Εγκλωβαπεγκλωβισμός  

1
461

Τί να την κάνει μια ζωή όπου, ο ίδιος άνθρωπος, μπορεί συγχρόνως να είναι «σκεφτόμενος» σε μία άλλη τάχα περιοχή, δίπλα ή χωριστά από αυτή που αποφασίζεται η ζωή του; Ο άνθρωπος αυτός μήτε σκέφτεται μήτε ζει (όπως ο σημερινός άνθρωπος).

Ζήσιμος Λορεντζάτος 
Νόμοι 

Α. Εν απορία έγνοια

Είχα από μικρός την ενστικτώδη κλίση να μην ανήκω πουθενά. Ήταν ένα μέρος κι αυτό, που για χρόνια, παραλλασσόμενο το αφήγημά του με ανάδευε ώστε να με δέσει στη σάλτσα μίας πλάνης ανωτερότητας, ανάλογη με κάθε άλλη τέτοια, κάθε πιθανής κοσμικής στράτευσης. Είχα, όπως και να ‘χει, ένα υγιές -ως προς την ανοιχτότητα που μου εξασφάλιζε- μίσος προς τους προσδιορισμούς των βροτών της εποχής. Όχι προς τους τελευταίους απαραίτητα, αν και αναπόφευκτα δευτερογενώς, και τριτογενώς προς εμένα τον ίδιο.

Με αηδία παρατήρησα κάποτε, τ’ άλλα μυξιάρικα σαν εμένα, ζεστά από την κοιλιά της μάνας τους ακόμα, να επικοσμούν την κοινωνική ταυτότητά τους με το να τσακώνονται για τις κομματικές τους προτιμήσεις. Κοινή η ομολογία τους ότι ήταν ίδιες με τις προτιμήσεις των γονέων τους. Ή, στους αντιδραστικότερους, η προτίμηση που θα ενοχλούσε τους γονείς τους, ακριβώς όπως συμβαίνει και με τ’ οπαδιλίκι. Το οπαδιλίκι όμως είναι ανώτερο ποιοτικά, γιατί είναι ξεκάθαρο ποιος κάνει ποια δουλειά και κοινώς παραδεκτό ότι πρόκειται για παιδιά που παίζουν. Έπειτα ξέρουμε για ποιο σφύριγμα του διαιτητή αξίζει να μαχαιρωθούμε αρμοδίως, με τί χρώμα φανέλας κυκλοφοράει το δυνητικό σφαχτό μας κτλ. Αν μη τί άλλο δε, πολιτιλίκι κι οπαδιλίκι αφορούν μία χαζή στράτευση σε αλλουνού τον πόλεμο: των ομαδούχων μεγαλοεπιχειρηματιών και την πολιτική καριέρα κάποιων αμόρφωτων απόφοιτων μεγαλοπανεπιστημίων, αυνανιζόμενων με στατιστικές δικαίωσης της γραμμής τους, μαρκετάροντας το ελπιδοφόρο άτομό τους. Άμα τελειώσουν κάποτε θα ανάψουμε τσιγάρο.

Την ώρα τούτη λοιπόν, αφουγκραζόμενος ένα στιγμιότυπο όπου μπλε, πράσινα και κόκκινα χθεσινά αυγά (σκέψου ένα πασχαλινό καλάθι καρακίτς) παίρνουν τη θέση τους στο κομματικό κοτέτσι και σκοτώνονται σα τα κοκόρια για την ορθολογικότητα των θέσεών «τους», ακαριαία συνέλαβα τη γεύση που έχει η μοναξιά, η οποία θα με συντρόφευε στη ζωή. Οι θεωρίες περί κοινωνικού κόσμου (πολιτικές θεωρίες εν προκειμένω) με «παρανοούσαν», μ’ έσπρωχναν στην μόνωση και βέβαια στην ορνιθολογία (ερευνητικό επίπεδο) κατά τα ανωτέρω.

Στη συνέχεια της αυτοεκπληρούμενης προφητείας μου, προωθώ την ολοκλήρωσή της πηδώντας και απ’ το καράβι της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, λίγο πριν το πτυχίο, καταλήγοντας: αν είναι έτσι οι θεραπευτές προτιμώ να πλένω πιάτα και να με καταπιεί η τρέλα. Τα κατάφερα.

Ο κόσμος των «μεγάλων κατανοητών» της ζωής ήταν δωμάτια κατανόησης ενός αποδεκτά -αρρήτως- μονίμως ετοιμόρροπου κτιρίου. Εντός του, συζητήσεις, συνεδρίες, συνεργασίες, επί κοινής αβασιμότητας. Ένα αβάσταχτο σημειωτόν.

Το αφηρημένο και τεχνητό ψέμα της τέχνης με κέρδιζε μόνιμα, σε αντίθεση με τις αλήθειες του συγκεκριμένου και φυσικού (ψέματος) της τεκμηριωμένης «αλήθειας μας» ως επιστήμη, λογική, ηθική, που αναγκαστικά -εγγενώς- λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο, αχάριστη φιλοξενούμενη ούσα.

Η επιστήμη είναι απόσπασμα αλήθειας, και σου λέει ψέματα ως μεμονωμένη πληροφορία, καν χειροπιαστή κι απολαυστική για τους έχοντες τη σκευή του μελετητή. Η τέχνη επίσης είναι ψέμα, σκηνοθεσία και εικονοποιΐα, κάτι που είναι ο άνθρωπος μόνιμα για να τα βγάλει πέρα ψυχολογικά: μίμος, αυτοσχεδιαστής της κανονικότητας, ψεύτης συνειδητός (αν είναι έντιμος) και σπουδαγμένος.

Ποιο είναι το ακριβό άρωμα; Η ενότητα των γεγονότων· όχι η εγκυρότητα των στιγμών, η ακρίβεια των αριθμών σε μία τεχνητή κλίμακα που ψηλαφεί, ματοδεμένη, τη φυσική κλίμακα των πραγμάτων. Οι Προσωκρατικοί ήταν πάντοτε πολύ εγγύτεροί μας απ’ ό,τι νομίζουμε. Που πάει να πει πώς ήταν πάντοτε και πιο μπροστά από εμάς, όντες τόσο πίσω στο χρόνο αλλά και τόσο καίριοι στις εστιάσεις κι απαιτήσεις τους.

Ήθελα ενότητα· όχι ειδικότητα εντός χάους. Ήθελα να ζήσω· όχι να δικτυωθώ, να σταδιοδρομήσω επαγγελματικά κι αυτό να το πω «ζωή». Είχα κλειδώσει: οι ανώτερες των επιστημών ήταν τα πολυπλοκότερα παιχνίδια των πιο προικισμένων παιδιών. Τίποτα παραπάνω. Τίποτα το ουσιαστικά ζωηφόρο. Παράταση της ώρας του θανάτου και παράκαμψη της ίδιας της φύσης μας -της κάθε στιγμής, όπου έχεις μια πραγματική ερώτηση και ψάχνεις μία πραγματική απάντηση. Τίποτα δε γεμίζει αυτή την ανώνυμη έλλειψη (γνώση, καριέρα, ιδιοκτησία, φήμη, ηδονή). Όπου κι αν πας, το ίδιο μέρος είσαι και κουβαλάς. Όπου κι αν μένεις, το ταξίδι συνεχίζεται.

Δε μπορούσα να προχωρήσω σ’ έναν κόσμο που δεν καταλάβαινα· δεν είχα κίνητρο· δεν μπορούσα να με προδώσω «έως εκεί»: να πω πραγματικό το αυτοσχεδιαστικώς συλληφθέν ως τέτοιο. Δεν υπήρχε ένα μέρος, αλλά μετέωρα επισκέψιμα δωμάτια σ’ ένα άγνωστο -και γι’ αυτό τρομακτικό- σπίτι-μη-σπίτι. Όλα ήταν ελάχιστα και τεράστια: μία Πασκαλιανή διπολική φωτογραφία, όπου αισθάνεσαι ως «ένα μηδέν σε σχέση με το άπειρο, ένα παν σε σχέση με το μηδέν, στο μέσο μεταξύ μηδενός και παντός»1. Το σακάκι του Πασκάλ είχε μία απάντηση επί του επίπονου και παραδόξου τούτου, τελικά (βλ. Memorial). Έπρεπε να βρω όμως στη δική μου βιοτή την απάντηση, να τη γράψω με τις δικές μου λέξεις, να κάνω τις δικές μου δεσμεύσεις μπρος στη χάρη των εξηγήσεων, στο δικό μου σακάκι να τις ράψω. Έπρεπε να επιτραπεί, κυρίως, οι εξηγήσεις να με βρουν.

