Η Θεωρία των “Speech acts” του J. Austin: Γάμος Πολιτικός και Θρησκευτικός

0
163

Τι είναι αλήθεια ένας "πολιτικός γάμος"; Όταν ο δήμαρχος λέει στο ζευγάρι "σας ανακηρύσσω συζύγους" πιστεύει κανείς ότι γίνεται κάτι μεταφυσικό; Όχι ασφαλώς, αλλά πολλοί φιλόσοφοι απαντούν ότι έχουμε να κάνουμε με ένα "ενέργημα λόγου", το περίφημο "speech act", για τα οποία πρωτομίλησε ο άγγλος φιλόσοφος Τζον Ώστιν (John Austin), με τον οποίο έχουμε ασχοληθεί ξανά (στο δοκίμιό μας "Χρειαζόμαστε την Αναλυτική Φιλοσοφία";).  Ο Ώστιν έγραψε το περίφημο βιβλίο "How to do things with words" ("Πώς να κάνουμε πράγματα με λέξεις), το οποίο εκδόθηκε μεταθανάτια το 1962 (κυκλοφορεί και στα ελληνικά). Ας δούμε τι λέει η θεωρία του.

Λοιπόν, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, όταν μιλάμε δεν επικοινωνούμε απλώς, αλλά κάνουμε και πράξεις. Για παράδειγμα, ο δήμαρχος λέει στο ζευγάρι "τώρα είστε σύζυγοι", οπότε καθίστανται "σύζυγοι" ξαφνικά, δύο άνθρωποι που πριν δεν ήταν. Περαιτέρω, ο εφοπλιστής μπορεί να πει σε μια σχετική τελετή "βαφτίζω αυτό το πλοίο..." και να προσθέσει το όνομα της συζύγου του, οπότε το πλοίο πήρε όνομα, ο ιδιοκτήτης μιας ομάδας μπορεί και αυτός να πει "ονομάζω αυτή την ομάδα..." και να προσθέσει το όνομα του βασικού χορηγού κ.λπ. Υπάρχουν και άλλες πολλές ακόμη "επιτελεστικές φράσεις", όπως αλλιώς λέγονται τα γλωσσικά ενεργήματα: για παράδειγμα,  όταν λέω "υπόσχομαι να έρθω στο θέατρο" πράττω μια υπόσχεση, όταν λέγω "απειλώ να σου κάνω μήνυση" έχουμε να κάνουμε με απειλή κ.λπ. Κάποια στιγμή ο φιλόσοφος συνειδητοποίησε ότι στην πραγματικότητα κάθε πρόταση είναι ταυτόχρονα και επιτελεστική φράση, αλλά εμείς ας μείνουμε σε αυτά τα βασικά παραδείγματα.

