Κάθε μεγάλη ἱστορικὴ ἐποχὴ παράγει τὸ δικό της κυρίαρχο πεδίο διανοήσεως. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μία ἀκαδημαϊκὴ προτίμηση οὔτε γιὰ μία τεχνικὴ ἐξειδίκευση. Τὸ κεντρικὸ πεδίο σκέψεως κάθε πολιτισμοῦ ἀποκαλύπτει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὸς ἀντιλαμβάνεται τὸν ἄνθρωπο, τὴν κοινωνία καὶ τὴν πραγματικότητα. Δείχνει ποιὸ θεωρεῖ ὡς κέντρο τοῦ κόσμου καὶ ποια ἀλήθεια λειτουργεῖ ὡς θεμέλιο τῆς συλλογικῆς ζωῆς.
Στὴν ἀρχαία οἰκουμένη, τὸ κέντρο βάρους βρισκόταν στὴ φιλοσοφία. Ὁ φιλόσοφος δὲν ἦταν μία περιθωριακὴ διανοητικὴ μορφή, ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιχειροῦσε νὰ ἑρμηνεύσει τὸ εἶναι, τὴν τάξη τοῦ κόσμου καὶ τὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου μέσα σὲ αὐτόν. Ἡ σκέψη περιστρεφόταν γύρω ἀπὸ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀληθείας, τῆς ἀρχῆς τοῦ κόσμου, τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ νοήματος τῆς πόλεως.
Ἡ ἴδια ἡ πόλη νοεῖτο ὡς ἀντανάκλαση μιᾶς βαθύτερης τάξεως. Ὁ Πλάτων ἀναζητεῖ τὴ δίκαιη πολιτεία ὄχι ὡς τεχνικὸ σύστημα διοικήσεως, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση ἁρμονίας μεταξὺ ψυχῆς καὶ κόσμου. Ὁ Ἀριστοτέλης θεωρεῖ τὸν ἄνθρωπο «πολιτικὸν ζῷον», ἐπειδὴ ἡ κοινωνία δὲν εἶναι σύμβαση συμφέροντος, ἀλλὰ φυσικὴ ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἡ φιλοσοφία ἐπομένως λειτουργεῖ ὡς τὸ κέντρο ὀργανώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, διότι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας θεωρεῖται ἡ ὑψηλότερη ἀνθρώπινη δραστηριότητα.
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τὸ κέντρο μετατοπίζεται. Ἡ θεολογία ἀναλαμβάνει τὸν ρόλο τοῦ κυρίαρχου ἑρμηνευτικοῦ πλαισίου. Ἡ ἱστορία πλέον δὲν ἀποτελεῖ ἕναν ἀτέρμονο κύκλο ἀνόδου καὶ πτώσεως, ἀλλὰ μία πορεία μὲ νόημα, ἀρχή καὶ τέλος. Ὁ χρόνος γίνεται ἱστορία σωτηρίας.
Ἡ μετατόπιση αὐτὴ εἶναι κοσμοϊστορική. Τὸ πρόσωπο ἀποκτᾶ κεντρικὴ σημασία. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἑρμηνεύεται πλέον πρωτίστως ὡς λογικὸ ἢ πολιτικὸ ὄν, ἀλλὰ ὡς ὕπαρξη προορισμένη γιὰ σχέση καὶ κοινωνία. Ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη ἰδέα ἀλλὰ προσωπικὴ πραγματικότητα. Ἡ κοινότητα παύει νὰ στηρίζεται μόνο στὴν κοινὴ καταγωγὴ ἢ στὸν νόμο καὶ θεμελιώνεται στὴν κοινωνία προσώπων.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θεολόγος γίνεται ἡ μορφὴ ποὺ ἐκφράζει τὸ βαθύτερο πνευματικὸ ὑπόβαθρο τῆς ἐποχῆς. Δὲν πρόκειται γιὰ στενὰ «θρησκευτικὸ» ρόλο μὲ τὴ σύγχρονη σημασία τοῦ ὅρου. Ἡ θεολογία λειτουργεῖ ὡς συνολικὸ πλαίσιο ἑρμηνείας τοῦ κόσμου, τῆς πολιτικῆς, τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ τέχνη, ἡ πολιτική καὶ ἡ κοινωνικὴ ὀργάνωση διαμορφώνονται μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ θεολογικὸ κέντρο.