Δεν έπεσα και πολύ έξω στο τί θα απογίνω, όμως υπήρξα παντελώς ανίδεος για το τί θα βρω εκεί στο πάτωμα, στην πίκρα της ανυπαρξίας που θα μου προκαλούσε η ανορθόδοξη κοινωνικά πορεία μου.

*

Πριν από το ευρεθέν, θα ζωγραφίσω λίγο από το τώρα της ορθόδοξης πορείας των «φυσιολογικών» ανθρώπων, όπου όλα έγιναν «καθωσπρέπει». Θα είναι ένα κολλάζ καταλαλιάς. Είναι μία επικίνδυνη περιοχή, όπου δίνω το δικαίωμα στον εαυτό μου να αναλύει την κακότητα έξω από τον ίδιο -στους άλλους- που, εντέλει, αν δεν οδηγεί σε κάθαρση, δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία εργασία αδικίας2, αυτενάντια μεν, αξίως θεομίσητη δε, ως αφιλάδελφη ενώπιον Θεού προνοούντος για τους πάντες. Τρις αλλοίμονο, πολύ περισσότερο, αν η κάθαρση τούτη αφορά σε μια αυτοπαραπομπή του καταγγέλλοντος την πτώση, περιπεσών κι ο τελευταίος στον πιο κοινό των πειρασμών μας, που οικεί σε «ατομικές» και «συλλογικές ατομικότητες»: οίησις. Δεν πλανιέμαι στα βασικά όμως: η αλήθεια δεν είναι κανείς άλλος απ’ Αυτόν· και η αλήθεια τους θέλει όλους μαζί της. Πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας3, «ακούει» αυτή τη θέληση, τη μόνη αλήθεια. Κι εγώ, απλώς θα ζωγραφίσω μερικές στερεοτυπικές λεπτομέρειες της κωφότητας των εν «προγεννητική» ακόμα πορεία, βεβαίως προβάλλοντας κι εκθέτοντας εμμέσως και την ιδία. Έτσι κι αλλιώς, πώς, πιστεύοντάς με ως συνειδητοποιημένο, θα μπορούσα να έχω το παραμικρό σέβας επ’ εμού, να μου καταλογίσω το αξιοτίμητον, όπως γράφει και ο μετανοών Ντοστογιέφσκι (βλ. Υπόγειο);

Η συμπτωτικότητα, μεταξύ συνανθρώπων, μας επιβάλλει την κριτική, αν αυτή έχει μία προοπτική αντιπρόταση, ένα έδαφος να πατήσει ο πλησίον, όταν του ξεφτιλίσουμε κι αποτραβήξουμε το υπάρχων της επιστερέωσής του. Δεν εξουθενώνω κανένα, αλλά το υλικό με το οποίο ο καθένας μας λίγο-πολύ ζει μεν, εξουθενώνοντας την προοπτική «να ζει για κάτι» δε, το οποίο πιστεύω κι εγώ ως «μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης» (ό.π., βλ. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής). Δεν μου φταίει ο παίχτης και δεν μου φταίει το παιχνίδι: μου φταίει ότι το τελευταίο είναι στημένο· και μέσα εκεί, ο σύγχρονος πολιτισμικός και διανοούμενος μεγαλομάρτυρας, τα δίνει όλα, κι αδειάζει απ’ όλα, ωσάν να ‘σπειρε τόνους σπόρους σε ένα πετροχώραφο.

 

Β. Είσαι μια Ζωγραφιά

Τώρα τα μυξιάρικα, λοιπόν, έχουν ακόμα από μια κομματική προτίμηση. Είναι πεπεισμένα ότι συμμετέχουν σε κάτι το υψηλό, υπεύθυνο, σοβαρό. Φαντάζομαι επειδή η δημοκρατία (;) προβλέπει τουλάχιστον εικοσιπέντε πολιτικές χειρονομίες για έναν ψηφοφόρο εκατόν δεκαοκτώ ετών. Πολλά έχουν αποστροφή για όποιον δεν είναι σαν κι αυτά, που όμως είναι σαν όλα (όλα αυτά, που είναι σαν κι αυτά…). Έχουν φανέλες, έχουν κερκίδα, παρακολουθούν και ταυτίζονται με το άθλημα της επικράτησης. Έχει πέσει το ποσοστό της μαχαιριάς μ’ ατσάλι εν πολιτισμώ, κι η μάχη έχει μεταφερθεί στο πλαίσιο της συζητησιμότητας (είναι ο κανόνας τουλάχιστον). Δημοκρατικό ξεδημοκρατικό, άκρως διαβολικό είναι, πιστεύω, τα πάντα να καθίστανται συζητήσιμα. Μετά, λεπτομέρειες αλληλόχρεες να δίνουν εξηγήσεις, κι υπόχρεες να τις υποστηρίζουν μ’ ένα πολεμικό αφήγημα αλλαγής -κάτι που δεν αλλάζει, σε καμία παράταξη, καμίας εποχής, ιδεολογίας, φιλοσοφίας. Όλοι τους ζουν και συντηρούν μια νοητή μελαγχολική συννεφιά, που κρύβει το φως, που θα φέρει η αλλαγή τους βέβαια. Πόσο χρήμα έχει πέσει, μόνο και μόνο για να βγάζουν γλώσσα μερικοί στους υπολοίπους -το λεν αντιπολίτευση. Μόνο που αν μερικοί λίγοι ανήκουνε σε μερικούς λίγους, ποτέ, κανείς, δεν είναι με κανέναν -ούτε καν με τους νομιζόμενους δικούς του- αλλά ζουν εθέλεχθροι, δεμένοι υπό του πάθους της διαιρετικότητας.

Τώρα έχουν κι από ένα πτυχίο ως βεβαίωση του μορφωμένου ατόμου τους, που διαβάζει μόνο για την πιστοποίηση κι εργάζεται -κι αναπτύσσεται- μόνο επί πληρωμή. Μόρφωση είναι: διαλέγεις έναν κλάδο επιστήμης, διαλέγεις αντικείμενο, κάνεις ειδικότητα (μάστερ), κάνεις ενίσχυση του κλάδου (διδάκτωρ). Σε νούμερα αυτό είναι περίπου: από το ένα τέταρτο (των διαθέσιμων επιστημών), το ένα εκατοστό (των διαθέσιμων κλάδων)· κι από αυτό, το ένα χιλιοστό (φυλλαράκι του κλάδου)· κι επ’ αυτού, ένα χιλιοστό (το προσωπικό φυλλαράκι -βλ. paper). Οι επιστήμες όμως, όπως προείπα, είναι παιχνίδια υψηλού επιπέδου -απαιτούν μεγάλη αφοσίωση του ανθρώπινου λειτουργικού- και θα ήταν προς όφελος όλων, η μελέτη και καλλιέργειά τους να αφορούσε μόνον αυτούς που έχουν το σκαρί και την κλίση προς αυτά τα πολύπλοκα παιχνίδια. Η προώθησή τους στους αντίστοιχους κλάδους θα επιμαρτυρούσε και για ένα σύστημα παιδείας, που για την ώρα βγάζει ψυχαναγκασμένους υποψήφιους μελετητές, που θα φορτωθούν στις τριτοβάθμιες δομές. Γιατί ψυχαναγκασμός έχει καταντήσει η μόρφωση, ως τυποποιημένη σε αυτή τη γραμμική αλληλουχία γνωστικών επιλογών σπουδής. Παραβλέψαμε τελείως την αρχαία κατάκτηση: πως μόρφωση είναι πρωτίστως η διαμόρφωση κι αγωγή του θελήματος, του κινήτρου. Δηλαδή, ο άνθρωπος να μείνει καλός, κι όχι να γίνει καλός επαγγελματίας κι επιτυχημένος καριερίστας, πατώντας ακόμα και σε πτώματα. Έπειτα, είναι και η ηδονή του πνεύματος. Κι έτσι, μεγαλώσαμε ικανοποιώντας ταπεινά κίνητρα, προϊστορικής «εμβέλειας», με υπερσύγχρονο εξοπλισμό να τα υποβοηθά προς το αυτό-τίποτα. Μία εκλεπτυσμένη σκλαβιά, που στην ουσία της παραμένει αιώνια: κάποιοι ισχυροί, επιβάλλουν τον τρόπο με τον οποίον κάποιοι άλλοι θα δουλεύουν για την αφεντιά τους. Άνευ επιπτώσεων όλα αυτά; Όχι βέβαια: δουλεύουν σα σκλάβοι, κι όταν βρίσκονται από τη μεριά του καταναλωτή υπηρεσίας, απαιτούν κι οι άλλοι να δουλεύουν σα σκλάβοι στην ποδιά τους, καθ’ ομοίωσην του εκάστοτε πολιτικού ανεμοδούρα. Είναι, έτσι, ασυγχώρητη η μη αφοσίωση στα ζητήματά τους, όταν παίζουν λεφτά στο τραπέζι, ακόμα κι αν πρόκειται για ένα σουβλάκι, μία πρίζα, μία θέση στη διοίκηση, ή στο τέρμα μίας ομάδας της γ΄ εθνικής. Τώρα λοιπόν, η σπουδή είναι το «πώς» του χρήματος (η μόρφωση), και το χρήμα το «γιατί» της σπουδής (της θέλησης). Μου θυμίζει όλο αυτό ένα Σατωμβριανδικό τσιτάτο4: «Τα δάση προηγούνται των πολιτισμών και οι έρημοι έπονται αυτών». Ο περίεργος συλλογισμός αφορά στην παιδική εξερευνητική ιδιοσυγκρασία και την ερημοποίησή της μετά των κοινωνικών συμβάσεων («πολιτισμός») στις οποίες θα κληθεί να ενδώσει. Τα βαρβαροτρόφα κράτη μας απαλλάσσουν από την ανθρωπιά μας ώστε να παράξουν υπαλλήλους με δυσαισθησία προς τις φυσικές μας κλίσεις.

