Contra errores Graecorum

2
132

Κάπως έτσι (1) ενσωματώθηκε η λογική της κατανάλωσης στον μηχανισμό των κριτικών ιεραρχήσεων. Τώρα, στις εφημερίδες, οι πίνακες των μπεστ σέλερ που συντάσσονταν στους ταμειακούς υπολογιστές των μεγάλων βιβλιοπωλείων εξασφάλιζαν τελετουργική προτεραιότητα και δημοσιεύονταν σαν δείκτες κάποιας «αντικειμενικής» διάστασης του ζητήματος, με συνέπεια την εγκαθίδρυση ενός, ομολογουμένως αισχρού, κοινού παρονομαστή για τη βιογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη και για τα ποιήματα του Εγγονόπουλου, στον οποίο αφιερώθηκε με τυμπανοκρουσίες ένα ολόκληρο «Ετος» θεσμικού και αγοραστικού ενδιαφέροντος. Στην ίδια χοάνη στροβιλίζονταν, έως ότου «καθίσει» η μπίλια, τα μυθιστορήματα παντός καιρού, οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, τα βιβλία μαγειρικής ή αρχιτεκτονικής κήπων και τα αναβαθμισμένα εγχειρίδια πληροφορικής που πουλιόνταν με το κιλό.

Σαν να λέμε, η εισβολή του lifestyle στις δημοσιογραφικές βιτρίνες της λογοτεχνίας αντιστοιχούσε σ’ ένα παράλληλο σύμπτωμα αυτού του στρεβλού εκδημοκρατισμού, υπό την αιγίδα του οποίου εδικαιούτο κανείς να διαμαρτύρεται όταν άφηνες να εννοηθεί ότι το διάβασμα δεν ήταν πάντοτε η εύκολη υπόθεση που υποσχέθηκαν οι καθοδηγητές στις πολιτικές νεολαίες ή, 30 χρόνια αργότερα, οι αρθρογράφοι των γυναικείων περιοδικών. Μολονότι υπήρξαν τέτοιες αρθρογράφοι που, σε σχέση με ορισμένους κριτικούς στα λογοτεχνικά έντυπα, ήταν ασύγκριτα πιο οξυδερκείς και ευφάνταστες, η πλειονότητα πίστεψε πως η ανάγνωση θα ιερουργούσε αν συνδυαζόταν ως παρεμπίπτουσα ωφέλεια με τα καινούρια προϊόντα ομορφιάς της Revlon – αντίληψη που διαδόθηκε αστραπιαία στα φιλολογικά υποκαταστήματα των μεγάλων εφημερίδων και στις ραδιοφωνικές εκπομπές που δώριζαν τα παιδαριώδη γραπτά του Κοέλιο με κλήρωση. Δεν κατακρίνω τις κυρίες αυτές αλλά και δεν θα τις συμβουλευτώ. Ασχημα νέα για όλους· η ανάγνωση ήταν μια δύσκολη ερωμένη και οι προοπτικές συμβιβασμού με το μοντέλο της αυτοϊκανοποίησης, όπως άλλωστε δείχνει η φιγούρα του Ζίζεκ καθισμένου στην τουαλέτα του (2), πολλαπλασιάζονταν.

