικά διαστρεμμένα. Πως αλλιώς μπορεί να το πει κανείς όταν ενώ κατά την διάρκεια όλης της προ-Νεοτερικής εποχής η κάθε κοινωνικη οντότητα και η διακριτή ανθρωπολογική ετερότητά της ήταν η βάση της πολιτικής συγκρότησης τοπικά και κοσμοσυστημικά ενώ μετά τον 16ο η επιχείρηση συγκρότησης του κράτους συνοδεύτηκε από πολιτικά εξισωτικά και ανθρωπολογικά εξομοιωτικά ιδεολογικά δόγματα: Κατασκευή πολιτών (βασικά των δουλοπαροίκων) στην βάση ποικίλων ιδεολογικών δογμάτων, ρατσιστική αντίληψη της κοινωνικής συνοχής. «Δεν γνώριζαν» την σύμμειξη και μέθεξη πνεύματος και αισθητών εξ ου και η συντριπτικά αντί-Αριστοτελική φυσιογνωμία της νεότερης «φιλοσοφίας». Το αποτέλεσμα ήταν εθνοκαθάρσεις και στις γενοκτονίες. Την ίδια «στιγμή», βέβαια, οι ίδιοι «διαφωτιστές» βολεύτηκαν με την αποικιοκρατία και την καταδυνάστευση και καταλήστευση των εννέα δεκάτων του Πλανήτη. Επίσης, παράλληλα με την παράκρουση πως η πολιτική εξίσωση και ανθρωπολογική εξομοίωση μπορεί να είναι και Πλανητική, είχαμε και τον Ψυχρό Πόλεμο. Το τέλειο δηλαδή μπέρδεμα ο τέλειος πολιτικοστοχαστικός Γόρδιος Δεσμός του οποίου το κάλλος είναι πλέον πασιφανές για όσους δεν συνεχίζουν να είναι φορούν παρωχημένες ιδεολογικές παρωπίδες.
    Θα μπορούσαν να αναφερθούν τρεις ακόμη συναφείς και κύριες πτυχές. Πρώτον, οι κατασκευαστικές μοντερνιστικές ιδεολογίες (ίσαμε τις λογικές τους συνέπειες αναπόδραστα διεθνιστικές) κυριάρχησαν στην ενδοκρατική και διεθνή πολιτική καθότι εξυπηρετούσαν το ψεύδος και την προπαγάνδα των εκάστοτε ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος με αποκορύφωση τον Ψυχρό Πόλεμο. Δεύτερον, καθόλα «ανθρώπινα» όπως θα έλεγε και ο Κονδύλης, οι περισσότεροι διανοούμενοι ρητά ή υπονοούμενα και συνειδητά ή ανεπίγνωστα εξυπηρετούσαν την προπαγάνδα των αξιώσεων ισχύος είτε της βίαιης ρατσιστικής κρατικής συγκρότησης, είτε της αποικιοκρατίας είτε των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος. Δεν μιλάμε για 1-2 άτομα αλλά για εκατομμύρια η καλύτερα την συντριπτική πλειονότητα των διανοουμένων των δύο τελευταίων αιώνων!! (εξ ου και ο σημερινός απέραντος στρατός των ιδεολογικοπολιτικών ορφανών αυτής της εποχής). Τρίτον, τους τσαρλατάνους, τα παράσιτα, τους αερολόγους και τους πολιτικούς θεολόγους (ένα από αυτά ή όλα μαζί) όσων γλιστρώντας μέσα στα υπόγεια ή στα περιθώρια των προπαγανδιστικών εποικοδομημάτων κατάφεραν να ευημερούν στα λεγόμενα πανεπιστήμια. Στα ηγεμονικά κράτη αυτά ήταν εργαλεία της στρατηγικής των κρατών. Στα λιγότερο ισχυρά και εξαρτημένα κράτη ήταν και συνεχίζουν να είναι, συνειδητά ή ανεπίγνωστα είναι αδιάφορο, εργαλεία στην υπηρεσία ξένων συμφερόντων. Χάος δηλαδή, που κατοπτρίζεται στην σημερινή απόλυτη στοχαστική σύγχυση.
    Καθαρά μυαλά υπάρχουν αλλά είναι ελάχιστα και εδώ θα μπορούσα να αναφερθώ σε μερικούς μόνο έλληνες στοχαστές, όχι κατ’ ανάγκη συγκλίνοντες (γιατί εξάλλου, θα πρέπει να ισχύει κάτι τέτοιο, θα ήταν παράδοξο). Αναμενόμενα δεν αρέσουν ή δεν είναι γνωστοί στο προαναφερθέν «σύστημα» ή παραγνωρίζονται από την συμβατική πολιτικοστοχαστική ατμόσφαιρα με σκανδαλώδη τρόπο. Πρωτίστως θα ανέφερα την βαθειά κατανόηση των τριών επιπέδων ανάλυσης, την στοχαστική διαύγεια και την αναγκαία και μη εξαιρετέα αξιολογική ελευθερία του Παναγιώτη Κονδύλη. Πολύ σωστά και αναμενόμενα το έργο του Κονδύλη δεν ήταν να προσδιορίσει το Πολιτικό γεγονός αλλά να περιγράψει και ερμηνεύσει τις προϋποθέσεις του, τις αντιφάσεις του και τις διαδρομές του. Παραμένει, κατά την εκτίμησή μου, ο πλέον συγκροτημένος αναλυτής των τριών επιπέδων ανάλυσης και ο στοχαστής του μέλλοντος όταν κάποιοι θα σκεφτούν ότι τον παρασιτισμό και την προπαγάνδα θα πρέπει να τον διαδεχθεί η πολιτική θεωρία της διεθνούς πολιτικής του εθνοκρατοκεντρικού συστήματος. Είναι επίσης ο Γιώργος Κοντογιώργης με τις τιτάνιες και μοναχικές προσπάθειές του να προσδιορίσει τις ιδιότητες των κοσμοσυστημικών δομών του παρελθόντος με προβολή στο σήμερα και ίσως στο μέλλον. Αναμφίβολα, στην διεθνή βιβλιογραφία, ο Θόδωρος Ζιάκας είναι ο σημαντικότερος αναλυτής της κοινωνικής ετερότητας και των ποικίλων αποχρώσεων των πολιτικών παραδόσεων ως εισροές πολιτικής συγκρότησης. Σίγουρα σε αυτούς και στις βαθμίδες τους δεν θα συμπεριλάβω τους παντογνώστες και κατά βάθος ιδεολόγους οι οποίοι διακρίνονται στις επιφυλλίδες ακυρώνοντας έτσι τα όποια άλλα μεμονωμένα επιτεύγματά τους στο πεδίο της πολιτικής σκέψης.