*

Τώρα έχουν κι από ένα ψυχολόγο, προς καταπράυνση της αδικημένης από την κοινωνία (οικογένεια, λυκοφιλίες, ιδεοπολτοί) αυτοπεποίθησης κι ανωτερότητάς τους. Τί να συμβεί αφήνοντας μικρά παιδάκια σε ένα δωμάτιο με αιχμηρά αντικείμενα; Αλληλοτραυματίζονται σε όλα τα επίπεδα: βάση επιστήμης τα αγόρια κυρίως σωματικά, και τα κορίτσια κυρίως κατά τον ψυχολογικό πόλεμο όπου είναι διαπρεπέστατα.

Η αδικία είναι ακατάπαυστη, ασυζητητί. Αδικείται η αυτοπεποίθηση, και το πώς θα μπορούσε να υπάρχει υγιώς. Τώρα η αυτοπεποίθηση προέρχεται -και διαλύεται βέβαια- κυρίως από είδωλα και τσιτάτα των social media. Κοτζάμ άνθρωποι, ζούνε με συνθήματα. Εξυπνάδες των -την ζωήν κρατούντων εν εγχειριδίω- πάσης λογής life coaches. Αυθαιρεσίες ονειρώδους ρευστότητος, που επαναλαμβάνονται, εν είδει αυτοπροσευχής και πρόβας, ενώπιον του καθρέπτη του σπιτιού (του εαυτού μόνου) και του καθρέπτη του κοινωνικού (του εαυτού μετά των άλλων εαυτών). «Να περνάς καλά, υγεία πάνω απ’ όλα, ν’ αγαπάς εσένα, να πιστεύεις σ’ εσένα, να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματά σου, να πάρεις το χαρτί, να γίνεις χρήσιμος, να πετύχεις, να βρεις την ευτυχία» και πολλά άλλα νοητικά τρόφιμα για τα δυνητικά ψοφίμια που θα φουσκώσουν από το ταπεινό μετερίζι τους το ΑΕΠ. Τσουβάλια ψυχοφάρμαρκα υποβοηθούν το εγχείρημα.

Τώρα η αυτοπεποίθηση αναζητείται στους δρόμους του αυτοελέους και τη στοιχειοθέτηση κατηγορητηρίων τρίτων. Είναι η λεγόμενη θυματοποίηση: πάντα, κάποιος άλλος έχει κάνει κάτι εις βάρος μας· αν και δε λέμε ότι την ίδια σχολή τελειώσαμε όλοι επί της ουσίας (της θυματοποίησης) -μιλάμε για διαφορετικότητα.

Τώρα αποφασίσαμε η οξυτοκίνη μας να εξαρτάται από την πληροφορία που μας δικαιώνει· κι οι οργανισμοί των ανθρώπων ας συναναστρέφονται μόνο με οθόνες και φριτέζες, με λογισμικά και τιμοκαταλόγους, φορώντας οντολογικές μπούρκες (εφόσον ζουν κυρίως online) και τραγουδώντας επαναστατικά ασμάτια, εποποιώντας με την ασοφία της κάθε παροδικής και παρωδιακής συλλογικής πλερέζας -κλαίνε το «πώς θα ‘πρεπε να είναι τα πράγματα».

Πάνω κάτω, στην καλύτερη περίπτωση, ο ιδανικός ψυχολόγος -ή Life coach- θα  μπορέσει να αναδείξει τον τερματοφύλακα που κρύβεις μέσα σου. Τί σκέφτεσαι, τί αισθάνεσαι, κάθε πότε, πώς να μην, πώς αλλιώς. Όλη μέρα θ’ ασχολείσαι «επιστημονικά» με τον εαυτό σου. Στο παιχνίδι δε βάζει κανένας γκολ, κατά κανόνα. Δεν έχουν ιδέα τί μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο.

Για να είμαστε δίκαιοι όμως, κι οι ψυχολόγοι βοηθάνε έστω στην πλαισίωση τη ζωής μας με μία ακέραιη -καν επί πληρωμή- άποψη. Επίσης, τα παιδιά μπορούν να βρουν κάποιον να μιλήσουν όταν το περιβάλλον επιβάλλει βουβαμάρα. Το «θεραπεία» είναι μόνο marketing. Και η επαγγελματική ονοματοδοσία, πιασάρικη πολύ (όπως κι αυτή του «κοσμολόγου»).

*

Τώρα έχουν κι από μία καλλιτεχνική κλίση, ανάλογη με την ιδεολογική τους (ή κι αντίστροφα). Η τέχνη δεν έχει όρια για τους περισσότερους ανθρώπους, εφόσον τώρα η τέχνη είναι τέχνη δωματίου κι όχι ιστορικού συλλογισμού και παραγωγικής συλλογικότητας. Ούτε θέμα δεν έχει συχνάκις. Μασκαρεύεται αυτή η κλίση, μία βεβαίωση ώριμης πελατειακότητας στα αχανή σούπερ μάρκετ της σύγχρονης τέχνης, που όμως είναι μεστά στοχευμένων, παγκοσμιοποιήσιμων προϊόντων, ιδιωτευόντων καλλιτεχνών που επωφελούνται της σεζόν. O διευθυντής του σούπερ μάρκετ δε, ξέρει με ακρίβεια τί παπούτσια θα φοράνε αυτοί οι καλλιτέχνες σε δεκαπέντε χρόνια (κι ίσως για δεκαπέντε χρόνια), ποιες κουζίνες θα προτιμούν, ποια χρωματάκια καλτσούλας θα φορεθούν, με τί «φασούλα» θα ξεχαρμανιάζουν σε αυτόν τον Brave New World (βλ. Aldous Huxley) όλοι αυτοί που τους ακούν, ή που επισκέφτηκαν την γκαλερί, ή την κινηματογραφική αίθουσα, ή τον φάκελο μιας streaming συλλογής video με ηθοποιούς γυμναστηρίου. Η σούμα μας δίνει: άνθρωποι μιας μέτριας σειράς, μετρίου σεναρίου, μετρίου music score, ενιαίας υποκριτικής σοβαροφανών. Δεδομένα κενά περιεχομένου εισχωρούν και συνωστίζονται κατά terabytes εντός του σύγχρονου πληροφοριακού μεγαλομάρτυρα πολυκαταναλωτή. Λέγεται δε ότι, ποσοτικά, δεχόμαστε ημερησίως παραπάνω όγκο πληροφοριών από αυτές που δεχόταν ο άνθρωπος των προηγούμενων αιώνων -18ος και πίσω- εν συνόλω στη ζωή του. Σόδα κανείς;

