«Καλόν ούν εστιν είναι τον διάβολον»

0
387

<!– @page { margin: 0.79in } P { margin-bottom: 0.08in } –>

Ο Ισοκράτης επιλέγει

 

Καλός κι ο διάβολος, λοιπόν, στην παράδοση μας. Καλόν ούν εστίν είναι τον Τούρκον. Καλός κι ωραίος, λοιπόν, ο Τούρκος. Καλόν ούν εστίν είναι τον Χίτλερ, διότι, απλά και μόνον, έτσι που υπάρχει, ο Τούρκος, ο Εβραίος, ο Χίτλερ, ο Ρωμηός, ο Χίτλερ, ναι, «δια του είναι μετέχειν του αγαθού». Καλόν ούν εστίν είναι τον διάβολον, άρα, αν είσαι μέσα στην ελληνική παράδοση, τύπου π.χ. Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού («Διάλογος κατά Μανιχαίων»), αν λοιπόν είσαι Ρωμηός της ορθοδόξου ευχαριστιακής Σύναξης, απαγορεύεται να είσαι ρατσιστής, αφού, ακόμη κι ο διάβολος ανήκει στα «εκ του αγαθού δι-δόμενα αγαθά» και «δια του είναι» του, κι αυτός ο κακομοίρης διάβολος μετέχει στο αγαθό. Εκεί που το παρατραβάει το πράγμα ο Άγιος Δαμασκηνός, είναι όταν με αναγκάζει να συνομολόγησα:), ότι «καλόν ούν εστίν είναι τον Σημίτην και δια του είναι (τον Ση-μίτην) μετέχει του αγαθού» (όπ. παρ. 35, ΕΠΕ, τόμ. 108, σσ 186, 188)… Για όνομα! Συχνά-πυκνά σιχτιρίζω τον εαυτό μου που δεν με έκανε (ασκών το εθελότρεπτόν του) ούτε μονοφυσίτη

ούτε μονοθελήτη ούτε μονοενεργητιστή, δηλαδή ούτε Προτεστάντη ούτε Εβραίο ούτε Μωαμεθανό ούτε φραγκοβατικάνειο, ώστε με ήσυχο τον ορθόν μου λόγον να μπορώ -κατά το Μανιχαίων φρόνημα -να λέω ότι «ου καλόν ούν εστίν είναι τον Σημίτην»… Γαμώ την ατυχία μου, αυτεξουσίως και αυθέδραστος, ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών των εκσυγχρονιστών και επομένως και δυστυχούς, αναγνωρίζω ότι «καλόν ούν εστίν είναι τον Σημίτην», τουλάχιστον τόσο καλόν όσο καλόν εστίν είναι και την αφεντιά μου. Γαμώ την ατυχία μου, διότι από τότε που είπα, άιντε ας είμαι χριστιανός ορθόδοξος, κατάλαβα ότι πολιτική, με όρους «ελληνικού» Κοινοβουλίου, δεν μπορώ πια να διαπράξω: είσαστε ανίκανοι – είμαστε ικανοί, και τούμπαλιν.. Μας έφαγε, βλέπεις, εμάς τους Ελληνορωμηούς, αυτό το έρμο το Συναμφότερον, από τον καιρό του Θουκυδίδη μέχρι τα ιδιόμελα του εσπερινού των Χριστουγέννων, και χάσαμε -οντολογικούς, όχι εκδοροσφαγικώς- την «αγρίαν χαράν» να νιώθουμε ότι εμείς είμαστε οι επιστήμονες της πολιτικής και οι Ενάρετοι, ενώ οι άλλοι είναι σκιτζήδες και απατεώνες. Άτιμο Συναμφότερον!

Τα ξαναζούσα αυτά, βλέποντας τις προάλλες το λαμπρό καθ’ όλα Ντεριντά να πνίγεται σε μια κουταλιά νερό, μυρηκάζοντας, ομού με τον μακαριστόν Γιανκέλεβιτς, τα σχολαστικισμού μικρόν άλφα, μικρόν βήτα και να οδηγείται -λόγω της μονοφυσίτικης εσχατολογίας του- στον ολοκληρωτισμό του απαράγραπτου της πλάνης. Όλη τους τούτη η μικρολογία, για το εάν, πότε, πώς, υπάρχει το συγγνώμην, εδράζεται (όπως κατά το πλείστον η δυτική επιστημολογία), σ’ ένα μονοφυσίτη, απρόσιτο θεό, απέφθου παλαιοδιαθηκικής προελεύσεως. Κι αυτή η μονοφυσίτικη μικρολογία, μετά μάλιστα από το ολοκαύτωμα εναντίον των Εβραίων, έφτασε αβίαστους εκεί που την οδηγούσε η μονομέρεια της: στην ανακύκληση της φρίκης.