    Τώρα, το παγκόσμιο συνέδριο για την φιλοσοφία. Καλές αυτές οι συναντήσεις. Τι όμως θα πούνε εάν δεν μιλήσουν για πολιτική φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων υπό το πιο πάνω πρίσμα. Δεν βαρέθηκαν τα αναμασήματα, τις επαναλήψεις, τις άνευ ουσίας και νοήματος διαμάχες για το «που το πήγαιναν» πολλά λαμπρά πλην στοχαστικά αδιέξοδα μυαλά της εποχής του μοντερνισμού και των κατασκευαστικών ιδεολογιών; Δεν κατανοούν ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων (5 δισεκατομμύρια;) των πρώην αποικιακών περιοχών δεν γνωρίζουν το παραμικρό από όλες αυτές τις συζητήσεις; Δεν μπορούν να ανοίξουν την τηλεόραση για να κατανοήσουν το πασίδηλο γεγονός ότι οι συζητήσεις του μέλλοντος δεν σχετίζονται με τις ιδεολογικές φλυαρίες του μοντερνισμού αλλά με την αξίωση κάθε κοινωνίας να συγκροτηθεί πολιτικά στην βάση της ανθρωπολογικής ετερότητάς της; Δεν μπορούν επίσης να δουν το πασίδηλο γεγονός της ηγεμονικής ισχύος, της ηγεμονικής διαπάλης και της εθνικής ανεξαρτησίας ως αξίωση ελευθερίας για την οποία όλες οι κοινωνίες παλεύουν να κατοχυρώσουν διασχίζοντας καθημερινά τις συμπληγάδες των εγγενών (λόγων άνισης μεγέθυνσης και άνισης ανάπτυξης) αιτιών πολέμου;
    Κοντολογίς η πολιτική θεωρία «προς το παρόν» –δηλαδή τις επόμενες δεκαετίες ή και αιώνες και μέχρι την ύπαρξη κοσμοσυστήματος, εάν ποτέ υπάρξει, με όλα τα ερωτήματα που αυτό θέτει– μπορεί μόνο να έχει ως κύρια ερωτήματα τις πολιτικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις του εδραίου και ανεπίστροφου εθνοκρατοκεντρικού συστήματος. Τουτέστιν, πολιτική θεωρία, πλέον, δύσκολα μπορεί να υπάρξει και μόνο σε αναφορά με τις προϋποθέσεις που θέτει η εθνική ανεξαρτησία ως ελευθερία. Χωρίς συναρτημένη εξέταση των τριών επιπέδων ανάλυσης οι συζητήσεις είναι εν πολλοίς άνευ ουσίας και νοήματος. Δεν θα αναπτύξουμε την ουσία και το κύριο ζήτημα που αναλύσαμε σε άλλη περίπτωση, ότι δηλαδή πολλοί φαίνεται να παραγνωρίζουν το γεγονός πως η δημιουργία, ανάπτυξη και καθιέρωση του εθοκρατοκεντρικού συστήματος μετά τον 16ο αιώνα δεν καθιστούσε μόνο τον διεθνισμό προγραμματικά ανέφικτο (τώρα γιατί τόσοι πολλοί πέθαναν στο όνομα ποικίλων δογμάτων είναι μια ιλαροτραγική ιστορία) αλλά και προκάλεσε και ένα πρωτοφανές σε σύγκριση με την προ-νεοτερική εποχή αποτέλεσμα: Το «μάντρωμα» των ανθρώπων μέσα σε εδαφικά οριοθετημένες περιοχές είχε ως συνέπεια διακριτή, διαφοροποιημένη και διαφορετικά κινούμενη ανάπτυξη των κατά εθνοκράτος συστημάτων διανεμητικής δικαιοσύνης, των βαθύτερων δηλαδή προϋποθέσεων τρόπου ζωής κάθε κοινωνικής οντότητας.
    Έτσι, τους τελευταίους ταραχώδεις αιώνες τα διαφορετικά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης οδηγούσαν σε βαθύτερη κατά κοινωνία συγκρότηση της κοινωνικής ετερότητας σε όλες της τις εκφάνσεις. Η έντονη διαφοροποίηση του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος συνδυάζεται με την ανάδειξη πολλών και συγκρουόμενων ηγεμονικών δυνάμεων (καμιά ή ελάχιστη σχέση έχουν με τις εξελικτικά αναπτυσσόμενες ηγεμονίες των κοσμοσυστημάτων) και με την ταραχώδη είσοδό μας στην μετά-αποικιακή εποχή (μόλις τώρα είναι η αφετηρία, όχι το 1990, το οποίο κωμικοτραγικά πολλοί θεώρησαν ως αφετηρία ενός γραμμικού και ανθόσπαρτου βίου).
    Ακόμη, η είσοδό μας στην μετά-αποικιακή εποχή βρίσκει την Δύση να συζητά γύρω από «φιλοσόφους» (πολλοί από αυτούς τσαρλατάνους διαφόρων βαθμίδων; – όποιος για παράδειγμα διάβασε την συντριπτική κριτική στο «Πολιτικό και ο Άνθρωπος» του Παναγιώτη Κονδύλη θα θεωρεί χάσιμο χρόνο την ανάγνωση κειμένων του Χάμπερμανς) για μια πνευματικά στερημένη υλιστική δημόσια σφαίρα.
    Ακόμη, τα παταγωδώς αποτυχημένα πειράματα της Σοβιετικής Ένωσης και της ΕΕ τίποτα δεν διδάσκουν με αποτέλεσμα πολλοί να συνεχίζουν να παραμιλούν περί υλιστικών πολιτικών ενώσεων όπου το πνεύμα των ανθρώπων θα συνεχίσει να είναι εξορισμένο εκτός των πολιτειακών τειχών. Όνειρα, δηλαδή, τα οποία διαιωνίζονται και των οποίων φορείς είναι τα ορφανά του διεθνισμού. Τι μας λένε, βασικά: Αφού οι διεθνισμοί και οι κοσμοπολιτισμοί των ψευδαισθήσεών τους εξατμίστηκαν, μας καλούν τώρα να υιοθετήσουμε μια μεταμοντέρνα πολιτικά στερημένη τεχνοδομή συμβατή με την μαζική παραγωγή και την μαζική κατανάλωση. Εκεί μέσα, ο άνθρωπος εκμηδενίζεται και τρόικες διαφόρων ειδών διακυβερνούν τα άβουλα και υποτελή όντα. Ένα δηλαδή είδος χείριστης προ-πολιτικής εποχής, γιατί η πραγματική προ-πολιτική εποχή υπήρχε και κάποιο μέτρο που προσδιόριζε η φύση και η ανάγκη αυτοσυντήρησης.
    Πολλά άλλα θα μπορούσαν να ειπωθούν για να διερωτηθούμε περαιτέρω τι θα πει ένα τόσο μεγάλο και πολυδάπανο συνέδριο φιλοσοφίας. Θα είναι μια κοινωνικοπολιτική σύναξη όπου θα αναμασηθούν τετριμμένα; Ή θα συζητηθούν, έστω και κατ’ ελάχιστον, ζητήματα πολιτικής θεωρίας του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος και με τρόπο που θα συναρτά τα τρία επίπεδα ανάλυσης (άνθρωπος, κράτος, διεθνής πολιτική) με τα αίτια σταθερότητας ή αστάθειας; Ας περιμένουμε το συνέδριο, όμως, ίσως υπάρξουν και κάποιες εισηγήσεις που να αξίζουν τον κόπο επειδή, εκτιμώ, θα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