Και πάλι, οι εξαιρέσεις επιβεβαίωναν τον κανόνα, ενώ στο επίπεδο της νεοελληνικής λογοτεχνικής συνέχειας είχαμε αν μη τι άλλο το υπόδειγμα του Τρίτου στεφανιού (3), ενός απαράμιλλου έργου, βαθύτατα τραγικού και συνάμα κωμικού με τον πιο απλό και μαζί αμίμητο τρόπο, έναν τρόπο λοξό, θρασύ, πυρετώδη, κοινότοπο και συνάμα αναρχικό, τον τρόπο μιας δαιμονικής προφορικότητας που αποσπάται, στα μέσα της περίφημης δεκαετίας του ’60, απ’ τα δεσμά της ηθογραφίας, όπου είχε υποβληθεί στον σπαραξικάρδιο ευτελισμό μιας άνευ προηγουμένου συρρίκνωσης της ταυτότητάς της, και επιτίθεται κατευθείαν και ρωμαλέα στην πνευματική νάρκη του φιλολογικού κατεστημένου, το οποίο επέπλεε μισολιπόθυμο από ανία στα χωρικά ύδατα της υποτονικής και κακογραμμένης πεζογραφίας της γενιάς του ’30, του Τσίρκα και του Καραγάτση. Την εποχή αυτή, η εμπροσθοφυλακή των διανοουμένων διακατεχόταν από την ασαφή πρόθεση να θέσει το «λαϊκό» στοιχείο υπό το καθεστώς μιας εντελώς διαφορετικού είδους απόστασης απ’ την ηθογραφία, εντάσσοντας την αισθητική του στο προπαγανδιστικό οπλοστάσιο της Αριστεράς κι έτσι, ελάχιστα χρόνια μετά τον αιφνιδιασμό, συνθηκολόγησε. Ομως, μέχρι εκείνη τη στιγμή, το Τρίτο στεφάνι είχε μείνει αποθηκευμένο στη σοφίτα του συγγραφέα του, με εξαίρεση τα 100 αντίτυπα που πουλήθηκαν από φτωχούς φοιτητές σε καλάθια, έξω απ’ το Πανεπιστήμιο. Αυτό ας θεωρηθεί σαν μια συμβολική νύξη της κρυμμένης «δυσκολίας» του (4), όσο και της ανυπότακτης εγγενούς απόκλισης, που παρουσίαζε, από την κοίτη της ρητορικής κωφαλαλίας του κομματικού αριστερού λόγου. Ηταν η πρώτη και τελευταία αναλαμπή της λαϊκής γλώσσας (5) προτού το όνομά της δοθεί, επίσημα, σε ένα ξύλινο τοτέμ. Πραγματικά λαϊκής και όχι χαλκευμένης σαν το γλωσσικό ιδίωμα λ.χ. του Καζαντζάκη – μεταξύ μας, και αντίθετα απ’ το κοινώς παραδεκτό, η αξία του συγγραφέα της Ασκητικής βρισκόταν οπουδήποτε εκτός απ’ τη γλώσσα.

Κάτι τέτοιο, εννοείται, δεν σημαίνει πως καθετί «δύσκολο» είναι επίσης και εξαιρετικό· η εξίσωση δεν αληθεύει αντίστροφα. Διότι αν το «δύσκολο» ήταν αυτόματα βαθύ, αν κάθε ασυνάρτητος λόγος αποτελούσε και χρησμοδότηση, αν κάθε άτακτη διασταύρωση συνειρμών οδηγούσε στην άβυσσο του ηλεκτρισμένου συμβολικού συστήματος εντός του οποίου παραμιλούσε ο Καρούζος, τότε θα ήταν εξαιρετικό και κάθε ποίημα που δημοσιεύτηκε τα τελευταία 60 χρόνια, δηλαδή όλα τα ποιήματα πλην αυτών του Αναγνωστάκη και του Χριστιανόπουλου. Εντούτοις, έστω και αν η παραδοχή προσκρούει στον φόβο της κατακραυγής, δεν έπαυε να ισχύει ότι η ευρύτερη κοινή γνώμη ήταν αντιστρόφως ανάλογα διατεθειμένη να αιχμαλωτίσει τις ποιοτικές αποχρώσεις που διέφευγαν απ’ τη βιαστική εποπτεία.

