Θα σε δω στο βυθό

0
172

Απογοητευόμαστε, μπερδευόμαστε, χανόμαστε. Γιατί ο κόσμος μάς αφηγείται, με το λεξιλόγιο και την πλοκή που τον βολεύει, τη ζωή μας, τις ανάγκες της, το νόημά της. 

Αυτό αλλάζει τριαδικώς (μετά από την ενίσχυση των μυστηρίων…): νηστεία, προσευχή, μελέτη.

Αρνούμαι το αφήγημα· νηστεύω, δίνοντας τη λιγότερη δυνατή (κατά δύναμιν) σημασία στο αφήγημα: το δένω στο δέντρο και το αφήνω να ψοφήσει από ασιτία. Και το λέω ξανά το αφήγημα, πάνω απ’ το τελευταίο, ενάντια στο τελευταίο. Το λέω όπως θέλω εγώ, ξέροντας ότι είναι αναπόφευκτη η αναφορά (ότι δεν είμαι αυτόφωτος), συνεπώς παραδίδοντας το αφήγημα σ’ Αυτόν (προσεύχομαι και Τον μελετώ) που πραγματικά εμπιστεύομαι, ή, για να είμαστε ακριβείς, που αντιλαμβάνομαι ότι έχει ένα νόημα να εμπιστευτώ, μέχρι να φανερωθεί ζων (Ων, κατά την Έξοδο -3.14), και η εμπιστοσύνη να γίνει πίστη, οι λογισμοί μετάνοια, η προαίσθηση σώμα πυριφλεγές.

Ο λογισμός είναι ηλεκτρισμός. Κι αυτός κινείται διαρρέοντας ταχύτατα. Κόβω το ρεύμα, ρίχνω την «ασφάλεια», διακόπτω τη ροή.

Η ποσοτική πλευρά της άσκησης (νηστεία, μελέτη, προσευχή) που θα πολεμήσει -έχοντας απασφαλίσει τη ροή αυτής της εναλλακτικής πηγής ενέργειας- θα φράξει στέρεα τη φαντασίωση και η αλήθεια θα με τροφοδοτεί αστέρητο κι αμέριμνο. Η επίδρασή της ως αντίδοτο (διασκευάζω ελαφρώς1): μελέτη ίσον γαλήνη λογισμών, ίσον διάκριση λογισμών, ίσον απλανής εισχώρηση στις βαθύτερες περιοχές της αλήθειας.

[Γεμάτος λογισμούς και απορίες, συνόδευσα κάποτε με προτροπή του τον γέροντα στην προβλήτα που βαλλόταν από τα κύματα. Εν μέσω κακοκαιρίας, εξωτερικής κι εσωτερικής, μου είπε: - «Κοίτα στο βυθό. Τί βλέπεις;». - «Δεν βλέπω γέροντα!». - «Έτσι είναι. Όταν ησυχάσει ο καιρός θα δεις…»]

*

Ένας απλός λαϊκός άνθρωπος, σε μία λαϊκή αγορά, ρωτήθηκε κάποτε αιφνίδια σε ζωντανή αναμετάδοση από δημοσιογράφο: - «Πώς βλέπετε τα πράγματα;» (εννοώντας τις τιμές της αγοράς των προϊόντων).

Η ουσία της απάντησής του αποστομωτική, που στόμωσε τη δήθεν αιχμή του θέματος: - «Αν νηστεύαμε όλοι, τί θα κάνανε όλοι αυτοί εκεί πάνω;» (εννοώντας τους ρυθμιστές των τιμών και των μεταβολών).

Και μόνο Στωικά (κατά τη φιλοσοφική σχολή) να το εκλάβεις, η απάντηση κι η εφαρμογή «ρίχνει το κάστρο». Αν λειτουργήσεις μάλιστα, αυτή την εγκράτεια, στην πίστη της αγάπης του Θεού, το κάστρο ξαναφτιάχνεται απροσπέλαστο από οποιαδήποτε πολιορκητική μηχανή. Και είναι δικό σου -δεν είσαι νοικάρης, τρόφιμος, έγκλειστος, εξαρτημένος.

