Έρωτα των ερώτων ευδοκείς

0
196

Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος

 Η φωνή όσο πάει λιγοστεύει. Γίνεται ψίθυρος, ύστερα παύει. Θα νύσταξε. Έχει σταυρώσει τα χέρια του, έχει σφαλίσει τα βλέφαρα κι άφησε το κεφάλι να γείρει όπως πάντα μπροστά, μ’ελαφρή κλίση αριστερά.1”

“ […]απ’ το κατώϊ έρχεται η Κερατσούλα, μ’ένα κερί αναμένο! Το αφήνει στο τραπέζι ενώ ο Αλέξανδρος αρχίζει να ψάλλει τρεμουλιαστά, μόλις ακούγεται το τροπάριο εκ των Ωρών της παραμονής των Φώτων”.

 

“Οι τρεις αδερφές τον υπηρετούν ως λαθρόβιοι άγγελοι.

Το μικρό αναμμένο κηρίο και δίπλα το σβησμένο τζάκι,

ο βορηάς να χτυπά πόρτες και παράθυρα θυμώδης.”

“Έξω έχει ρίξει χιόνι πολύ, μια από τις λιγοστές φορές που χιόνισε τόσο στο νησί. Τό χει στρώσει για καλά κι’ είναι σαν όλοι να ντύθηκαν γιορταστικά για τη μετάσταση του κυρ-Αλέξανδρου.

”Οι αδελφές του τον φροντίζουν όσο περισσότερο μπορούν. Κάθε τόσο ρίχνουν ξύλα στο τζάκι για να μή σβύνει η φωτιά και κρυώνει.”

Αποθραύσματα για τις τελευταίες ώρες του Παπαδιαμάντη από δύο μυθιστορηματικές βιογραφίες, ένα θεατρικό έργο και μια ποιητική συλλογή, βιβλία του 1948, 1965, 1979 και 1991, όπου ο λόγος είναι για τον Γέροντα της Σκιάθου. Οι δύο από τους συγγραφείς σχεδόν της γενιάς του ’30, οι άλλοι της επόμενης. Κοινά στουχεία η χαμηλή φωνή, η φροντίδα ν’ ακουστεί η πρόζα ή ο στίχος σαν συγκρατημένο μοιρολόγι. Τρόποι και τόνοι συνηθισμένοι σε συνομίληκους πεζογράφους και ποιητές. Και οι τέσσερες ιστορώντας τις προθανάτιες στιγμές του Αλέξανδρου δεν παραλείπουν να μνημονεύσουν το τροπάριο που υπέψαλε με ψίθυρον φωνήν πριν σφαλίσει τα μάτια του: “Την χείρα σου την αψαμένην…”. Και οι τέσσερες, όπως και όλοι οι προηγούμενοι και οι επόμενοί τους, είναι συγκινημένοι ναι.

΄Ομως….

Όμως κανένας, από τον Πορφύρα και τον Μαλακάση του 1911 ώς τον τελευταίο του 2012, δεν συνόψισε εκστατικότερα και ουσιωδέστερα την βιοτή και την γραφή του Παπαδιαμάντη από το Κρυπτόλεξο του Δημήτρη Κοσμόπουλου, γραμμένο σύμφωνα με τον υπότιτλό του για την νύχτα της 2ας προς την 3η Ιανουαρίου 1911. Φάνηκε μέσα στον Απρίλη της Σαρακοστής, με δεκατέσσερα σονέττα. Προηγούνται ως αναγκαία εισαγωγή τα επιστολικά κείμενα των αδελφών του Παπαδιαμάντη και του Γ.Ρήγα για την ίδια νύχτα. Στα περισσότερα ποιήματα μιλάει ο επιθανάτιος Αλέξανδρος. Σωστά: ο άνθρωπος στις ύστερες στιγμές του ανακαλεί τον βίο του. Συνοπτικός βιογράφος ο Κοσμόπουλος καταγράφει οξέως όλα τα ουσιώδη της ζωής εκείνου που ήταν λαμπριάτικος ψάλτης. Η νέα διήγηση αυτής της βιοτής γίνεται δίχως τον κλασαυχενισμό των μοντέρνων μεθόδων. Τα σονέττα απλώς κολυμπούν στα κύματα των εξήντα χρόνων ενός ανθρώπου που δεν διαβουκόλησε ποτέ του κανέναν με το μελάνι του και τα φερσίματά του.