*

Τώρα τα μυξιάρικα δοκούν πως είναι ανοιχτόμυαλα και πειραματίζονται με παραισθησιογόνα ναρκωτικά, προς λησμοσύνη των καθημερινών παραισθήσεων κι εναλλαγή διάθεσης από αυτή που δημιουργεί η ένσαρκη ενδεής-περιδεής τους οπτική επί του κόσμου. Όχι ότι διάβασαν απαραίτητα Καστανιέδα και Χάξλεϋ, αλλά που μάλλον τους υφίστανται, ως μερικά ακόμα χρώματα της ίριδας του σούπερ μάρκετ, στου οποίου τον χώρο ο διευθυντής τους τα διοχέτευσε δεξιοτεχνικώς (δίπλα από την κάβα). Όπως όλα εξατομικεύτηκαν, το ίδιο συνέβη πάνω-κάτω και με τη μαστούρα. Όχι ότι πιστεύω ότι μας βοηθάει μια περιφερόμενη ινδιάνικη πίπα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος και με τί πόας και βοτάνας σιτίζεται τούτος ο wannabe νέο-ηρακλείτειος, ο «μισανθρωπήσας» στο όρος «Aircondition, Netflix και Delivery», και που περιμένει ένα χρόνο, να πάει δέκα μέρες και σε κανά κανονικό (όρος), ν’ ακούσει τα πουλάκια και να «ξεφύγει». Αυτό είναι που λέω με ένα άλλο στατιστικό: τα περισσότερα μυξιάρικα είμαστε «φυλακισμένα έξω», όχι μέσα. Και όλο αυτό περί πειραματισμών έχει μία κατ’ εμέ αδιάσειστη δικαιολογία: όταν είσαι έγκλειστος μέσα σε μια τόσο άρρωστη πίεση, θα βρεις κι ένα τρόπο άρρωστο να αποσυμπιέσεις. Από τη μεριά της «διασκέδασης» και του το ρίχνω έξω» δε, ας συλλογιστούμε τί βγάζανε οι αρχαίοι Αθηναίοι από τα συμπόσια. Παραπέμπω, εισαγωγικά, στην πρώτη πρόταση του Συμποσίου του Ξενοφώντος.

Από την άλλη πλευρά του θέματος, η νομολογία και τα μέτρα προστασίας των πολιτών είναι χαρακτηριστικώς ρευστά και επί του πεδίου των εθισμών. Σε κάθε κοινωνία, κάθε εποχής, υπάρχουν τα ανεκτά και τα μη ανεκτά. Τα συμφέροντα του κράτους -αυτών που διαχειρίζονται τα του κράτους- νομοθετούν επ’ αυτών, επί των τιμημάτων της ελεύθερης χρήσης και των ποινών της παράνομης χρήσης. Νομίζεται ότι αν όλα ήταν νόμιμα και συνοδεύονταν από επαρκή ενημέρωση θα είχαμε μια κοινωνία τοξικομανών; Αυτή την έχουμε μάλλον τώρα.

Πέρα από τρόπος να καταστέλλεται η ανθρώπινη ορμή, χαυνούμενη σε χημικές ευφορίες, η ύπαρξη των εθιστικών ουσιών είναι αυτομάτως κι ένα αντικείμενο στιγματοποίησης. Ο ένας είναι η υπερβολή του άλλου. Πάντα όμως εν ρευστότητι γνώσεως -γνώσεως του ανθρώπου περί ανθρώπου. Πάντως, όλοι κοιτάνε τον χειρότερο και παρηγορούνται, αν δεν είναι και καταδικαστικοί με το ανεπίτρεπτό του: αυτός που τη βρίσκει με έως και πορτοκαλάδα, δεν εισέρχεται στην ακρότητα της βότκα-πορτοκάλι· όπως ο τελευταίος σε αυτήν της βότκα-πορτοκάλι με λίγο διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος. Το σίγουρο είναι, από τον καθαρό έως τον βρωμερότατο, πως με κάτι πρέπει να τη βρούμε. Ο Σιδηρόπουλος έκανε λάθος δε, πως η τηλεόραση είναι πρέζα που δεν σκοτώνει όπως η κανονική. Πέρνα τη ζωή σου μπροστά από αυτά τα προγράμματα -τώρα δε είναι τα social που κέρδισαν τον κόσμο- κι έλα να μας πεις πως έζησες. Καλύτερα διακετυλομορφίνη, ίσως. Να γράψεις και κανά τραγούδι (σαν τον Παύλο).

*

Τώρα επιδιώκουν ταξιδιωτικές εμπειρίες του επιπέδου της παραλλαγής τοπίων και πιάτων. Είναι η κατ’ εξοχήν εποχή των «ταξιδεμένων που έμειναν βουβοί» και των «αταξίδευτων που μας μεταφέρουν σε τόπους μακρινούς, εξωτικούς»5. Από την άλλη, αν όλοι ταξιδεύαμε, τί θα ‘χαμε να δούμε πια μετά από λίγα χρόνια (;): θα παγκοσμιοποιούσαμε έναν πανζουρλισμό τεχνητό, μία μόλυνση «περαστικότητας», και θα εξαφανίζαμε τους χαριτωμένους ζουρλούς ιθαγενείς της κάθε περιοχής. Να πάει χαμένη τόση τρέλα! Τώρα όμως, το ταξίδι είναι ο πιο εκλεκτός τρόπος «απόδρασης» -από τις πιο αγαπημένες λέξεις της εποχής (των αναβαθμισμένων σκλάβων;). Για φαντάσου: χαρούμενοι ισοβίτες, επειδή τους επιτρέπεται μία «απόδραση» το χρόνο! Ειδάλλως επανάσταση, πορεία, συνδικαλισμός. Επ’ αυτών των τελευταίων, που αποτελούν φυσιολογική απόρροια του κομματισμού, μιλά το της αγαπημένης μου Simone Weil: «Ας φανταστούμε ότι ο διάβολος διαπραγματεύεται την αγορά της ψυχής ενός δύστυχου κι ότι κάποιος, που λυπάται τον δυστυχισμένο, παρεμβαίνει και λέει στον διάβολο: είναι ντροπή σας να προσφέρετε μόνο τόσα· το πράγμα αξίζει τουλάχιστον τα διπλά. Τούτη η απαίσια φάρσα είναι αυτή ακριβώς που έπαιξε το εργατικό κίνημα, με τα συνδικάτα του, τα κόμματά του, τους αριστερούς του διανοούμενους».6

Ας το παραδεχτούμε: είμαστε βαθιά μέσα στη δική μας προσωπική αρχαιότητα, με όλα τα μισάνθρωπα παρελκόμενά της και τις πυραμίδες που έχουμε να χτίσουμε κατά τα βίτσια των πυραμιδούχων. Κι έχει ο αδηφάγος αντίθεος ακόμα.

Αυτό με τα ταξίδια δε, μου φέρνει τον εξής λογισμό. Όπως κάποτε γνωρίζαμε ακόμα ανθρώπους που είχαν γεράσει με τον νταλκά να είχαν μάθει γράμματα («αν μπορούσα θα είχα μάθει…») και τώρα είναι αργά, τώρα γνωρίζουμε ανθρώπους που «αν μπορούσαν θα ταξίδευαν τον κόσμο», όπως λένε. Και κοίτα πώς θα γίνει έπειτα, αν όλα εξελιχθούν ομαλώς (μη κακό) και δεν πατηθεί κανά κουμπί και μας εξατμίσει κανά πυρηνικό πεπόνι. Όπως τώρα, που όλοι μπορούν να μάθουν γράμματα και κανένας δε μαθαίνει, έτσι και τότε: όλοι θα μπορούν να πάνε οπουδήποτε φθηνά (το βλέπουμε απλά και μόνο με την εκθετικότητα της ανάπτυξης στον τομέα της ταχύτητας-μεταφοράς), αλλά θα είναι καλωδιωμένοι από τ’ αυτιά μέχρι τον κώλο, κι ό,τι «χρειάζονται» να «εξερευνήσουν» θα είναι εκεί· όπως είναι «τα γράμματα» στην… τηλεόραση του παππού, που «αν μπορούσε» θα μάθαινε γράμματα, αλλά βλέπει τηλεόραση...