  3. Ενδιαφέρον συνέδριο αλλά σε ποιους απευθύνεται. Μήπως στους ίδιους που αποτελούν “συμπτωματικά” πάντα το συγκεκριμένο ακροατήριο των συνεδρίων και των διαλέξεων που μοιραία και κραυγαλέα είναι βαρετά ίδιο. Πόσοι είναι ανά τον κόσμο και πόσες πιθανότητες υπάρχουν να εισχωρήσουν και νέα “φρέσκα” μυαλά εντός αυτού το πλαισίου στο εγγύς μέλλον έτσι όπως προδιαγράφεται το μέλλον των κοινών θνητών. Τι περιθώριο υπάρχει να εκφραστούν ελεύθερες γνώμες από το ακροατήριο και να ακολουθήσει αληθινός διάλογος.

    “Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής και η δημοκρατία” : ενδιαφέρον τίτλος αλλά τρόπος ζωής ποιών και δημοκρατία που απευθύνεται σε ποιους. Δημοκρατία χωρίς πολίτες άραγε πως μπορεί να την αποκαλέσει κανείς. Κάποιος διαστρεβλωτικός νεολογισμός θα βρεθεί πάλι όπως και τόσοι άλλοι…Υπάρχει βέβαια και ο άλλος τρόπος να συνεχίσουμε να βαφτίζουμε δημοκρατία ότι και όπως εξυπηρετεί κατά περίπτωση. “Δημοκρατία της Κόκα Κόλα” που πάει με όλα θα ήταν ένα “έξυπνο” σύνθημα ή διαφημιστική λεζάντα…

    Σκέψεις πάνω στη φιλοσοφία και στο φιλοσοφείν γίνονται και θα γίνονται ίσως όσο υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να σκέπτονται ή απλώς “κοιτούν προς τα πάνω” και τους αφήνει το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο που ζουν να αναπτύσσουν τις ιδέες τους, αφού προηγουμένως έχουν την ευκαιρία να μορφωθούν πραγματικά και να αναπτύσσουν ως ένα βαθμό την προσωπικότητά τους.

    Αναφέρθηκε και πάλι η φιλοσοφία από την πλευρά της χρησιμότητας γιατί όμως πάντα πρέπει να υπάρχει ένα προδιαγεγραμμένο κίνητρο. Ποιος έχει αποφασίσει ότι ο ανθρώπινος νους πάντα δρα κατόπιν συνειδητής σκέψης και πως θα μπορούσε κανείς να απαντήσει γλαφυρότερα από το Ντοστογέφσκυ για τη μη ορθολογικότητα του νου. Όσο ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος με ελεύθερη σκέψη και πνεύμα δεν μπορεί να προγραμματιστεί, ώστε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως θα αντιδρά σε κάθε περίπτωση….Ως πότε το δυτικό πρότυπο σκέψης θα μας αναγκάζει να βλέπουμε μέσα από “διαφωτιστικά του” “θεϊκά” γυαλιά. Το ξυράφι του Όκκαμ έδωσε “μια κάποια λύση” ανάγκης για να προχωρήσει η έρευνα αλλά δεν είναι δυνατόν να εξαφανίσει όσα υπάρχουν πριν και μετά από το περίφημο ξυράφι γιατί και αυτό έχει ημερομηνία λήξης και πρέπει να αντικατασταθεί…Κι όποιος έχει “το μυαλό ξυράφι” και χρησιμοποιεί το νου του και όχι ένα εργαλείο σκέψης πρέπει άραγε να αποκλειστεί από τη φιλοσοφία επειδή δεν έχει τα μέσα. Κι ως πότε θα αναπαράγεται το Παράδειγμα (κατά τον Κουν) χωρίς ανανέωση και θα δίνει λύσεις.