Παλαιότερα, ξοδεύοντας τις ώρες μου στα μπαρ όπου συνάδελφοι άνοιγαν πρόθυμα τέτοιες μάταιες συζητήσεις, με το δάχτυλό τους να διατρέχει νωχελικά το χείλος του ποτηριού, μεταχειριζόμουν ένα λογιστικό επιχείρημα που έμοιαζε ακλόνητο, ζητώντας από τον συνομιλητή να φανταστεί, φέρ’ ειπείν, έναν κατάλογο των έργων του Ελύτη, συγκροτημένο αξιολογικά, απ’ το σημαντικότερο έργο ίσαμε το λιγότερο σημαντικό, τουτέστιν από το Φωτόδεντρο μέχρι το Ασμα ηρωικό και πένθιμο, και κατόπιν τον παρακαλούσα να τον αντιστρέψει, κρατώντας το φανταστικό του έγγραφο ανάποδα: διά μαγείας, είχε τώρα μπροστά του τον κατάλογο των έργων στοιχειοθετημένο επί τη βάσει του τιράζ και των αναγνώσεων στις σχολικές επετείους εθνικών εορτών. Μοναδικό ελάττωμα του πειράματος ήταν η αστρονομική ανωμαλία που παρουσίαζε η θέση του Αξιον Εστί, το οποίο είχε γίνει επιβλητικά δημοφιλές λόγω της μελοποίησης του Θεοδωράκη (6) και παρέμενε το αίτιο μιας μερικής έκλειψης της Μαρίας Νεφέλης.
Ο Κάμμινγκς δεν παραδοξολογούσε όταν υπονόησε ότι οι πραγματικά υπερόπτες δεν ήταν οι αριστοκράτες ας πούμε, αλλά ο μέσος άνθρωπος. Αυτός ο τύπος ατόμου, για να ακριβολογούμε, ήταν σνομπ μόνο με τη λογοτεχνία. Οντως, κάθε που ο μέσος άνθρωπος άνοιγε κατά λάθος ένα σύγγραμμα χημείας, το ξανάκλεινε αναγνωρίζοντας αυθόρμητα, όσο και λογικά, ότι τα αινίγματα αυτής της κατηγορίας δεν ήταν δική του αρμοδιότητα· αν ωστόσο ξεφύλλιζε ένα μυθιστόρημα και διαπίστωνε ότι η αίσθησή του της κατανόησης άρχιζε να ταλαιπωρείται, αποσυρόταν σχεδόν προσβεβλημένος, με την υποψία ότι ο συγγραφέας επεδίωκε σαδιστικά να αποδείξει την ανεπάρκειά του (εκείνου, του αναγνώστη). Η στειρότητα μιας τέτοιας στάσης γεννούσε στους ανθρώπους τη διάθεση να σαρκάσουν τη «δυσκολία», συγκρίνοντάς τη με κρούσμα απάτης ή με κάποιου είδους ελιτίστικη πόζα και απαντώντας με μια δική τους πόζα συνειδητής περιφρόνησης. Οι άνθρωποι στηρίζονταν εύκολα στην εντύπωση ότι καθετί φαινομενικά «κρυπτικό» ήταν καρπός της προσπάθειας του συγγραφέα να θολώσει τα νερά ώστε να μοιάζουν βαθύτερα και, στο φαντασιακό της πλατιάς μάζας, ο συγγραφέας γινόταν το αντίθετο του γιατρού, που η αυθεντία του, ανάλογη ενός μάγου, προκαλούσε ρίγη σεβασμού ακριβώς επειδή η συνταγογράφηση ήταν ακατάληπτη. Απεναντίας, το διάβασμα της λογοτεχνίας έπρεπε να είναι, λέει, κοινόκτητο αγαθό – ένας απ’ τους μεγάλους πολιτικούς μύθους της Δύσης αλλά και της κομμουνιστικής Ανατολής απ’ την εποχή που ο Λένιν ζήτησε περισσότερο χαρτί όχι για τα έντυπα του Κόμματος αλλά για τα ποιήματα του Μαγιακόφσκυ (7).
Λοιπόν, το διάβασμα αφορούσε λίγους. Εστω κι αν δεν παρουσιαζόταν πλέον κρυπτογραφημένο, όπως στην αλχημεία, το κείμενο προϋπέθετε στρυφνούς, επαναλαμβανόμενους εσωτερικούς διαλόγους, αποθέματα αφοσίωσης, κατανόηση που εμψυχώνεται απ’ τον έρωτα για τις λέξεις και, φυσικά, ένα ακμαίο ένστικτο που, δυστυχώς, δεν ενισχυόταν απαραιτήτως με τη συσσώρευση διδακτορικών· μάλιστα, η τοποθέτηση του Στάινερ στο δοκίμιό του Περί δυσκολίας (8) άγεται σε αποκαρδιωτική συμφωνία με τις πιο μυωπικές και στενόψυχες ακαδημαϊκές αναγνώσεις του κλασικού κειμένου. Ομως η λογική αντίφαση μιας δημοφιλούς λογοτεχνίας πρώτου μεγέθους, παρά τη μεγαλοπρέπειά της, δεν επρόκειτο να γίνει αποδέκτης καταγγελιών από τους κριτικούς που εξέφραζαν το γούστο της μεσαίας τάξης διότι ήταν ασύμφορη και διότι ήξεραν πως ο λαός, μετά 30 χρόνια πολιτικού καιροσκοπισμού και λαϊκίστικης πολιτιστικής προπαγάνδας, απαιτούσε το σινεμά του και τη λογοτεχνία του, τα μπεστ σέλερ του και το αναφαίρετο δικαίωμα να συνδυάζει, στην αμμουδιά, την ανάγνωση με το αντηλιακό υψηλής προστασίας.