*

Τώρα έχουν «ελεύθερες σχέσεις»: συσχετισμούς σκλαβωμένων σε φαντασιώσεις προσώπων, αλληλοκαταναλούμενες ατομικότητες. Είναι ένα πολλαπλό δικαίωμα που εκπηγάζει από τη «φιλανθρωπία» της αποδοχής του μηδενισμού αυτού, και γενικά εκζητείται αυτό -στη φιλία, στην τέχνη, στον σεξουαλικό περαστικό, στις «αποφάσεις ζωής», στον μπάρμαν, στο boss, στον πλαστικό, στον εκτρωτή, στον περήφανο (Pride Parades) αγωνιστή που έκοψε τα αχαμνά του κι έγινε μπαϊραχτάρης υπέρ της δια του προτιμώμενου πηδήματος ελευθερίας. Απαιτούνται οι ελευθεριακές απόψεις, οι ρομαντικοποιούσες τον συναινετικό βιασμό που «δεν ενοχλεί κανένα», επιχωματώνοντας την κατά κανόνα αλήθεια ενός προηγηθέντος τέτοιου κι απωθημένου (και διά βίου ενοχλητικού/ενοχλημένου). Υπάρχουν όντως γενετικές ανωμαλίες που αφορούν στη βιοηθική και ιατρική. Αλλά είναι άλλο πράγμα η φυσική διαταραχή κι ο σεβασμός που της αξίζει, κι άλλο ο εορτασμός της. Θα μπορούσε κανείς να γεννηθεί με IQ 60. Τον φαντάζεστε σε «παρελάσεις υπερηφάνειας»; Έχουμε τους λεγόμενους therians π.χ., αν ζορίζεται η φαντασία μας με το παραπάνω φαντασιοκόπημα. Κ.ά.

Το να σε αφήσω να κάνεις αυτό που «δε με ενοχλεί», σημαίνει ότι σε νοιάζομαι; Το να σου δώσω νομική υποστήριξη στο δικαίωμα να το κάνεις; Δεν απαιτείς από μένα να σε νοιάζομαι πραγματικά κι εκεί είναι που διαφωνούμε. Έχουν -παραδόξως σε σχέση με τη συμπεριφορά τους- μικρή ιδέα για τον εαυτό τους. Κι αυτό είναι το περιφερόμενο άλγος όλων όσων επένδυσαν τις ψυχικές τους δυνάμεις και υπαρκτικές τους προοπτικές στον κόσμο, ψάχνοντας το δίκιο τους τσαλαβουτώντας μες στα κρίματα της ανθρώπινης κατάστασης, που ψάχνει διέξοδο, ψάχνει ένα χέρι να τη βοηθήσει να ζήσει και να πεθάνει υπογραμμίζοντας ένα νόημα, που να ξεπερνά και να μηδενίζει την ισχύ που έχει μέσα του η ανθρωποσυκοφαντία των καθημερινών απόψεων. Κράτη κι εταιρείες θα σου δώσουν κάθε προνόμιο και θα σου παρέχουν κάθε απόλαυση αν είσαι διατεθειμένος να εργαστείς γι’ αυτούς. Με το προσωπείο της φιλανθρωπίας και ισότητας θα σου παραχωρηθεί η δυνατότητα να αιχμαλωτισθείς απόλυτα απ’ ό,τι κατεβάσει η κούτρα σου. Εκτός από την κατανόηση ότι κανείς από αυτούς του συμπαραστάτες σου, δεν έδωσε ποτέ δεκάρα για σένα και το πόσο σημαντικό κι ευλογημένο είναι απλά και μόνο να είσαι άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων. Πάρε λοιπόν το δικαίωμα να είσαι σκουμπρί κονσέρβα, και πάρε και το bonus της βαρυεργίας σου, να πας ένα πενθήμερο να κολυμπήσεις στα εξωτικά νησιά.

Το περιφερόμενο άλγος -αυτή η συννεφιά που προαναφέρθηκε στα περί πολιτικής- διάλεξε τα κοινωνικά του λούστρα, απέρριψε τους διαφωνούντες ζωντανούς οργανισμούς του περιβάλλοντός του και μόνωσε το φρικιό του σε ένα ψηφιακό πλαίσιο ελεγχόμενων απόψεων, επικροτητικών -και μόνο- της προκατειλημμενης πεποίθησής του. Έτσι, τώρα αυτολανσάρονται ως έμψυχα προϊόντα, με κύρια παροχή την ενίσχυση του φαντασιακού υποκειμένου που επέλεξαν να υπερσιτίσουν οι παγκοσμιόθεν, πάντα αδιάφοροι για τους ίδιους -και σαν τους ίδιους- ακόλουθοι. Τώρα δικαιώνονται στον ιδιωτικό βαθύγνοφο πλανήτη του γούστου τους, κι απομακρύνονται απ’ όσους ενδέχεται να τους αποδείξουν αδιάφορους, κακομοίρηδες, ματαιοκοπούντες εις βάρος της προσοχής μας, που δεν έχει άλλες δουλειές απ’ το να πάρει σβάρνα χώρους και τρόπους διασκέδασης, και να γίνει κατ’ επέκταση -και κατά την επίπτωση των τεχνητών εθισμών της- μία ευμεταχείριστη ορμή σε πλαίσιο «διαχείρισης πρόθεσης ψήφου». Νομίζουν ότι «οι κοινωνίες προχωρούν». Όσο και όπως συμφέρει τους διαχειριστές της, όμως. Σε μερικές πολιτείες το στοματικό σεξ ήταν «παράνομο», πριν μερικές δεκαετίες στις ΗΠΑ. Τώρα τα εφηβάκια έχουν παρακολουθήσει διαδικτυακώς ό,τι πιθανό μπορεί να υπάρξει, κι όσα δεν είδε κανείς σε όλη του τη ζωή την εποχή εκείνη. Προχωρούν οι κοινωνίες, συμφωνούμε: βγάζουμε πιο εύκολα τα ρούχα μας τουλάχιστον.

Οι παραισθήσεις, επιτέλους, είναι ανενόχλητες κι ευκολότερα διογκούμενες από ποτέ. Τώρα, η πρόσβαση στις παραισθήσεις είναι η ελευθερία, και η καλή τους χρήση, η ευκαιρία της καριέρας. Τώρα, ό,τι φαντασιωσικά παιχνίδια ταυτότητας προβάλλει ο κάθε κατσιασμένος ψυχισμός, τα μυξιάρικα τα περιμαζεύουν, τα εντάσσουν στο project της αυτοθεματοποίησής τους και καθίστανται ένα υπέροχο κολάζ, ένα ακόμα «ενδιαφέρον τυπάκι» να γνωρίσεις, χαμένο αρκετά ώστε να σε βοηθήσει να χαθείς έτι περαιτέρω και να επιβεβαιώσεις πως όλα πάνε μια χαρά. Καλά, τραγούδα. Και βάρα το τραγούδι τατουάζ, που έκανες «για ‘σένα» όπως δήλωσες, στην πλάτη.

Βάση κάθε σπουδής των σύγχρονων μυξιάρικων, είναι η σπουδή της εαυτού φετιχοποίησης. Ένα πρωθυπουργείον που ορίζει τις λειτουργίες και τα παραχθέντα ενός εκάστοτε υπουργείου. Στη βάση του, κάθε τελευταίο είναι ένα «Υπουργείο Αμύνης».

 

Γ. Μεσοπρόλογος

Η παραπάνω «εικαστική» σκοτοδίνη θα μπορούσε να είναι ακόμα χειρότερη, αν ήταν καλύτερος ο ζωγράφος και με διάθεση περισσότερης εξωστρέφειας. Το ζήτημα όμως είναι πως η βλακεία η ανθρώπινη, που δεν αντιλαμβανόμαστε συνολικώς, δεν χάνει ποτέ της τη δυνατότητα να εξατμιστεί ἐξαίφνης ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ 7, και να γίνει από βάρος στον άνθρωπο, ισχύς μεταμόρφωσης.

Πιστεύω πως το Ευαγγέλιο ήταν τέτοιο γιατί ακριβώς δεν αφορά στο χάλι του ανθρώπου, αλλά «θέλων» απευθύνεται στο χάλι του, όχι υπογραμμίζοντάς το, αλλά αναβαθμίζοντάς το σε υλικό σχέσης αγάπης, με προοπτικό αναβαθμό το επίπεδο της κατά χάριν θεοείδιας.