    Η “Νεα Εποχή” δημιουργεί βαθιές ανισότητες και μας επαναφέρει στο “Μεσαίωνα” που ο διανοούμενος ήταν αναγκαστικά υπό την εκκλησιαστική εξουσία κι από εκείνη κρινόταν η πορεία ή και η ζωή του ακόμη. Η αντίστοιχη νέα τάξη πραγμάτων προάγει τους σύγχρονους διανοούμενους μαϊντανούς που περιφέρουν το σαρκίον τους από κανάλι σε κανάλι και βρίσκονται υπό την μιντιακή εξουσία αυτή τη φορά για να προχωρήσουν….

    Τι γίνεται όμως με τους πραγματικούς διανοητές και πως μπορεί κανείς να τους ανακαλύψει μέσα στον κυκεώνα των πληροφοριών που μας κατακλύζουν. Προφανώς η παιδεία είναι η κατάλληλη και δοκιμασμένη μέθοδος διαχρονικά αλλά για ποια παιδεία μιλάμε σήμερα και ποια θέση έχουν οι ανθρωπιστικές σπουδές σε αυτήν, με τις οποίες μπορεί κανείς να διευρύνει τους ορίζοντές του πέρα από το μαύρο τετράγωνο κουτί (οθόνη τηλεόρασης ή κομπιούτερ δεν έχει σημασία) και τη μαζική κουλτούρα. Γιατί καλή και χρυσή η τεχνολογία αλλά δεν παράγει σκέψη από μόνη της στο χρήστη…απαιτείται η κατάλληλη υποδομή που θα του επιτρέψει να φτάσει και να χρησιμοποιήσει τις νέες τεχνολογίες προς την σωστή κατεύθυνση ώστε να μην αλλοτριωθεί μέσα από αυτή καθ’ αυτή τη χρήση.

    Ενδιαφέρον είναι όμως ότι ακόμη και οι αλλοτριωμένοι διανοούμενοι του σήμερα διστάζουν ή ίσως ακόμη να ντρέπονται συχνά να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό φιλόσοφος, ως αυτοπροσδιορισμό. Έστω κι αυτό δείχνει ένα αμυδρό ίχνος σεβασμού στο τι σημαίνει φιλόσοφος με την πραγματική του έννοια και στο τι προηγήθηκε κατά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα ως φιλοσοφία που αποτελεί και τον αδιαμφισβήτητο καταλληλότερο οδηγό φιλοσοφικών προσεγγίσεων.

    Εαν ζητούμενο λοιπόν είναι η φιλοσοφία και το φιλοσοφείν του μέλλοντος αξίζει να δοθεί έμφαση στο περιεχόμενο αυτού που ονομάζουν “δημοκρατία” σήμερα κι αυτό είναι οι άνθρωποι που κατοικούν σε ένα χώρο και το δικαίωμά τους να γίνουν “πολίτες” κι όχι απλώς καταναλωτές ή ακόμη χειρότερα χυδαίος όχλος….

    Οι επίλεκτοι από τη μία και οι αποκλεισμένοι παρίες από την άλλη προφανώς δεν είναι ο ιδανικότερος συνδυασμός για το μέλλον που προδιαγράφεται μάλλον ζοφερό αν το φιλοσοφήσει κανείς εντός ή εκτός συνεδρίου…

  4. Καλύτερα να είμαι πικρός παρά ψεύτικος. Το ίδιο το άρθρο είναι μια μετριότητα, χλιαρό. Ευτυχώς όχι τα σχόλια που ακολουθούν. Ουσιαστικά και δε θέλω να προσβάλω άλλον, αλλά να προσβάλω τη ραθυμία μας, όταν μιλούμε για μια ακαδημαϊκού τύπου ενδοπανεπιστημιακή φιλοσοφία μιλούμε για κάτι το συνηθισμένο στις μέρες μας(βλέπε νεωτερικότητα και μετα…) ανύπαρκτο στην ουσία ή στην εμβέλεια του κατασκεύασμα όπου εξυπηρετεί δημόσιους υπαλλήλους υψηλών τίτλων και μισθών. Όμως είναι αυτό φιλόσοφος βίος; Δηλ. μπορεί να διδάσκεις τον Χάιντεγκερ ή τον Αριστοτέλη ή τον Νίτσε αλλά να καταπατάς με την ίδια ευκολία με τον συμπατριώτη σου βοσκό το οικόπεδο του απουσιάζοντος γείτονος, να βρίζεις στον δρόμο ή να καταπιέζεις τα παιδιά σου και να εξουσιάζεις κατά το δυνατόν, γυναίκα, συναδέλφους, συγγενείς, μαθητές; Με άλλα λόγια και με βάση το βαρύγδουπο όνομα της, είναι μόνο μια ασχολία όπου σε αφήνει ίδιο και απαράλλακτο άνθρωπο ή ανθρωπίσκο της εποχής και του περιβάλλοντος σου; Μάλλον. όσο για τη σύνδεση του με τη Δημοκρατία, είναι άψογη η αποκάλυψη του σύνολου ψεύδους. Έχουμε εκπαιδευτεί όλοι επαρκώς ώστε να αντέχουμε, δεχόμαστε και ακόμα και να ικανοποιούμαστε από τα ψεύδη. Φαντάζομαι θα θέλουν να καταλήξουν σε αντικειμενικά συμπεράσματα υποκειμένων, όπου η υπερκειμενικότητα θα διασχίζει τους αιθέρες των αιθουσών, ενώ μόνη διαφορά από ένα οποιοδήποτε συνέδριο ασφαλιστών είναι ότι τα πρόσωπα θα είναι πιο κατηφή, όχι από γνώση του τραγικού αλλά από συνήθεια στη σοβαροφάνεια. Μόνο ερώτημα που τίθεται εὶναι τι με αλλάζει;. ὀτι με αφήνει ίδιο είναι αδιάφορο ή νεκρό. Και ολίγος Ντοστογιέφσκι. Ο διάβολος μιλώντας στον Ιβάν Καραμάζοβ λέει: Πρώτα ήταν έτσι κι έτσι μα τώρα όλο ηθικά βασανιστήρια είναι σε χρήση, οι τύψεις συνειδήσεως κι όλες αυτές οι σαχλαμάρες. Κι αυτό σας το πήραμε από την εξημέρωση των ηθών σας.

