Ἐπιλεγόμενα στό βιβλίο “Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα”

0
632

Κλείνοντας* τήν παροῦσα παρουσίαση/σχολιασμό τοῦ βιβλίου τοῦ π. Νικολάου θέλω νά κάνω τρεῖς-τέσσερις συμπερασματικές (ὀρθότερα συγκεφαλαιωτικές) παρατηρήσεις. Πρῶτον ἐκεῖ πού ὑπῆρχε μία διάκριση μεταξύ οὐσίας/φύσεως καί ὑποστάσεως/προσώπου, ὁμολογουμένως οὐσιωδεστάτη διάκριση, ἔγινε στή σκέψη ὁρισμένων θεολόγων μία ὀξεῖα ἀντίθεση, σέ σημεῖο μάλιστα πού νά ὑπερεξαρθεῖ τό πρόσωπο καί νά “δαιμονοποιηθεῖ” ἡ φύση. Τό πρόσωπο, στή χειρότερη περίπτωση, ταυτίσθηκε μέ τή Χάρη καί ἐλευθερία, ἐνῶ ἡ φύση μέ τήν πτώση, τήν ἀναγκαιότητα καί τήν φθορά, στή δέ καλύτερη περίπτωση θεωρήθηκε ὅτι στή σκέψη τῶν Ἑλλήνων Πατέρων προηγεῖται τό πρόσωπο τῆς φύσεως. Στήν πραγματικότητα οὐδόλως ἀπασχολοῦσε τούς Πατέρες μιά τέτοια ἀντίθεση οὔτε κἄν ἡ πρόταξη τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς φύσεως. Πολύ ὀρθά ὁ π. Νικόλαος γράφει: «Εἴτε ἡ προτεραιότητα τοῦ προσώπου εἴτε ἡ προτεραιότητα τῆς φύσης θά ἄφηναν, νομίζω, τήν Πατερική ἀνθρωπολογία ἀδιάφορη. Εἶναι ἀκριβῶς, ἄλλωστε τό ἐνούσιο τοῦ προσώπου πού καθιστᾶ τήν πραγματικότητα τῆς ἐκστατικῆς του ἀνάδυσης πειστική (πρόκειται δηλαδή γιά προσωπική ἔκσταση τῆς ἴδιας τῆς φύσεως καί ὄχι ἔκσταση ἀπό τή φύση) καί εἶναι ἀκριβῶς τό ἐνυπόστατο τῆς φύσεως πού τήν καθιστᾶ ὑπαρκτή καί συγκεκριμένη. (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ. π., σσ. 98-99).