Ετσι, η σκανδαλώδης και μονίμως αποσιωπούμενη ένταση μεταξύ αυτών των δύο μεγεθών, δηλαδή της αξίας και της εμπορικής επιτυχίας, δηλητηρίαζε ολόκληρη τη φιλολογική ζωή, που δεν μπορούσε πια να είναι διεξοδική και λυσιτελής ούτε στις συζητήσεις ούτε στην αρθρογραφία επειδή, αν δεχόταν τον παράγοντα που έφερνε αντιμέτωπες τις εφεδρείες της λογοτεχνίας με το άλλοθι της μαζικότητας, θα προσέβαλλε το κοινό αίσθημα, στου οποίου την ανοχή στήριζε την επιβίωσή της. Δεν τολμούσες να πεις δημόσια ότι το Ονομα του ρόδου ήταν έργο φτηνό και επίπεδο, ολότελα στερημένο από το ανάγλυφο των χαρακτήρων ή τη μυστηριακή αιθρία του ύφους που παρακολουθεί υποχρεωτικά τη φωνή ενός ικανού συγγραφέα, κι όχι μόνον αλλά ήταν αδύνατον να εξηγηθεί η κολοσσιαία επιτυχία του δίχως να γίνει προσφυγή στην απαξίωση μιας κοινής γνώμης που τόσο ανέμελα διασκέδαζε μέχρι πρότινος με τα βιβλία του Γουίλμπουρ Σμιθ. Η κριτική λοιπόν τραύλιζε σπασμωδικά πιασμένη στα δίχτυα αυτών των δύο αντίθετων σκέψεων, υπέρ και κατά του λαού της, και το κοινό της φερόταν τώρα σαν τον υπερόπτη του Κάμμινγκς, ανοιγοκλείνοντας το μυθιστόρημα του Εκο για να συλλάβει ηχηρούς υπαινιγμούς απ’ το επερχόμενο κύμα μυθοπλασιών τύπου Γκράαλ και Ηγουμενείου της Σιών. Στις διακοπές του ή στον προθάλαμο του οδοντιάτρου, όπου το χαμηλό τραπεζάκι θα φορτωνόταν, όπου να ‘ναι, με περιοδικά γεμάτα άρθρα για τον Κώδικα Ντα Βίντσι, το κοινό είχε εξελιχθεί σε ειδήμονα της μεσαιωνικής κουλτούρας.
Εν ολίγοις, το πρόβλημα θύμιζε το αδιέξοδο των ΜΜΕ, που επωμίζονται κατά καιρούς την υποχρέωση να κατακεραυνώσουν μιαν ολοφάνερα ανίκανη και διεφθαρμένη Κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να θίξουν την παιδαριώδη ευπιστία ή την ιδιοτέλεια εκείνων που της χάρισαν την ψήφο τους, εφόσον αυτοί απαρτίζουν και τη δική τους ευρύτερη πελατεία (των Μέσων), οπότε καταλήγουν σε παραδοξότητες, όπως λ.χ. ο αμήχανος χειρισμός της έκπληξης απ’ την επιβίωση του δικομματισμού. Εξυπακούεται πως η πελατεία δεν θα δεχόταν εύκολα τέτοια κακοήθη συμπεράσματα σε βάρος της. Ειδικά στη λογοτεχνία, η ψευδαίσθηση ενός αποτελέσματος που η αξία του θα μπορούσε τάχα να ζυγιστεί με μέτρο την εξασφαλιζόμενη ακροαματικότητα καλλιεργήθηκε στο ασυνείδητο της Αριστεράς, που είχε άλλωστε την άνεση να επιβάλλει τα έργα στους αναγνώστες, μαζί με την ιδέα ότι ο πολιτισμός είναι κληρονομιά εξ αδιαιρέτου.
Οπωσδήποτε, αυτή η προκατάληψη θεμελιώνεται σ’ ένα προφανές λογικό σφάλμα, διότι ο πολιτισμός, ως συνισταμένη, εξαντλείται στη βαθμιαία γλωσσική καλλιέργεια των συγκινήσεων ενός τόπου, σαν να λέμε στον τρόπο δόμησης των σχέσεων του τόπου με τη διαρκή αναδίπλωση της Παράδοσής του, και διόλου σε ένα άθροισμα δικαιωμάτων που παραχωρείται ας πούμε με μιαν επανάσταση στα ήθη ή με την ανακατανομή του πλούτου. Δεν βλάπτει να τονίσω πως η Παράδοση πρέπει να γίνεται αντιληπτή σαν κάτι που ισοδυναμεί με την αλυσίδα των μεταφορών διά των οποίων διαιωνίζεται η ίδια συμβολική αλήθεια σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και ότι σπάνια επιζεί της απόπειρας των αρμοδίων να τη συντηρήσουν μουσειακά με ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών ή με πανηγύρια το μεσημέρι της Κυριακής στην τηλεόραση. Συμμετρικά, ο πολιτισμός, αν δεχτούμε ότι πάντως δεν εξισώνεται με το πλήθος των γκαλερί ή των φεστιβάλ, όπως θέλουν να μας πείσουν οι θεσμοί και οι εφημερίδες, είναι η σύγκλιση των τρόπων με τους οποίους ένα ποιοτικό σύνολο ατόμων αξιοποιεί τις διαισθαντικές αλήθειες του ψυχισμού του – φέρ’ ειπείν ότι η ομορφιά είναι το σχήμα που δίνει στα πράγματα η αγάπη, όπως το έθεσε ο Γιάννης Σβορώνος, ή ότι οι έρπουσες φαντασιώσεις του Κακού εκκινούν πάντοτε από κάποιο έλλειμμα πένθους. Εντέλει, αν ο πολιτισμός ήταν ένα ξένο σώμα για την τηλεοπτική αυτοκρατορία, άλλο τόσο ήταν ξένο για τον άκαμπτο κομφορμισμό των ιδεολογικοπολιτικών κατασκευών. Αντίο Μαρξ!