    Φοβάμαι ότι και οι φιλόσοφοι του συνεδρίου θα είναι πολύ εξημερωμένοι.

  5. Αντιγράφω από τον μακαρίτη Γεράσιμο Κακλαμάνη:

    [i]Σήμερα η επαφή της «Ευρώπης» με τους πολιτισμούς αυτούς (τους άλλους και ιδιαίτερα της Μεσογείου) είναι καθαρά φύσεως στατιστικής … : κατά κεφαλήν εισόδημα, παιδική θνησιμότης, ποσοστά αναλφαβητισμού κλπ.

    Αρκούν όμως αυτά για μια ιστορική συνείδηση του παρόντος και μιαν αντίστοιχη ευρωπαϊκή του μέλλοντος; Αποδεικνύουν κάτι από απόψεως πολιτισμού αυτοί οι «δείκτες»; Τι μπορεί να αποδεικνύουν οι στατιστικές εξισώσεις μεταξύ ενός εκατομμυρίου Κινέζων και ενός εκατομμυρίου Βραζιλιάνων, αφού οι Βραζιλιάνοι δεν είναι Κινέζοι; Για να δείξουμε πόσο στερημένοι πολιτικής και ιστορικής προοπτικής είναι αυτοί οι «δείκτες», είναι ανάγκη να αναλύσωμε λίγο κατά νόημα τον πιο «ενδεικτικόν» από απόψεως πολιτισμού από αυτούς, δηλαδή την περίπτωση του αναλφαβητισμού. Πρέπει ευθύς να πούμε ότι αυτός αποτελεί «δείκτη» στατιστικών μελετών, διότι θεωρείται δεδομένο ότι αναπαράγεται αδιακόπως από τις επίσημες κυβερνήσεις των «εθνικών κρατών», δηλαδή ότι αντιστοιχεί σε κάποια δεδομένη πολιτική τάξη πραγμάτων. Έχουν όμως ανάγκη όλοι οι πολιτισμοί από σχολείο, ώστε να απεδείκνυαν κάτι οι «δείκτες» από απόψεως ιστορικής προοπτικής; Σε κοινωνίες ωργανωμένης παραγωγής, το σχολέιο είναι απαραίτητο λόγω της ανάγκης μεταδόσεως των τεχνικών τουλάχιστο γνώσεων. Σε κοινωνίες, όμως, που έχουν άλλη σχέση με την φύση, που δεν έχουν την ανάγκη της ωργανωμένης παραγωγής κατά της φύσεως και μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν, το σχολείο όχι μόνο απαραίτητο δεν είναι, αλλά διιστορικώς η λειτουργία του πολιτισμού των συνίσταται ακριβώς στην κατάργηση της ανάγκης του σχολείου. Πώς «φιλοσοφικώς» έχουν τα πράγματα, θα ιδή ο αναγνώστης στις σελίδες που ακολουθούν. Όσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός, τόσο λιγώτερο ανάγκη από την σχολική μόρφωση έχει. Και τόσο πιο «τέλειος» είναι ένας πολιτισμός (τα κριτήρια εν προκειμένω παραμένουν πάντα «εσωτερικά»), όσο περισσότερο μπορεί να ανταποκριθή στις υπαρξιακές ανάγκες των μελών του. Από την άποψη αυτή, η όποια ιδεώδης Πολιτεία και ο πολιτισμός μιας πρωτόγονης κοινωνίας είναι ένα και το αυτό. Διότι ικανοποιούν εξ ίσου τον άνθρωπο που τα ζη. Τούτο είναι και το μόνο κριτήριο πολιτιστικών τελών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι υψηλής διανοητικής πυκνότητος πολιτισμοί της μεσογειακής αρχαιότητας, μετεξελίχθηκαν σε θρησκείες. Η «κατεύθυνση» υπάρχει ήδη στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπως πιο κάτω θα ιδούμε. Το έσχατον τέλος παντός πολιτισμού είναι ακριβώς τούτο: ο άνθρωπος που ζη εντός του να αποκτήση σχέση πίστεως ως προς τις αρχές του. Από εκεί και πέρα, ό,τι θα ήταν δυνατόν να θελήση να «προσεγγίση» το άτομο διά της «διανοήσεως» εντός του πολιτισμού του, του το παρέχει ο ίδιος ο πολιτισμός διά «μετοχής». Αυτή είναι η κατάσταση της κοινωνικής ειρήνης. Ο Χριστός δεν εξύμνησε τυχαία τους «πτωχούς τω πνεύματι». Τούτος ο «ύμνος» είναι η έσχατη απόληξη κάθε φιλοσοφίας του πολιτισμού. Ο Χριστός εξύμνησε τους «πτωχούς» σε μια εποχή που η φιλοσοφία, οι επιστήμες και οι τέχνες είχαν προ πολλού εγγίσει ύπατες κορυφές της ανθρωπίνης πνευματικής δημιουργίας και αποτελούσαν κοινήν εμπειρία όλου του μεσογειακού κόσμου. Γνωρίζοντας ο ίδιος την πολιτιστικήν πραγματικότητα του καιρού του, όταν ζήτησαν να τον επισκεφθούν οι έλληνες σοφοί –και τούτο σημαίνει ότι το κήρυγμά του είχε ήδη αρχίσει να εμβολιάζεται με τον ελληνιστικό κόσμο- εξεφράσθη ως βέβαιος πολιτιστικός νικητής, λέγοντας ότι ήρθε η ώρα να δοξασθή ο «υιός του ανθρώπου». Η νίκη συνίστατο ακριβώς στο να επενδυθή η διδασκαλία των νέων ιδεών στα πολιτιστικά δεδομένα της εποχής. Και επειδή ο ίδιος έναν νέον πολιτισμό βασικά προσέφερε, δηλαδή μιαν νέαν κατεύθυνση για τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, εξέφρασε διά των λόγων του περί «πτωχείας» το ύπατον τέλος κάθε φιλοσοφίας του πολιτισμού: εφ’ όσον ένας πολιτισμός καταφέρνει να ισορροπή τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και να εξαφανίζη την εσωτερική τριβή των κοινωνιών, δηλαδή τις προϋποθέσεις εμφυλίου διαμάχης, τότε η «διανόηση» και η φιλοσοφία είναι πράγματα περιττά. Αυτού του είδους η «πτωχεία του πνεύματος», που προϋπόθεσή της έχει την βιωματική αφομοίωση των κοινωνικών διεργασιών της φιλοσοφικής διανοήσεως, πολύ βέβαια απέχει από του να συμπίπτει με την στατιστική έννοια του… «αναλφαβητισμού». Δεν χρειάζεται να εντυφή κανείς οπωσδήποτε στα συγγράμματα του Πλάτωνα, όταν έχει βρει τρόπο να πραγματοποιεί κοινωνικά τη σημασία, που αυτά δηλώνουν, όπως δεν χρειάζεται στον έμπορο να εντρυφήση στα συγγράμματα του Τζ. Λώκ και του Α, Σμιθ, προκειμένου να ασκήση τις αρχές που αυτά ενέχουν, ή στον ψηφοφόρο να σπουδάση προηγουμένως την φιλοσοφία του Βολταίρου και του Μοντεσκιέ, προκειμένου να πάη να ψηφίση.[/i]

