Κάπου τελείως αλλού – Γλυκεία εξήγησις στον Στέλιο Παπαθανασίου

0
192

Να δεις που κάποτε θα μας πούνε και μαλάκες.

Γιάννης Μηλιώκας

Στις 25 Ιουνίου 2026, απόδοση του γενεσίου του Προδρόμου, ο διδάκτωρ φιλολογίας και θεολογίας Στέλιος Παπαθανασίου δημοσίευσε εδώ στο Αντίφωνο ένα κείμενο πολεμικής με τίτλο: «Οι νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη». Την επαύριον, έλαβα από καλό φίλο ένα ηλεκτρονικό μήνυμα με τον σχετικό σύνδεσμο, και με τον επιτακτικό τίτλο: «Δες αυτό!».

Οι δύο τίτλοι, του κειμένου και του μηνύματος, αισθάνθηκα ότι συνιστούσαν ένα είδος αντίφασης, υπό την έννοια ότι δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έπρεπε να δω εγώ ένα κείμενο, που ο ίδιος ο τίτλος του μαρτυρούσε ότι ήταν, σε μένα, απολύτως ανοίκειο.

Δεν αναφέρομαι βέβαια στο πρώτο μισό του τίτλου, καθότι δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι δεν είμαι νεόκοπος – ασχέτως τομέα ή πεδίου. Εξάλλου, και σύμφωνα με τη δική μου αντίληψη του κόσμου και των πραγμάτων, παλαιοί είναι μόνον οι νεκροί, και οι νεκροί-για-τον-κόσμο. Οι υπόλοιποι (ανεξαιρέτως όλοι) είμαστε νεόκοποι ή νεοφώτιστοι, κάτι που σαφώς υπαινίσσεται η σοφή σολωνική συμβουλή: Μηδένα προ του τέλους μακάριζε.

Το ανοίκειο, λοιπόν, στον ως άνω τίτλο, στο κείμενο του Στέλιου Παπαθανασίου, το εντόπισα στο δεύτερο μισό, στη φρικτή φράση: «για τον Παπαδιαμάντη». Με τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη, με τον βίο και το έργο του, κάποια σχέση θα έχω κι εγώ (όπως τόσοι και τόσοι), μόνο που δεν αισθάνομαι καμίαν ανάγκη να την εκθέσω αυτή τη στιγμή. Με την παπαδιαμαντολογία, όμως, εκεί που διαπρέπουν λίγοι και εκλεκτοί (και το λέω χωρίς ίχνος ειρωνείας), επιτρέψτε μου να διακηρύξω, μάλιστα σε υψηλότατους τόνους, ότι δεν έχω την παραμικρή σχέση – το λέω κι αυτό χωρίς ίχνος ειρωνείας, κι από αυτό θα ήθελα να ξεκινήσω την εξήγησή μου προς τον αγαπητό Στέλιο Παπαθανασίου.

Το φθινόπωρο του έτους 2012 υπέβαλα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μια πρόταση για διδακτορική διατριβή υπό τον τίτλο: Το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα, ο υπαρξιακός ρεαλισμός στο διηγηματογραφικό έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μετά την έγκριση της πρότασης, και μέχρι το τέλος του έτους 2013, αξιώθηκα να συντάξω το κείμενο, που το διόρθωσα επιμελώς, επί διετία, με την πολύτιμη καθοδήγηση του επόπτη καθηγητή, του σπουδαίου φιλολόγου και φίλου Δημήτρη Αγγελάτου∙ και υποστήριξα, όπως λέμε, την υπόθεσή μου, τον Ιούνιο του έτους 2016, ορισμένως επεισοδιακά, σε μια θυελλώδη συζήτηση (κράτησε περί τις δυόμιση ώρες) με την αρμόδια επιτροπή.