Ἡ νεωτερικότητα εἰσάγει μία νέα μετατόπιση. Τὸ κέντρο περνᾶ στὸν πολιτικὸ φιλόσοφο καὶ στὸν θεωρητικὸ τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου. Ἀπὸ τὸν Hobbes καὶ τὸν Locke μέχρι τὸν Rousseau, ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ νοεῖται πρωτίστως ὡς αὐτόνομο ἄτομο. Ἡ κοινωνία δὲν ἀντιμετωπίζεται πλέον ὡς φυσικὴ ἢ ὀργανικὴ κοινότητα, ἀλλὰ ὡς ἀποτέλεσμα συμφωνίας μεταξὺ ἐπιμέρους μονάδων συμφέροντος.
Ἡ μεταβολὴ αὐτὴ ἀλλάζει ριζικὰ τὴ φύση τῆς πολιτικῆς. Ἡ πολιτικὴ παύει σταδιακὰ νὰ θεωρεῖται ἀναζήτηση τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ καὶ μετατρέπεται σὲ μηχανισμὸ διαχειρίσεως ἀνταγωνιστικῶν ἐπιθυμιῶν. Τὸ κράτος λειτουργεῖ ὡς ἐγγυητὴς δικαιωμάτων, συμβολαίων καὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Ἡ ἐλευθερία νοεῖται κυρίως ὡς ἀπελευθέρωση τοῦ ἀτόμου ἀπὸ κάθε προϋπάρχουσα ἱεραρχία, παράδοση ἢ δεσμὸ κοινότητος.
Στὴ σύγχρονη ἐποχὴ συντελεῖται μία ἀκόμη βαθύτερη μεταβολή. Τὸν ρόλο τοῦ κεντρικοῦ διανοητῆ δὲν τὸν κατέχει πλέον οὔτε ὁ φιλόσοφος οὔτε ὁ θεολόγος οὔτε κὰν ὁ πολιτικὸς θεωρητικός. Τὸν κατέχει ὁ οἰκονομολόγος.
Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ἡ οἰκονομία ἀπέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Σημαίνει κάτι πολὺ βαθύτερο. Σημαίνει ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς ἄρχισε νὰ ἑρμηνεύει τὸν ἄνθρωπο, τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἱστορία μέσα ἀπὸ οἰκονομικὲς κατηγορίες.
Ὁ ἄνθρωπος παρουσιάζεται πλέον πρωτίστως ὡς μονάδα παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ἡ ἐλευθερία ταυτίζεται μὲ τὴ δυνατότητα ἐπιλογῆς μέσα στὴν ἀγορά. Ἡ πρόοδος μετρᾶται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὲ δείκτες ἀναπτύξεως, ἀποδόσεως καὶ αὐξήσεως καταναλώσεως. Ἡ ἐπιτυχία τῶν κοινωνιῶν ἀξιολογεῖται μὲ βάση τὸ ΑΕΠ, τὶς ροὲς κεφαλαίων, τὴν πιστοληπτικὴ ἀξιολόγηση καὶ τοὺς χρηματιστηριακοὺς δείκτες.
Ἀκόμη καὶ ἡ γλῶσσα μεταβάλλεται. Οἱ πολῖτες μετατρέπονται σὲ «ἀνθρώπινο κεφάλαιο». Ἡ παιδεία νοεῖται ὡς «ἐπένδυση δεξιοτήτων». Ἡ κοινωνία ἀξιολογεῖται μὲ ὅρους παραγωγικότητος. Ἡ πολιτικὴ συζήτηση περιορίζεται σὲ ζητήματα ἀγορῶν, ἐπενδύσεων, κινήτρων καὶ τεχνοκρατικῆς διαχειρίσεως.
Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ἡ οἰκονομία παύει νὰ εἶναι μέσο καὶ μετατρέπεται σὲ ὀντολογία. Δὲν λειτουργεῖ πλέον μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ἀλλὰ καθίσταται τὸ ἴδιο τὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο νοεῖται ἡ πραγματικότητα. Ὅ,τι δὲν μετριέται, σταδιακὰ θεωρεῖται ἀσήμαντο. Ὅ,τι δὲν παράγει ἀπόδοση, μοιάζει νὰ στερεῖται νοήματος.
