Ο Νίκος Καρούζος και η ιερά τετραρχία

0
407

Οφείλω να ξεκινήσω με μιαν εξήγηση: δεν ανήκω στους πιστούς του ποιητή και πολύ όψιμα «έπλεξα γνωριμιά μαζί» του, όπως θα έλεγε ο Παλαμάς.

Οπωσδήποτε, κατανοώ τη σημασία αυτού του έργου.  Με τον Νίκο  Καρούζο ανακτά η λυρική μας τέχνη την πνευματική εγρήγορση, που διασφαλίζει η σύνδεση με τα μεγάλα πνευματικά ρεύματα του προηγούμενου αιώνα, αναβαπτισμένα στο ζείδωρο θάλπος της ορθόδοξης παράδοσης.

Αυτή η επικοινωνία με τις αναζητήσεις και τις επιτεύξεις της Ευρώπης στο χώρο του καθαρού πνεύματος, που ξεκίνησε με τον Σολωμό, διευρύνθηκε με τον Παλαμά και εμβαθύνθηκε με τον Άγγελο Σικελιανό, είχε κάπως ατονήσει στους ποιητές της γενιάς του Τριάντα. Αυτή η γενιά στάθηκε, κατά περίπτωσιν, κοινωνικά, εθνικά και καλλιτεχνικά (με την έννοια της ευθυγράμμισης με την εκάστοτε πρωτοπορία) εγρήγορη, όχι όμως, τουλάχιστον με την ίδιαν ένταση, και πνευματικά εγρήγορη. Θα έλεγα πως υπήρξε δύσπιστη, κι όχι πάντα αδίκα, απέναντι στα μεγαλεπήβολα φιλοσοφήματα της εσπερίας. Μόνη εξαίρεση ο Γιώργος Σαραντάρης.

Αν στο ερημητήριο του Σολωμού έπεφτε ο μακρινός ίσκιος του Έγελου, η σκέψη κι η τέχνη του Καρούζου διαποτίστηκαν γόνιμα από εκείνο το κίνημα που απέστεργε τις ψυχρές κατασκευές του Λόγου και αναζητούσε τη ρίζα μιας αρχέγονης και καταστατικής αγωνίας: από τον Υπαρξισμό, και τον μηδενιστικό ως προπαρασκευαστικό για τη φανέρωση του όντος, και τον Χριστιανικό.

Δεν είμαι σε θέση να πω αν αυτή η εγρήγορση μετουσιώθηκε πάντα σε αισθητικά έγκυρα αποτελέσματα. Άλλωστε, κάποτε η αισθητική «παρέλκει όλως», για να θυμηθούμε τον Παπαδιαμάντη.

Αυτό πάντως που παραμένει αναμφισβήτητο είναι πως από όλες τις ποιητικές φωνές που ακούστηκαν σε μας μετά τον μεγάλο πόλεμο η φωνή του Καρούζου είναι η ισχυρότερη. Αν δεν μπορούμε να την ενωτισθούμε, δεν φταίει σ’ αυτό ο ποιητής.

Θα ήθελα να αναφερθώ σε μια πτυχή αυτού του πολυδύναμου έγου, όπου βλέπουμε όλες τις αρετές του δημιουργού του δίχως τα ελαττώματά του: στα πεζά του. Τολμώ να πω πως αυτά τα πεζά ανήκουν στα κορυφαία δείγματα της ωριμότητας του νεοελληνικού λόγου, τέτοια όπως μόνον άνθρωποι με την τεράστια ελληνική παιδεία του Καρούζου μπορούσαν να κατακτήσουν και τέτοια όπως μόνο μετά από πολύ μόχθο πολλών γενεών μπορούσε να κατακτηθεί.  Είναι η στιγμή που τα δυο ρεύματα της ελληνικής, το λόγιο και το δημώδες,  συντίθενται σε αγαστή ενότητα.  Έχουμε πλέον το όργανο που μπορεί να αποτυπώσει τις μεγαλύτερες οξύνσεις και τις μεγαλύτερες λεπτότητες του πνεύματος.