Κι εδώ οφείλω την πρώτη μου διευκρίνιση, διότι εδώ (μάλλον: από εδώ) ξεκινά την ενασχόλησή του μαζί μου ο Παπαθανασίου, στην παράγραφο υπ’ αριθμόν 19 του προαναφερθέντος κειμένου του, για τους νεόκοπους που γράφουν για τον Παπαδιαμάντη.

Συγκεκριμένα: «Το τελευταίο παράδειγμα, με το οποίο θα ολοκληρώσω την εργασία μου “οι νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη”, υπήρξε “σημείον αντιλεγόμενον”. Η επ’ αυτού πληροφορία είναι έγκυρη και διατυπωμένη με αφοπλιστική ειλικρίνεια: “Η διατριβή εγκρίθηκε διά πλειοψηφίας ή παρά τρίχα”».

Η πηγή της πληροφορίας είμαι βέβαια εγώ, και είμαι όντως ειλικρινής, μόνο που φοβάμαι ότι η πληροφορία είναι άκυρη – και εξηγούμαι: όταν ολοκληρώθηκε η μακράς διάρκειας συνεδρία της επιτροπής, σχετικά με την έγκριση (ή μη) του διδακτορικού μου, κάποιος ή κάποια ανέφερε, ενδεχομένως στ’ αστεία, την πιθανότητα να εγκριθεί διά πλειοψηφίας ένα τόσο περίεργο ή αδέξιο κείμενο. Το επ’ εμοί, μαθαίνοντας αμέσως τότε ότι η διατριβή πράγματι εγκρίθηκε, και συνδυάζοντας την απόφαση με την αποστροφή περί πλειοψηφίας, συμπέρανα ότι έτσι είχαν εξελιχθεί τα πράγματα∙ κι επειδή αυτό μου φάνηκε εξαιρετικά ταιριαστό, ως προς την αφηγηματική οικονομία της περιπέτειας, το υιοθέτησα αβασάνιστα, και το διηγήθηκα κιόλας, στην εισαγωγή που συνέταξα για την έκδοση της διατριβής σε μορφή βιβλίου, το έτος 2021, από τον Αρμό.

(Ο αντικειμενικός λόγος για την αναφορά μου, τότε, στην έγκριση με πλειοψηφία, ήταν η μέριμνα να μην αδικήσω κάποιο από τα μέλη της επιτροπής, που τα κατονόμαζα και τα ευχαριστούσα στην εισαγωγή∙ θεώρησα, δηλαδή, ότι θα ήταν ανέντιμο εκ μέρους μου να μην επισημάνω ότι κάποιο ή κάποια από τα μέλη είχαν αντιρρήσεις και δεν είχαν εγκρίνει το κείμενο. Ασφαλώς ξέρω ότι κανένας δεν θα πιστέψει τώρα ότι αυτός ήταν ο λόγος, αλλά το γράφω, έτσι κι αλλιώς – δεν με ενδιαφέρει να πείσω κανέναν για τίποτε.)

Μετά την έκδοση, λοιπον, του παπαδιαμαντικού μου βιβλίου, δέχτηκα ένα βαθιά συγκινητικό τηλεφώνημα από την πρόεδρο της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών, τη μεγάλη φιλόλογο Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, που φυσικά συμμετείχε και στην επιτροπή για τη διατριβή μου, και που πολύ διακριτικά με διόρθωσε, και μου διευκρίνισε ότι η έγκριση έγινε παμψηφεί, και όχι διά πλειοψηφίας. Την ευχαριστώ και πάλιν θερμά, και της ζητώ δημοσίως συγγνώμη για την παραπληροφόρηση – δεν το έκανα επίτηδες.