**************

Ας επιμείνουμε στο παράδειγμα του "πολιτικού γάμου". Λοιπόν, πιστεύει κανείς ότι γίνεται κάτι μεταφυσικό όταν ο δήμαρχος λέγει "σας ανακηρύσσω συζύγους"; Όπως είπαμε, κανείς δεν το πιστεύει. Τότε τι στο καλό συμβαίνει; Έχουμε να κάνουμε, λένε οι οπαδοί του φιλοσόφου, όπως είπαμε, με ένα "επιτελεστικό ενέργημα". Κατά πόσο όμως έχει νόημα αυτό; Ας πάρουμε το παράδειγμα όπου ο βασιλιάς λέει σε κάποιον "σε ανακηρύσσω πρίγκηπα". Είναι αναμφίβολα για τον Ώστιν ένα "επιτελεστικό εκφώνημα". Για αιώνες αυτό μπορεί να είχε νόημα και ισχύ, σήμερα όμως, που κινδυνεύει να αφανιστεί η βασιλεία ακόμη και στην Αγγλία, φαντάζει μάλλον σαν ένα απλό φολκλορικό στοιχείο- ακόμη κι εκεί η μοναρχία πια είναι μια "ατραξιόν". Οι αντίπαλοι της μοναρχίας, που είναι πολλοί και στην Βρετανία, γελούν πια και ειρωνεύονται με όλα αυτά. Παρομοίως δυστυχώς και στον λεγόμενο "πολιτικό γάμο". Ένας χριστιανός πιστεύει ότι την ώρα που ο ιερέας λέει κάτι παρόμοιο, κατέρχεται το Άγιο Πνεύμα και η θεία χάρη διαποτίζει το ζευγάρι, αλλά ένας δήμαρχος; Τι γίνεται στον πολιτικό γάμο; Πρέπει λοιπόν να πούμε ότι σήμερα ειδικά βάλλεται και αλλάζει ο ίδιος ο θεσμός του γάμου: "παντρεύονται" άτομα του ίδιου φύλου, υπάρχουν οι λεγόμενοι "polyamorous", που διεκδικούν το δικαίωμα να σχηματίζουν οικογένειες αποτελούμενες από πολλά άτομα, υπάρχουν εκείνοι που συμφωνούν να "παντρευτούν" αλλά ταυτόχρονα να έχουν ευκαιριακές σχέσεις, εκείνοι που θέλουν να παντρευτούν με κάποιο ζώο κ.λπ. κ.λπ. Ο θεσμός του "γάμου" διέρχεται τρομερή κρίση, όση πια δεν φανταζόταν κανείς: και όχι μόνο αυτό, αλλά υπάρχουν και άτομα, υποτιθέμενοι 'διανοούμενοι", που παίρνονται δυστυχώς στα σοβαρά, τα οποία ισχυρίζονται ότι ακόμη και η διαπίστωση του μαιευτήρα "γεννήθηκε αγόρι" είναι "επιτελεστικός καταπιεστικός λόγος", γιατί δεν αφήνει το άτομο να αυτοπροσδιοριστεί! Άλλωστε παρέχεται και το νομικό "δικαίωμα" να αλλάζει κανείς φύλο όσες φορές θέλει, οπότε ο δήμαρχος, μπορεί να πει στο ζευγάρι "σας ανακηρύσσω συζύγους" και μετά από λίγο να επαναλάβει τον γάμο με τα ίδια πρόσωπα, μόνο που τώρα θα έχουν αλλάξει φύλο. Πρόκειται για μια "φαρσοκωμωδία", για αυτό άλλωστε και όλοι καταλαβαίνουν πια ότι η τελετή του πολιτικού γάμου είναι περιττή: αρκεί το σύμφωνο συμβίωσης που μπορεί, με τις κατάλληλες παρεμβάσεις, να καλύψει όλα όσα καλύπτει ο "πολιτικός γάμος". Η αλήθεια είναι αυτή.

***************

Ας συνεχίσουμε όμως με τον Ώστιν. Μόλις λοιπόν εκδόθηκε το βιβλίο του, ο γαλλοεβραίος αποδομητής φιλόσοφος Jacques Derrida (Ζακ Ντεριντά) δημοσίευσε ένα από τα πιο διάσημα άρθρα της Αποδόμησης για να καταρρίψει την θεωρία του. Πρόκειται για το κείμενο "Signature Evenement Contexte" (Υπογραφή, Συμβάν, Πλαίσιο, 1971) με το οποίο ασκούσε σφοδρή κριτική στον άγγλο φιλόσοφο. Τον επαινούσε μόνο για το γεγονός ότι ξέφυγε από την παραδοσιακή λογική, που έβλεπε την γλώσσα απλώς ως περιγραφή της αλήθειας ή του ψεύδους, και εισήγαγε περαιτέρω την θεωρία ότι γλώσσα μπορεί να παράγει και μια πραγματικότητα. Ωστόσο του άσκησε σφοδρή κριτική, εντοπίζοντας σοβαρές αντιφάσεις. Ας δούμε μερικές από αυτές. Καταρχήν, ο Ώστιν, για να κατασκευάσει τη θεωρία του των "ομιλιακών ενεργημάτων", απέκλεισε ρητά ως "παρασιτικές" ή "μη σοβαρές" χρήσεις αυτών όταν συμβαίνουν σε θεατρικά έργα, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους αστεϊσμούς, την υποκρισία κ.λπ. Για παράδειγμα, αν στο θέατρο πει ένας "δήμαρχος" σε ένα ζευγάρι "σας ανακηρύσσω συζύγους", δεν παράγεται έννομη πράξη. Περαιτέρω, πράγμα πολύ σημαντικό, αν στον γάμο οι δύο μελλόνυμφοι έχουν συνεννοηθεί να υποκριθούν ότι παντρεύονται για κάποιους λόγους ατομικού συμφέροντος, και πάλι η φράση του δημάρχου δεν παράγει στην πραγματικότητα πραγματικό αποτέλεσμα και δεν είναι σύζυγοι οι "ανακηρυγμένοι" ως τέτοιοι. Ο Ντεριντά όμως, κριτικάροντος αυτόν τον ισχυρισμό, είπε ότι κανένα "πλαίσιο" ομιλιακού εκφωνήματος δεν μπορεί να είναι ποτέ να είναι εξαντλητικά καθορισμένο ή πλήρως "κλειστό". Ο Ώστιν θεωρούσε ότι αν συγκεντρώσουμε όλες τις πληροφορίες για έναν πολιτικό γάμο, δηλαδή ποιος μιλάει, σε ποιον, με ποια πρόθεση, σε ποιο μέρος, υπό ποιες κοινωνικές συμβάσεις, μπορούμε να ορίσουμε πλήρως το "πλαίσιο" και άρα το ακριβές νόημα της πρότασης.