Αυτό συνέβη, έτσι κι αλλιώς, στα χρόνια πριν τον Χριστό: οι άνθρωποι στράφηκαν στην φιλοσοφία (την κανονική -ως τρόπος ζωής, όχι πτυχίο διαβαστερού πολυμαθούς), για να τα βγάλουν πέρα2 απέναντι στην παράνοια του Καισαρισμού/Ρωμαϊσμού. Γίνονταν Στωικοί, γίνονταν Επικούρειοι, κατά εκατοντάδες χιλιάδες, επί αιώνες. Η τερατωδία της εκκεντρικής αυτής εξουσίας που επικράτησε, επηρέαζε και τις προνομιούχες τάξεις (έως κι αυτοκράτορες ως γνωστόν και παραδόξως) που κινήθηκαν ανάλογα3. Κι έπειτα βαπτίστηκαν Χριστιανοί: όταν πίστεψαν ότι ανάπτυξη είναι να ξεπεραστεί κι αυτή η εκλεπτυσμένη «νηπτική» άμυνα (της φιλόσοφης ζωής, έναντι του επιβαλλόμενου αφηγήματός της κατά την αρρώστια κάποιων εμπαθών -έως ηδυπαθείας- συμφεροντολόγων). Κι επήλθε η δυναμική παρέμβαση του Θεού στον κόσμο μαζικώς, πάλι με τίμημα τη ζωή τους ολόκληρη, αλλά ανείπωτα αποτελεσματικά, ρεαλιστικά, πρακτικά, και -το σημαντικότατο- χαρωπά, εφόσον Θεός υπήρχε (κι ακόμα· και εις τους αιώνας).

 

Σημειώσεις

  1. Αββά Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι Ασκητικοί/Ε’ στ. 175-8 (Ι. Μ. Ιβήρων, 2012, σ. 291): Καὶ ἐκτὸς διαμονῆς τῆς ἀναγνώσεως, τὴν λεπτότητα τῶν λογισμῶν οὐ γνώσεται. Καὶ ἐκτὸς γαλήνης τῶν λογισμῶν, ὁ νοῦς ἐν ἀποκρύφοις μυστηρίοις οὐ κινηθήσεται.
  2. κάποιες σκόρπιες σημειώσεις από το έργο του Σάββα Χ. Αγγουρίδη, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης (Πουρναρά, 1980):

σ. 23: Το αίσθημα της ανασφάλειας δεν επιτεινόταν μόνο από την αρπαγή των επαρχιών εκ μέρους των Ρωμαίων κρατικών αξιωματούχων και από τη φορολογία, αλλά και από ένα γενικότερο αίσθημα πως ο κόσμος αυτός είναι καταδικασμένος, λεία των πονηρών ή σατανικών δυνάμεων.

σ. 33: Πολύ όμορφα ο Festugiere, χωρίς να ξεκινάει από ορισμένες οικονομικοκοινωνικές θεωρίες, αφού αναλύει την έννοια που πήρε το «αναχωρείν» με τη ρωμαϊκή κατάκτηση του ελληνικού χώρου στην πολιτική και οικονομική ζωή (όσοι δεν συμφωνούσαν με τον κατακτητή «αναχωρούν» = αποσύρονται -δημιουργία χωριστών κοινοτήτων, όπως των Επικούρειων […]) καταλήγει: Η αναχώρηση από τον κόσμο οδηγεί με τη σειρά της στο «αναχωρείν εις εαυτόν».

σ. 34: Είναι πολύ χαρακτηριστικά της αμυντικής στάσης στη φιλοσοφική σκέψη αυτών των χρόνων τα συνθήματα: αταραξία (Επικούρειοι), απάθεια (Στωικοί), αυτάρκεια (Κυνικοί).

  1. ό.π., σ. 98: […]και κάθε πλούσια οικογένεια είχε ανάμεσά της κάποιο φιλόσοφο από την Ελλάδα. Αυτοί οι φιλόσοφοι […]προσπαθούσαν, όπως οι Αββάδες στις γαλλικές οικογένειες του 18ου και  19ου αι., να φέρουν γαλήνη στις ταραγμένες ψυχές της εποχής.

 

Το έργο που πλαισιώνει το άρθρο είναι του J. M. W. Turner (Snow Storm - Steam-Boat off a Harbour's Mouth, 1842)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