Ἔτσι ὅμως ἀρχίζει νὰ ἀποσυντίθεται ὁ ἴδιος ὁ πολιτισμὸς. Ἡ κοινότητα ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὸ ἄτομο. Ἡ θυσία ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸ συμφέρον. Ἡ ἱστορικὴ μνήμη χάνει τὴ σημασία της μπροστὰ στὴν ἀμεσότητα τῆς καταναλώσεως. Ἡ ἀλήθεια μετατρέπεται σὲ ὑποκειμενικὴ προτίμηση καὶ ἡ πολιτικὴ περιορίζεται σὲ διαχείριση λειτουργικῶν συστημάτων.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σύγχρονη κρίση δὲν εἶναι ἁπλῶς οἰκονομικὴ ἢ πολιτική. Εἶναι κρίση κέντρου. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος διαθέτει περισσότερα μέσα ἀπὸ κάθε προηγούμενη ἐποχή, ἀλλὰ δυσκολεύεται νὰ ἀπαντήσει στὰ θεμελιώδη ἐρωτήματα. Γιατί ὑπάρχει; Ποιος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κοινωνίας; Πρὸς τὰ ποῦ κατευθύνεται ἡ ἱστορία;
Κάθε πολιτισμὸς τελικὰ ὀργανώνεται γύρω ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θεωρεῖ ὡς ὑψίστη ἀλήθεια. Ὅταν τὸ κέντρο ἦταν ἡ φιλοσοφία, ὁ κόσμος ἀναζητοῦσε τὴν κοσμικὴ τάξη. Ὅταν τὸ κέντρο ἦταν ἡ θεολογία, ἀναζητοῦσε τὸ νόημα τῆς ἱστορίας καὶ τὸ πρόσωπο. Ὅταν τὸ κέντρο μεταφέρθηκε στὸ ἄτομο, ἡ κοινωνία ὀργανώθηκε γύρω ἀπὸ τὰ δικαιώματα καὶ τὴ βούληση.
Σήμερα, ὅταν τὸ κέντρο περιορίζεται στὴν οἰκονομικὴ λειτουργία, ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει νὰ χάσει ὄχι μόνο τὴν κοινότητα ἀλλὰ καὶ τὸν λόγο ὑπάρξεώς του. Διότι κανένας πολιτισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει μακροπρόθεσμα ὅταν γνωρίζει μόνο πῶς λειτουργεῖ, ἀλλὰ ὄχι γιατί ὑπάρχει.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Αστικό", 1993) είναι έργο του Δημήτριου Καραπιπέρη.
Πολύ ωραία τα κείμενα σας κύριε Μιχόπουλε. Απλά, αλλά περιεκτικά.
Όλως τυχαίως, πριν διαβάσω αυτό το κείμενό σας, διάβασα την ανακοίνωση του Διονύση Τεμπονέρα (24/6/2026, protagon) ο οποίος έκανε την κοσμοϊστορικής σημασίας δήλωση ότι παραιτείται από τον ΣΥΡΙΖΑ για να συνταχθεί με τη νέα προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα. Μέσα στο μακροσκελές κείμενο του στελέχους, προφανώς απαραιτήτως τόσον μακροσκελές ώστε να δικαιολογήσει επαρκώς αυτήν την κοσμοϊστορικής σημασίας επιλογή του, αλίευσα το εξής: “Ο Κ. Μαρξ τόνιζε ότι τίποτε δεν μπορεί να έχει αξία, άν δεν έχει χρησιμότητα” (sic). Δεν ήξερα ότι το είχε πει τόσο σαφώς ο Κάρολος. Μπράβο όμως στον Έλληνα που μας το υπενθύμισε. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Αριστοτέλους, αυτού του ταλαίπωρου που ισχυριζόταν ο κατακαημένος ότι “το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις”. Νομίζω σχετίζεται στενώς με τα όμορφα και περιεκτικά λεγόμενά σας.
Σας ευχαριστώ πολύ κ. Δαλαμάγκα για τα ενισχυτικά σας λόγια.
Υπέροχο άρθρο με μία μόνο παρατήρηση: δεν θα αθώωνα τόσο γρήγορα τον διαφωτισμό για την επικράτηση του παραμορφωτικού φακού της οικονομίας. Θυμίζω ότι το “ευαγγέλιο” της οικονομίας, “ο πλούτος των εθνών” του Άνταμ Σμιθ κυκλοφόρησε το 1776 και ο οφελιμισμος του Τζέρεμι Μπένθαμ έκανε θραύση στις αρχές του 19ου αιώνα. Υπάρχουν πολλά ράμματα για την γούνα του διαφωτισμού λοιπόν.
Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὸ σχόλιό σας. Ἐδῶ ὑπάρχει μία παρεξήγηση ὡς πρὸς τὸ πῶς δομῶ τὸ ἐπιχείρημα. Δὲν κατονομάζω ρητὰ τὸν Διαφωτισμό, ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι τὸν διαζωγραφίζω ξεκάθαρα.
