Στο στόμα του Κυριάκου Μητσοτάκη, το Άγιον Όρος και η μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά γίνονται σχήματα μιας νέας μετα-πολιτικής λατρείας, μιας παγκοσμιοποιημένης εικονολογίας χωρίς Θεό, μιας τελετουργίας χωρίς μυστήριο. Η επίσκεψή του στο Άγιον Όρος δεν είναι πράξη ταπείνωσης, είναι τεχνική ορατότητας. Δεν είναι μυστική ανάβαση, είναι παραγωγή συμβόλων. Ο πρωθυπουργός δεν μιλά, δεν προσέρχεται, δεν ζητεί. Επιτελεί. Σκηνοθετεί. Εμφανίζεται. Ασκεί εξουσία μέσα από εικόνες ευλάβειας, αλλά χωρίς ποτέ να διακινδυνεύει το εσωτερικό βάθος που η πίστη απαιτεί.Η μετάνοια θέλει συντριβή. Ο Μητσοτάκης προσφέρει συνέντευξη.
Η μεταφυσική του είναι πολιτική σκηνογραφία. Το Άγιον Όρος δεν είναι πλέον κοινόβιο προσευχής, αλλά παραγωγικό πεδίο ήπιας ισχύος, τόπος παραγωγής πολιτισμικής νομιμοποίησης για μια εξουσία που βρίσκεται εκτός οποιασδήποτε κοινωνικής ή θεολογικής πραγματικότητας. Μιλά για «μήνυμα αλήθειας» σε «ασταθές περιβάλλον», την ίδια στιγμή που το περιβάλλον που ο ίδιος έχει δημιουργήσει είναι τοξικά σταθερό: σταθερά διεφθαρμένο, σταθερά υποκριτικό, σταθερά απονοηματοδοτημένο.
Ο λόγος του είναι αυτοαναφορικός: ο Θεός είναι χρήσιμος επειδή προσφέρει διεθνή ακτινοβολία. Η μονή του Σινά είναι χρήσιμη επειδή αποτελεί «εθνικό καθήκον». Το Άγιον Όρος είναι χρήσιμο επειδή εκπέμπει «οικουμενική σταθερότητα». Δεν υπάρχει καμία σχέση με το ιερό. Υπάρχει μόνο επικοινωνιακή αξιοποίηση του θείου, μια τακτική που συνίσταται στο να εξουδετερώνεις την ετερότητα του Θεού μέσω του κράτους.
Αυτός είναι ο μηδενισμός του καιρού μας: η πνευματικότητα χωρίς παρουσία, η προσευχή χωρίς λόγο, η εκκλησιαστικότητα χωρίς Θεό.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν βρίσκεται εκτός πραγματικότητας μόνο πολιτικά. Βρίσκεται εκτός λειτουργικής πραγματικότητας, εκτός θεολογικής εγγύτητας, εκτός εκκλησιολογικής συνέπειας. Εμφανίζεται στο Όρος όχι ως πιστός αλλά ως επικυρίαρχος. Δεν ερημώνει, κυβερνά. Δεν ακούει, εκφωνεί. Δεν αναστενάζει, χρηματοδοτεί.
Ποιος είναι αυτός που μιλά για την ανάγκη διαφύλαξης της πνευματικής ταυτότητας του Σινά, όταν δεν έχει ποτέ παρουσιαστεί να προσέρχεται στη Θεία Ευχαριστία; Όταν καμία κάμερα, κανένας φωτογραφικός φακός, καμία πράξη του δεν έχει καταγράψει τη στιγμή της πιο ριζικής μετοχής στο Μυστήριο; Πώς ομιλεί περί Εκκλησίας αυτός που δεν ενσαρκώνει τον ελάχιστο βαθμό δοξολογικής συμμετοχής;
Ο Χριστός δεν ήπιε καφέ με τον Καϊάφα. Δεν παρέθεσε δεκαπενθήμερο πλάνο αναπτυξιακών δράσεων στον Σίμωνα τον Κυρηναίο. Δεν ενέκρινε πρόγραμμα ψηφιοποίησης του Γολγοθά. Ανέβηκε στον Γολγοθά χωρίς χρηματοδότηση. Αυτός είναι ο πυρήνας της πίστης: η μηδενική ισχύς που σώζει τον κόσμο. Ο Μητσοτάκης, αντιθέτως, σώζει μέσω επιδότησης. Διασφαλίζει «τη σταθερότητα του χαρακτήρα του Σινά στο βάθος των αιώνων» με νομικά μέσα. Σαν να επρόκειτο για οικόπεδο στο Ελληνικό. Σαν το Σινά να κινδύνευε από πολεοδομική αυθαιρεσία.
Η εξουσία που επικαλείται το ιερό, χωρίς να προσέρχεται στο Μυστήριο, είναι βλάσφημη. Χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως επικάλυψη της αδυναμίας της να πείσει, ως ηχώ των αποτυχιών της να νοηματοδοτήσει. Το Άγιον Όρος δεν είναι εργαλείο κοινωνικής συνοχής ούτε μανδύας πολιτιστικής υπεραξίας. Είναι τόπος εκούσιας αποτυχίας του κόσμου. Η τελειότητα δεν είναι στόχος· είναι πληγή.
Και όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μιλά με πληγή. Μιλά με ένδυση εξουσίας. Κάθε λέξη του φέρει την αλαζονεία της κρατικής αυτάρκειας. Η φράση του ότι «η Πολιτεία σέβεται το αυτοδιοίκητο χωρίς να παρεμβαίνει» αποτελεί ειρωνικό εμβατήριο μιας συστημικής παρεμβολής στο ιερό: η εισβολή του τεχνικού, του οργανωτικού, του διοικητικού στο πεδίο του ασκητικού, του άχρονου, του άρρητου.