    (Γεράσιμος Κακλαμάνης, [i]Το «Ανατολικόν Ζήτημα» Σήμερα[/i], σ. 49. Εκδ. Εικοστού Πρώτου.)

    [b]Ερωτήματα[/b]:

    1.- Αν οι πολιτισμοί πραγματοποιούν σταδιακά κάποιες ιδιαίτερες ανθρωπολογικές επιλογές, την διανοητική επεξεργασία των οποίων αντιλαμβανόμαστε ως «Φιλοσοφία», τι συμβαίνει με την «Φιλοσοφία» όταν το ιδρυτικό «παράδειγμα» του πολιτισμού έχει γίνει πράξη, όπως π.χ. σήμερα που η «φιλελεύθερη» (ατομοκεντρική) φιλοσοφία του νεωτερικού πολιτισμού έχει γίνει «τρόπος ζωής» και έχει υποκατασταθεί από τον οικονομικό-στατιστικό λογισμό; Δεν πρόκειται για μια νέα «πτωχεία του πνεύματος» στους αντίποδες μάλιστα της ελληνιστικής; Μπορεί να υπάρξει «φιλοσοφική» συζήτηση σε ένα τέτοιο μετα-φιλοσοφικό στην ουσία περιβάλλον (πιο σωστά: περιβάλλον μηδενιστικό κάθε αξίας και αλήθειας); Τι είδους τρόπος ζωής μπορεί να διαδεχθεί τον υφιστάμενο μεταμοντέρνο (λάιφ στάιλ, νιού έητζ και ξαπλώστρα); Ποιές θα ήταν οι μετανεωτερικές (-«νέες ιδέες») που η διδασκαλία τους θα μπορούσε να «επενδυθεί» στα πολιτιστικά δεδομένα της «νέας εποχής» μας;

    2.- Αν είναι δεδομένο πλέον ότι έχει παρέλθει για τη Νεωτερικότητα το εξελικτικό στάδιο όπου ο πολιτισμός επεξεργάζεται διανοητικά το ανθρωπολογικό του πρόταγμα, παράγοντας «Φιλοσοφία», τι νόημα μπορεί έχει ένα «παγκόσμιο συνέδριο» επαγγελματιών «φιλοσόφων»; Και τι χρησιμότητα μπορεί να έχει εν κενώ -εν σημερινή Ελλάδι μάλιστα;
    3.- Αν το ιστορικό υποκείμενο του νεωτερικού «φιλοσοφείν» ήταν το έθνος, όπως του ελληνικού «φιλοσοφείν» ήταν η πόλις, η οποία στην μεταφιλοσοφική εποχή του ελληνικού πολιτισμού εξακολούθησε να υφίσταται ως υποκείμενο-κύτταρο οικουμένης (της «ρωμαϊκής»), μπορούμε να φανταστούμε κάτι ανάλογο, ότι δηλαδή θα εξακολουθήσει το έθνος να είναι το ιστορικό υποκείμενο και στην ενδεχόμενη μετα-φιλοσοφική / μετανεωτερική οικουμένη -όπως υποστηρίζεται από όσους δεν ταυτίζουν το έθνος με την ιδεοληπτική (φυλετική/μηδενιστική) νοηματοδότησή του; Αναφέρομαι στους καθηγητές Κοντογιώργη και Ήφαιστο, καθώς και στον γράφοντα. (Ο Γερ. Κακλαμάνης είναι ειδική περίπτωση.)