Το ίδιο ισχύει και για τον Παπαθανασίου: ζητώ συγγνώμη που τον παραπλάνησα, μαζί με όλους τους αναγνώστες του βιβλίου. Η αλήθεια είναι ότι, όπως είπα τότε και στη Φαρίνου-Μαλαμάταρη, στο τηλέφωνο, ήλπιζα ότι θα δοθεί μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσω το ζήτημα, διότι ήλπιζα (δηλαδή: ήμουν σίγουρος) ότι το βιβλίο μου θα απασχολούσε τη νεοελληνική κριτική, και θα πυροδοτούσε μια μεγάλη συζήτηση, στο πλαίσιο της οποίας θα μπορούσα, ειρήσθω εν παρόδω, να διευκρινίσω και το δευτερεύον θέμα της έγκρισης.

Ωστόσο, και εξ όσων γνωρίζω, το βιβλίο δεν απασχόλησε κανέναν, τουλάχιστον μέχρι τις 25 Ιουνίου 2026, πέντε χρόνια μετά την έκδοσή του, και δέκα χρόνια μετά την υποστήριξη της διατριβής, όταν ο Στέλιος Παπαθανασίου αποφάσισε να το μνημονεύσει στην εργασία «Οι νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη», εστιάζοντας σε ένα και μοναδικό σημείο, εκεί όπου αναφέρομαι στο δικό του διδακτορικό, του 2007, και ειδικότερα στη θαυμάσια αντιπαραβολή ή σύγκριση που προτείνει, ανάμεσα στον κατατονικό μελβιλικό γραφέα Μπάρτλμπυ και στον εύθυμο παπαδιαμαντικό βαστάζο Αποστόλη Κακόμη.

Τη σύγκριση αυτή την υιοθετώ σχεδόν μέχρι κεραίας, προτείνοντας, ωστόσο, μια διαφορετική απόληξη, κατά το ότι υποστηρίζω πως ο Κακόμης δεν βρίσκεται, όπως λέει ο Παπαθανασίου, «στον αντίποδα της προτεσταντικής ηθικής», διότι εκεί βρίσκεται (εξ αντικειμένου) μόνον η ηθική του ρωμαιοκαθολικισμού. Ο Κακόμης (και ο συγγραφέας του) λέω ότι βρίσκεται (ότι βρίσκονται) «κάπου τελείως αλλού», τουτέστιν σε έναν πολύ συγκεκριμένο και απείρως ευρύχωρο τόπο (και γι’ αυτό απροσδιόριστο), στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Αυτός ο τόπος δεν είναι αντίποδας κανενός, και δεν έχει κανέναν αντίποδα – ούτε ο Σατάνας δεν αποτελεί αντίποδα για την Εκκλησία, πολύ λιγότερο ο προτεσταντισμός, ή ο ρωμαιοκαθολικισμός, o altra cosa.

Ο Παπαθανασίου προφανώς διαφωνεί, και δεν έχω καμιά πρόθεση ή διάθεση να του αλλάξω γνώμη. Εξάλλου, σχολιάζοντας την «εκπλήσσουσα βεβαιότητα» με την οποία ισχυρίζομαι τα πιο πάνω ήδη από το 2013 (σε κείμενο που δημοσίευσα τότε στην ιστοσελίδα Vakxikon.gr), και στηλιτεύοντας ως προσχηματικό το «ένα “νομίζω”» με το οποίο τα παρουσιάζω στο παπαδιαμαντικό μου βιβλίο, ο Παπαθανασίου σημειώνει ότι διαπράττω μια κάποια «“πατροκτονία” του Παλαιού». Δεν είμαι σίγουρος σε τι ακριβώς αναφέρεται, και διστάζω να υποθέσω ότι αποδίδει τον τίτλο ή ρόλο του Παλαιού στον εαυτό του, και ότι θεωρεί ως «πατροκτονία» (με εμένα σε ρόλο υιού;…) τη διαφωνία μου στα περί αντίποδα της προτεσταντικής ηθικής. Αν όντως αυτό εννοεί, μου είναι αδύνατον να το σχολιάσω, διότι με ξεπερνά∙ αν τον παρερμηνεύω, ζητώ ταπεινά συγγνώμη.