Από την πλούσια σχολιογραφία του Καρούζου θα σταθώ στα σημεία, όπου ο νεότερος σχολιάζει την ιερά τετραρχία της ποίησής μας, την αποτελούμενη από τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Καβάφη.

Για τον Καρούζο ο Σολωμός «είναι αναντιρρήτως ο εξαιρετικός άνθρωπος που υπόγραψε τη νεοελληνική ταυτότητα όλων μας». Πιστεύει ο Καρούζος πως κανείς ως τα σήμερα δεν τον υπερφαλάγγισε: παραμένει ο ανυπέρβλητος. Είναι ισόκυρος των μεγάλων ηρώων του εικοσιένα. Ο Σολωμός πραγματώνει την διεσπασμένη πια τριαδική ενότητα γλώσσας, έθνους και πίστης. Σαν ποιητής είχε «το δέος της γραφής ως την αυτοκαταστροφή και τη δημιουργική του εκμηδένιση». Η παρουσία του Σολωμού διαλάμπει, και μάλιστα σε μιαν εποχή που η παρουσία της Ελλάδας ήταν μηδαμινή, «με μητρικά και ενστικτώδη ελληνικά σπάνιας ευφυΐας».  Ο Σολωμός ανήκει στους ελάχιστους που κατορθώνουν την «οντολογική συναίρεση λέξεων και πραγμάτων».

Σε σχέση με την αποκορύφωση του Σολωμού, ο Παλαμάς αντιπροσωπεύει μιαν έκπτωση αλλά και μιαν ωφέλιμη διαπλάτυνση στα πεδία και της λυρικής τέχνης και –κυρίως- της κριτικής. Τον κριτικό Παλαμά φαίνεται να εκτιμά περισσότερο ο Καρούζος, γιατί ο Μεσολογγίτης δημιουργός, παρά τις αστοχίες και τις μεροληψίες του, πρωτομάχησε στον γλωσσικό αγώνα στα χαρακώματα της δημοτικής. «Η συμβολή του», σημειώνει ξανά ο Καρούζος, «στη σημερινή γραφή των Ελλήνων είναι τεράστια. Κατέβηκε ή μάλλον ανέβηκε στον λαό κι έδειξε με το δάχτυλο της μοίρας τον δρόμο που έπρεπε να πάρουμε στο πρόβλημα της γλώσσας.    Τον Σικελιανό ο Καρούζος, τον εμπεδόκλειο αλήτη, όπως προσφυώς τον αποκαλεί, τον θαυμάζει κυρίως ως βιολογικό φαινόμενο και ως μύστη της ενότητας, της |των όντων εναρμονίας διαπλοκής, όπως  λέει το ορφικό ρητό που ο Λευκαδίτης προτάσσει σ’ ένα ιερόδραμά του, παρά ως τεχνίτη.

Ο Σικελιανός διατείνεται ξανά ο Καρούζος, «θά ‘πρεπε να περνούσε κατά στιγμές εξαφνικές και απροσμέτρητες σε εκείνη τη φώτιση της εκστατικής οντότητας, την ονομαζόμενη απ’ τη διδασκαλία του Βουδισμού Ζεν: Σατόρι, δηλαδή στην πλήρη αποσυσχέτιση από κάθε σημάδι ατομικότητας και στην υπαρκτική ταυτότητα με το όλον».

Ο Σικελιανός περιβλημένος , μόνος αυτός ανάμεσα στους ποιητές μας, τη χλιδή της αιωνιότητας αυτοδοξάζεται σε συνεχή αυτοθεωτικήν ανύψωση.

Τον Καβάφη αντιθέτως ο Καρούζος τον εξαίρει ως τον συνετό τεχνίτη, που κατ’ εκείνον δεν υπήρξεν ο δελφικός πενταθλητής.