Ο Ντεριντά όμως, όπως είπαμε, υποστηρίζει ότι ένα πλαίσιο δεν είναι ποτέ απολύτως καθορισμένο. Οι παράγοντες που συγκροτούν μια στιγμή εκφοράς (ιστορικοί, ψυχολογικοί, κοινωνικοί, ασυνείδητοι, γλωσσικοί) είναι πρακτικά και θεωρητικά άπειροι. Το πλαίσιο δεν είναι μια στατική "κορνίζα" που περιβάλλει τις λέξεις, αλλά αλλάζει συνεχώς. Κάθε νέα ανάγνωση ή ακρόαση εισάγει νέες παραμέτρους, καθιστώντας αδύνατο τον πλήρη έλεγχο ή την περιγραφή του (για παράδειγμα μπορεί η νύφη ασυνείδητα να μισεί τον γαμπρό και όμως συνειδητά να νομίζει και η ίδια ότι τον αγαπά ή ο δήμαρχος από μέσα του να ειρωνεύεται και να κοροϊδεύει το ζευγάρι). Ειδικά το σημείο της "πρόθεσης" θέλει μεγάλη προσοχή. Για τον άγγλο φιλόσοφο, το πιο σημαντικό στοιχείο του πλαισίου είναι η παρούσα, συνειδητή πρόθεση του ομιλητή. Αν ο ομιλητής "εννοεί" αυτό που λέει και τηρεί τις συμβάσεις, το εκφώνημα πετυχαίνει. Ο Ντεριντά όμως σωστά λέει ότι η πρόθεση του ομιλητή δεν είναι ποτέ απόλυτα διαφανής ή κυρίαρχη πάνω στη γλώσσα.  Για παράδειγμα, ο σύζυγος μπορεί να πει στον δήμαρχο ότι δέχεται να παντρευτεί τη νύφη, αλλά μέσα του να έχει κάποιες επιφυλάξεις. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή, στην γλώσσα του Ντεριντά, να έχουμε την απόλυτη "Παρουσία" του ομιλητή μέσα στον ίδιο του τον λόγο.

**************

Θα κάνουμε μια παρένθεση για να πούμε ότι η θεωρία του Ντεριντά για την πρόθεση, από ορθοδόξου πλευράς, είναι σωστή, με μια εξαίρεση, τον Χριστό, τον Θεάνθρωπο. Στο πλαίσιο της Χριστιανικής Δογματικής υπάρχει η Υποστατική Ένωση της Θείας με την ανθρώπινη φύση. Ως Λόγος του Θεού (Ιωαν. 1:1) ο Χριστός είναι η αποκαλυμμένη πρόθεση του Θεού για τον κόσμο. Η βούλησή Του δεν διασπάται, δεν έχει σκοτεινά σημεία ή ασυνείδητες κρυφές επιθυμίες. Περαιτέρω, ο λόγος του Χριστού υπερβαίνει τη φθορά του χρόνου ("ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι", Ματθ. 24:35). Η πρόθεσή Του θεωρείται αιώνια, καθολική και αναλλοίωτη.

Για τον Ντεριντά, που ακολουθεί σε αυτό το σημείο τον δομιστή γλωσσολόγο Σωσύρ, η γλώσσα είναι ένα σύστημα "σημείων" (λέξεων) που παραπέμπουν σε άλλα σημεία, χωρίς να αγγίζουν ποτέ την ίδια την ουσία των πραγμάτων. Η σημασία διαρκώς "αναβάλλεται". Η Παρουσία δεν έρχεται ποτέ. Η χριστιανική θεολογία κάνει μια ριζική ανατροπή, ιδίως στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Ο Λόγος δεν είναι λέξεις: δεν είναι ένα άνοιγμα σε λεξικά ή γλωσσικές συμβάσεις, αλλά το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Στον Χριστό, αυτό που λέει, αυτό που θέλει (πρόθεση) και αυτό που είναι (ουσία) ταυτίζονται απόλυτα. Δεν υπάρχει εσωτερική απόσταση ανάμεσα στη σκέψη και τη διατύπωση, διότι δεν υπάρχει αμαρτία- η οποία στην θεολογία ορίζεται ως διάσπαση, εσωτερικός διχασμός και δόλος. Η πρόθεση του Χριστού συμπυκνώνεται στη θεία Αγάπη και τη Σωτηρία. Αυτή η πρόθεση θεωρείται απόλυτα διαφανής, διότι αποκαλύφθηκε πλήρως και απολύτως πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός είναι η πράξη όπου δεν υπάρχει κανένα κρυφό νόημα, καμία "υποκρισία" ή "ειρωνεία". Όσον αφορά την Σάρκωση, την "Κένωση" δηλαδή του Ίδιου του Εαυτού Του, παρατηρεί ο Ντεριντά, αυτή συμπεριλάμβανε και την υιοθέτηση της ανθρώπινης γλώσσας. Ο Θεός γνώριζε βέβαια ότι χρησιμοποιώντας ανθρώπινες λέξεις (παραβολές, εικόνες της εποχής Του), ο λόγος Του θα "υπέκειτο" στη φθορά του χρόνου, στις ατυχείς μεταφράσεις, στις πολιτικές εκμεταλλεύσεις κατά τις διάφορες συγκυρίες και στις παρερμηνείες.

Γιατί το επέτρεψε; Το επέτρεψε όμως γιατί η χριστιανική θεολογία μας λέγει ότι ο Θεός σέβεται την ανθρώπινη ελευθερία. Αν ο λόγος του Χριστού επιβαλλόταν με μια μαθηματική, αδιαμφισβήτητη λογική που δεν επέτρεπε καμία αμφισβήτηση, θα καταργούσε την ελεύθερη πίστη. Η "θολότητα" ή η αβεβαιότητα που εισάγει η γλώσσα είναι ο χώρος που αφήνεται στον άνθρωπο για να επιλέξει ελεύθερα να εμπιστευθεί το Πρόσωπο, να δοθεί στον Κύριο. Εξάλλου, λέγει η Θεολογία, ο Χριστός δεν άφησε πίσω Του μόνο ένα βιβλίο (όπως συνέβη σε άλλες θρησκείες), αλλά υποσχέθηκε ότι θα στείλει το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι απλώς μια αφηρημένη δύναμη, όπως κακόδοξα πιστεύουν κάποιες χριστιανικές Ομολογίες, αλλά το Πρόσωπο που διατηρεί ακριβώς την πρόθεση του Χριστού ζωντανή μέσα στην Ιστορία. Και βέβαια, έχουμε την Εκκλησία ως Ζωντανό Οργανισμό και το μέγιστο Μυστήριό της, την Ευχαριστία, που είναι το αποκορύφωμα της επιτελεστικότητας ("speech act"). "Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου": Για τη θεολογία, αυτό δεν είναι μια μεταφορά ή μια αλληγορία που αλλάζει νόημα με τους αιώνες. Είναι μια πραγματική μεταμορφωτική πράξη που επαναλαμβάνεται διαρκώς, καθιστώντας τον Χριστό σωματικά παρόντα.  Εδώ η "επαναληψιμότητα" (που για τον Ντεριντά φέρνει τη φθορά) είναι ο τρόπος με τον οποίο η αιωνιότητα εισβάλλει συνεχώς στον χρόνο. Εν κατακλείδι, η πρόθεση του Χριστού δεν φθείρεται, όχι επειδή οι ανθρώπινες λέξεις είναι άφθαρτες, αλλά επειδή ο ίδιος ο Χριστός νίκησε τη φθορά και τον θάνατο.

*****************

Ας δούμε τώρα τι είναι ο θρησκευτικός γάμος σύμφωνα με τον Γάλλο φαινομενολόγο φιλόσοφο και θεολόγο, τον Jean-Luc Marion. Λοιπόν, ο σπουδαίος αυτός στοχαστής, μολονότι δεν έχει απαντήσει ρητά για όλα αυτά, θα έλεγε, σύμφωνα με τη θεωρία του, που εκφράζεται κυρίως στο βιβλίο του "The erotic phenomenon" ("Το Ερωτικό Φαινόμενο", κυκλοφορεί και στα ελληνικά) ότι τόσο ο Ώστιν όσο και ο Ντεριντά παραμένουν παγιδευμένοι σε μια "μεταφυσική του λόγου". Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά. Τι είναι λοιπόν για τον Μαριόν πρωτίστως ο θρησκευτικός γάμος; Στο έργο του ο γάλλος στοχαστής δεν βλέπει τον θρησκευτικό γάμο ως μια νομική πράξη ή μια τυπική τελετή, αλλά ως την θεσμοποίηση του λεγομένου "ερωτικού φαινομένου". Στον θρησκευτικό γάμο, για να μιλήσουμε κάπως πιο απλά, ο άλλος δεν αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο (όπως σε ένα πολιτικό συμβόλαιο), αλλά ως μια "Εικόνα" ("Icon"). Όπως ακριβώς στην βυζαντινή Εικόνα η ζωγραφισμένη μορφή του Χριστού μας αφήνει να δούμε πέρα από αυτήν, δηλαδή το ίδιο το Αρχέτυπο ("η τιμή της εικόνας αναφέρεται στο Αρχέτυπο" είπε ο Μέγας Βασίλειος), έτσι και το βλέμμα του ερώμενου υπερβαίνει την εννοιολογική μας κατανόηση. Είναι, όπως το λέγει, ένα "κορεσμένο φαινόμενο" ("saturated phenomenon"). Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο, τον έρωτα, που "τυφλώνει" την νόηση, επειδή προσφέρει περισσότερη διαίσθηση, βίωμα, εμπειρία, από όση μπορεί να χωρέσει μια έννοια. Το είδωλο, λέγει στο βιβλίο του, είναι το βλέμμα που σταματά στην επιφάνεια του άλλου: όπως όταν ο ειδωλολάτρης ατενίζει το μαγικό ξόανο, που αιχμαλωτίζει όμως το βλέμμα του και τον κυριεύει. Είδωλο σημαίνει ότι αγαπώ τον άλλο για αυτό που μου προσφέρει, ομορφιά, ασφάλεια, κοινωνική θέση κ.λπ.

Λοιπόν, στον πολιτικό/συμβατικό γάμο, υπάρχει ο κίνδυνος ο άλλος να αντιμετωπιστεί ως είδωλο ή ακριβώς αντικείμενο σύμβασης. Στον θρησκευτικό γάμο, όπως είπαμε, ο σύζυγος αντιμετωπίζεται ως "Εικόνα". Το βλέμμα του άλλου δεν κατέχεται: είναι ένα αβυσσαλέο βάθος που με καλεί. Δεν αγαπώ τον άλλο για τα χαρακτηριστικά του, αλλά αγαπώ την ίδια την υποκειμενικότητά του, την ελευθερία του και το μυστήριό του. Περαιτέρω, λέγει ο Μαριόν, στον πολιτικό γάμο ο ομιλητής πρωτοστατεί: "Εγώ σε παντρεύομαι", διαβεβαιώνει. Στον θρησκευτικό, η δομή αυτή αντιστρέφεται. Πρόκειται για μια λεπτή διαφορά: η αγάπη προς εμένα προηγείται. Ο Θεός και ο Άλλος απευθύνουν μια κλήση στο υποκείμενο πριν εκείνο αποφασίσει. Υπάρχω γιατί με αγαπούν. Για τον Μαριόν, ο θρησκευτικός γάμος είναι πρωτίστως Μυστήριο διότι εισάγει την έννοια της Χάριτος: η αγαπητική δέσμευση στο Μυστήριο δεν είναι "δίνω για να δώσεις". Είναι μια ανιδιοτελής προσφορά, μια δωρεά χωρίς επιστροφή. Ολα αυτά σχετίζονται με την θεωρία του "Δώρου", που έχει αναπτύξει και σε άλλα βιβλία του. Τέλος, στον θρησκευτικό γάμο, ανάμεσα στους δύο συζύγους παρεμβάλλεται το Θεϊκό Στοιχείο. Η αγάπη των συζύγων δεν αντλείται μόνο από τις δικές τους περιορισμένες δυνάμεις, αλλά μεταμορφώνεται ακριβώς σε κανάλι της Θείας Αγάπης.

****************

Ας περάσουμε τώρα στην ίδια την Ορθόδοξη Θεολογία, αν και όσα είπε ο Μαριόν είναι συμβατά με αυτήν. Τι λέγει όμως για όλα αυτά ο άγιος Δημήτριος Staniloae, ο μεγαλύτερος ίσως δογματολόγος του 20ου αιώνα; Λοιπόν, για τον ιερό Πατέρα της Εκκλησίας, η γλώσσα δεν είναι ούτε ένας απλός μηχανισμός συμβάσεων και επιτελεστικών κανόνων (Ώστιν) ούτε ένα απείρως αναβαλλόμενο δίκτυο απουσιών και σημείων χωρίς κέντρο, όπως είναι η θεωρία της Αποδόμησης (Ντεριντά). Δυστυχώς δεν είπαμε πολλά για αυτό το θέμα. Ίσως επανέλθουμε. Η γλώσσα για τον άγιο είναι το μέσο της προσωπικής κοινωνίας και της θείας Αποκάλυψης.

Τι θα έλεγε στον Ώστιν και τον Ντεριντά; Στον πρώτο θα απαντούσε ότι είναι λάθος η θεώρηση του γάμου ως "επιτελεστικού θεσμού", ως "speech act", καθώς ο λόγος του δημάρχου αλλάζει απλώς το κοινωνικό "status" δύο ανθρώπων, αλλά μόνο η ιερατική ευχή μεταμορφώνει την οντολογική τους πραγματικότητα. Η επιτελεστικότητα στον θρησκευτικό γάμο πηγάζει στην πραγματικότητα από την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο λόγος του ιερέα ("Στεφανώνεται ο δούλος του Θεού...") είναι "επίκληση" ακριβώς στο τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που ενώνει δύο ελεύθερα πρόσωπα σε "μία σάρκα" εν Χριστώ.

Όσον αφορά τον Ντεριντά που μίλησε για την αδυνατότητα της Παρουσίας, ο άγιος Δημήτριος λέγει ότι ο γάμος στην Εκκλησία δεν βασίζεται μόνο στην ανθρώπινη ψυχολογία, στις υποσχέσεις ή τις συμβάσεις, αλλά προπάντων στον Χριστό, ως Εγγυητή της "Παρουσίας". Η αγάπη των συζύγων μπολιάζεται στην αιώνια αγάπη της Αγίας Τριάδος. Η καθημερινή επανάληψη της αγάπης και της συγχώρησης μέσα στον γάμο δεν είναι "παρασιτική", αλλά ασκητική πορεία. Κάθε μέρα οι σύζυγοι καλούνται να ανανεώνουν την χάρη του Μυστηρίου. Βαθύτερα, για τον π. Στανιλοάε η ουσία του γάμου έγκειται στην προσωπική "κοινωνία": ο γάμος είναι η υπέρβαση του εγωκεντρισμού. Δύο αυτόνομα άτομα παύουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως κλειστή μονάδα και γίνονται "πρόσωπα", που υπάρχουν αληθώς για τον άλλον. Ο γάμος είναι ένα άνοιγμα του ζεύγους προς την οικουμενικότητα, την κοινωνία και ολόκληρη την Κτίση. Ο άγιος Δημήτριος ασκεί δριμεία κριτική στην αντίληψη ότι ο γάμος είναι ένα καταφύγιο ατομικής ευτυχίας. Αν δυο άνθρωποι αγαπούν μόνο ο ένας τον άλλον και αποκόπτονται από τον υπόλοιπο κόσμο, ο γάμος τους μετατρέπεται σε έναν "διευρυμένο εγωισμό". Για τον άγιο, η αληθινή αγάπη δεν εξαντλείται στην αμοιβαία "ενατένιση', δηλαδή στο να κοιτάζει ο ένας σύζυγο τον άλλον στα μάτια, αλλά σε κάτι πολύ διαφορετικό: στο να κοιτάζουν μαζί και οι δυο προς τα έξω, προς τον Θεό και τον πλησίον. Παλαιότερα άλλωστε- και πολύ σωστά- ο γάμος τελούνταν στα πλαίσια της Θείας Ευχαριστίας: με την μετοχή στο Κοινό Ποτήριο οι σύζυγοι ενώνονται με τον Χριστό και, μέσω Αυτού, με όλους τους πιστούς και όλη την ανθρωπότητα. Ο γάμος τους γίνεται οργανικό μέλος του Σώματος του Χριστού. Τέλος, ο γάμος έχει βαθύτερα εσχατολογική προοπτική: προεικονίζει την τελική ένωση του Χριστού με την ανθρωπότητα, την "Νύμφη Εκκλησία". Είναι μια πρόγευση της Βασιλείας του Θεού, όπου όλες οι διαιρέσεις (φυλετικές, κοινωνικές, ατομικές) καταργούνται στην απόλυτη αγάπη.

************

Αφήσαμε πολλά πράγματα κατ΄ανάγκην μη διασαφηνισμένα, καθώς το θέμα είναι πολύ μεγάλο. Για τον Ντεριντά έχουμε μιλήσει επανειλημμένα και ελπίζω ο αναγνώστης, αν δεν είναι εξοικειωμένος με την Αποδόμηση, να έχει τουλάχιστον καταλάβει τα βασικά της στοιχεία. Όσον αφορά την διδασκαλία του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε, πρέπει να πούμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα θεολογική ερμηνεία μεταξύ άλλων, αλλά με αγιοπνευματικό λόγο: το Άγιο Πνεύμα κινούσε τα χείλη του προς χάριν του πληρώματος της Εκκλησίας.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας (χωρίς τίτλο) που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Ιωάννη Μητράκα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ήθεια ότι στον Ορθόρία δοξο κόσμο, και ειδικότερα στην πατρίδα μας, ο Δεκαπενταύγουστος γιορτάζεται πολύ πιο έντονα από ό,τι στον δυτικό κόσμο, αν και στους Καθολικούς υποτίθεται ότι η Παναγία 'τιμάται' περισσότερο (δόγμα της Αμώμου Συλλήψεως, η Παναγία ως συλλητρώτρια του ανθρωπίνου γένους κ.λπ.). Έτσι είναι όμως τα πράγματα μόνο φαινομενικά. Ας δούμε στην πραγματικότητα τι συμβαίνει.

Καταρχήν, θα πρέπει να πούμε ότι η μεγάλη φυγή των κατοίκων των αστικών κέντρων στην ύπαιθρο δεν έχει στην πραγματικότητα κοινωνιολογικό χαρακτήρα. Δεν είναι ένα φολκλόρ. Όσο και αν φαίνεται παράξενο, ακόμη και αν δεν το συνειδητοποιούν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι νιώθουν ανέστιοι στην πόλη και πάνε να βρουν την "εστία" τους. Η πόλη, κατά έναν φιλόσοφο, είναι συνδεδεμένη με την αλλοτρίωση, παρά τις ανέσεις έχει χάσει τα αγαθά της "προβιομηχανικής" κοινωνίας- τότε που, ας το πούμε πολύ απλά, ο άνθρωπος ήξερε που "πάταγε". Στην πατρίδα μας το δέσιμο με την Ορθοδοξία είναι πολύ μεγάλο, ακόμη και σε κείνους που φαίνονται τελείως αδιάφοροι ή και άθρησκοι.

Η επαρχία είναι ο φύλακας της παράδοσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι εκεί είναι καλύτεροι χριστιανοί, αλλά ότι γενικά η ύπαιθρος έχει μια τάση να κρατά καλύτερα τις παραδόσεις. Και οι άνθρωποι πάνε εκεί, και γιορτάζουν, έστω κι αν καμιά φορά δεν ξέρουν τι ακριβώς είναι αυτό που γιορτάζουν. Αναφερθήκαμε πρόχειρα στην φιλοσοφία του Χάιντεγκερ.

****************

Ας περάσουμε τώρα σε πιο θεολογικά θέματα. Εφόσον η Παναγία σε μας δεν έχει γεννηθεί χωρίς το προπατορικό αμάρτημα (στην πραγματικότητα το καθολικό αυτό δόγμα δείχνει μια προβληματική θεώρηση για το προπατορικό αμάρτημα) ούτε υπάρχει δόγμα περί αμώμου συλλήψεως, πώς γίνεται να τιμάμε την Κοίμησή Της πιο πολύ; Πρέπει λοιπόν να πούμε ότι τα δόγματα αυτά στην πραγματικότητα απέκοψαν, τρόπον τινά, την Παναγία από τον πολύ λαό. Την έκαναν να μοιάζει κάτι ξένο, εξωγήινο, άσχετο με τον καθημερινό άνθρωπο και τα προβλήματά του. Και ούτε τιμάνε πιο πολύ την Παναγία.

Αν η Παναγία γεννήθηκε χωρίς το "προπατορικό αμάρτημα", αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάστηκε στη ζωή της να αγωνιστεί, ότι η αγιότητα Της δεν είναι δικό Της έργο αλλά απλά μια χάρη του Θεού, που στην πραγματικότητα δημιουργεί προσωποληψία. Η Παναγία στους Ορθοδόξους γεννήθηκε έχοντας την κοινή ανθρώπινη φύση, η οποία μετά την πτώση των πρωτοπλάστων φέρει τις συνέπειες της φθαρτότητας και της θνητότητας, καθώς, ας μην μας φαίνεται περίεργο, και την κλίση προς το κακό (τη ροπή της πεσμένης φύσης).