Προς πλήρη άρση, λοιπόν, παρερμηνειών και παρεξηγήσεων, συνεχίζω τη δική μου απόπειρα εξήγησης, και ευγενικά προτρέπω τον Στέλιο Παπαθανασίου να ζητήσει συγγνώμη από τον καθηγητή Δημήτρη Αγγελάτο, τον οποίο ειρωνεύεται, αίφνης, ως «παντεπόπτη». Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνει αυτό – εκτός κι αν χρησιμοποιώ εγώ τη λέξη «παντεπόπτης», αγαπητικά και παιγνιωδώς, στο βιβλίο μου, και ο Παπαθανασίου τη μεταφέρει στο δικό του ειρωνικό συγκείμενο∙ δεν το νομίζω, αφενός διότι δεν βρίσκω τέτοια λέξη στο κείμενό μου, αφετέρου διότι μια τέτοια χειρονομία συνιστά χυδαιότητα.

Δεν καταλαβαίνω, επιπλέον, την αφόρητη φλυαρία του Παπαθανασίου σχετικά με το τσίπουρο, στις παραγράφους 20-24 του κειμένου, με την οποία επιχειρεί να αναδείξει (φιλολογικά, ασφαλώς) πόσο εκτός «παπαδιαμαντικού κλίματος» είμαστε ο Αγγελάτος κι εγώ, επειδή γιορτάσαμε μόνο με ένα τσίπουρο την έγκριση της διατριβής – ίσως βρίσκει το γεγονός ενδεικτικό, ότι είμαστε ξενέρωτοι προτεστάντες, ή κουτόφραγκοι, και όχι έξω καρδιά άνθρωποι, παιδιά του λαού, της κοινότητας, της παρέας, της ομάδος κτλ.

Στο ίδιο αυτό κλίμα (στο δικό του δηλαδή, που μάλλον θεωρεί ότι είναι γνησίως παπαδιαμαντικό), ο Παπαθανασίου ειρωνικά με εγκαλεί, διότι αφήνω σε άγνοια όσους ενδιαφέρονται για τον τρόπο του εορτασμού, αν ήταν «μετανεωτερικός (σφηνάκι) ή αν “κουτσόπιναν μεζεδίζοντας”». Υποθέτω ότι όσοι ζουν στον αντίποδα της προτεσταντικής ηθικής, βρίσκουν αυτές τις κουταμάρες (συνοδεία τσιτάτων) ξεκαρδιστικές, και ομολογώ ότι έχω μπει κι εγώ στον πειρασμό να απαντήσω στον Παπαθανασίου υιοθετώντας ίδιο τόνο και ύφος. Δεν θα το κάνω, διότι φοβάμαι ότι δεν θα το αντέξει. Έπειτα, η εξήγησίς μου οφείλει να είναι γλυκεία, σαν την εκδίκηση, έτσι όπως τη χαρίζει η Εκκλησία μας.

Θα επιμείνω, επομένως, στην ελάχιστη ευπρέπεια, σε αυτό που οι κακοί Δυτικοί αποκαλούν common decency, και θα ενημερώσω τον αγαπητό Στέλιο Παπαθανασίου ότι δεν χρειαζόταν η σχοινοτενής περί τσίπουρου ανάλυση, ώστε να αποφανθεί ότι διατελώ εκτός παπαδιαμαντικού κλίματος – αρκούσε να με ρωτήσει, και θα το διακήρυσσα εγώ ο ίδιος, προς πάσα κατεύθυνση: ασφαλέστατα και είμαι εκτός παπαδιαμαντικού κλίματος.

Μάλιστα, αν διάβαζε πιο προσεκτικά το παπαδιαμαντικό μου βιβλίο, θα έβλεπε την ίδια αυτή διακήρυξη και εκεί, στην τρίτη ενότητα, όπου συζητώ, έστω εν συντομία, την ταλαίπωρη και άγονη εν Ελλάδι σχέση παράδοσης και νεωτερικότητας, με γενική αναφορά σε φαινόμενα απομίμησης του Παπαδιαμάντη, κάτι περιφερόμενα κακέκτυπα, και ως προς τον τρόπο ζωής και ως προς το γράψιμο. Αλλά ίσως ζητάω πολλά.