Πιστεύω σε μία «φυσικώς υπερφυσική» αξιοπρέπεια, όπου η ορμή της κλίσης των ανθρωπίνων ερώτων, βρίσκει το κατάλυμά8 της· και ως σπίτι, και ως κατάλυση της όποιας οικο-νομίας απ’ την πλευρά του ανθρώπου· και ως ευμάρεια και εύροια· και ως δια καταστροφής και χαμού κι ανέχειας (εκούσιοι ή ακούσιοι «έρωτες»).

Υπάρχει η δυνατότητα ο άνθρωπος να γλιτώσει απ’ τα σχέδιά του, να δραπετεύσει από τη φυλακή των λογοτεχνών που γράφουν την ιστορία του απ’ αρχής των λεγόμενων Ιστορικών Χρόνων, να εγκλωβαπεγκλωβιστεί στη χαρά της ζωής που η φαντασία κανενός δεν πιάνει. Γι’ αυτή τη δυνατότητα, θα έχει πάντα το σεβασμό και την ευχή μου. Όχι ο μαλάκας που είναι και καλή ψυχούλα -δηλαδή όλες οι καλές ψυχούλες που κάνουν και τις μαλακίες τους. Αλλά το μεγαλύτερο χάλι που μπορεί να σαρκώσει ο εκάστοτε συνανθρωποτυφλοπόντιξ, είτε πηγαίνοντας κάθε μέρα στη δουλειά του σοβαροσιδερωμένος, είτε είναι μέσα για βιασμό, είτε μεταφέρει παιδάκια σε πελάτες κ.ο.κ. Όχι ότι αν συμπέσουμε επί το έργον του δεν θα τον εφάω επιτόπου -έτερον εκάτερον. Θα δώσουμε λόγο στον Θεό για τα βάσανα των αθώων. Ως πρόσωπα όμως, όχι ως κράτη.

Ο σεβασμός μου αφορά στη φύση, την καταγωγή και τον προορισμό της. Τα άλλα τα είπαμε -όσα λέγονται τέλος πάντων- παραπάνω. Και η θανατική ποινή δεν υπάρχει ως λογικό στοιχείο, αλλά ως μέγιστη αμαρτία, στις σκέψεις μου. Είναι αυτό που αναφέρεται παραπάνω: η απόρριψη της εξουθένωσης σε κάθε επίπεδο· η απόρριψη της εξάντλησης των προοπτικών της ύπαρξης ενός ανθρώπου λόγω αμαρτίας. Και η φυλακή, επίσης, απορρίπτεται, αν και δεν έχω σκεφτεί κάτι καλύτερο ακόμα.

Ο καθένας αφήνει αυτόν που μπορεί και θέλει (γιατί δεν μπόρεσε να κάνει αλλιώς) να τον πονάει, να είναι ο κύριός του, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση είναι αυτός που ον αγαπά παιδεύει και μαστιγώνει κάθε δικό του9. Και μ’ αυτόν πορεύεται, και ναι, ίσως κάνοντας και τ’ ανεκδιήγητα. Εμείς είμαστε εδώ για να νοιαζόμαστε. Και περιεκτικώς νοιαζόμαστε έτσι: μη εξουθενώνοντας το ανόσιο· μη πιστεύοντας ότι υπάρχουν άθεοι κατά τους θεούς μας· μη πιστεύοντας την τρέλα, που όταν την έχουν λίγοι την αποκαλούν διαταραχή, κι όταν την έχουν όλοι την μετράνε για έως και ευσθένεια.

Δεν βαράω· παίζω. Δε παίζω· βαράω λογοτεχνώντας. Κι ίσως όντως το έντιμο θα ήταν να λογοτεχνώ κατά του εαυτού μου. Έντιμο να το ομολογούσα, κι εν πολλοίς το κάνω. Όμως ο έντιμος δεν έχει πέραση. Κι εγώ, αυτό που πιστεύω, πιστεύω ότι αξίζει να έχει πέραση. Έντιμο; Ανάλογα το κίνητρο… Αξίζει; Ανάλογα τα φίλτρα του υποδεχέα.

Προς ανακούφιση όποιου πήρανε τα παραπάνω σκάγια λοιπόν, ας πούμε πως όλα τα παραπάνω μυξιάρικα είμαι εγώ ο ίδιος, σε ένα παιδικό παραλήρημα ζηλοφθονίας, κι εκ «πειρασμού ασκήσεως» δαιμονική ενέργεια που εκφράζεται ζηλωτικά (αυτό το καταλαβαίνουν οι της Εκκλησίας). Ας ομολογήσω από επικριτής της τάσεως της κοινωνίας, ως ένας εν εγρηγόρσει συνειδητά ομοκούρελος πάντων των πτωτικών: ίδιος με αυτούς που ορίζουν ποιος είναι ο πτωτικός και το κουρέλι, αυτούς που το σφυρίζουν, που το στηρίζουν, που είναι. Σε μια εποχή δε, που επιτάσσει «να είσαι ο εαυτός σου» και να δικαιώνεσαι «εν συγκρίσει», αληθινή επανάσταση κάνει αυτός που είναι όλοι οι άλλοι, και τους δικαιώνει εν εαυτώ, κατά ένα κριτήριο που να ξεπερνά τη μικρή ιδέα για τον εαυτό αυτό μες στην οποία πασχίζουν να ενυπάρχουν.

Για τον τελείως άσχετο, αναγκαστικά, το ζήτημά του, στα έως τώρα και τα επόμενα, θα είναι να αντιληφθεί αν λέω αλήθεια σε όλα αυτά. Ενώ για κάποιον εγγύτερο «κατ’ ανησυχίαν», να αντιληφθεί πόσο σημαντικό είναι να επιβεβαιώνει ο καθένας, καθημερινά, ότι είναι ο καθένας. Η ουσία του ανθρώπου μπορεί να δικαιωθεί μόνο μέσω της διαχείρισης της πτωτικότητας, ενώπιον Θεού ασκανδαλίστου. Έτσι δικαιώνεται ο άλλος μέσα στον άλλο, σε μία υπόθεση που αφορά στη ζωή συνολικά και δε χωράει σε δικογραφίες, νομοσχέδια, και οποιουδήποτε τύπου ανθρώπινες γνωματεύσεις. Ο Γέρων λέει: «σιῶπα καὶ μὴ μετρήσῃς ἑαυτόν»10. Πώς, πού, τί ώρα όλα αυτά; Στον κόσμο της απόδοσης κι απόλαυσης;

 

Δ. Εγκλωβαπεγκλωβισμός

Πέρασα τη νύχτα μου με το νόημα της ζωής. Εκεί γεννιόμαστε, αν θέλουμε να είμαστε αληθινοί. Οπότε απλώς εμβάθυνα στο προδιαγεγραμμένο κι απέρριψα τον Καζαντζάκη. Σε πολλά σημεία, ως μυξιάρικο κι εγώ, υπήρξα πολύ χειρότερος απ’ όλα τα προαναφερθέντα. Τα κόμματα και τα παραισθησιογόνα δεν με συγκίνησαν ποτέ βέβαια, αλλά σίγουρα κομματιάστηκα στις δικές μου παραισθήσεις. Έφτασα σε αδιανόητα άκρα πόνου και ηλιθιότητας, σε κολασμένα σωματικο-συναισθηματικώς τοπία εσωτερικού και κοινωνικού εξευτελισμού (not on Petflix bro). Συνειδητοποίησα, τελικά, ότι αν δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει διαθέσιμος ακροατής της κατάστασής μου εν κόσμω, και δεν έχει κανένα νόημα αυτή η διαδρομή πόνων, αυτή η εναλλαγή παυσιπόνων, αυτές οι φιλοσοφίες τις οποίες εξερευνούσα, αυτοί οι ψυχολόγοι και ψυχίατροι που εις μάτην συναντούσα, αναζητώντας το απόλυτο και κεντρικό στο ολίγιστο κι απόκεντρο (εγώ κι οι ασχολίες μου). Περίμενα, θέλοντας και μη, βασανιστικώ τω τρόπω, να ξεμείνω από λόγια, και να το συνειδητοποιήσω απολύτως: πως χρεοκοπημένος υπήρξα έτσι κι αλλιώς, όσο υπήρξα έως τώρα. Το άτομο συστελλόταν στο μηδέν. Το πρόσωπο είχε πετάξει ρίζα. Κι η ρίζα ήθελε πότισμα. Πού νερό πόσιμο;

Για να μην τα πολυλογώ, ξεβράστηκα στην Εκκλησία. Την άλλη κιόλας μέρα, αφότου ακολούθησα το μυστήριο χωρίς ενδοιασμούς, ιδιασμούς κι αιρέσεις, τα πράγματα ήταν ήδη πολύ πιο ευχάριστα, πρακτικά. Και κάθε μέρα, όλο και καλύτερα. Πρωτόγνωρη αίσθηση· ανέλπιστη κι αδιανόητη εκ των προτέρων. Όταν όμως το μεγάλο βάρος αίρεται, σιγά-σιγά επανέρχεται ο πειρασμός του υπερασπίζειν το ανήκειν σου, ο διαιρετικός φαρισαιοζηλωτισμός, το «εγώ κι εσύ», το «εμείς κι αυτοί» οι άλλοι (οι κατώτεροι βέβαια). Το βρέφος συγκατοικεί ακόμα με τις προοπτικές σου.