    4.- Αν η αναλογία μεταξύ ελληνικού και νεωτερικού πολιτισμού ισχύει και βρισκόμαστε κατά κάποιον τρόπο στην ελληνορωμαϊκή φάση της Νεωτερικότητας, ποια «θρησκεία» ως «πίστη στις αρχές της» ενσαρκώνει η πραγμάτωση της νεωτερικής (φιλελεύθερης) «φιλοσοφίας» της σε «τρόπο ζωής» (λάιφ στάιλ, νιού έητζ και ξαπλώστρα); Έχει επικρατήσει ο όρος «εκκοσμίκευση», προκειμένου να χαρακτηρίσει την εκτόπιση του χριστιανισμού από την δημόσια σφαίρα της Νεωτερικότητας, έτσι ώστε «εκκοσμίκευση» να σημαίνει «απουσία θρησκείας». Μήπως όμως όρος είναι παραπλανητικός, ότι κόσμος χωρίς θρησκευτική θεμελίωση δεν είναι τελικά νοητός; Μήπως δεν ειπώθηκε άστοχα ότι αν ο Θεός φύγει από τη δημόσια σφαίρα την θέση του την πάρει το αντίθετό του: ο Μαμωνάς;

    Αν δοθεί αφορμή για σκέψη πάνω σε ορισμένα τέτοια ερωτήματα, τότε ίσως να χρησιμεύσει και σε κάτι αυτό το εκτός τόπου και χρόνου «συνέδριο».

  6. Αξιότιμε κύριε Σουφλέρη,

    διάβασα με ενδιαφέρον το σχόλιό σας που προδίδει άνθρωπο με φιλοσοφική ευαισθησία, ωστόσο η δική μου πρόσληψη του άρθρου του κυρίου Τάση είναι διαφορετική. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των πανεπιστημιακών ο Τάσης, προς τιμήν του, στο άρθρο του ασκεί κριτική τόσο στην ακαδημαϊκή φιλοσοφία όσο και στους καθηγητές φιλοσοφίας προτείνοντας ως πρότυπο τον Σωκράτη. Προκρίνει σαφώς νομίζω την φιλοσοφία ως τρόπου του βίου από την φιλοσοφία ως διανοητική δραστηριότητα. Προφανώς το ζήτημα είναι τεράστιο, ωστόσο πρόκειται για ένα άρθρο μερικών εκατοντάδων λέξεων σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας και όχι για μελέτη. Ίσως στο βιβλίο του ” Πολιτικές του Βίου” να αναπτύσσει διεξοδικότερα την προβληματική του. Σκοπεύω να το διαβάσω και επιφυλάσσομαι προς το παρόν να εκφέρω τελική κρίση.

    Με εγκάρδιους χαιρετισμούς
    Δημήτρης Ιωάννου

    ΥΓ: Συμφωνώ μαζί σας ως προς τον χαρακτηρισμό των συνέδρων ως “εξημερωμένων” που περιγράφει σίγουρα την πλειοψηφία εξ αυτών.

    [quote name=”Σουφλέρης Σταμάτης”]
    Καλύτερα να είμαι πικρός παρά ψεύτικος. Το ίδιο το άρθρο είναι μια μετριότητα, χλιαρό. Ευτυχώς όχι τα σχόλια που ακολουθούν. Ουσιαστικά και δε θέλω να προσβάλω άλλον, αλλά να προσβάλω τη ραθυμία μας, όταν μιλούμε για μια ακαδημαϊκού τύπου ενδοπανεπιστημιακή φιλοσοφία μιλούμε για κάτι το συνηθισμένο στις μέρες μας(βλέπε νεωτερικότητα και μετα…) ανύπαρκτο στην ουσία ή στην εμβέλεια του κατασκεύασμα όπου εξυπηρετεί δημόσιους υπαλλήλους υψηλών τίτλων και μισθών. Όμως είναι αυτό φιλόσοφος βίος; Δηλ. μπορεί να διδάσκεις τον Χάιντεγκερ ή τον Αριστοτέλη ή τον Νίτσε αλλά να καταπατάς με την ίδια ευκολία με τον συμπατριώτη σου βοσκό το οικόπεδο του απουσιάζοντος γείτονος, να βρίζεις στον δρόμο ή να καταπιέζεις τα παιδιά σου και να εξουσιάζεις κατά το δυνατόν, γυναίκα, συναδέλφους, συγγενείς, μαθητές; Με άλλα λόγια και με βάση το βαρύγδουπο όνομα της, είναι μόνο μια ασχολία όπου σε αφήνει ίδιο και απαράλλακτο άνθρωπο ή ανθρωπίσκο της εποχής και του περιβάλλοντος σου; Μάλλον. όσο για τη σύνδεση του με τη Δημοκρατία, είναι άψογη η αποκάλυψη του σύνολου ψεύδους. Έχουμε εκπαιδευτεί όλοι επαρκώς ώστε να αντέχουμε, δεχόμαστε και ακόμα και να ικανοποιούμαστε από τα ψεύδη. Φαντάζομαι θα θέλουν να καταλήξουν σε αντικειμενικά συμπεράσματα υποκειμένων, όπου η υπερκειμενικότητα θα διασχίζει τους αιθέρες των αιθουσών, ενώ μόνη διαφορά από ένα οποιοδήποτε συνέδριο ασφαλιστών είναι ότι τα πρόσωπα θα είναι πιο κατηφή, όχι από γνώση του τραγικού αλλά από συνήθεια στη σοβαροφάνεια. Μόνο ερώτημα που τίθεται εὶναι τι με αλλάζει;. ὀτι με αφήνει ίδιο είναι αδιάφορο ή νεκρό. Και ολίγος Ντοστογιέφσκι. Ο διάβολος μιλώντας στον Ιβάν Καραμάζοβ λέει: Πρώτα ήταν έτσι κι έτσι μα τώρα όλο ηθικά βασανιστήρια είναι σε χρήση, οι τύψεις συνειδήσεως κι όλες αυτές οι σαχλαμάρες. Κι αυτό σας το πήραμε από την εξημέρωση των ηθών σας.