Ας αρκεστώ στ’ απαραίτητα: ο Παπαθανασίου με αποκαλεί στο κείμενό του, στην παράγραφο υπ’ αριθμόν 24, «άρτι εισελθ[όντα] στον παπαδιαμαντικό νυμφώνα», φράση που πρόδηλα συνδέεται με τα περί παπαδιαμαντικού κλίματος, και κατά συνέπεια χρήζει επίσης μιας εξήγησης ή / και διόρθωσης: ουδέποτε εισήλθα σε αυτόν τον νυμφώνα, και δεν έχω καμιά πρόθεση να εισέλθω. Δεν ξέρω γιατί ο Παπαθανασίου σχημάτισε τέτοιαν εντύπωση. Αναρωτιέμαι, δηλαδή, αν η σύνταξη κειμένου για έναν συγγραφέα τον οποίο αγαπάμε ισοδυναμεί με διαδικασία μύησης σε ένα είδος σέκτας, και αν, επομένως, χρειάζεται να ζητήσουμε την άδεια ή να πάρουμε χρίσμα από το ιερατείο. Για κάποιους, έτσι φαίνεται ότι έχουν τα πράγματα. Δεν ανήκω σε αυτούς.

Θα ήθελα, λοιπόν, να ενημερώσω τον φίλτατο Παπαθανασίου ότι, πριν το βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη, είχε εκδοθεί το βιβλίο για τον Χαραλαμπίδη, και αμέσως μετά (το παπαδιαμαντικό βιβλίο) εκδόθηκαν τα βιβλία για τον Καρούζο και τον Παπατσώνη, για τον γέροντα Μωυσή τον Αγιορείτη και τον σκηνοθέτη Φίλιππο Κουτσαφτή, και εσχάτως για τον καραγκιοζοπαίχτη Χριστόδουλο Αντωνιάδη, τον Πάφιο. Πρώτα ο Θεός, σκοπεύω να γράψω και για άλλους αγαπημένους ανθρώπους, ζώντες και τεθνεώτες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τους θεωρώ ιδιοκτησία μου∙ είναι μόνο η δική μου έκφραση ευγνωμοσύνης σε όσους μου έδειξαν έναν τρόπο να ζω και να εργάζομαι, σε όσους με έκαναν άνθρωπο, ελπίζω ευπρεπή και ευγενικό, καίτοι, ως Κυριάκος, παραμένω πολύ κωλόπαιδο – Κούλα.

Το ηθικό δίδαγμα, που δεν θα το βρείτε στον αντίποδα καμιάς και κανενός είδους ηθικής, είναι ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας: στον παπαδιαμαντικό νύμφωνα, όπως και στο παπαδιαμαντικό κλίμα που καλλιεργούν και διαφυλάσσουν άνθρωποι όπως ο Στέλιος Παπαθανασίου, ούτε εισέρχονται ούτε ευδοκιμούν άνθρωποι όπως εγώ.

Το ίδιο ισχύει και για το «ιερό παπαδιαμαντικό θυσιαστήριο», στο οποίο, κατά Παπαθανασίου, ο γράφων «“εισέβαλε πνευστιών” και φουριόζος», τολμώντας μάλιστα να αποκαλέσει «“μπάσταρδο” (όποιο κι αν είναι το σημαινόμενο) το πετεινό του ουρανού, και βαφτίζοντας “απροσάρμοστο της υπάρξεως” τον εξαίσια προσαρμοσμένο στα πάτρια “ήρωα” του Γένους και της Κοινότητας Κακόμη». Καμία αντίρρηση – όλες, εννοώ, οι αντιρρήσεις, δεκτές∙ κι αν ο αναγνώστης αναρωτιέται για το σημαινόμενο του μπάσταρδου (και για όσες άλλες ενστάσεις διατυπώνει ο Παπαθανασίου), ας διαβάσει το βιβλίο, ή ας δει καμιά ταινία του Σέρτζιο Λεόνε: δεν προλαβαίνω να τα εξηγήσω εδώ.