Δεύτερον εἶναι ἄκρως ἐνδιαφέρουσα καί σημαντική ἡ παρατήρηση τοῦ π. Νικολάου ὅτι ὁ ὀρθόδοξος ἡσυχαστής-ἀσκητής κατά τήν ἀσκητική ἄνοδό του βαστάζει ὅλη τήν πάσχουσα κτίση καί τήν προσφέρει στόν Θεό. Ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητής, ὅπως ὁ Χριστός εἶναι ὁ «πᾶσαν ἐκκλησιάζων τήν κτίσιν» (Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τόν Ἐκκλησιαστήν, Ὁμιλία Γ’, Ε.Π.Ε., Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 350), ἔτσι καί αὐτός καλεῖται κατά ἀσκητική ἄνοδό του νά μή περιορισθεῖ στό ἄτομό του, ἀλλά νά ἐκκλησιάσῃ πᾶσαν τήν κτίσιν, νά τήν συμπεριλάβει, νά τήν συναγάγει καί νά τήν ἀναγάγει στόν Θεό. Καλεῖται νά γίνει ὁ ἀληθινός Ἐκκλησιαστής κατά τό πρότυπον τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ὁ ἀληθινός Ἐκκλησιαστής: «Ὁ γάρ ἀληθινός Ἐκκλησιαστής ὁ τά ἐσκορπισμένα συνάγων εἰς ἕν πλήρωμα καί τούς πολλαχῇ κατά τάς ποικίλας ἀπάτας πεπλανημένους εἰς ἕν σύλλογον ἐκκλησιάζων, τίς ἄν ἄλλος εἴη εἰ μή ὁ ἀληθινός βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ;» ((Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τόν Ἐκκλησιαστήν , ὁμιλία Α’, Ε.Π.Ε., Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 300).Ὅπως ἔχει γραφεῖ: «Μέ τό πνεῦμα τῆς προσευχῆς αὐτῆς (τῆς Γεθσημανίου) καί φέροντας μέσα Του ὅλη τήν ἀνθρωπότητα ὁ Χριστός ἀνέβηκε στόν Γολγοθᾶ…Ἐπειδή ὁ Κύριος ἔφερε μέσα Του τή συνείδηση ὅλου τοῦ Ἀδάμ, προσευχήθηκε, ἔπαθε καί πέθανε ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ὅταν ἀναστήθηκε, ἀναστήθηκε μέ ὅλα ὅσα συμπεριέλαβε τό Πνεῦμα Του. Ἔτσι ἔσωσε τόν Ἀδάμ παγγενή» (Ἀρχιμανδρίτου Ζαχαρία, Ἀναφορά στή θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2000, σελ. 61). Κατά τόν τύπο τοῦ Χριστοῦ ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητής-ἡσυχαστής κενοῦται καί ἀναβαίνει πρός τόν Θεό βαστάζοντας ὅλη τήν τραυματισμένη δημιουργία. Ὁ π. Σωφρόνιος γράφει ἐπ᾿ αὐτοῦ: «Ἡ ὁδός μου καί αἱ ἐμπειρίαι μου, κατά τόν ἰδιάζοντα αὐτῶν χαρακτῆρα, ἐνδέχεται νά μή εἶναι ἐντελῶς συνήθεις. Παρά ταῦτα, τό οὐσιαστικόν αὐτῶν περιεχόμενον ἀπεκάλυψεν εἰς ἐμέ τήν τραγῳδίαν τῶν παθημάτων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, διεσπαρμένων ἐπί τό πρόσωπον πάσης τῆς γῆς» (Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστί, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1992, σελ. 12). Μάλιστα καί ὁ σύγχρονος Μοναχισμός, ἰδίως ὁ Ἁγιορειτικός, στά ἴδια ἴχνη κινεῖται. Ὁ Ἀρχιμ Αἰμιλιανός Βαφείδης γράφει ἀπευθυνόμενος στόν σύγχρονο Μοναχό: «Ἐάν δέν χωράῃ ἕνας ἄνθρωπος ἤ ὁ πεπερασμένος κόσμος, θά χωρέσῃ ὁ ἀπέραντος καί ἀχώρητος Θεός;». Καί προσθέτει: «Λοιπόν, βλέπετε, τά ὅρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι συγκεκριμένα, περιωρισμένα, ἐν τούτοις ἔχουν καί μίαν ἄλλη διάστασιν. Περιλαμβάνουν τήν οἰκουμένην καί τό πλήρωμα αὐτῆς, ὅσα πληροῖ ὁ φωτισμός τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου» (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Βαφείδη, “Ἀγιορειτικός βίος καί ἀνθρώπινη κοινωνία” στό Ἡ ἰδιοπροσωπία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν, Δεύτερος τόμος, Ἀθῆναι 1983, σελ. 430).