Δηλαδή στην ομοούσιον με τη ναζιστική, αλλά εκ του «διαφωτισμού» προερχομένη αναλγησία, η οποία, «προοδευτική», τολμάει να ισχυριστεί ότι «δεν υπάρχει σωτηρία επί της γης, όσο μπορούμε να συγχωρούμε τους δήμιους». Αυτή η κτηνώδης ρήση είναι διάχυτη παντού στην σκευήν και ειδήν του δυτικού κοσμοειδώλου, αποτελεί δηλαδή μια ουσιοκρατική «καθαρότητα» που την έχει και το «καλό» και το «κακό»: μία η «καθαρή ουσία» του κακού και μία η «καθαρή ουσία» του καλού, ανιχνεύσιμη και διαχωρίσιμη. Άρα, αν «καθαρίσουμε» την καλή από την κακή ουσία, καθαρίσαμε… Αυτή όλη η μονοφυσίτικη, ολοκληρωτικού-τρομοκρατικού τύπου ουσιοκρατία, που καταλήγει, βεβαίος, στο «απαράγραπτο» του εγκλήματος, είναι οντολογικώς και κοινωνικο-σωματοψυχικώς απαράδεκτη για τον ελληνικό πολιτισμό! Διότι παράγει ευθέως το ρατσισμό και αναγνωρίζει στον Πλησίον μία «ετερότητα», απαράγραπτη κι αυτή (εγώ δεν είμαι εσύ, σε όλα, και στον αιώνα τον άπαντα), με αποτέλεσμα φράσεις σαν κι αυτές, ότι δηλαδή «μετά το ολοκαύτωμα, ο κόσμος έχασε τη δυνατότητα της συγγνώμης». Πού είναι εδώ το «καλόν ούν εστίν είναι τον διάβολον»;

Στη μονοφυσίτικη, της Παλαιάς Διαθήκης εσχατολογία των Ντε-ριντά-Γιανκέλεβιτς, δεν υπάρχει θέση γι’ αυτό που ψάλλουμε εμείς στα Ιδιόμελα των Χριστουγέννων: «και ό ουκ ην προσέλαβεν».

Τι προσέλαβεν, για μας, ο απρόσιτος θεός, ο «καθαρός θεός» της Παλαιάς Διαθήκης; Προσέλαβε αυτό που δεν ήταν, δηλαδή, σε μας ο Λόγος σαρκούται και προσλαμβάνει αυτό που δεν ήταν, δηλαδή την αμαρτία σου, την αμαρτία μου, τα ναζιστικά στρατόπεδα και τα γκουλάγκ και τις βόμβες της Χιροσίμα επί αμάχων. Κι όταν ο Χριστούλης, ο «καθαρός»,… «ουδέ διαίρεσιν υπομείνας», παίρνει επάνω του και μέσα του την αμαρτία μου και τα εγκλήματα μου, είναι δυνατόν, εγώ, να το παίζω πιο «καθαρός» και πιο πουριτανός (purus = καθαρός) και να θεωρώ ότι ορισμένα εγκλήματα του πλησίον μου, είναι «απαράγραπτα»;

Ανάμεσα στο pardon και το συγγνώμην υπάρχει τόσο χάος πολιτισμού όσο και ανάμεσα στον ΠΑΟ και τον ΠΑΟΚ. Με το pardon είναι αδύνατον να συγχωρέσεις το συγγνώμην, ενώ η συγγνώμη ξυγχωρεί στη γνώμη του pardon. Ξέρω, αυτά είναι ελληνικά για τους εκσυγχρονιστές και τους post-μπούρδεν. Ίσως, εν ευθέτω, και καλά, μεθυπερβατικά Χριστούγεννα, με τη συγγνώμη σας «απαράγραπτη»! Και στον διάολο

 

 

του Κώστα Ζουράρι Ελευθεροτυπία 24 Δεκεμβρίου 1997

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here