(Μεταξύ μας, μπάσταρδος είναι ο νόθος, ο μη γνήσιος ή καθαρόαιμος, φέρ’ ειπείν ένα εξώγαμο τέκνο, ή ο Διγενής, τέκνο της Δύσης και της Ανατολής – το θράσος μου είναι εξίσου εκπληκτικό με τις βεβαιότητές μου, και δεν έχω πει ούτε το ένα τοις χιλίοις.)

Εδώ θέλω μόνο να πω (αλλά εμφατικά) ότι στο ιερό παπαδιαμαντικό θυσιαστήριο ούτε εισέβαλα, ούτε πρόκειται να εισβάλω. Και γι’ αυτό παρακαλώ τον Παπαθανασίου να το ελέγξει ξανά, το θυσιαστήριο αυτό, ό,τι κι αν είναι, όπου κι αν βρίσκεται: δεν θα με βρει εκεί. Γενικά, εγώ περαστικός είμαι, σαν τις ακρίδες και σαν την πανούκλα, μπορεί και σαν τον αέρα που γυρνά μέσα στης πόλης τα στενά – και τα λοιπά, και τα λοιπά. Δεν έχω καμιά όρεξη να πειράξω τα παπαδιαμαντικά ιερά και τα πάτρια (κ.ο.κ.), διότι δεν με αφορούν∙ έχω δικά μου παιχνίδια, όλα κοινόχρηστα, όλα κοινότοπα, που όλα βρίσκονται, όπως ο φίλος αναγνώστης μαντεύει: ΚΑΠΟΥ. ΤΕΛΕΙΩΣ. ΑΛΛΟΥ. Συνεννοηθήκαμε;

Τούτων δοθέντων, βρίσκω ιδιαιτέρως εκπλήσσουσα τη βεβαιότητα με την οποία συντάσσει ο Στέλιος Παπαθανασίου την τελευταία, αναφορικά με εμένα, παράγραφο της εργασίας του, θυμίζοντας την περίφημη ρήση «να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι», ως ακολούθως: «Κατά τα άλλα, ο λαμπρός, ως προείρηται, συγγραφέας, πρώτον ήρθε για να μείνει και, δεύτερον, αποκλείεται να “εκβληθεί” εκ του νυμφώνος “δέσμιος υπό των αγγέλων”, διότι είναι ενδεδυμένος με ένδυμα γάμου. Επομένως, υπό την ιδιότητά του και ως πρωτοεμφανιζόμενου καταυγάζοντος παπαδιαμαντικού αστέρος, και με όρους, πλέον, “κβαντικού εναγκαλισμού”, αποκλείεται να χαθεί “εις τον άνω βυθόν των ακαταλήπτων πραγμάτων” (“Το καμίνι”)». Επειδή είμαι κακός άνθρωπος, δεν συγκινήθηκα καθόλου.

Αντιθέτως, αυτή η παράγραφος ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι (που δεν είχε τσίπουρο∙ μόνο Jack Daniel’s), και με ανάγκασε να στείλω στον φίλο Κωνσταντίνο Βεργή και στο Αντίφωνο την παρούσα εξήγηση – δηλαδή: εντάξει να σε έχουν γραμμένο∙ αλλά να γράφουν τόσες ανοησίες για σένα, και να σου αποδίδουν εξωφρενικές ιδιότητες, αυτό πάει πολύ. Άκου «πρωτοεμφανιζόμενος καταυγάζων παπαδιαμαντικός αστέρας»∙ και άκου «ήρθε για να μείνει». Εγώ, αγαπητοί φίλοι, γιορτάζω στις 29 Σεπτεμβρίου, του Αναχωρητού∙ και όπως έλεγε ο Περικλής Γιαννόπουλος, διότι ξέρω κι εγώ να τσιτάρω, κατ’ ακρίβειαν αυτή είναι η υπερδύναμή μου: «Δεν θα φάω εγώ τα νιάτα μου με εσάς!».