Ὅταν περιγράφω τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴ θεολογία στὸν πολιτικὸ θεωρητικὸ τῆς νεωτερικότητας (Hobbes, Locke, Rousseau), μιλῶ ἀκριβῶς γιὰ τὸ διαφωτιστικὸ κλίμα καὶ τὴ μεγάλη μετατόπιση τοῦ κέντρου. Δηλαδή, ἀπὸ τὴν κοινωνία ὡς κοινότητα πρὸς τὴν κοινωνία ὡς σύμβαση αὐτόνομων ἀτόμων, ἀπὸ τὸ πρόσωπο πρὸς τὸ συμφέρον, ἀπὸ τὸ κοινὸ ἀγαθὸ πρὸς τὴ διαχείριση ἐπιμέρους βουλήσεων.
Ὁ Ἄνταμ Σμιθ, ἄλλωστε, δὲν βρίσκεται ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ πλαίσιο — εἶναι φυσικὰ καὶ αὐτὸς τέκνο τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἡ θέση μου εἶναι ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ οἰκονομικοῦ φακοῦ δὲν ἐμφανίζεται ξαφνικὰ μὲ τὸν Σμιθ ἢ τὸ 1776, ἀλλὰ προϋποθέτει μία βαθύτερη ἀνθρωπολογικὴ μετατόπιση ποὺ ἔχει ἤδη προηγηθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπέλεξα νὰ περιγράψω τὴ μετατόπιση τοῦ κέντρου καὶ ὄχι μόνο νὰ σταθῶ σὲ πρόσωπα ἢ χρονολογίες.
Ευχαριστώ πολύ για την απάντησή σας. Υποστηρίζω ότι η στροφή προς το άτομο ήταν πρώτα στην πολιτική σφαίρα, ήδη από τον Λεβιάθαν του Χομπς, αλλά η πραγματική εμμονή (δεν βρίσκω καταλληλότερη λέξη) με την πρωτοκαθεδρία του ατομικού οικονομικού συμφέροντος ξεκίνησε με τον Άνταμ Σμιθ. Η πολιτική χειραφέτηση από τον μονάρχη και η επιδίωξη του οικονομικού συμφέροντος, αν και τα δύο είναι παιδιά του διαφωτισμού, έχουν διαφορετική επίδραση στην κολοσσιαία παρακμή της Δύσης που βιώνουμε σήμερα. Η δεύτερη ( η επιδίωξη του οικονομικού συμφέροντος) είναι σαφώς υπεύθυνη για το αποτέλεσμα αυτό.
Νομίζω πως δεν διαφωνούμε στην ουσία. Κατά τη γνώμη μου, ο Χομπς και ο Άνταμ Σμιθ κινούνται πάνω στον ίδιο ιστορικό άξονα, απλώς σε διαφορετικά στάδια. Ο πρώτος λειτουργεί ως προπομπός του δεύτερου και ο δεύτερος ως η οραματική κατάληξη του πρώτου. Ο Χομπς εισάγει τη στροφή προς το άτομο στην πολιτική σφαίρα, αποσπώντας το από την προγενέστερη οργανική και κοινοτική τάξη, ενώ με τον Άνταμ Σμιθ το ατομικό οικονομικό συμφέρον αποκτά πλέον κεντρική θέση και τείνει να γίνει υπέρτατη αρχή κοινωνικής οργανώσεως.
Άλλωστε, χρηματοπιστωτικό σύστημα υπάρχει ήδη από την εποχή του Χομπς. Υπό αυτή την έννοια, ούτε ο ίδιος ούτε οι μεταγενέστεροι πολιτικοί φιλόσοφοι κινούνται έξω από αυτή τη βαθύτερη ιστορική δυναμική. Δεν λέω κατ’ ανάγκην ότι το υπηρετούν συνειδητά, αλλά ότι ιστορικά ανοίγουν τον δρόμο, πάνω στον οποίο οι οικονομολόγοι και οι μεταγενέστερες θεωρίες θα οικοδομήσουν το πλήρες οικοδόμημα.
Αν το πω σχηματικά, το κέντρο μετατοπίζεται προς τον μαμωνα και ο “ναός” του μαμωνα είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Από τη στιγμή που το χρήμα και το ατομικό συμφέρον παύουν να είναι μέσο και γίνονται κέντρο, αρχίζουν σταδιακά να επηρεάζουν τα πάντα — την πολιτική, την κοινωνία, ακόμη και τον τρόπο που βλέπουμε τον άνθρωπο. Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σας ότι η απολυτοποίηση του οικονομικού συμφέροντος είναι ο καθοριστικός παράγοντας της σημερινής παρακμής της Δύσης.
Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας. Βλέπουμε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο.