Είμαστε στον αμερικάνικο Νότο. Σε ένα ερημικό δάσος του Τενεσί, ο αυτόκλητος προφήτης Μέισον Ταργουότερ (ο «γέρος») πεθαίνει, αφήνοντας στον μικρό ανιψιό του την εντολή να τον θάψει και να γίνει και αυτός προφήτης βαπτίζοντας το μικρό ξαδερφάκι του (με σύνδρομο Ντάουν), τον Μπίσοπ, το οποίο μεγαλώνει ως βάρος ο «διαφωτισμένος» και ορθολογιστής ανιψιός του «γέρου» (Ρέυμπερ).
Ο νεαρός Ταργουότερ θα αψηφήσει και τις δύο αυτές εντολές του «γέρου», ενώ ουσιαστικά τις έχει υλοποιήσει. Καθ’ υπόδειξη της εσωτερικής φωνής που τον συνοδεύει και τον καλεί σε ανταρσία (εσωτερική παρουσία του δαιμονικού) δεν θα ολοκληρώσει την ταφή του «γέρου» και αντ’ αυτής θα κάψει την καλύβα που έμεναν στο δάσος και θα φύγει. Τελικά, θα τον θάψει ο νέγρος φίλος τους, όπως θα αποδειχθεί στο τέλος. Πάλι, φαινομενικά έρμαιο της δαιμονικής παρότρυνσης, ο νεαρός Ταργουότερ θα πνίξει το μικρό παιδί σε μία λίμνη, όμως όπως το πνίγει εκφέρει ακούσια λέξεις βαπτισμού, ουσιαστικά επιτελώντας τη βάπτιση του.
Το σχέδιο του Θεού λαμβάνει χώρα μέσα από μία πορεία/διαδρομή του νεαρού να ξεφύγει από το «καταπιεστικό» βάρος της αποστολής που έχει λάβει από τον «γέρο». Θα κάνει ωτοστόπ (τόσο οικείο θέμα στην αμερικάνικη λογοτεχνία), θα συναντήσει διάφορους τύπους εκμαυλιστές έως και βιαστές (εξωτερική μορφή του δαιμονικού), θα καταφύγει στον θείο του Ρέυμπερ, που θα νομίσει ότι θα μπορέσει με την κατάλληλη (κοσμική) παιδαγωγική να τον επαναφέρει στην «πραγματική» ζωή της καθημερινότητας (με βόλτες, μουσεία, αθλητισμό κ.α.) Είναι αυτός που θα ανακουφιστεί με το πνίξιμο του μικρού παιδιού, το οποίο παρατηρεί με απάθεια και σκληρότητα, αγνοώντας βέβαια την παράλληλη πράξη της βάπτισης.
Είναι προφανές ότι δεν βρισκόμαστε στο έδαφος μίας ορθόδοξης θεώρησης των πραγμάτων. Ο τόπος είναι η Αμερική του Νότου, με τους βαπτιστές και τους μεθοδιστές, που την έζησε η ρωμαιοκαθολική Φλάννερυ Ο’ Κόνορ. Αυτόκλητοι προφήτες και βαπτιστές, μανιχαϊστική αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο και τους εκλεκτούς, απόσυρση στην έρημο των δασών και των ποταμών. Όμως, ταυτόχρονα, πόσο πολύ κοντά στην Ορθοδοξία είμαστε!
Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του τέλους του μυθιστορήματος, όταν ο νεαρός Ταργουότερ έρχεται σε επίγνωση του ζωοποιού Λόγου: «Στεκόταν εκεί και τεντωνόταν μπροστά, αλλά η σκηνή έσβησε στο σκοτάδι που σκιαζόταν. Η νύχτα κατέβηκε, ώσπου δεν απόμεινε τίποτα, παρά μια λεπτή κόκκινη λουρίδα ανάμεσα της και στη μαύρη γραμμή της γης, ωστόσο αυτός στεκόταν ακόμη εκεί. Δεν ένιωθε πια την πείνα του σαν πόνο, παρά σαν πλημμύρα. Την ένιωθε να φουσκώνει μέσα του, μέσα από το χρόνο και το σκοτάδι, να φουσκώνει μέσα από τους αιώνες, και ήξερε πως φούσκωνε σε μια διαδοχή ανθρώπων που οι ζωές τους είχαν διαλεχτεί για να τη βαστάξουν, που θα πλανιόντουσαν στον κόσμο, ξένοι από κείνη τη βίαιη χώρα, όπου η σιωπή ποτέ δεν σπάει παρά μόνο για να κηρυχτεί η αλήθεια. Την ένιωθε να οικοδομείται από το αίμα του Άβελ ως το δικό του, να φουσκώνει και να τον καταπίνει. Του φάνηκε σε μια στιγμή να τον ανυψώνει και να τον γυρνάει. Στροβιλίστηκε κατά τη γραμμή των δέντρων. Εκεί, υψωνόταν μες τη νύχτα ένα χρυσοκόκκινο δέντρο, που ανέβαινε σαν να’ τανε να καταβροχθίσει το σκοτάδι με μια τρομαχτική φλογοβολή. Η ανάσα του αγοριού έτρεξε να την προϋπαντήσει. Ήξερε πως αυτή ήταν η φωτιά που’ χε περικυκλώσει τον Δανιήλ, που’ χε αναρπάσει τον Ηλία από τη γη, που’ χε μιλήσει στον Μωυσή και που εκείνη τη στιγμή θα μιλούσε και στον ίδιο. Ρίχτηκε καταγής και με το πρόσωπό του πάνω στο χώμα του τάφου, άκουσε την εντολή. ΥΠΑΓΕ ΝΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΡΟΜΕΡΑΣ ΤΑΧΥΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ. Τα λόγια ήτανε σιωπηλά, καθώς σπόροι που ανοίγανε ένας ένας μέσα στο αίμα του. Όταν, τέλος, σηκώθηκε, η φλεγόμενη βάτος είχε εξαφανιστεί» (σελ. 236-237, σε μετάφραση Αλ. Κοτζιά).
Ο ταλαιπωρημένος και βιασμένος νεαρός, αυτός που σκοτώνει βαπτίζοντας, ζει μέσα στη σιωπή, δεν μπορεί να μιλήσει με τρόπο βασανιστικό, μόνο στο τέλος μας θυμίζει πως «και τους τάφους καταλαβών, την προτέραν ζωήν απωδύρετο, επί πρόσωπον εαυτόν καταβαλών, και μη τολμών αφιέναι φωνήν, μηδέ ονομάζειν Θεόν» (Κατ΄Αίγυπτον των μοναχών ιστορία). Η κατανόηση και η αμαρτία είναι σωματικά για τη συγγραφέα (πως αλλιώς αφού πέθανε σε ηλικία 39 ετών από ερυθηματώδη λύκο). Ο νεαρός Ταργουότερ αισθάνεται σωματικά τον εσωτερικό του δαίμονα, αλλά και την πείνα του για τον Θεό, που είναι τόσο μεγάλη.
Ένα λογοτεχνικό σύμπαν που δεν έχει αξιολογηθεί όσο θα έπρεπε στην χώρα μας. Θα κλείσω με δύο μοτίβα της Φλάνερυ Ο΄ Κόνορ: μία αποδοχή των νέγρων και των περιθωριακών μέσα από την πίστη της («Οι νέγροι μου είπανε τι έκανες,», είπε, «Ατίμασες τον νεκρό!», επειδή δεν τον έθαψε, αλλά έβαλε φωτιά), και μία έλξη προς την άλλη ζωή: «Σκέψου πόσοι νεκροί…Υπάρχουν ένα εκατομμύριο φορές περισσότεροι νεκροί απ’ ό,τι ζωντανοί και οι νεκροί είναι ένα εκατομμύριο φορές περισσότερο καιρό πεθαμένοι απ΄όσο οι ζωντανοί είναι ζωντανοί» (σελ. 23).