Ώστε, για να τελειώνουμε – αγαπητέ κύριε Στέλιο Παπαθανασίου: τίποτα κοινό δεν έχουμε εσείς και εγώ, κανέναν ορίζοντα, καμιάν αξία, κανέναν βυθό ή ουρανό, και κανέναν νυμφώνα∙ δεν γνωριζόμαστε. Τις αντιρρήσεις σας για το βιβλίο μου, που είναι όλες σεβαστές (και μία τη βρήκα και πολύ εύστοχη), θα μπορούσατε να τις διατυπώσετε με ευπρέπεια και εκκλησιαστικό ήθος, χωρίς κουτσαβακισμούς και εξυπνάδες, χωρίς τη μεγάλη κακία που προσιδιάζει στο ανιαρό χωριουδάκι μας, αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείτε «κοινότητα». Λυπάμαι που θα σας το χαλάσω, αλλά η όντως κοινότητα έχει χαλάσει προ πολλού. Μαντέψτε ποιοι είναι οι χαλασοχώρηδες.

Και ένα υστερόγραφο, για την πιο θλιβερή αποστροφή του Παπαθανασίου, όταν παραφράζει ελαφρώς την «αξιωματική θέση του κοινού μας δασκάλου, πατρός και λιμενάρχου Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου από τον πρόλογο του ιδίου στη διδακτορική μου διατριβή: “Τον Παπαδιαμάντη δεν τον φοράς, για να κάνεις μπαμ! στην τσάρκα!”».

Για άλλη μια φορά, οφείλω να το ξεκαθαρίσω, με πάσα βεβαιότητα: τίποτα κοινό δεν έχουμε, αγαπητέ κύριε Παπαθανασίου. Ο δικός μου πατέρας (και δάσκαλος, και όλα) είναι ο Γέροντας και πνευματικός μου∙ κανένας φιλόλογος και κανένας συγγραφέας, ούτε ο μέγας Τριανταφυλλόπουλος, ούτε ο μέγιστος Παπαδιαμάντης.

Όσο για την «αξιωματική θέση» Τριανταφυλλόπουλου ή, εν πάση περιπτώσει, την ως άνω παράφρασή της, ασφαλώς έτσι έχουν τα πράγματα. Εκ πρώτης όψεως, θα έλεγε κανείς ότι συμφωνούμε, αλλά τα φαινόμενα απατούν – ενίοτε, εδώ που τα λέμε, απατούν και τα πράγματα.

Τέλος πάντων, επειδή δεν διακρίνεται διά γυμνού οφθαλμού, ας ενημερώσω τον Στέλιο Παπαθανασίου, ολοκληρώνοντας την εξήγησή μου με την πιο γλυκιά επίγευση, ότι προφανώς και δεν φόρεσα τον Παπαδιαμάντη για να κάνω μπαμ στην τσάρκα – για τον υψηλό αυτό στόχο, έχω φορέσει τον Θεό, και κάνω μπαμ στην τσάρκα νυχθημερόν. Αν δεν με βλέπετε, αγαπητέ κύριε Παπαθανασίου, είναι επειδή δεν συχνάζουμε στα ίδια μέρη. Εσείς βρίσκεστε σε έναν αντίποδα. Εγώ είμαι κάπου τελείως αλλού. Δεν υπάρχει πιθανότητα να συναντηθούμε.

Πάφος, 29 Ιουνίου 2026 (Των πρωτοκορυφαίων)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