Για την περίπτωση που οι παρατηρήσεις μου μοιάζουν υπερβολικά φιλοσοφικές ή αμπελοφιλοσοφικές, σπεύδω να διευκρινίσω ότι, σε πείσμα κάθε τέτοιας εντύπωσης, η επιβεβαίωσή τους εγγράφεται υπογείως σε όλες ανεξαιρέτως τις λαϊκές τροπικότητες εφόσον είναι αυθεντικές. Δηλαδή, όχι πλέον. Και σίγουρα όχι στη σκηνή του διευθυνόμενου «πολιτισμού». Αυτό δε συνιστά ελληνική ιδιαιτερότητα· απολύτως το ίδιο ισχύει για τους Δανούς ή τους Σέρβους ή τους Αιγύπτιους (9). Εξάλλου, και ήδη από πολύ νωρίς, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός πρόδιδε τα ολύμπια ύψη του κιτς που επετράπη στον άνθρωπο να κατακτήσει εν ονόματι μιας υποτιθέμενης τέχνης που θα απέφευγε τους ύποπτους προβληματισμούς, τις λοξές υπαρξιακές εμβαθύνσεις, την ομοφυλοφιλία, τη μεταφυσική, τον αγνωστικισμό και τους ίσκιους απ’ το υπερπέραν, οπότε κάθε ευλογημένος βλαστός της ανατολικοευρωπαϊκής λογοτεχνίας όφειλε να μεταφυτευθεί στο Παρίσι ή στο Μπουένος Αϊρες, διαφορετικά θα τον έθαβαν στα πρωτόγονα μιούζικαλ της σταλινικής προπαγάνδας, όπου ανεξήγητα χαρούμενοι θεριστές σταριού φτυάριζαν τον σπόρο τραγουδώντας με φωνές βαρύτονων για να εμψυχώσουν τους εθελοντές του πενταετούς πλάνου. Ακόμη και στην καρδιά της μεταπολιτευτικής ευφορίας που περιέγραψα (10), καιροφυλακτούσε αδιαλείπτως η κακοδαιμονία επιβεβλημένων πολιτικών συρμών και προσταγμάτων, και όφειλε κανείς, κινδυνεύοντας να συλληφθεί και να θεωρηθεί προδότης, να μάχεται διακριτικά, ως δολιοφθορέας, στις αχανείς περιοχές της ποιητικής πεζότητας του Ρίτσου, όπου τουλάχιστον συναντούσε ενίοτε ορισμένα θραύσματα ονειρικής συλλογικής μνήμης με αξιοσημείωτες συνειρμικές ανταύγειες, όταν η αφόρητη θεατρικότητα των ταινιών του Αγγελόπουλου υπέβαλλε το ανθρώπινο νευρικό σύστημα σε μια δοκιμασία κυριολεκτικά θανάσιμη.
Και ιδού γιατί το Τρίτο στεφάνι είχε γίνει ξαφνικά δημοφιλές ανάμεσα στους πολιτικούς κρατούμενους, σαν σε μια συμβιβαστική παλινδρόμηση του συλλογικού υποκειμένου στην τωρινή αλήθεια των μανάδων και των γιαγιάδων του, μια απόπειρα συμμαχίας ανάμεσα σε δύο εκδοχές του «λαϊκού», εκ των οποίων η πρώτη σκηνοθετημένη στα μέτρα της ρητορικής των «ταξικών συμφερόντων» και άρα πλαστή και σε απεγνωσμένη αναζήτηση μιας δόσης αλήθειας, ενώ η δεύτερη γνήσια αλλά αναξιοπρεπής, διψασμένη αντίθετα για μια δόση «ιστορικής» αναγνώρισης, διότι αντλούσε την καταγωγή της από το μικροαστικό και όχι το εργατικό στρώμα, ήτοι απ’ τον σύμμαχο του εχθρού, και συνεπώς οι πηγές της παρέμεναν ύποπτες. Σ’ αυτό τον συμβιβασμό οφείλεται εν μέρει η διττή μοίρα του Στεφανιού, δηλαδή αυτή ενός αριστουργήματος που έσπασε ρεκόρ πωλήσεων, και σ’ αυτόν θα επωαζόταν ένα είδος ηθικού και λογοτεχνικού νόστου που άγγιξε ευεργετικά το νεογέννητο υποκείμενο της πολιτιστικής δράσης. Διχασμένο ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο προσανατολισμούς, την κρυφή υπεράσπιση της μικροαστικής του ταυτότητας και την πειθαρχία της πολιτικής ένταξης ως εμφυλίου πολέμου μεταξύ των γενεών, το υποκείμενο έγινε η μήτρα απ’ όπου θα ξεπηδούσαν οι ακτιβιστές του φοιτητικού κινήματος, οι διανοούμενοι, τα στελέχη της επόμενης φουρνιάς της Αριστερής γραφειοκρατίας και οι παρείσακτοι του πολιτικού περιθωρίου όπως η ταπεινότητά μου. Έτσι το Τρίτο στεφάνι οδηγήθηκε σε μια νέα έκρηξη, μεταπολιτευτικά, με το πυροτέχνημά του να φωτίζει το πνευματικό ρεπερτόριο των παιδιών που ενηλικιώθηκαν με το όνειρο μιας επαναστατικής σταδιοδρομίας, δίχως ποτέ να ονειρευτούν ότι όλο αυτό ήταν και το ίδιο ένα όνειρο, ώστε να ξυπνήσουν.

