Ex occidente lux*

18
589

Θεόδωρος Παντούλας  

[Αγανακτισμένοι: ποιοι και γιατί]  

Ήταν να μη μας την πούνε οι ξένοι. Να μην μας φιλοτιμήσουν τους Έλληνες. Διότι εμείς την έχουμε πιο μεγάλη. Την αγανάκτηση. Ξυπνήσαμε κι έκτοτε κατασκηνώσαμε στις πλατείες.

«Μα», δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω την σκέψη μου –για κουβέντα ούτε λόγος. «Γράφεται ιστορία. Να είμαστε παρόντες».

Πήγα κι εγώ στην πλατεία. Και κάθε βράδυ, όπου κι αν νυχτώνω, πηγαίνω στην πλατεία –να μην γραφτεί ερήμην μου η ιστορία. Δεν με πειράζει τόσο ο «πατριωτισμός» του Notis, όσο ότι μερακλώνεται σύσσωμος η πλατεία με αυτόν.
«Μη μιζεριάζεις», με εγκαλούν οι φίλοι μου, «ο κόσμος βγήκε από το μαντρί»! Βγήκε αλλά βελάζει πέριξ της στάνης. Με σφυρίχτρες, κατσαρόλες, μπιρίτσες και σουβλάκια!

«Δεν βλέπεις, για πρώτη φορά γεμίζουν οι πλατείες». Πράγματι, μέγα το πλήθος. Μα, πού ήσαν όλοι αυτοί οι αγανακτισμένοι, ρωτώ με μικροψυχία τον από χρόνια αγανακτισμένο εαυτό μου. Πού ήσαν όλοι αυτοί; Πού ήσαν όταν η μισή Ελλάδα διοριζόταν στο άσυλο του «δημοσίου» κι η άλλη μισή περίμενε τον διορισμό της; Δεν με ακούνε.
«Δεν χρωστάμε. Δεν πληρώνουμε». Νεοελλαδικός κουτσαβακισμός και τζάμπα μαγκιές. Ποιοι είναι όλοι αυτοί που δεν χρωστούν; Κι αφού κανείς δεν χρωστά ποιος ντερλίκωσε τον σκασμό που χρωστάμε;
«Και ου και α, πού πήγαν τα λεφτά;» απορούν οι κάποτε παίκτες του Χρηματιστηρίου. Οι «άλλοι» αγανακτισμένοι ωστόσο κατέχουν την απάντηση: «Κλέφτες, κλέφτες» αναφωνούν ομοθυμαδόν, κοιτάζοντας με αναισχυντία αυτούς που ψήφιζαν. Αλλά, αφού βρήκαμε τους κλέφτες, γιατί δεν αναζητούμε και τους κλεπταποδόχους; –επανέρχεται ο δύσπιστος εαυτός μου. Βαρύ το ερώτημα αλλά οπωσδήποτε όχι βαρύτερο από την σύνθεση της πλατείας, όπου χαριέντως αδελφές και παλικάρια γίνονται μαλλιά κουβάρια. Διότι πλάι στον χρόνια άνεργο στέκεται ο χρόνια κηφήνας του κομματικού (παρα)κράτους. Ο ένας θέλει δουλειά ο άλλος να μην του κόψουν το επίδομα στο παντεσπάνι. Και πιο πέρα ο συνταξιούχος οικοδόμος με τον συνταξιούχο της Ολυμπιακής. Ο ένας στα λυγισμένα εβδομήντα κι ο άλλος στα στητά πενήντα.
«Μαλάκα μου άμεση δημοκρατία» αναφωνούν οι  νεαροί θιασώτες της (οπωσδήποτε παραισθησιογόνου) «δημοκρατίας». Βεβαίως ο ενθουσιασμός είναι ίδιον της νιότης –σχεδόν όσο και η σπατάλη της.
Με τον ίδιο σπάταλο ενθουσιασμό και τα καθεστωτικά ΜΜΕ σιγοντάρουν την… επανάσταση.
«Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Αισθάνομαι άβολα. Και με τα μπουρδέλα και με τους πυρομανείς που αναπαράγουν τα συνθήματα ενός απροσχημάτιστου ολοκληρωτισμού. Μένω ενεός. Όχι γιατί είναι πρωτόγνωρες οι κινητοποιήσεις αλλά επειδή είναι πρωτόγονες.
Άλλωστε, όπως εγκαίρως και νηφάλια επισημάνθηκε, «λαός που πεινά και γυμνητεύει, δε μπορεί να φεγγοβολήσει πνευματικά. Λαός όμως που αισθάνεται τα προβλήματά του να τερματίζονται στο στομάχι και γενικότερα, στο κορμί του, είναι λαός διεφθαρμένος. Οι επιφάνειες μπορεί ν’ αστράφτουν, αλλά στο βάθος θα υπάρχει έρεβος, χάος και ντροπή» (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Αυτοψία της εποχής, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1968).

*Εκδοτικό σημείωμα από το manifesto (τεύχος 26,Ιούνιος 2011) που κυκλοφορεί την Πέμπτη 23 Ιουνίου.

πρώτη δημοσίευση: Αντίφωνο