Σύντομα, αναλογιζόμενος και τον βίο μου, συνειδητοποίησα πόσο ευλογημένο είναι ένα δυσβάσταχτο πρόβλημα τελικά: π.χ., μερικοί εναπομείναντες μήνες ζωής, ένα αγαπημένο πρόσωπο νεκρό, μία πολυεπίπεδη χρεοκοπία, μία λάθος διάγνωση με την κατ’ ουράν οδυνηρή της λάθος θεραπεία, μία μετανάστευση στο πουθενά και μόνος. Αυτό το πρόβλημα σε βοηθάει, όσο τίποτα, να κοιτάς ίσια μπροστά στο ποθούμενο. «Εκεί» δεν υπάρχουν ενοχλήσεις για τα λόγια της θεούσας που σχολιάζει την ακαθωσπρέπειά σου, δεν υπάρχουν σκάνδαλα υποκρισίας που να σε απασχολούν λες και όλοι σου χρωστάνε να είναι έντιμοι, δεν υπάρχουν εχθροί του δόγματος που υπερασπίζεσαι ως απ’ οχυρόν αληθείας, δεν υπάρχουν κακοί άθεοι πολιτικοί που φταίνε για τα πάντα, δεν υπάρχουνε διαβολικές ταυτότητες κι ημερομηνίες επίσκεψης ενός μουσαφίρη αντιχρίστου, δεν υπάρχουν οι βαρεμένοι ιερείς που κηρύττουν για τους εν καμίνω ζώντες έχοντας υποθερμία οι ίδιοι. Δεν υπάρχει τίποτα, εν ολίγοις, που να εξυπηρετεί μια προσωπική ολική απώλεια ελέγχου, πλην μιας απίθανης εν κόσμω, αλλά υπερκόσμιας, ολικής ανάληψής του. Δεν υπάρχεις εσύ ο ίδιος -δεν έχεις τίποτα για σένα. Αλλά υπάρχει Αυτός και τα χαμένα πλάσματά Του (έτσι τα βλέπεις πια, με σένα κάτω-κάτω). Αυτά που από πρόβατα -δηλαδή όντα που μπορούν να συνυπάρξουν ειρηνικά χωρίς να κατασπαράζει το ένα τ’ άλλο για μια χαψιά χορτάρι- η εποχή τα θέλει να σπουδάζουν και θριαμβεύουν ως λύκοι αλληλοκανιβαλίζοντες κι αμφιδεείς, εγκληματώντας ακατάπαυστα, θύματα άλλων εγκλημάτων όντες. Οι κοινωνίες προχωρούν, αλλά η σημαία του Κάιν κυματίζει ακόμα αγέρωχη μες στις καρδιές των ανθρώπων.

Τίποτα λιγότερο δεν είναι αρκετό ή έστω κάπως ενδιαφέρον όσο Αυτός, έπειτα. Κι όταν πραγματικά ξύνεις το πάτωμα, Αυτός έρχεται, ερήμην των παρατηρήσεων των εποπτευόντων τη δήθεν πραγματικότητα, εντός κι εκτός εκκλησίας. Μία πραγματικότητα αβαδής, που ωσάν στάσιμα νερά, με υδρογόνο κι οξυγόνο μεν, αλλά και γεμάτα από βακτήρια, εξυπηρετούν τις φυσικές σου ανάγκες και σε τελειώνουν πριν την ώρα σου.

Η ζωή αυτής της πραγματικότητας που δήθεν προχωράει κι εξελίσσεται, επειδή με τη λάμπα ζεις καλύτερα τη νύχτα π.χ., είναι μονίμως ένας υπερεξοπλιζόμενος πρωτογονισμός. Είναι μία παραλλασσόμενη θέα ενός ανασκολοπισμένου ψυχισμού και διανοητισμού. Είναι ένα λελογισμένο έγκλημα που συντελείται εντός των συνειδήσεων των ανθρώπων, εξ ανθρώπων εμπαθών, εξ ανθρώπων που μοιάζουν είτε με γλυκομίλητους καλοντυμένους γύφτουλες, είτε με ατσίδες επαναστάτες, μπάτσους της παρεκτροπής των προηγούμενων. Ένα διπολικό δασκαλίκι, που με τη βέργα αναπαράγει μίσος και τυφλότητα, πόνο και δημιότητα, σπουδή προς το αδιέξοδο, πελάτες ψυχολόγων, κατ’ επάγγελμα ψεύτες δικηγόρους που αγορεύουν υπέρ της κοσμοθεωρίας που κατέβασαν από το ράφι του σούπερ μάρκετ των κοσμοθεωριών. Οι κοινωνίες προχωρούν, αλλά η εποχή είναι στατική. Ο άνθρωπος, επίσης, εγγενώς πεισματικά ίδιος.

Άλλο το δασκαλίκι κι άλλο η μητρότητα, η πατρότητα, η αδελφότητα, η φιλία, που επιβάλλει η παρουσία ενός Θεού κυριολεκτικά μανιακού υπέρ σου και υπέρ του συνανθρώπου σου. Άλλο η νομολογία που διώκει κι εξαναγκάζει, κι άλλο το φιλότιμο που ξυπνάει όταν μια θυσία σε συναρπάζει. Άλλο η διάλεξη επί των παιγνίων που παίζεις για να την βρεις, κι άλλο το να σου χαρισθεί το σπλάχνο που οικτίρει την οικουμένη. Άλλο να μείνεις παιδί κι άλλο να βρεις την παιδικότητα, να πληρώσεις το εισιτήριο της Βασιλείας. Άλλο να μείνεις δεκαπέντε ετών για σαράντα πέντε χρόνια, κι άλλο να φορέσεις Τον πριν και μετά την ιστορία Όντα, τον σαρκώσαντα την καταβολή και την υπερβολή της ύπαρξης. Άλλο το ένα κι άλλο τ’ άλλα. Άλλο, όπως τσάρκα πάνω στον ωκεανό και γύρες μες στη γυάλα.

Στην Εκκλησία συγκλονίστηκα όταν κατάλαβα ότι υπήρχε τελικά ένας τόπος όπου η ηρωική -ως προς την καθαρότητα της ακεραιότητας- ιδιοσυγκρασία του νέου ανθρώπου, που δε θέλει να ανήκει πουθενά, αλλά να ανήκει και να ακτινοβολεί τα πάντα, είχε βρει τον τόπο της. Μόνο τα πάντα είναι αρκετά. Τα πολλά θα είναι πάντα λίγα, όσα και να είναι. Εκεί επιτρεπόταν κι επιβαλλόταν -εν ελευθερία πάντα- το να μην ανήκεις πουθενά, δηλαδή να μη σκουληκιάσεις μες στο ψέμα της όποιας κοινωνικής επιταγής κι αποδοχής. Εκεί ήσουν υγιής ως τρελός (ως κατανοών τις πλάνες σου) και τρελός ως υγιής (ως κατά δόκησιν στη «σωστή πλευρά της ιστορίας»).