Εποχή ακυβέρνητων επιθυμιών και αναγκών που αγνοούσαν το όνομά τους! Τελικά, οι κυρίες θα άνοιγαν φιλολογικές συζητήσεις στα κομμωτήρια, οι υπάλληλοι των βιβλιοπωλείων θα συνέστηναν βιβλία αφηγούμενοι περιληπτικά την πλοκή τους, η τηλεόραση θα καιροφυλακτούσε για τη μεταπώληση κάποιας επιτυχίας σε συσκευασία αισθηματικής σειράς και οι φοιτητές που είχαν επενδύσει το σύνολο του ενεργειακού τους αποθέματος στην αμεσότητα της on line επικοινωνίας μέσω Διαδικτύου και όχι μόνον, θα επέτρεπαν στον εαυτό τους να αποφύγει τις ενοχές για τον ουσιαστικό αναλφαβητισμό που τους χώριζε απ’ τη γενιά των γονέων τους, ρίχνοντας εδώ κι εκεί μια ματιά στα οπισθόφυλλα των μυθιστορημάτων μίας χρήσεως. Οσο για τη «δυσκολία» των κειμένων, θα την αντιμετώπιζαν σκωπτικά, δίχως να τους περνάει απ’ τον νου ότι η λογοτεχνία, όπως π.χ. τα μαθηματικά ή η χημεία, χρεωνόταν τις δυσκολίες μιας επιστήμης, με την ετυμολογική σημασία του όρου, κι ότι αν δεν την καταλάβαιναν, το σφάλμα ήταν δικό τους, όχι δικό της. Ευτυχώς γι’ αυτούς, όλο και περισσότερα κείμενα θα έμοιαζαν με δελτία Τύπου και, στις πόλεις, ένα στα δέκα πουλιά θα έπαυε να κελαηδάει λόγω της μόλυνσης. Τα τζιτζίκια, το σύμβολο των ποιητών της Μεσογείου, για τα οποία είχε γράψει κάποτε και η Δημουλά μερικούς μελωδικούς στίχους, θα εγκαινίαζαν το τερέτισμα κάθε χρόνο και πιο αργά. Ηταν η ώρα που άρχιζε να διαδίδεται η φήμη πως η Δημουλά, αφού θάψαμε τον Καρούζο (11) μισοαναγνωρισμένο, εξελισσόταν σε leading figure των ελληνικών γραμμάτων. Αναμφίβολα ήταν μια «δύσκολη» ποιήτρια και η επιτυχία της συνέπιπτε τώρα με την έγερση ενός ερωτήματος που αφορούσε την ερμηνεία αυτού του παράδοξου, εκτός κι αν είχαμε γίνει ένας λαός βαθυστόχαστων κριτικών της λογοτεχνίας. Αρα η δημοτικότητά της, ακόμη κι αν αποτελούσε χαρμόσυνο άγγελμα, δεν έπαυε, επίσης, να αποτελεί έναν γρίφο. Στο επόμενο θα εξετάσω τη σημασία θεάτρου σκιών που προσέλαβε αυτό στην οθόνη των διενέξεων.