Σημειωτέον πως απ’ όλους τους ποιητές που απασχόλησαν τον Καρούζο, ο Καβάφης κατέχει τη μερίδα του λέοντος. Αυτό οφείλεται ίσως σε συγκυριακούς λόγους (συμμετοχές σε αφιερώματα για τον Αλεξανδρινό). Θεωρώ όμως πως ο Καβάφης προβλημάτισε τον Καρούζο, ακριβώς επειδή η ποιητική ιδιοσυγκρασία του υπήρξεν άκρως αντίθετη στη δική του.

Τρία είναι τα βασικά κείμενα που έγραψε ο Καρούζος για τον Καβάφη.  Και στα τρία ο Καβάφης παρουσιάζεται ως αίνιγμα προς λύσιν.

Στο πρώτο, του 1963, ο Καρούζος, ενώ αρνείται –και σωστά – στον Καβάφη «το ιερό τάλαντο του Σολωμού και του Κάλβου ή του Παλαμά και του Σικελιανού», εντούτοις παραδέχεται πως ο Αλεξανδρινός, στις ελάχιστες πιο αποκαλυπτικές στιγμές της μοίρας του, μπήκε στην περιοχή του αριστουργήματος.  Ο άνθρωπος όμως αυτός δεν φαίνεται φτιαγμένος για αποκαλύψεις. Είναι πολύ δοσμένος στα είδωλα ώστε να αναχθεί στα αρχέτυπα. Δεσμεύεται υπερβολικά από το σώμα και για αυτό παραμένει εξόριστος απ’ την περιοχή του πνεύματος.  Άλλωστε, σε αντίθεση με τον Αντώνιο,  κανένας θεός δεν τον προστατεύει. Μήτε ο Απόλλων, μήτε ο Διόνυσος.

Στο δεύτερο κείμενό του, του 1966, προχωρεί στη λύση του αινίγματος.  Αναγνωρίζει στον Καβάφη ουσιαστική ιδιοφυΐα, που του επέτρεψε να υψώσει την υπόστασή του ως την αληθινή ποίηση. Πώς;  Χαμηλώνοντας την ποιητική μέθη ως ένα ωφέλιμο όριο, που δεν τον εμπόδιζε να ακούει τα επερχόμενα γεγονότα και να φτιάχει «επιτυχή εκμαγεία του μέλλοντος».  Ο Καβάφης, απομειώνοντας το εγώ του, μπόρεσε να εισδεχθεί τον πλούτο της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα είναι πιο ιδιοφυής από εμάς και χρειάζεται αυτοταπείνωση για να την καταλάβουμε.

Στο τρίτο κείμενό του, του 1983, ο Καρούζος καταθέτει την οριστική κατάφασή του για τον Καβάφη.  Παραθέτω: «ο ιδιοφυής αυτός αλεξανδρινός, παράξενος κλειδούχος γύρισε το κλειδί και άλλαξε την κατεύθυνση της ποίησης. Μέσα στην τραγουδιστική απορνίθωση  της εποχής του το πράγμα είναι αξιοθαύμαστο.  Σαν ποιητής τεχνουργός μεταβάλλει σε συναρπαστική υπόθεση την τετριμμένη λογική και αισθαντικότητα.  Ιδιότυπος σκηνοθέτης του λόγου, όσο και έξοχα μυθοχαρής,  καθώς άλλωστε και στην ίδια τη ζωή του, τυραννούσε την έκφραση με νοσηρή φιλαργυρία στη   γλώσσα, με παιδικό και θείο πείσμα,  με τη σκοτεινή λάμψη ενός αλλοπαρμένου αλχημιστή στα μάτια.  Η Ελλάδα δεν θα πάψει να τον έχει ανάγκη. Κι ο κόσμος».

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Πέτρου Ζουμπουλάκη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