Η θεολογία δεν είναι δικαίωμα· είναι ἀνάληψη σταυρού. Και όποιος δεν κοινωνεί, δεν μπορεί να θεολογεί. Όποιος προσέρχεται για να παραδώσει εκατό εκατομμύρια ευρώ, αλλά όχι την καρδιά του συντετριμμένη, δεν είναι προσκυνητής. Είναι αποικιοκράτης του Ιερού. Ο μόνος ήχος που του αξίζει, είναι ο ήχος των λίθων που βοούν:
«ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19,40)
Και πράγματι, μόνο οι πέτρες του Άθωνα μπορούν πια να απαντήσουν. Γιατί εκείνος που δεν κοινωνεί, δεν έχει τι να πει. Γιατί εκείνος που δεν πιστεύει, δεν μπορεί να προστατεύσει. Γιατί εκείνος που δεν σιωπά, δεν έχει λόγο.
Ο Μητσοτάκης δεν είναι απλώς εκτός θεολογίας· είναι το σημείο της αποδόμησης της σχέσης του κράτους με το Άγιον, η κορύφωση της μετατροπής της πίστης σε asset, της μετάνοιας σε δελτίο Τύπου.
Το Άγιον Όρος δεν χρειάζεται τον Μητσοτάκη. Ο Μητσοτάκης χρειάζεται το Άγιον Όρος. Για να συγκαλύψει την απουσία του Θεού από το βλέμμα της εξουσίας του.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Μάκη Βαρλάμη


φυλάττου δε του μη μισήσαι αυτόν
Σωστά τα περισσότερα από αυτά, πλην όμως ισχύουν για όλους όσους κατά καιρούς βρέθηκαν στη θέση του: άνθρωποι του κόσμου αυτού, άγευστοι και ανυποψίαστοι για το τι είναι ο Χριστός και η Εκκλησία, διατηρώντας μόνο έναν πατροπαράδοτο σεβασμό για τα όσια και τα ιερά της πίστεως – αν και αυτός ακόμα ο στοιχειώδης σεβασμός μάλλον δεν είναι καθόλου αυτονόητος για αρκετούς σύγχρονους πολιτικούς…
Πέραν αυτών όμως, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι η στόχευση της σύνταξης αυτού του άρθρου, με τις ορθές βασικά διαπιστώσεις, δεν είναι και τόσο “αθώα”, αλλά έχει σαφή πολιτική – και όχι θεολογική – χροιά. Λέγοντας κάπου ο συντάκτης, “… το περιβάλλον που ο ίδιος έχει δημιουργήσει είναι τοξικά σταθερό: σταθερά διεφθαρμένο, σταθερά υποκριτικό, σταθερά απονοηματοδοτημένο”, χωρίς να το θέλη φανερώνει την πραγματική σκοπιμότητα της σύνταξης του άρθρου: η αποδόμηση του “Κούλη”, όπως χλευαστικά και περιπαικτικά τον αποκαλούν οι λυσαλαίοι εχθροί του (είτε του ενός, είτε του άλλου άκρου του πολιτικού φάσματος…) Κι όσο ο “Κούλης”, παρά τα λάθη του (νομοθέτηση γάμου ομοφυλοφίλων, εκλογή Τασούλα), καταφέρνει να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, τόσο η λύσα και το μίσος των αντιπάλων του εκδηλώνεται με κάθε δυνατό μέσο. Επιστραστεύτηκαν αρχικά η καθ’ όλα νόμιμη επισύνδεση του Ανδρουλάκη από την Ε.Υ.Π. και οι παράνομες επισυνδέσεις με το predator που δεν έγιναν όμως από την Ε.Υ.Π., αλλά από άλλους τους οποίους ερευνά η Δικαιοσύνη. Ήρθε μετά η άθλια σκευωρία της τεμπωρυχίας, με τα ξυλόλια, τα τολουόλια και τα μπαζόλια. Όταν και αυτή σύντομα κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, έσκασε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο όμως δεν δημιουργήθηκε επί “Κούλη” και αφορά το σύνολο του πολιτικού κόσμου διαχρονικά, που ζη από τα ρουσφέτια και το πελατειακό κράτος. Όμως, πολύ βολικό για τους γνωστούς κύκλους που προανέφερα, να το φορτώσουν κι αυτό προσωπικά στον Μητσοτάκη, έστω κι αν αυτός είναι που θα βάλη ένα οριστικό τέλος στον αμαρτωλό ΟΠΕΚΕΠΕ, διαλύοντάς τον. Για να δράττεται της ευκαιρίας ο συντάκτης του άρθρου να μιλήση για το… “περιβάλλον που ο ίδιος έχει δημιουργήσει (και) είναι τοξικά σταθερό: σταθερά διεφθαρμένο, σταθερά υποκριτικό, σταθερά απονοηματοδοτημένο…” Γιατί αυτή τελικά είναι – κατά τη δική μου ανάγνωση τουλάχιστον – η ουσία της παρέμβασής του και όχι οι ορθές θεολογικές παρατηρήσεις και επισημάνσεις του, που αποτελούν απλά το σκηνικό, έξυπνο ομολογουμένως, για να βγάλη την πολιτική του εμπάθεια κατά του “Κούλη”.
Καλά, ζείτε σε άλλη χώρα μάλλον. Δεν πειράζει. Καταλάβαμε όλοι.
Ο Τσίπρας ήταν χειρότερος.