Στα ποιήματα του Κρυπτόλεξου κινείται όλος ο παπαδιαμαντικός κόσμος, που ξενυχτάει μαζί με τον ποιητή, τον Γέροντα. Στη φύση του Κοσμόπουλου είναι να γράφει πυρέσσοντας. Δεν θα ορκιζόμουν ότι η υψηλή θερμοκρασία του αφήνει πάντοτε αναλλοίωτα τα πράγματα, στους στίχους όμως αυτής της συλλογής τίποτε δεν έχει, εκούσια ή ακούσια, παραποιηθεί, και για μένα, φιλόλογο σχολαστικό και ευόργιστο με τις παρερμηνείες, αυτό είναι σπουδαία αρετή. Θα περιοριστώ σε δύο μόνο δείγματα του τρόπου με τον οποίο ο Κοσμόπουλος κινεί το παπαδιαμαντικό σύμπαν. Το δεύτερο σονέττο αρχίζει με τον στίχο:

Ανδρέα Καρακαβίτσα Γιάννη Βλαχογιάννη

και το ένατο με τον παρόμοιο:

Μιλτιάδη Μαλακάση, Παύλε Νιρβάνα

όπου οι κλητικές προσφωνήσεις καθώς μαρτυρούν οι στίχοι που τις ακολουθούν 2, ούτε τη γραμματολογική σοφία του βιογράφου βεβαιώνουν ούτε τις σπουδαίες φιλίες του Παπαδιαμάντη προβάλλουν. Όλοι οι προσφωνούμενοι είναι άλλης ιδιοσυγκρασίας- και γραφής, φυσικά- , διαφορετικού προσανατολισμού και , συνακόλουθα, τρόπου ζωής. Ο Αλέξανδρος είναι λιβανισμένος, αλλά τους συναναστράφηκε αδεώς, εκείνοι σεβάστηκαν τα εκκλησιαστικά του, τον βοήθησαν το κατα δύναμη, συμπόνεσαν τα τελευταία δύστυχα χρόνια του, πόνεσαν για τον θάνατό του. Η μνεία τους φανερώνει πως ο Κοσμόπουλος θέλει να εκφέρουν εκείνοι τη σεπτή σορό.

 

Το δεύτερο δείγμα είναι ολόκληρο το ακροτελεύτιο σονέττο που διάβασα ήδη πέντε φορές- τη μιά εκφώνως για να την ακούσει και η γυναίκα μου∙ αρχίζει με τον στίχο

Αυτός ο κόσμος δεν θα σβήσει, ούτε με κρότο ούτε με λυγμό.

Δίκαιο αναποδογύρισμα- αφού είναι κόσμος της ευδοκίας- των στερνών στίχων του ελιοτικού ποιήματος “ Οι Κούφιοι Άνθρωποι”:

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Όχι μ’ ένα βρόντο μα μ’ ένα λυγμό.

Παραθέτω τη δεύτερη στροφή από το σονέττο του Κοσμόπουλου.

Μορφώ, Λενιώ, Φωλιώ, Θέκλα, Μελάγχρω κι Ασμινιώ

Πολύμνια, με τα μέλη μελιχρά συγχεόμενα

στο φέγγος της σελήνης,

μελίχρυσοι, χλοάζοντες λαιμοί, βόστρυχοι, πλόκαμοι νερών

νεόφυτοι κυπάρισσοι, προάγγελοι ενός τάφου της γαλήνης.

Ανακαλούνται πλάσματα που λαμπύρισαν στα διηγήματά του (και αμαρτία εξομολογημένη: Θα ήθελα να μην λείπουν από τη σύναξή τους οι θαλασσοδρομούσες, την αναμάρτητα παράφορη Λιαλιώ και την νυχτοπαντρεμένη Αρχοντώ λέγω), έρωτες επώδυνοι αλλ΄όχι ενήδονοι. Όντως  π  ρ  ο  ά  γ  γ  ε  λ  ο  ι,   όχι μόνον ενός ατρικύμιστου τάφου, αλλά κυριότατα του άκρου εφετού, που ο Κοσμόπουλος ονοματίζει με τον τρόπο ενός παλαβωμένου εραστού, του Συμεών Νέου Θεολόγου, στην έσχατη στροφή του Κρυπτόλεξου:

Έκλαψα. Αντάμα κυματίζουν φόβος, άγρια χαρά, ξενιτεμός,

αλλ΄ όσο ζούσα, ετοιμαζόμουνα για τη μεγάλη επιστροφή.

Έρωτα των ερώτων ευδοκείς ώστε η καταστροφή

των λόγων, να είναι κάλεσμα. Τραπέζης ουρανίου τρυφή,

ο χαμός.

 

Έρωτα των ερώτων! Περιττό να συνεχιστεί η δειγματοληψία. Ο Κοσμόπουλος έγραψε για τον Παπαδιαμάντη το καλύτερο ώς τώρα μοιρολόγι. Καλύτερο γιατί το τραγούδησε επ’ ελπίδι.

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here