Η Παναγία είχε την δυνατότητα να αμαρτήσει- οι Καθολικοί το αρνούνται. Αυτό είναι όμως το μεγαλείο της, ότι ελευθέρως- ο Θεός δεν επεμβαίνει στην ανθρώπινη ελευθερία- είχε τόσο μεγαλοφυή, άρρητη, υψοποιό ταπείνωση, ώστε δεν αμάρτησε ποτέ. Άρα στην πραγματικότητα αγωνίστηκε- μας φαίνεται ότι δεν χρειάστηκε να αγωνιστεί, αλλά ταπείνωση με μια έννοια θα πει αγώνας. Είχε τόση ταπείνωση, ώστε μερικοί άγιοι, όπως ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, μας λένε ότι αν μαζέψουμε όλη την αρετή ανθρώπων και αγγέλων, η αρετή της Παναγίας είναι μεγαλύτερη. Η ταπείνωση, που είναι ως γνωστόν "υψοποιός", της έδωσε όλες τις άλλες αρετές, στον ύψιστο βαθμό, και φυσικά ήταν γεμάτη από την θεία αγάπη, μια αρετή Της που επίσης δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Έίχε τόση αγάπη, που φάνηκε βέβαια και στην Σταύρωση του Υιού Της, όταν συγχώρησε τους σταυρωτές Του. Η Θεοτόκος, διδάσκει ο άγιος Σιλουανός, δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με τον λογισμό.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι με την αρετή Της, τρόπον τινά, "ανάγκασε" τον Θεό να ενανθρωπήσει. Θέλουμε να πούμε ότι "μαγνήτισε" τον ίδιο τον Θεό, τον προσείλκυσε, τον έκανε να θέλει να αναπαυθεί εντός της κοιλίας Της, γιατί ο Θεός "στους ταπεινούς αναπαύεται. Και φυσικά, κατά τον Ευαγγελισμό θεώθηκε. Τότε πέρασε στην ατρεψία της αρετής διά παντός. Και έγινε η Βασίλισσα των πάντων. Όπως έλεγε η αγία Σοφία της Κλεισούρας, ένας είναι ο Βασιλιάς, ο Χριστός, και μία η Βασίλισσα, η Παναγία. Όλοι οι άλλοι είμαστε αδέλφια.

***************

Δεν εξηγήσαμε ακόμη το γιατί ο Δεκαπενταύγουστος τιμάται πολύ περισσότερο στην Ανατολική Εκκλησία παρά στην Δυτική. Λοιπόν, το γεγονός ότι η Παναγία έγινε η Θεοτόκος όντας μια από μας την κάνει πολύ πολύ πιο κοντινή και προσιτή στους ανθρώπους, παρά την αρετή Της, από ό,τι το δόγμα της "Αμώμου Συλλήψεως", που την αποξένωσε δυστυχώς από τους πιστούς- αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Μπορεί να είναι η Βασίλισσα, αλλά ο πιστός την νιώθει πια σαν μάνα, σαν καταφυγή, σαν παραμυθία στους πειρασμούς. Την νιώθει δικιά του. Και αυτή δεν αρνείται, φυσικά, να είναι η μάνα κάθε πιστού. Υπάρχει μάλιστα μια εικόνα Της στο Αγιον Όρος, η Γοργοϋπήκοος -και όχι Γοργοεπήκοος- γιατί η Παναγία θέλει να δείξει ότι, έστω και Βασίλισσα, "υπακούει" γρήγορα σαν μητέρα στις εκκλήσεις των παιδιών Της. Τόση ταπείνωση!

Και ένα τελευταίο θέμα: με το δόγμα περί μεταστάσεως της Παρθένου δεν ξεκαθαρίστηκε από την Καθολική Εκκλησία αν η Παναγία πέθανε ή όχι. Εμείς φυσικά πιστεύουμε ότι η Παναγία πρώτα πέθανε, για την ακρίβεια "κοιμήθηκε" (γιατί μετά την Ανάσταση ο Άδης καταργήθηκε) και κατόπιν μετέστη. Και σε πολλά μέρη μάλιστα έχουν μια ωραία συνήθεια, να στολίζουν επιτάφιο της Παναγίας και να διαβάζουν εγκώμια.

*******************

Αν θέλαμε να ορίζαμε την Ορθοδοξία, λέγει ο π. Λεβ Ζιλέ, θα λέγαμε ότι είναι η Εκκλησία που ξέρει να γιορτάζει το Πάσχα. Θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε ότι είναι εκείνη η Εκκλησία που ξέρει και να γιορτάζει και τον Δεκαπενταύγουστο.

Καλή Παναγία! Χρόνια πολλά!

 

 

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