 

1. Βλ. το προηγούμενο, 7-11-08. Κατά την αναψηλάφηση της περιπέτειας που οριοθετώ, χρονικά και συμβολικά, ανάμεσα στην έκρηξη της δημοτικότητας της Κικής Δημουλά, αφενός, και αφετέρου, στον ελαχιστοποιημένο αντίκτυπο του έργου Σύσσημον ή τα κεφάλαια, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, υποχρέωσή μου είναι κατ’ αρχάς να δείξω ότι η ποιοτική στάθμιση ενός έργου αποδεικνύεται, στο 99% των περιπτώσεων, αντιστρόφως ανάλογη της εμπορικής του επιτυχίας: θα φανεί έτσι ότι η Δημουλά, περίπτωση κάθε άλλο παρά αμελητέα, που διεκδίκησε αυτό το 1%, αδικήθηκε τρόπον τινά επί της ουσίας, ακριβώς λόγω της ανούσιας επιτυχίας της στα ΜΜΕ.

2. Βλ. το προηγούμενο.

3. Εκδόθηκε το 1963, με έξοδα του συγγραφέα και, κατόπιν, στον «Ερμή», το 1970· έκτοτε σημείωσε αμέτρητες επανεκδόσεις.

4. Εννοώ τη δυσκολία σαν μαγική εικόνα· για παράδειγμα, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ έγραφε πρόσφατα ότι το θεωρεί σαν «ένα μέτριο μυθιστόρημα» («Ταχυδρόμος», 27-9-08)· το ότι το έργο κατορθώνει και «κρύβεται» από έναν τόσο ευφυή κριτικό δεν είναι άνευ σημασίας. Θα επανέλθω στο Τρίτο Στεφάνι προσεχώς.

5. Τα εισαγωγικά υπαινίσσονται ότι κάθε αληθινή γλώσσα είναι λαϊκή, όπως σοφά επέμενε ο Σεφέρης.