Εκεί βρήκα κάτι που να ξεπερνά τόσο πολύ τα πάντα, καταλαβαίνοντας πως ήταν το κατ’ εξοχήν μέρος στο οποίο δεν ανήκω! Και δεν άνηκα γιατί «δεν έφτανα»· όχι γιατί ήταν άλλο ένα πανηγυράκι πελατοθήρων ανθρωπαρίων και που δεν είχα το απαιτούμενο βαλάντιο να πελατέψω. Και γι’ αυτό τη θέλησα, την ερωτεύτηκα, τη γράπωσα και δεν την άφησα από τότε, όσες βλακείες κι αν συνάντησα ή έκανα (10 χρόνια πάνε τώρα). Εκεί κατάλαβα ότι τελικά άνηκα, κατά τον προσωπικό μου τρόπο και δρόμο, σε κάθε πιθανό κοινωνικο-ιδεολογικό μόρφωμα στο οποίο ανήκει η πλειοψηφία των συμπαθητικών και μη μυξιάρικων του κόσμου, και πόρρω απέχω από το να είμαι έστω και τόσο δα ανώτερος από το τελευταίο των τελευταίων τούτων. Εκεί ξεπέρασα την ηθική: όταν ο «ψηλός» τελειώνει στη στρατόσφαιρα, τί σημασία έχει το ρεκόρ σου, εδώ κάτω στα δυο μέτρα; Εδώ κάτω, αναστήματα καμαρώνουν κι ανταγωνίζονται κατά τα ύψη τους εν νανισμώ. Στον ουρανό διαλύονταν τα είδωλα. Ήταν φυλακή ευρυχωροτέρα πάσης ελευθεριότητας. Ήταν ξενιτεία γλυκυτέρα πάσης πατρίδος. Ήταν στάση ιλιγγιωδεστέρα πάσης κινήσεως, κι απραξία υπευθυνοτέρα κι επιδραστικοτέρα πάσης δράσεως. Τα αντίθετα ενώθηκαν και ξεπεράστηκαν. Η συνείδησή μου με κατέβασε πιο κάτω από ποτέ· η προοπτική και το βάρος που μου προσφέρθηκε με ανέβασε πιο πάνω από κάθε ελαφρότητα. Η αυτοπεποίθησή μου συντρίφτηκε ολοσχερώς· η όρεξή μου για ζωή αναστήθηκε πιο πεινασμένη από ποτέ. Ζωή είναι να θες να ζήσεις όσο να θες και να πεθάνεις -να μην βλέπεις διαφορά, να μην έχεις προτιμήσεις.

Η προοπτική αυτή είναι ζωντανή. Και μένει αδιάρπαχτη εκ του κόσμου, για όποιον βουτήξει μέσα της κι αυτή τον «καταναλώσει» επαρκώς. Και κανείς ποτέ δεν θα ‘ναι αρκετός για να του την κάνει like και να του την χειροκροτήσει ή περιφρονήσει, αποδεχόμενος ή βδελυσσόμενός την (τα καλά λόγια την υποτιμούν· τα κακά λόγια την βοηθούν να κρύβεται και ν’ αναπαύεται). Εντός αυτής, κανείς, ποτέ, δε θα ‘ναι τόσο μόνος και ταυτόχρονα με τόσους ανθρώπους στη ζωή. Και γιατί στα λέω όλα αυτά (αν και πρωτίστως σε μένα τα λέω όλα); Γιατί αυτή η προοπτική είναι για σένα -για ‘μας. Και τη ράβω στο σακάκι μου, μαζί σου, μαζί με όλους. Σ’ έχω γραμμένο και σε πάω προς μνημόνευση. Κι εγώ, κι η ζωή μου, και το κειμενάκι μου, περισσεύουμε. «Ας σου λείπουμε», που ‘λεγε κι η γιαγιά μου η συγχωρεμένη.

Μείνε μόνος· βρες μας όλους. Ζήσε αυτό που όλος ο κόσμος κι η ιστορία του μαζί δεν μπορούν να σου προσφέρουν. Μη πιστεύεις εμένα ή «τους παπάδες». Ρώτα τον Ίδιον τί και πώς, και τότε θα βρεθούμε με τους προηγούμενους φυσιολογικά. Παραδέξου το λίγο του κόσμου σου και του κόσμου που σε δέχεται ή σ’ απορρίπτει ως κάτι ενδιαφέρον, αδιάφορο, ταλαντούχο, ατάλαντο, μορφωμένο, αμόρφωτο, πετυχημένο, αποτυχημένο, αλανιάρικο, φλώρικο, καθωσπρέπει, κακωσπρέπει, υγιές, άρρωστο, και ως κάθε άλλη μετέωρη ολιγότητα που αποτελούν οι απόψεις μας και οι προοπτικές τους. Ξεβράσου στο απόλυτο κι επίτρεψέ του να σε φάει ολόκληρο. Φάε τόσο πολύ από το απόλυτο όσο να κάνεις το περιττό να σε ξεράσει από τον οργανισμό του. Τότε η μοναξιά μας θα γίνει παρεούλα, η πλήξη γλέντι και μεθύσι, τα μυξιάρικα ενήλικα κι αδέλφια, η ζωή κι οι ματαιώσεις της τέχνη κι ευκαιρίες. Τότε θα πεθάνουμε σαν άνθρωποι, δηλαδή θα ζήσουμε για πρώτη φορά και παντοτινά. Γι’ αυτό κι εύχομαι την καταστροφή σου. Εύχομαι πρωτίστως τη δική μου, αν είναι απαραίτητη, έτι και έτι. Ευχήσου μου κι εσύ τώρα, τα ίδια και χειρότερα.

 

Βιβλιογραφία

  1. Blaise Pascal, Στοχασμοί/72 (Πουρναρά, 1986, σ. 83)
  2. Ψαλ. 63.3: […]σκέπασόν με ἀπὸ συστροφῆς πονηρευομένων, ἀπὸ πλήθους ἐργαζομένων ἀδικίαν […]
  3. Ιω. 18.37
  4. via Άλντους Χάξλεϋ, Διαλέξεις για την Ανθρώπινη Κατάσταση (Αρσενίδη, 2017, σ. 43)
  5. φράση που αποδίδεται στον Κ. Καραθεοδωρή, στο ομότιτλο βιογραφικό βιβλίο (Κάκτος, 2001, σ. 177)
  6. Simone Weil, Το Πρόσωπο και το Ιερό (Πόλις, 2021, σ. 22)
  7. Ησ. 47.8-10: νῦν δὲ ἄκουε ταῦτα, ἡ τρυφερά, ἡ καθημένη πεποιθυῖα, ἡ λέγουσα ἐν καρδίᾳ αὐτῆς· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα· οὐ καθιῶ χήρα οὐδὲ γνώσομαι ὀρφανίαν. νῦν δὲ ἥξει ἐπὶ σὲ τὰ δύο ταῦτα ἐξαίφνης ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ· ἀτεκνία καὶ χηρεία ἥξει ἐξαίφνης ἐπὶ σὲ ἐν τῇ φαρμακείᾳ σου, ἐν τῇ ἰσχύϊ τῶν ἐπαοιδῶν σου σφόδρα, τῇ ἐλπίδι τῆς πονηρίας σου· σὺ γὰρ εἶπας· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα. γνῶθι, ὅτι ἡ σύνεσις τούτων καὶ ἡ πορνεία σου ἔσται σοι αἰσχύνη. καὶ εἶπας τῇ καρδίᾳ σου· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα.
  8. Φιλοκαλία των Νηπτικών κι Ασκητικών/Νικολάου Καβάσιλα, Περί της Εν Χριστώ Ζωής/ΣΤ’ 60 (ΕΠΕ, 2011 τ. 22, σ. 578)
  9. Παρ. 3.12: ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται.
  10. Φιλοκαλία, ό.π., Αποφθέγματα Γερόντων/Αββά Βησσαρίωνος (ΕΠΕ, 1978, τ. 1, σ. 170)

Η εικόνα που πλαισιώνει το άρθρο είναι έργο του Odilon Redon (Melancholy, 1876)

1 σχόλιο

  1. Πολύ ωραίο και εξομολογητικό κείμενο!

    Επιτρέψτε μου δύο σχόλια, και γω από μικρή λαχταρούσα την ενότητα των ανθρώπων, αλλά χωρίς την αλήθεια ενότητα δεν μπορεί να υπάρξει…

    Κάποιος είπε ότι κανονικά δεν θα έπρεπε να αισθανόμαστε μοναξιά, διότι ο Θεός είναι σαν ήλιος που στέλνει συνεχώς την αγαπητική Του ενέργεια σε όλα Του τα πλάσματα! Γιατί τόση μοναξιά στην εποχή μας άραγε;…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