Τρίτον εἶναι ἄκρως σημαντικός ὁ διάλογος τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό βάσει τῆς θεολογίας περί τῶν ἀκτίστων λόγων. Στόν ἀμοιβαῖο αὐτό διάλογο προϋποτίθεται ἡ ἐνεργός ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου στήν κλήση τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνεργός συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου, ἡ συνεργία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό ἀποκλείει κάθε παθητικότητα ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου στόν διάλογο αὐτό. Μπορεῖ βέβαια τήν πρωτοβουλία νά ἔχει ὁ Θεός, τοῦτο ὅμως οὐδόλως σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δεξιοῦται παθητικά τίς ἄκτιστες ἐνέργειες, ὅπως γράφει κάπου ὁ Στ. Ράμφος. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνας παθητικός ἀποδέκτης τῶν θείων ἐνεργειῶν, ἀλλά μετέχει σέ αὐτές ἐνεργῶς καί δυναμικά. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά σημειώσουμε μία ἄλλη οὐσιωδεστάτη πτυχή τοῦ ἐν λόγῳ θέματος. Ἡ ἀρχαία φιλοσοφία ἠσχολεῖτο βασικά μέ τό ὄν. Τί τό ὄν; ἦταν ἡ βασική της ἐρώτηση. Κυριαρχοῦσε τό ὀντολογικό παράδειγμα τοῦ φιλοσοφεῖν. Στό ἐπίκεντρο τῆς νεωτέρας φιλοσοφίας βρίσκεται τό ὑποκείμενο. Κυριαρχεῖ τό ὑποκειμενοκεντρικό παράδειγμα τοῦ φιλοσοφεῖν. Στήν μετανεωτερικότητα δεσπόζουσα θέση ἔχει ἡ διϋποκειμενικότητα, ἡ ἐπικοινωνία τῶν ὑποκειμένων. Κυριαρχεῖ τό ἐπικοινωνιοκεντρικό παράδειγμα τοῦ φιλοσοφεῖν. Ἔτσι λοιπόν σύμφωνα μέ τή θεολογία τῶν ἀκτίστων λόγων, ὅπως ἐμπεριστατωμένα τήν παρουσιάζει ὁ π. Νικόλαος, ἔχουμε τόν ἀμοιβαῖο διάλογο τοῦ ἀνθρώπινου λόγου πρός τόν ὑπέρτατο Λόγο, τήν ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου πρός τόν ὑπέρτατο Θεό. Καί ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι πολύ περισσότερο μοντέρνα ἀπό ὅ,τι ὑποψιαζόμαστε…

Τέταρτον εἶναι ἀναγκαῖος ὁ διάλογος τῆς σύγχρονης Ὀρθόδοξης θεολογίας μέ τή σύγχρονη μετανεωτερικότητα.Ὅμως στόν διάλογο αὐτό, ὅπως σημειώνει ὁ π. Νικόλαος, «οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι συνήθως εἴτε ὁμιλοῦν θεολογικά ἀλλά δέν συνομιλοῦν μέ τή νεωτερικότητα, εἴτε συνομιλοῦν μέν μέ τή νεωτερικότητα, δέν ὁμιλοῦν ὅμως θεολογικά» (π. Νικολάου Λουδοβίκου, ὅ. π., σελ. 150). Πολύ καίριας σημασίας ἡ ἀνωτέρω ἐπισήμανση τοῦ π. Νικολάου. Φαίνεται ὄχι μόνο ἀπό τό παρόν ἔργο ἀλλά ἀπό τό σύνολο τοῦ ἔργου του ὅτι ὁ π. Νικόλαος ἔχει τήν δυνατότητα καί νά ὁμιλεῖ θεολογικά καί ταυτογχρόνως νά συνομιλεῖ μέ τή μετανεωτερικότητα. Νομίζω ὅτι βάσει συνόλου τοῦ ἔργου του ὁ π. Νικόλαος μπορεῖ δίκαια νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ὁ κορυφαῖος θεολόγος τῆς παρούσης γενεᾶς, τῆς γενεᾶς τοῦ ᾽90. Τήν ὀνομάζω ἔτσι πρός ἀντιδιαστολή μέ τήν περίφημη γενεά τοῦ ᾿60 τό ἔργο τῆς ὁποίας συνεχίζει καί ἀναθεωρεῖ δημιουργικά ὅπου χρειάζεται. Βέβαια ὑπάρχουν καί ἄλλοι σημαντικοί θεολόγοι πού συνεχίζουν τό ἔργο τῆς γενεᾶς τοῦ ᾿60, ἀλλά νομίζω ὅτι κανένας ἄλλος δέν προβαίνει σέ τόσο ριζικές τομές ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀναθεώρηση ὁρισμένων στοιχείων, κεφαλαιώδους βαρύτητας, τῆς ὄντως βαριᾶς κληροδοσίας της. Ὡσαύτως πέρα ἀπό τήν ἄρτια θεολογική συγκρότηση διαθέτει καί τήν ἀπαραίτητη φιλοσοφική καί λοιπή συναφῆ κατάρτιση, ὥστε νά μπορεῖ νά ἀναμετρηθεῖ μέ ἐπάρκεια στά σύγχρονα προβλήματα τῆς μετανεωτερικότητας.

* Δείτε τα τρία προηγούμενα κείμενα:

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here