6. «Μα, καλά», μου είπε ένα βράδυ ο Κώστας Μαυρουδής, «αντέχει αυτή η ποίηση στον χρόνο;» Ο Κώστας έπαιρνε συχνά ένα ευπροσήγορο ύφος, στιλπνό και θαμπό συνάμα, που είχε κάτι απ’ την εκλεπτυσμένη βενετσιάνικη πονηριά ενός Ιεροεξεταστή ο οποίος πλησιάζει τον κατηγορούμενο φιλικά. «Είναι ζήτημα προς συζήτησιν», αποφάνθηκε, σαν να μου έλεγε γλυκά: «Αμάρτησες, παιδί μου. Αλλά υπάρχουν ακόμη ελπίδες…» Θυμάμαι επίσης ότι ρώτησε: «Νομίζεις ότι έχει ακόμη, σήμερα, νόημα να διαβάζει κάποιος το Αξιον Εστί;» Του απάντησα πως, απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε παλιά είχε. Πράγματι, υπό το φως των αλλόκοτων σχολίων που είχαν γραφτεί κατά καιρούς γι’ αυτό το κρίσιμο κείμενο, η απορία του Μαυρουδή έμοιαζε πλεοναστική. Κατά τα λοιπά, είναι σαν να ρωτάει κανείς αν έχει νόημα να πιστεύεις σήμερα στην προφητική διάσταση των ονείρων ή να παίρνεις σοβαρά υπ’ όψιν σου τον Ρενέ Γκενόν. Εν πάση περιπτώσει, η πλήρης απάντηση είναι ότι, ναι, θα είχε νόημα αν υπήρχε εν γένει κάποιο ισχυρό νόημα στο οτιδήποτε.

7. Μολονότι υπήρξαν και εκεί εξαιρέσεις, όπως αυτή του Βοζνισιένσκυ, ο οποίος διάβαζε «δύσκολη» ποίηση σε ενθουσιώδες κοινό τεράστιων σταδίων.

8. Στα ελληνικά σε μτφρ. Νίκου Ρούσσου· πρόλογος Στέφανου Ροζάνη, «Ψυχογιός» 2002.

9. Η μόνη χώρα όπου η αλήθεια του πολιτισμού μοιάζει να ταυτίζεται με την αλλοτρίωσή του είναι ίσως οι ΗΠΑ, όπου το πολιτισμικό θέαμα ουδέποτε μπήκε σε θέση συμπτώματος αλλά ήταν εξαρχής το ιδανικό.

10. Βλ. Προηγούμενο.

11. Ακόμη κι ένα κλασικό λογοτεχνικό περιοδικό όπως η Λέξη δεν θα τολμούσε το αφιέρωμα στον Καρούζο αν προηγουμένως ο άνθρωπος δεν αρρώσταινε βαριά, οδεύοντας προς τον θάνατο.

 

πηγή:enet.gr

2 Σχόλια

  1. Ὅταν κάποτε ρώτησα ἕνα μεγάλο φιλόσοφο γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀνισότητα, τὴν πνευματικὴ ἰσοπέδωση τοῦ νεοέλληνα, τὴν φαυλότητα ποὺ κυριαρχεῖ, τὴν ματαιοδοξία καὶ τὸ coca colazation ποὺ μᾶς ἐπίασε, αὐτὸς ὁ ἐκφυλισμός , μου εἶπε μὲ μία κουβέντα τὸ ἑξῆς: «Πάντα θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ βουλητικὰ θὰ συμπεριφέρονται ὡς ἀρνιά, καὶ τὰ ἀρνιὰ εἶναι πάντα ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία. Ἀλίμονο ἂν οἱ βοσκοὶ εἶναι λύκοι». Δυστυχῶς ζοῦμε μία τέτοια ἐποχή… Πολὺ εὔστοχο ἄρθρο, συγχαρητήρια…

  2. Πιο πολύ από όλα τα μνημόνια, τα διεθνή νομισματικά ταμεία και τις ευρωπαϊκές τράπεζες, προσφέρει ελπίδα ανάκαμψης και εξόδου από τον καταπραϋντικό επαρχιωτισμό της Ελλάδος το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη Ελληνες που μπορούν και σκέφτονται έτσι. Το κείμενο είναι πραγματική αποκάλυψη (από την άλλη βέβαια, ενδέχεται να φανερώνει πόσο λίγο εμείς οι απέξω γνωρίζουμε για την ουσιαστική παραγωγή σκέψης στην Ελλάδα – συνήθως κρίνουμε από ό,τι μας έρχεται επισήμως, για αυτό και φυσάμε το γιαούρτι που θα έπρεπε να τους πετάμε στα μούτρα ως απάντηση).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here