    Φοβάμαι ότι και οι φιλόσοφοι του συνεδρίου θα είναι πολύ εξημερωμένοι.[/quote]

  7. Ο λόγος που η φιλοσοφία δεν πέθανε είναι επειδή δεν πραγματώθηκε λέει ο Adorno. Η φιλοσοφία καταργήθηκε-πραγματώθηκε(το γερμανικό ρήμα aufheben στον Hegel και τον Marx) μια φορά στην ανατολική Μεσόγειο όπως δείχνει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο ΑΖΣ. Αλλά με την εισβολή της τεχνολογίας και του καπιταλισμού στον πλανήτη χρειάζεται εκ νέου να πραγματωθεί.
    Ο εθνικισμός υπήρξε και είναι ακόμη η τέταρτη μονοθεϊστική θρησκεία (κι όχι ο σταλινισμός όπως λέει ο τίτλος ενός βιβλίου εκδόσεις Αγρα , συγγραφείς Νίκος Μπελογιάννης και Αγγελική Κώττη- ο σταλινισμός ήταν μάλλον η πέμπτη μονοθεϊστική θρησκεία).
    Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Το ανατολικόν ζήτημα σήμερα” του Γεράσιμου Κακλαμάνη (εκδόσεις του 21ου, 1998, σελίδα 160): “Το ιδεολόγημα του “έθνους” υπήρξε ένα ιστορικό προϊόν στον χώρο της δυτικής Ευρώπης, όταν η οικονομική ανάπτυξη – κυρίως κατά τον 18ον και 19ον αιώνα – ήγγισε τα όρια εκείνα που δεν επέτρεπαν πλέον την μεσαιωνικήν κατάτμηση σε συντεχνίες και κοινότητες. Το “έθνος” δηλαδή ήταν η απαίτηση της μεγαλύτερης και ενιαίας αγοράς που επέβαλε η όλο και μεγαλύτερη συγκεντρωτική οργάνωση της βιομηχανικής παραγωγής. Το “έθνος” υπήρξε ένα προϊόν για ιδεολογικούς σκοπούς στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπου υπήρχαν προβλήματα εδαφικών διαφορών και εθνοτήτων, γιατί την ίδια εποχή η Αγγλία , εθνικά ανομοιογενής, εκαλλιεργούσε την ιδέα της αυτοκρατορίας. Η Αυστροουγγρική μοναρχία και η Ρωσία αποτελούσαν την ίδια εποχή πολυεθνικά μορφώματα, ενώ η Γερμανία μετά τους ναπολεόντιους πολέμους ευρήκε την ενότητα της επίσης ως αυτοκρατορία. Επομένως το “έθνος” υπήρξε ιδίως προϊόν της γαλλικής επανάστασης, που εχρησίμευσε κυρίως ως προϊόν ιδεολογικής εξαγωγής κατά την ιμπεριαλιστική συμπεριφορά της δυτικής Ευρώπης. Ιδιαίτερα δυναμική απεδείχθη η λειτουργία του ιδεολογήματος του “έθνους” στους χώρους της ανατολικής Μεσογείου, ακριβώς δηλαδή στην περιοχή εκείνη που ανέκαθεν η ιστορία εδούλεψε με συνειδητό σκοπό την εξαφάνιση παντός ίχνους εθνικού χαρακτηριστικού ”.
    Και ειδικά για την Ελλάδα στο ίδιο βιβλίο σελ. 139: “Είναι προφανές ότι στο περιεχόμενο ενός τέτοιου βιβλίου στην έννοια “Ελλάδα” κατηγορείται μια ήσσων σημασία: εκείνη του πρώτου τροτοκοσμικού κράτους στην παγκόσμια ιστορία , του οποίου αποκλειστικός σκοπός υπήρξε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την διάλυση ολόκληρου του μεσογειακού χώρου. Ως “τριτοκοσμικού” εννοώ στο βιβλίο κάθε κράτος του οποίου η “εθνική ιδεολογία” στηρίζεται στον στρατό, ενώ αυτός, λόγω της εξαρτήσεως του από την τεχνολογία του εξωτερικού , είναι ο κυριότερος εχθρός της ίδιας αυτής ιδεολογίας. Και τέτοιο υπήρξε η Ελλάδα εξαρχής.” – dmpa12p

  8. K. Ιωάννου, δεν έχω διάθεση προσβολής του κ. Τάση και επειδή η σύνδεση κσι ο υπολ. μου έχουν προβλήματα δεν ήξερα ότι είχε δημοσιευθεί το σχόλιο μου. Κι εγώ έχοντας ακούσει από τηλεοράσεως τον κ. Τάση είχα δει έναν άνθρωπο σημαντικό και το βρίσκω γελοίο να το λέω μα με ενδιαφέρουσες απόψεις και με ένα είδος δουλειάς που γενικά λείπει. Θεωρήστε το περισσότερο γενικό το σχόλιο μου και όχι στρεφόμενο κατά του συγγραφέα του. Από εκεί και πέρα σας λέω τον δικό μου προβληματισμό. Ο φιλόσοφος βίος “πρέπει” να είναι σαν το αίμα στις φλέβες μας και σαν την ανάσα μας. Δεν υπάρχουν δυο ζωές ή και περισσότερες. (φανταστείτε φιλόσοφος το πρωί στην δουλειά, χριστιανός μια δυο ώρες την εβδομάδα, νονοταγής όπου φοβάμαι και παέι λέγοντας)
    σήμερα σας τα γράφω αυτά και δεν έχω λύσει τίποτε. 29-10-13

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here